Θεοπλαστία καί θέωση
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Πατρῶν καί ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, κ. Χρυσόστομε.
Σᾶς εὐχαριστῶ θερμότατα γιά τήν πρόσκληση πού μοῦ ἀπευθύνατε, ὅπως καί κάθε χρόνο, καί ἔρχομαι αὐτήν τήν ἡμέρα κατά τήν διάρκεια τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς μεγάλης αὐτῆς Δεσποτικῆς καί Θεομητορικῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καί γιά τά καλά λόγια τά ὁποῖα πάντοτε λέτε καί εἴπατε καί ἀπόψε. Αὐτό εἶναι συνέπεια τοῦ ὅτι ἔχετε ἀγαθήν καρδίαν καί λέει ὁ Ψαλμός, «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν». Ὅποιος ἔχει καλή καρδιά, ἐκφράζει καί «λόγον ἀγαθόν». Ἐκεῖνο πού σᾶς διακρίνει εἶναι τά πολυποίκιλα χαρίσματα πού ἔχετε καί στολίζετε τόν θρόνον αὐτόν τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως. Καί, βέβαια, ἔχετε φέτος καί τήν ἐπέτειο τῶν 20 ἐτῶν ἀπό τήν ἐνθρόνισή σας καί ὅλο αὐτό τό διάστημα ἐκδηλώσατε ὅλα τά χαρίσματα πού ἔχετε καί ὁ εὐσεβής πατραϊκός λαός τά γνωρίζει αὐτά.
Ὅταν πρίν ἀπό 20 χρόνια σᾶς ὑποδεχθήκαμε καί εἴπαμε τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», ἐμεῖς σᾶς γνωρίζαμε, ἀλλά ἴσως πολλοί ἀπό τήν Πάτρα δέν σᾶς γνώριζαν, ἀλλά τώρα τό ὁμολογοῦν, ὄχι μόνον εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἀλλά «εὐλογημένος ὁ ἦν καί ὁ ὤν καί ὁ παραμένων στήν Πάτρα». Καί εὐχόμαστε ὁ Θεός νά σᾶς κρατύνη, νά σᾶς δίνη ὑγεία πολλή, διότι πέρα ἀπό τά χαρίσματα τά πολλά τά ὁποῖα ἔχετε, εἶστε ἄνθρωπος εὐλογημένος, εἶστε καλός Κληρικός, μπορῶ νά πῶ καλός Μοναχός καί στήν συνέχεια καί καλός Ἐπίσκοπος. Ἔλεγε ὁ Γέροντάς μου, ὁ ἅγιος Καλλίνικος, ἄν δέν εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος καλός Μοναχός, δέν μπορεῖ νά εἶναι καί καλός Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Εὔχομαι τά ἔτη σας νά εἶναι πάμπολλα καί εὐλογημένα. Εἴπαμε εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, εὐλογημένα εἶναι καί θά εἶναι τά ἔργα σας ἐδῶ στήν Ἀποστολική αὐτή Ἐκκλησία τῶν Πατρῶν.
1. Ἡ μυστική θεολογία
Μέ παρακαλεῖτε νά ἀπευθύνω λόγους οἰκοδομῆς καί παρακλήσεως, ἀλλά ξέρουμε πάρα πολύ καλά ὅτι δέν μπορεῖ ὁ λόγος νά εἶναι παρακλητικός, ἄν δέν εἶναι καί θεολογικός. Ἐάν ὁ λόγος εἶναι ἠθικολογικός, κοινωνικός, ἠθικός, τότε ὁ λόγος αὐτός δέν εἶναι παρακλητικός. Γιά νά εἶναι λόγος παρακλητικός καί νά παρηγορῆ τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, πρέπει νά εἶναι θεολογικός, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι θεολογικόν ὄν καί δέν ἱκανοποιεῖται μέ πράγματα τά ὁποῖα δέν ἀνταποκρίνονται στόν σκοπό τους. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ καί αὐτός εἶναι ὁ στόχος του.
