Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς (1296-1359) Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ὅπως γράφεται στήν Ἀκολουθία του εἶναι «Πατέρων καύχημα», «θεολόγων τό στόμα», «τῶν Διδασκάλων ἀκρότης», «πέλαγος τοῦ λόγου», «πράξεως ὄργανον», «θεωρίας ἀκρότης».
Οἱ ὁμιλίες πού ἐκφώνησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος στήν Θεσσαλονίκη ὡς Ἀρχιεπίσκοπος τήν περίοδο μεταξύ 1350-1359 εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ὅλης διδασκαλίας του, περίληψη ὅλου τοῦ ἔργου του, καί ἔχουν μεγάλη σημασία, γιατί ἐκτός τῶν ἄλλων, εἶναι ἔκφραση ὀρθόδοξης ποιμαντικῆς καί ὁμιλητικῆς.
Στίς ὁμιλίες αὐτές, μεταξύ τῶν ἄλλων ἀνέπτυξε καί τό θέμα τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι μυστήριο, καί ἐνεργοῦσε καί ἐνεργεῖ σέ ὅλους τούς δικαίους, Προφῆτες, Ἀποστόλους, Ἁγίους διά μέσου τῶν αἰώνων. Γι’ αὐτό ὑπάρχουν πολλοί φίλοι τοῦ Σταυροῦ στή Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὑπάρχουν καί οἱ ἐχθροί τοῦ Σταυροῦ. Ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ ἐκφράζεται μέ τήν πράξη, ὡς κάθαρση ἀπό τά πάθη, καί μέ τήν θεωρία, ὡς φωτισμός τοῦ νοῦ καί θέα τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ.
Πρός τό τέλος τῆς ὁμιλίας του ἀφοῦ ἀναλύει τόν λόγο καί τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ πού ἐνεργοῦσε καί ἐνεργεῖ σέ ὅλους τούς δικαίους καί ἁγίους, στή συνέχεια γράφει καί γιά τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ, τό παραθέτω σέ μετάφραση.
«Ὄχι μόνο ὁ λόγος καί τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά καί ὁ τύπος εἶναι θεῖος καί προσκυνητός, διότι εἶναι σφραγίς ἱερά, σωστική καί σεβαστή, ἁγιαστική καί τελεστική τῶν ὑπερφυῶν καί ἀπορρήτων ἀγαθῶν πού ἐνεργήθηκαν στό γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεό, ἀναιρετική κατάρας καί καταδίκης, καθαιρετική φθορᾶς καί θανάτου, παρεκτική ἀϊδίου ζωῆς καί εὐλογίας, σωτηριῶδες ξῦλο, βασιλικό σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατά ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν, ἔστω καί ἄν οἱ ὁπαδοί τῶν αἱρετικῶν φρενοβλαβῶς δυσαρεστοῦνται».
Αὐτό τό γράφει διότι σχηματίζοντας τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ τελοῦνται ὅλα τά Μυστήρια (Βάπτισμα, Χρίσμα, θεία Εὐχαριστία, Γάμος) καί μέ αὐτό εὐλογοῦν οἱ Κληρικοί τόν λαό, γι’ αὐτό ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ εἶναι «σφραγίς ἱερά καί σωστική καί αἰδέσιμος, ἁγιαστική καί τελεστική» τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων.
Μέ τόν Σταυρό δυσαρεστοῦνται ὅσοι ἔχουν κακόδοξες θεωρίες καί ἀπόψεις. Μάλιστα μερικοί «αὐτοχειροτόνητοι θεολόγοι» τά περί καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως, πού εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων τά θεωροῦν δῆθεν ὡς νεοπλατωνικές ἐπιδράσεις»!!!
Πρόκειται γιά μεγάλη πλάνη καί ἔλλειψη θεολογικῶν προϋποθέσων μελέτης τῶν κειμένων, ἀφοῦ δέν μποροῦν νά διακρίνουν ὅτι ἄλλο εἶναι τά «ἄκτιστα ρήματα» ἡ θεοπτία, καί ἄλλο εἶναι τά «κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα» μέ τήν ὁποία διατυπώνεται.
Κατά τήν χαρακτηριστική φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «μή ἐν ρήμασι οὐδ’ ἁπλῶς ἐν γράμμασιν, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡμῖν ἡ εὐσέβεια, κατά τούς θεολόγους». Τά «πράγματα» εἶναι ἡ ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, ἐνῶ στήν συνέχεια αὐτή καταγράφεται μέ «ρήματα», «γράμματα», πού προσλαμβάνονται ἀπό τό περιβάλλον.
Παραθέτω μιά μικρή περίληψη τῆς ἐκπληκτικῆς αὐτῆς ὁμιλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τό μυστήριο, τόν λόγο καί τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.
Τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ
Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης τόν 14ο αἰώνα ἦταν ἕνας μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, γνώστης ὅλης τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, μέ πράξη καί θεωρία, γι’ αὐτό εἶναι αὐθεντικός γιά τά ὅσα γράφει καί διδάσκει. Μεταξύ τῶν θεοπνεύστων ὁμιλιῶν του συγκαταλέγεται καί μιά ὁμιλία του πού ἐκφώνησε κατά τήν Γ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, στήν Θεσσαλονίκη, μέ τίτλο «εἰς τόν τίμιον καί ζωοποιόν Σταυρόν» (Ὁμιλία ΙΑ), στήν ὁποία συνοψίζει ὅλη τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τό θέμα αὐτό. Στήν ὁμιλία αὐτήν ἀναπτύσσεται μέ θαυμαστό τρόπο ἡ θεολογία τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, πού ἐκφράζει τήν θεολογία συνδεδεμένη στενά μέ τήν ἀσκητική ζωή, δηλαδή τήν νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ ἴδιος τήν ἔζησε στό Ἅγιον Ὄρος καί τήν δίδαξε, εἶναι ὁμιλία γιά τό μυστήριο, τόν λόγο καί τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ὁμιλία αὐτή ἐκφωνήθηκε ὅταν ὁ ἴδιος ἦταν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1350-1359, καί ἑπομένως ἔγινε στούς πιστούς, ἐγγάμους, ἀγάμους καί μοναχούς, γιά νά τούς κατευθύνη ὡς καλός ποιμήν στήν κατά Χριστόν ζωή. Ὅπως ὅλες οἱ ὁμιλίες του τῆς περιόδου αὐτῆς, ἔτσι καί αὐτή ἡ ὁμιλία ἐκφωνήθηκε μετά τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες στό Ἅγιον Ὄρος καί τούς ὁμολογιακούς ἀγῶνες του ἐναντίον τῶν δυτικοφρόνων (Βαρλαάμ-Ἀκινδύνου) καί εἶναι ἀπόσταγμα ὅλης τῆς θεολογίας του καί ἀντίθετη ἀπό κάθε λατινική πρόσμιξη, ὁπότε εἶναι καθαρός, αὐθεντικός λόγος. Γνώρισε καλά τήν σκέψη τῶν αἱρετικῶν, δυτικοφρόνων ἀνθρώπων, τήν ἀντέκρουσε καί ἔπειτα κατευθύνει ὀρθόδοξα τό ποίμνιό του.
Ἡ ὁμιλία εἶναι ἑνιαία, δέν χωρίζεται σέ ἑνότητες, ἀλλά γιά νά διατυπωθοῦν τά βασικά σημεῖα της θά χωριστοῦν σέ ἑνότητες, ὅπως φαίνονται εὐδιάκριτα, κατά τήν ἀνάγνωσή της. Θά τονισθῆ τί εἶναι ὁ Σταυρός καί ποιοί εἶναι οἱ φίλοι του, πῶς ἐνεργοῦσε ὁ Σταυρός στήν Παλαιά Διαθήκη, θά παρουσιασθοῦν οἱ δύο τρόποι τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιά τόν Σταυρό, ὁ λόγος περί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά καί ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ.