Ἡ σημερινή ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι καί Δεσποτική καί Θεομητορική ἑορτή. Καί, ὅπως ἀκούσαμε προηγουμένως τά τροπάρια, τά ὁποῖα, ὅταν τά διαβάσετε - καί παρακαλῶ πάρα πολύ νά τό κάνετε, νά πάρετε τήν ἱερά ἀκολουθία καί νά διαβάσετε τά τροπάρια τά ὁποῖα ψάλλονται καί σήμερα καί αὔριο - θά δεῖτε ὅλη τήν θεολογία τῆς ἑορτῆς. Ἀλλά αὐτήν τήν θεολογία τῆς ἑορτῆς τήν βλέπουμε καί στά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Διαβάζουμε τίς ὁμιλίες τίς ὁποῖες ἔχουν ἐκφωνήσει οἱ ἅγιοι Πατέρες καί βλέπουμε ὅλη τήν θεολογία αὐτῆς τῆς ἑορτῆς.
Θά ἤθελα, ὅμως, σήμερα νά σᾶς παρουσιάσω ἕναν λόγο ἑνός παλαιοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος λόγος εἶναι σχεδόν ἄγνωστος καί εἶναι τόσο πολύ θεολογικός. Εἶναι ἕνας λόγος τόν ὁποῖον οὔτε καί οἱ θεολόγοι τόν γνωρίζουν, ἴσως γιατί δέν δέχονται νά μελετήσουν αὐτόν τόν ἅγιο Πατέρα, τόν εὐλογημένον. Πρόκειται γιά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, τόν μαθητή τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ἄκουσε τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου καί προσεκολλήθη σέ αὐτό καί μαζί μέ αὐτόν προσεκολλήθη καί ὁ ἅγιος Ἱερόθεος ὁ Ἀρεοπαγίτης. Καί, ὅταν διαβάζη κανείς τά κείμενα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, βλέπει ὅτι ἐκφράζει τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί εἶναι τόσο πολύ ταπεινός, ὥστε νά ἀποδίδη ὅλα αὐτά τά ὁποῖα γράφει στόν ἅγιο Ἱερόθεο, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ «κλεινόν καθηγεμόνα». Καί εἶναι γνωστόν ὅτι στήν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκτός ἀπό τούς ἁγίους Ἀποστόλους πού πῆγαν ἐκ περάτων τῆς οἰκουμένης, παρευρέθηκε καί ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ ἅγιος Ἱερόθεος ὁ Ἀεροπαγίτης καί ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ἦταν ἕνας μεγάλος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας. Μᾶς ἄφησε μερικά κείμενα τά ὁποῖα διασώζονται καί ἕνα ἀπό τά κείμενα αὐτά εἶναι τό «Περί θείων ὀνομάτων». Σέ αὐτό παρουσιάζει ποιά εἶναι τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ καί τί σημασία ἔχουν. Μεταξύ τῶν ἄλλων, στό κείμενο αὐτό, τό «Περί θείων ὀνομάτων», ὑπάρχει καί ἕνα καταπληκτικό χωρίο, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἕνα μυστήριο, τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά κατανοήση ἡ ἀνθρώπινη λογική. Εἶναι μυστήριο τό πῶς θεώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση μέ τήν πρόσληψή της ἀπό τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως εἶναι ἕνα μυστήριο θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Στό κείμενο αὐτό, ὁ ἅγιος Διονύσιος ἔχει ἕναν πάρα πολύ σημαντικό λόγο, πού νομίζω εἶναι ἄγνωστος στούς πολλούς. Γράφει: «Καί τό πάσης θεολογίας ἐκφανέστατον, ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἰησοῦ θεοπλαστία καί ἄῤῤητός ἐστι λόγῳ παντί καί ἄγνωστος νῷ παντί καί αὐτῷ τῷ πρωτίστῳ τῶν πρεσβυτάτων Ἀγγέλων». Τί θέλει νά πῆ ἐδῶ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης; Ὀνομάζει αὐτήν τήν θεολογία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ὡς τό γεγονός, τό «πάσης θεολογίας ἐπιφανέστατον». Πρόκειται γιά μεγάλο ἔργο, τό πῶς ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου. Καί τό ὀνομάζει «ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Ἰησοῦ θεοπλαστία». Εἶναι καταπληκτικός λόγος. Καί ἡ λέξη «θεοπλαστία» εἶναι πάρα πολύ σημαντική. Κάνει λόγο γιά «θεοπλαστία», ὅτι ὁ Θεός προσέλαβε ἀνθρώπινο σῶμα καί τό ἔπλασε καί αὐτή εἶναι «ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἰησοῦ θεοπλαστία». Καί αὐτή ἡ «θεοπλαστία» τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄρρητος σέ κάθε λόγο, «ἄρρητος τῷ λόγῳ παντί», καί συγχρόνως εἶναι καί «ἄγνωστος νῷ παντί», ἄγνωστη καί στόν νοῦ τῶν Ἀγγέλων. Εἶναι «ἄρρητος τῷ λόγῳ παντί», γιατί ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καλά καί νά κατέχη τήν ἑλληνική γλώσσα μέ τήν δυνατότητα τῆς ἐκφράσεως τήν ὁποία αὐτή ἔχει, δέν μπορεῖ νά ἐκφράση αὐτό τό γεγονός, αὐτήν τήν μεγάλη, τήν ἐκφανέστατη θεολογία τῆς «θεοπλαστίας». Ἀλλά ὄχι μόνον ὁ λόγος δέν μπορεῖ νά τό ἐκφράση, ἀλλά εἶναι «ἄγνωστος τῷ νῷ παντί», εἶναι τελείως ἄγνωστος στόν νοῦ καί «τῶν πρεσβυτάτων Ἀγγέλων».
Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης σέ ἕνα ἄλλο ἔργο του μέ τίτλο «Περί οὐρανίου ἱεραρχίας» παρουσιάζει τά τάγματα τῶν Ἀγγέλων νά εἶναι σέ τρεῖς τριάδες καί ἡ πρώτη τριάδα τῶν Ἀγγέλων, πού εἶναι οἱ Θρόνοι, τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείµ, εἶναι κοντά στήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τά ὑπόλοιπα τάγματα κατέρχονται πρός ἐμᾶς. Καί στά πρῶτα τάγματα τῶν Ἀγγέλων εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστος ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον ἔγινε αὐτή «ἡ θεοπλαστία», ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης: «Αὐτό τό παραλάβαμε μέ μυστικό τρόπο, ἀλλά ἀγνοοῦμε τό πῶς διαπλάστηκε ἀπό τά παρθενικά αἵματα μέ διαφορετικό τρόπο ἀπό τόν κατά φύσιν νόμο καί πῶς πέρασε ἀβρόχως τήν ὑγρή καί ρευστή οὐσία μέ τά πόδια πού ἔχουν σωματικό ὄγκο καί ὑλικό βάρος καί ὅλα τά ἄλλα πού ἀνήκουν στήν ὑπερφυῆ φυσιολογία τοῦ Ἰησοῦ».
Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἀπό τά ἁγνά αἵματα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί ἀναπτύχθηκε κανονικά. Ἦταν ἄρρητο τό πῶς ἔγινε αὐτή ἡ πρόσληψη ἄνευ σπορᾶς, ἀλλά ἡ ὅλη λειτουργία τῆς ἀναπτύξεως ἔγινε, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται τό ἔμβρυο μέσα σέ κάθε γυναίκα. Ἀλλά ἐδῶ εἶναι τό φοβερό, γράφει ὁ ἅγιος Διονύσιος. Προσέξτε τίς λέξεις. Τό παραλάβαμε μέ μυστικό τρόπο, μέ μιά μυστική ὁδό, πέρα ἀπό τήν λογική καί πέρα ἀπό τήν μελέτη, ἀλλά εἶναι ἄγνωστο τό πῶς στήν συνέχεια ὁ Χριστός πού προσέλαβε τήν φύση καί τό ἀνθρώπινο σῶμα μέ πόδια, μέ χέρια, πῶς βγῆκε μέσα ἀπό τήν μήτρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καί ἀφοῦ τά λέει αὐτά, μετά γράφει ὅτι αὐτό τό σημαντικό θέμα τό συζητήσαμε μέ τόν «κλεινόν καθηγεμόνα», δηλαδή «τόν Ἱερόθεον», ὁ ὁποῖος τά παρέλαβε ἤ τά ἐρεύνησε ἀπό τά Λόγια (τήν Ἁγία Γραφή) καί τά μυήθηκε ἀπό κάποια ἄσκηση καί κάποια θεία ἔμπνευση. Καί, μάλιστα, ὅπως λέγει, τό κατέγραψε σέ ἕνα κείμενό του, τό ὁποῖο τιτλοφορεῖται «Θεολογικές Στοιχειώσεις». Ἔπαθε τά θεῖα, δηλαδή ἄλλαξε ὅλη του ἡ ὕπαρξη, μεταμορφώθηκε ἐσωτερικά καί ἔμαθε τά θεῖα καί τά κατέγραψε. Δέν διασώζεται αὐτό τό κείμενο πού ὀνομαζόταν «Θεολογικές Στοιχειώσεις», γιά νά δοῦμε πῶς περιέγραψε ὅλο αὐτό τό μυστήριο.
2. Ἡ ἀποφατική καί καταφατική γνώση τοῦ μυστηρίου
Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι μέγα μυστήριο, τό ὁποῖο μᾶς ἀπεκαλύφθη μέ τούς ἁγίους, ἀλλά δέν μποροῦμε νά τό ἐκφράσουμε. Εἶναι ἄρρητο καί ἄγνωστο. Καί οἱ ἅγιοι Πατέρες ὁμίλησαν γιά τό γεγονός αὐτό, διότι ἤθελαν νά ἀντικρούσουν τούς αἱρετικούς στήν ἐποχή τους, οἱ ὁποῖοι δίδασκαν ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ἄνθρωπος ἤ οἱ δύο φύσεις, ἡ ἀνθρώπινη καί θεία φύση, ἑνώθηκαν ἐξωτερικά, ὅπως ἔλεγε ὁ Νεστόριος, ἤ οἱ Μονοφυσίτες ἔλεγαν ὅτι ἀπορροφήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τήν θεία φύση, ἄρα δέν ὑπάρχει τώρα ἀνθρώπινη φύση ἤ ἔλεγαν, ἐπειδή ὁ Χριστός δεν εἶναι Θεός, γι’ αὐτό καί ἡ Παναγία δέν εἶναι Θεοτόκος, ἀλλά εἶναι ἁπλῶς Χριστοτόκος, ἐγέννησε ἕναν «ψιλόν» ἄνθρωπον.
Γι' αὐτό οἱ Πατέρες χρειάστηκε νά δογματίσουν. Ἔτσι, ἔχουμε τήν Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ἡ Ἁγία Παρθένος Μαρία εἶναι πραγματικά Θεοτόκος. Ἔχουμε τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο πού χρησιμοποίησε τέσσερα ἐπιρρήματα γιά τό πῶς ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις στήν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, στήν κοιλία τῆς Παναγίας μας τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, «ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως», γιά νά ἀντικρούσουν τόν Μονοφυσιτισμό, καί «ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως», γιά νά ἀντικρούσουν τόν Νεστοριανισμό. Βλέπετε, οἱ Πατέρες μας χρησιμοποιοῦν ἀποφατικές λέξεις γιά τό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν προσπαθοῦν νά τό προσδιορίσουν λογικά, γιατί εἶναι ἄγνωστο μυστήριο, ἀλλά εἶπαν ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως». Καί, ὅταν θέλουν νά διδάξουν τό μυστήριο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τό πῶς συνέλαβε, πῶς κυοφόρησε καί πῶς γέννησε τόν Χριστό, πάλι χρησιμοποιοῦν ἀποφατικές λέξεις. Τί λένε; «Ἀσπόρως» συνέλαβε, «ἀκόπως» κυοφόρησε καί «ἀφθόρως» ἔτεκεν. Χρησιμοποιοῦν καί ἐδῶ ἀποφατικές λέξεις, ἀποφατικές ἐκφράσεις.