1. Τί εἶναι ὁ Σταυρός καί ποιοί εἶναι οἱ φίλοι του
Ἀρχίζοντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος τήν ὁμιλία αὐτήν δίνει τόν ὁρισμό τοῦ Σταυροῦ. Αὐτό συνδέεται μέ τήν ἁμαρτία τῶν Πρωτοπλάστων, Ἀδάμ καί Εὔας, καί τήν ἐν συνεχείᾳ καταλλαγή μας μέ τόν Θεό. Ἡ παράβαση τῶν προγόνων μας ἔχει σχέση μέ τήν ἐλεύθερη ἀνυπακοή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί ἡ καταλλαγή μας μέ τόν Θεό γίνεται μέ τήν κατάργηση τῆς ἁμαρτίας, διά τοῦ Σταυροῦ. Ἄρα οὔτε ὁ Θεός κατεδίκασε τόν ἄνθρωπο στόν θάνατο, οὔτε ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἐξιλέωσε τήν θεία δικαιοσύνη, ὅπως διδάσκει ἡ δυτική θεολογία.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀρχίζει μέ τό ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ προκαταγγελλόταν καί προτυπωνόταν «μυστικῶς ἐκ γενεῶν ἀρχαίων», ἄρα βιωνόταν ὁ Σταυρός στήν Παλαιά Διαθήκη πρίν τήν σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ στόν Γολγοθᾶ. Κανένας δέν μπορεῖ νά καταλλαγῆ-συμφιλιωθῆ μέ τόν Θεό χωρίς τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Δέν κατηλλάγη ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο, ὅπως τό κηρύσσει ἡ σχολαστική καί προτεσταντική θεολογία, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος κατηλλάγη μέ τόν Θεό, διά τοῦ Σταυροῦ.
Μετά τήν παράβαση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας στόν Παράδεισο, μέ τήν βρώση τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου, ἀνέζησε ἡ ἁμαρτία καί ἐμεῖς πεθάναμε, προηγήθηκε ὁ ψυχικός θάνατος, πού εἶναι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τόν Θεό καί ἀκολούθησε ὁ σωματικός. Μετά τήν παράβαση «τῇ ἁμαρτίᾳ ἐζῶμεν καί τῇ κατά σάρκα ζωῇ». Τό κατ’ εἰκόνα καί τό καθ’ ὁμοίωση πού εἶναι τό δικό μας πνεῦμα ἀχρειώθηκε διά τῆς ἁμαρτίας, γι’ αὐτό δέν ἦταν δυνατό νά ἀνανεωθῆ καί νά συμφιλιωθῆ κανείς μέ τόν Θεό χωρίς τήν κατάργηση τῆς ἁμαρτίας καί τῆς σαρκικῆς ζωῆς. «Τοῦτο δέ ἐστιν ὁ τοῦ Χριστοῦ Σταυρός, ἡ τῆς ἁμαρτίας κατάργησις».
Παραθέτει μιά μαρτυρία ἑνός ἐκ «τῶν θεοφόρων ἡμῶν πατέρων», τόν ὁποῖον δέν κατονομάζει, ὁ ὁποῖος ὅταν ἐρωτήθηκε ἀπό κάποιον ἄπιστον ἄν πιστεύει στόν Ἐσταυρωμένον, ἀπάντησε θετικά, ὅτι πιστεύει «εἰς τόν τήν ἁμαρτίαν σταυρώσαντα». Ὁ Ἐσταυρωμένος Χριστός νίκησε τήν ἁμαρτία μέ τόν Σταυρό• αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ πού ταυτίζεται μέ τόν Ἐσταυρωμένο.
Ὑπῆρξαν πολλοί «φίλοι τοῦ Θεοῦ» πρό τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος δόθηκε στόν Μωϋσῆ καί μετά τόν Νόμο, «μήπω τοῦ Σταυροῦ φανέντος», πράγμα πού τό ἐπιβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ Βασιλεύς Δαυίδ εἶπε: «Ἐμοί δέ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός» (Ψαλμ. 138, 17). Καί αὐτοί ἔγιναν φίλοι τοῦ Θεοῦ, πρίν ἐμφανισθῆ ὁ Σταυρός στόν Γολγοθᾶ, ἀλλά ἔγιναν φίλοι τοῦ Θεοῦ διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Καί ὁ ἅγιος δηλώνει ὅτι θά ἀποδείξη στό ἐκκλησίασμα τῶν πιστῶν τό πῶς οἱ δίκαιοι στήν Παλαιά Διαθήκη διετέλεσαν «φίλοι τοῦ Θεοῦ», «πρό τοῦ Σταυροῦ», ἐάν τοῦ ὑποσχεθοῦν ὅτι θά ἔχουν «φιλόθεον καί φιλήκοον οὗς».
Συνεπῶς, στήν μικρή αὐτή εἰσαγωγή θέτει τό θέμα ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι ἡ νίκη ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καί ἡ καταλλαγή τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, διότι μέ τήν προηγούμενη σαρκική ζωή ἀπομακρύνθηκαν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν Θεό. Καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Σταυροῦ ἐνεργοῦσε καί στούς φίλους τοῦ Θεοῦ, πρίν σταυρωθῆ ὁ Χριστός, διότι διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ κατηλλάγησαν μέ τόν Θεό. Ἄρα πρόκειται γιά τό μυστήριο τῆς καταλλαγῆς καί τῆς συμφιλιώσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Στήν συνέχεια τεκμηριώνει αὐτήν τήν διδασκαλία του.
2. Ὁ Σταυρός πρίν τόν Νόμο καί ὑπό τόν Νόμο
Ὅταν γίνεται λόγος γιά τόν Νόμο ἐννοεῖται ὁ Μωσαϊκός Νόμος πού δόθηκε στό Σινᾶ ἀπό τόν Κύριο τῆς δόξης στόν Μωϋσῆ. Οἱ Ἐβραῖοι ἔπρεπε νά τηροῦν τόν Νόμο, τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀπομακρύνονται ἀπό τήν ἁμαρτία. Πρίν τήν παράδοση τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν τήν σαρκική ζωή, χωρίς νά γνωρίζουν τί εἶναι ὀρθό καί τί ὄχι, ἀλλά μέ τόν Νόμο γνωρίζουν τί θέλει ὁ Θεός, ὁπότε ἀπομακρύνονται ἀπό τήν ἁμαρτία καί προσπαθοῦν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι σταυρική ζωή, γι’ αὐτό ὁ Νόμος λειτουργοῦσε ὡς Σταυρός μέ τό νά συμφιλιώνη τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, τηρώντας τό θέλημά Του.
Χρησιμοποιεῖ τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου «καθώς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καί νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν» (Α΄ Ἰω. β΄, 18) γιά νά πῆ ὅτι, ὅπως προηγήθηκαν οἱ ἀντίχριστοι καί ἀκολούθησε ὁ ἀντίχριστος, ἔτσι καί ὁ Σταυρός βρισκόταν στούς ἀνθρώπους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πρίν πραγματοποιηθῆ. Ὁπότε, «καί ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» ἐνεργοῦσε στούς Προπάτορας, τό μυστήριό του «μήπω γεγονώς», δηλαδή πρίν πραγματοποιηθῆ. Ἄρα δέν πρόκειται γιά ἕνα ἁπλό ὄργανο θανατώσεως, ἀλλά γιά τό μυστήριο τῆς καταλλαγῆς τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Γιά νά τό ἀποδείξη αὐτό χρησιμοποιεῖ διάφορα παραδείγματα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Ἀφήνοντας τά γεγονότα μέ τόν Ἄβελ, τόν Σήθ, τόν Ἐνώς, τόν Ἐνώχ, τόν Νῶε, δηλαδή ὅσους εὐηρέστησαν στόν Θεό, ἑρμηνεύει τά πλέον χαρακτηριστικά ἀπό αὐτά.