Ὅμως, ἐπειδή οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν ἀποφατικές λέξεις, δέν σημαίνει ὅτι καταλήγουν στόν ἀγνωστικισμό, ὅτι δέν τό γνωρίζουν. Ὁ ἀποφατισμός δέν εἶναι ἀγνωστικισμός. Ὁ ἀποφατισμός χρησιμοποιεῖται γιά νά ἀρνηθοῦν σέ μερικούς θεολόγους νά φιλοσοφήσουν πάνω στά θέματα αὐτά. Ὅμως, δέν εἶναι ἀγνωστικισμός, ἀλλά εἶναι ἐμπειρική γνώση, κατά τήν φράση «γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ παρθένος ζητοῦσα», εἶναι μιά ἄλλη γνώση πού ξεπερνᾶ τήν ἀνθρώπινη γνώση. Ὁπότε, βλέπετε ἐδῶ ὅτι οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦσαν ἀποφατικές ἐκφράσεις, γιατί γνώριζαν τό μυστήριο καί ἤξεραν ὅτι αὐτό τό μυστήριο δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθῆ μέ ὅσες λέξεις, ὅσες ἐκφράσεις καί ἄν χρησιμοποιήση κανείς. Πῶς γνώριζαν ἐμπειρικῶς αὐτό τό μυστήριο; Εἶπα προηγουμένως ὅτι ἔχουμε δύο, θά λέγαμε, ἐκφράσεις τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ. Τό πρῶτο εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τό δεύτερο εἶναι τό μυστήριο τῆς θεώσεως. Τό πρῶτο μυστήριο εἶναι ἡ κατάβαση τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί ἡ πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης, τό πῶς θεώθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τό δεύτερο μυστήριο εἶναι τό πῶς θεώνεται ὁ κάθε ἄνθρωπος, ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὁπότε, οἱ ἅγιοι ἔζησαν αὐτήν τήν κατά χάριν θέωση, αὐτήν τήν μυστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Καί τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν ἁγίων εἶναι ὅτι εἶναι θεούμενοι, ὄχι καλοί ἄνθρωποι, ἀλλά θεούμενοι, μετέχουν τῆς κατά χάριν θεώσεως καί γνώρισαν τόν Θεό. Δηλαδή, βλέπουν στόν ἑαυτό τους τό πῶς δέχονται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δέχεται κανείς τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλάζει, ἀνακαινίζεται, μεταμορφώνεται καί ὑπερβαίνει ὅλα τά φυσικά γεγονότα στήν ὕπαρξή του, καί τότε λέει ὅτι αὐτό κατά πολύ μεγαλύτερο τρόπο ἔγινε στήν Παναγία. Ἔτσι ἀπέκτησαν τήν καταφατική γνώση, ἀφοῦ πέρασαν μέσα ἀπό τήν ἀποφατική ἐμπειρία.
Διαβάζετε τήν ζωή τῶν ἁγίων, τῶν παλαιῶν καί τῶν νέων ἁγίων, καί βλέπετε αὐτήν τήν ζωή πού ζοῦν πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα δεδομένα. Παρακολουθεῖτε αὐτόν τόν καιρό στήν τηλεόραση τήν σειρά γιά τόν βίο καί τήν πολιτεία τοῦ ἁγίου Παϊσίου. Τί ἦταν ὁ ἅγιος Παΐσιος; Ἐμεῖς πού τόν γνωρίσαμε, - καί ἐγώ πού πήγαινα κάθε χρόνο 2-3 φορές καί πολλές φορές καί μέ κράτησε μία φορά μέσα στήν Καλύβη του νά κοιμηθῶ τό βράδυ καί σηκωθήκαμε τήν νύκτα νά κάνουμε τήν προσευχή- ξέρουμε ὅτι ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά συγχρόνως καί «ὑπεράνθρωπος τῆς θείας Χάριτος». Δέν ἦταν ἁπλῶς ὁ καλός ἄνθρωπος, ἀλλά ἦταν γεμάτος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν αὐτό συμβαίνη στούς ἀνθρώπους πού ἁγιάζονται καί φθάνουν στό σημεῖο, ὅπως ὁ ἅγιος Παΐσιος, νά δοῦν τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, νά δοῦν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, πολλῷ μᾶλλον μετά φθάνει κανείς στό συμπέρασμα νά πῆ ὅτι αὐτό ἔγινε στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καταλήγει στήν γνώση τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τήν ἀγνωσία. «Καί αὕτη ἐστίν ἡ ἄγνοια», λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, «ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Αὐτή εἶναι ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ ἀπό πλευρᾶς λογικῆς, πού εἶναι ὑπερτέρα τῆς γνώσεως τῆς λογικῆς.