Ὁ Ἀβραάμ ὅταν ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ «ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καί ἐκ τῆς συγγενείας σου καί πορεύου εἰς γῆν ἥν ἄν σοι δείξω» (Ἔξ. γ΄, 5), αὐτή ἡ φωνή δηλώνει «τό μυστήριον τοῦ Σταυροῦ», καί ἔφυγε ἀπό τήν πατρίδα του, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν πατρίδα του καί τόν κόσμο, καί ἡ νέκρωσή του ἀπό τήν πατρίδα του, «καί τοῦτό ἐστιν ὁ Σταυρός». Καί τό ὅτι ἔφυγε ὁ Ἀβραάμ ἀπό τήν πατρίδα του καί πορευόταν στόν τόπο πού θά τοῦ ἔδειχνε ὁ Θεός δηλώνεται «ἡ ἄλλη γῆ πνευματική».
Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ Μωϋσῆ ἀπό τήν Αἴγυπτο καί ἡ ἀνάβασή του στό ὄρος Χωρήβ, ἀφοῦ ἔλυσε τό ὑπόδημα ἀπό τά πόδια του, δηλώνει «τό τοῦ σταυροῦ μυστήριον». Δηλαδή, ὁ Μωϋσῆς ἀπέθεσε τούς δερμάτινους χιτῶνες ἀπό τά πόδια του, τά ὑποδήματα, μέσα ἀπό τά ὁποῖα ἐνεργεῖ ἡ ἁμαρτία, καί τόν ἀπέσπασε ἀπό τήν ἁγία γῆ. Τώρα δέν πρέπει νά ζῆ κατά σάρκα στήν ἁμαρτία καί πρέπει νά καταργηθῆ καί νά νεκρωθῆ ἡ ζωή πού εἶναι ἀντίθετη στόν Θεό καί νά νεκρωθῆ μέ τήν δύναμη τῆς θεοπτίας. Ἐρωτᾶ: «Ἄρα οὐ τοῦτό ἐστιν ὁ Σταυρός;». Σταυρός εἶναι τό νά νεκρώση κανείς τήν σάρκα μέ τά παθήματα καί τίς ἐπιθυμίες, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Γαλ. ε΄, 24). Ὅταν ὁ Μωϋσῆς εἶδε τήν βάτο «τήν ἐν πυρί δοσιζομένην», «ἡ ἐν Θεῷ θεωρία τοῦ Σταυροῦ μυστήριον ἐστιν», πολύ μεγαλύτερο ἀπό τό προηγούμενο πού ἦταν ἡ φυγή ἀπό τήν Αἴγυπτο καί ἡ ἀποβολή τῶν ὑποδημάτων.
3. Οἱ δύο τρόποι τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ
Στήν συνέχεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. στ΄, 14), ἀναλύει διεξοδικῶς ὅτι τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἐνεργεῖ μέ δύο τρόπους. Ὁ ἕνας τρόπος εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσή μας ἀπό τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, πού χαρακτηρίζεται πράξη, καί ὁ δεύτερος τρόπος τῆς ἐνεργείας τοῦ Σταυροῦ εἶναι ὅταν ἐμεῖς σταυρωνόμαστε γιά τόν κόσμο καί τά πάθη, ὅταν ἀγωνιζόμαστε νά μή ἐνεργοῦν μέσα μας τά πάθη.