3. Οἱ ἀλλόκοτοι καί οἱ σιωπηλοί
Καί ἔρχονται μετά ἄνθρωποι καί ἀσεβοῦν ἐπάνω σέ αὐτό τό ὑπέραγνο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀνοίγουν τό στόμα τους καί βλασφημοῦν τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Καί ἔρχονται ἄνθρωποι, ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς ἐλευθερίας τῆς τέχνης καί ἀσεβοῦν ἐπάνω στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Φυσικά, δέν ἔχει ἀνάγκη ἡ Παναγία ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά αὐτοί οἱ ἴδιοι φθάνουν σέ ἕνα βάραθρον κακίας, πού δείχνει τά ἀπύθμενα πάθη, τά ὁποῖα τούς διακρίνουν. Καί ἔρχονται ἄνθρωποι πού, ἀντί νά βλέπουν αὐτό τό πρόσωπο τό ὁποῖο τιμοῦν ὅλοι οἱ αἰῶνες, Προφῆται, Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ὁμολογηταί πού ἔχυσαν καί τό αἷμα τους, τό ζωγραφίζουν «ἀλλόκοτα» ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τῆς τέχνης, καί δέν ζωγραφίζουν κάποιο πολιτικό πρόσωπο, ἀλλά ζωγραφίζουν Αὐτήν πού σεβάστηκαν αἰῶνες. Ἐπειδή ζοῦμε σέ μιά ἀλλόκοτη ἐποχή, γι' αὐτό καί αὐτοί προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν καί νά περιγράψουν μέ ἄλλον ἀλλόκοτο τρόπο τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τί κάνουμε; Στεκόμαστε μπροστά στήν εἰκόνα, ἐν προκειμένῳ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, παίρνουμε τό κεράκι μας, τό ἀνάβουμε μέ ἡσυχία καί κάνουμε ἐσωτερικά προσευχή, «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσόν με», καθόμαστε μπροστά στήν εἰκόνα μέ ἄφωνο τρόπο, μέ ἡσυχαστικό τρόπο, τῆς λέμε ὅλα τά μυστικά μας, τά ὁποῖα ἴσως δέν θέλουμε νά τά ποῦμε πουθενά, κάνουμε αὐτήν τήν νοερά ἐξομολόγηση, πού δέν εἶναι ἀντίθετη μέ τό Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, καί καθόμαστε εὐλαβικά, ἄφωνα, ἡσυχαστικά, μέ μυστικό τρόπο καί ἀσπαζόμαστε τήν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί λέμε: «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ». Καί ὅταν ἔτσι κάνουμε, τότε ἡ Θεοτόκος θά μᾶς ἀποκαλύψη καί τό μυστήριο τό δικό της, τῆς θεώσεώς της, ἀλλά θά μᾶς ὁδηγήση καί στό δικό μας μυστήριο, τό μυστήριο τῆς δικῆς μας θεώσεως.
Εὐχηθεῖτε, Σεβασμιώτατε, ἅγιε Πατρῶν, καί Θεοφιλέστατε ἅγιε Κερνίτσης, ἔτσι νά στεκόμαστε μπροστά στά ἅγια πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἕναν, θά ἔλεγα ἀποφατικό τρόπο, διότι ἔτσι θά μυηθοῦμε σέ αὐτήν τήν ὑψηλή γνώση. Ἀμήν.
- Προβολές: 38