Ὅταν μέ τήν πρακτική ζωή ὁδηγούμαστε στήν θεωρία-θεοπτία, ὅταν καθαρίζουμε «τόν ἐντός ἡμῖν ἄνθρωπον», ἀναζητώντας «τόν ἡμῖν αὐτοῖς κεκρυμμένον θησαυρόν» καί ἀναθεωροῦμε «τήν ἐντός ἡμῖν οὗσαν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ», τότε «ἡμεῖς σταυρούμεθα τῷ κόσμῳ καί τοῖς πάθεσιν». Τότε δημιουργεῖται θέρμη στήν καρδιά πού καταπνίγει τούς πονηρούς λογισμούς καί ἐμβάλλει στήν ψυχή εἰρήνη.
Ἄρα τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ στήν Παλαιά Διαθήκη ἐνεργοῦσε μέ δύο τρόπους, μέ τήν πράξη καί τήν θεωρία. Ἡ πράξη εἶναι ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη, τούς λογισμούς καί τήν ἁμαρτία, καί ἡ θεωρία εἶναι ἡ ἐσωτερική ζωή μέ τήν θέρμη καί τήν προσευχή καί ἡ ἀρπαγή στήν θέα τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ δύο αὐτές πνευματικές καταστάσεις εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Στήν συνέχεια κάνει μιά εὑρύτατη ἀνάλυση τοῦ πῶς οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βίωναν τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ μέ τόν διπλό τρόπο, ὡς πράξη καί ὡς θεωρία, ὅπως τήν ἀνέλυσε προηγουμένως.
Στόν Ἀβραάμ, ὅπως εἴδαμε, «τό μυστήριον ἐνηργεῖτο τοῦ Σταυροῦ» μέ τήν φυγή ἀπό τήν πατρίδα του (πράξη) καί τήν πορεία του στόν τόπο πού θά τοῦ φανερώση ὁ Θεός (θεωρία). Ὁ Ἰσαάκ ἦταν τύπος ἐκείνου πού προσηλώθηκε στόν Σταυρό. Στόν Ἰακώβ «τό μυστήριον καί ὁ τύπος ἐνήργει τοῦ Σταυροῦ», ὅταν αὔξανε τό ποίμνιό του μέ τό ξύλο καί τό ὕδωρ, ὅταν προσκυνοῦσε ἕως τό ἄκρο τῆς ράβδου του, ὅταν εὐλογοῦσε τούς ἐγγονούς του, καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, ὅταν ἐπέτυχε «τοῦ μείζονος μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, τῆς θεοπτίας», κατά τήν ὁποία «τελεώτερον σταυροῦται καί ἀποθνῄσκει ὁ ἄνθρωπος τῇ ἁμαρτίᾳ, καί ζῇ τῇ ἀρετῇ».
Ἀναλύει περισσότερο ὅτι στόν Ἀβραάμ «τό μυστήριον ἐνήργει τοῦ Σταυροῦ», ὁ υἱός του Ἰσαάκ ἦταν «τύπος τοῦ σταυρωθέντος ὕστερον», στόν Ἰακώβ σέ ὅλον τόν βίο «τό μυστήριον ἐνήργει τοῦ Σταυροῦ», ὁ Ἰωσήφ ὁ υἱός τοῦ Ἰακώβ «αὐτός ἦν τύπος καί μυστήριον τοῦ σταυρωθέντος μετά ταῦτα Θεανθρώπου Λόγου», ὁ Μωϋσῆς σέ ὅλη τήν ζωή του βίωσε τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ὡς πράξη καί θεωρία. Ὅλοι οἱ μεταγενέστεροι, ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, οἱ Κριτές, οἱ Προφῆτες, ὁ Δαυίδ καί οἱ μετέπειτα «τῷ μυστηρίῳ τοῦ σταυροῦ ἐνεργούμενοι» ἔκαναν ὅλα τά θαυμάσια καί θαυμαστά πού παρουσιάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή του (Ἑβρ. ια΄ 32-40).
Ὅλα αὐτά τά ἐνεργοῦσε ἡ πίστη, ἀλλά ἡ πίστη εἶναι δύναμη γιά τήν σωτηρία, γι’ αὐτό τά πάντα εἶναι δυνατά στόν πιστεύοντα, «τοιοῦτον δέ πάντως καί ὁ τοῦ Χριστοῦ Σταυρός τοῖς πιστεύουσιν», ἀφοῦ ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ γιά τούς ἀπολλυμένους εἶναι μωρία, γιά τούς σωζομένους εἶναι δύναμη Θεοῦ (Α΄ Κορ. α΄, 18). Ἔτσι, τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ συνδέεται μέ τήν μεταμόρφωση τοῦ παλαιοῦ-σαρκικοῦ ἀνθρώπου σέ πνευματικό ἄνθρωπο.
4. Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιά τόν Σταυρό
Μέχρι τώρα διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ δέν προφητευόταν ἁπλῶς στήν Παλαιά Διαθήκη, ἀλλά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ἐνεργοῦσε στούς δικαίους καί τούς Προφήτας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πρίν ἀκόμη ἐμφανισθῆ ὁ Σταυρός στόν Γολγοθᾶ μέ δύο τρόπους, ὡς πράξη καί ὡς θεωρία, ὡς κάθαρση ἀπό τά πάθη καί ὡς θέα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὡς φυγή ἀπό τήν ἁμαρτία καί στήν συνέχεια ὡς φυγή τῆς ἁμαρτίας ἀπό μέσα μας. Ὅμως, στήν συνέχεια τονίζει ὅτι γιά τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ ὁμίλησε ὁ Χριστός «πρό τοῦ Σταυροῦ» τοῦ Γολγοθᾶ, δηλαδή πρίν σταυρωθῆ ὁ Ἴδιος, πού σημαίνει ὅτι Σταυρός εἶναι τό νά ἀκολουθῆ κανείς τόν Χριστό αἵροντας τόν Σταυρό του.
Ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του: «Ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. ι΄, 38). Αὐτό τό ἔλεγε ὁ Χριστός πρίν σταυρωθῆ. Προφανῶς, γιατί οἱ ἀκροατές τούς ἔβλεπαν εἰκόνες ἀπό θανατικές ποινές, μέ τήν διαδικασία τῆς σταύρωσης. Ἐρωτᾶ: «Ὁρᾶτε ὅπως καί πρό τοῦ τόν Σταυρόν παγῆναι Σταυρός ἦν ὁ σώζων;». Καί αὐτό λέγεται, διότι οἱ Μαθητές ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό γιά τρία χρόνια, σταυρούμενοι ἀπό τά πάθη, καί πρίν σταυρωθῆ ὁ Χριστός. Καί πάλι ὁ Χριστός πρό τοῦ πάθους Του ἔλεγε στούς Μαθητές Του. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι• ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ᾿ ἄν ἀπολέσῃ τήν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν» (Ματθ. ιστ΄, 24-25). Καί ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τό τί σημαίνει νά ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό αἵροντες τόν Σταυρό. Ἐντοπίζει τίς δύο περιπτώσεις ἄρσεως τοῦ Σταυροῦ.
Ἡ πρώτη περίπτωση εἶναι «τό ζῆν κατά τό Εὐαγγέλιον αὐτοῦ, πᾶσαν ἀρετήν καί εὐσέβειαν ἐνδεικνυμένους», δηλαδή τό νά τηρῆ κανείς τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά παρουσιάζη κάθε ἀρετή καί εὐσέβεια.
Ἡ δεύτερη περίπτωση εἶναι τό νά ἀπαρνῆται κανείς τόν ἑαυτό του καί νά σηκώνη τό σταυρό του, ὅταν τό ἀπαιτήση ὁ καιρός, τό «ἕτοιμον εἶναι πρός τόν ὑπέρ ἀρετῆς καί τῆς ἀληθείας τῶν θείων δογμάτων ἐν ἀτιμίᾳ θάνατον», δηλαδή νά ἀγωνισθῆ καί νά μαρτυρήση γιά τήν ἀλήθεια τῶν δογμάτων. Αὐτό εἶναι μέγα καί ὑπερφυές καί καθόλου παράλογο. Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς δέν θά δέχονταν νά μεταβαίνουν σέ πόλεμο καί ὅσοι τούς ἀκολουθοῦσαν νά μή εἶναι ἕτοιμοι γιά τόν πόλεμο. Ὁπότε, δέν εἶναι παράλογο ὁ βασιλεύς τῶν οὐρανῶν νά μή ζητᾶ τέτοιοι νά εἶναι ὅσοι τόν ἀκολουθοῦν. Μάλιστα, ὁ Κύριος δίνει ζωή αἰώνια σέ αὐτούς πού Τόν ἀκολουθοῦν, πράγμα πού δέν κάνουν οἱ Βασιλεῖς τῆς γῆς.
Στήν συνέχεια ἑρμηνεύει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὅς γάρ ἄν θέλῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὅς δ᾿ ἄν ἀπολέσῃ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν ἕνεκεν ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν» (Μάρκ. η΄, 35). Λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλός, ἔχει ψυχή καί σῶμα. Ὅταν «ὁ ἐκτός ἡμῶν ἄνθρωπος» τό σῶμα, παραδίδει τό ἑαυτό του στόν θάνατο, χάνει τήν ψυχή του, ἡ ὁποία ἀποχωρίζεται ἀπό αὐτό, ὅμως, θά τήν σώση καί θά τήν κερδίση, προξενώντας σέ αὐτήν οὐράνια καί αἰώνια ζωή κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος τότε θά φανῆ οὐράνιος καί αἰώνιος, ἀκόμη καί στό σῶμα. Ἀντίθετα, «ὁ φιλοψυχήσας», (ὁ φιλόζωος) πού δέν εἶναι ἕτοιμος νά χάση τήν ζωή του, ἐπειδή ἀγαπᾶ τόν πρόσκαιρο αὐτόν αἰώνα, θά ζημιώση τήν ψυχή του, ἀφοῦ θά τήν παραδώση στήν αἰώνια κόλαση.
5. Ὁ λόγος περί τοῦ Σταυροῦ
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν συνέχεια τῆς ὁμιλίας του τονίζει τό πῶς μετέχει κανείς στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀσκούμενος στήν ἀσκητική ζωή. Βάση του εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλ. ε΄, 24). Καί γράφει: Σταυρός εἶναι «τό ἀνενέργητον γενέσθαι τόν ἄνθρωπον πρός πᾶν τό ἀπαρέσκον Θεῷ». Ἐάν καί τό σῶμα τόν ταλαιπωρεῖ, τόν βιάζει, πρέπει ὁ καθένας νά τό ἀνεβάση καί τοῦτο «ἐναγωνίως» «πρός τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ», δηλαδή νά μεταμορφώση τό σῶμα γιά νά πορεύεται στήν βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, νά ἀνακαινισθῆ.
Ἐπειδή αὐτό ἐνδεχομένως θά προκαλοῦσε τούς ἀκροατές του, τούς προτρέπει νά μή δυανασχετοῦν ὅταν ἀκοῦνε νά κηρύττη «ἀνοθεύτως τό ἀγαθόν τοῦ Θεοῦ θέλημα καί εὐάρεστον καί τέλειον» καί νά μή θεωροῦν ὅτι αὐτά τά παραγγέλματα εἶναι δυσκολοκατόρθωτα, διότι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. ια΄, 12). Ἄλλωστε ὁ Χριστός ἔπαθε γιά νά ἀκολουθήσουμε τά ἴχνη Του (Α΄ Πέτρ. β΄, 21).
Ἀπαιτεῖται ἀγώνας, ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητες τοῦ καθενός νά ζήση κατά Χριστόν. Κατ’ ἀρχάς πρέπει ὁ καθένας μας νά μάθη τί ὀφείλει νά προσφέρη στόν Δεσπότη Χριστό καί τότε ἄν δέν μπορῆ νά προσφέρη τό πᾶν, νά προσφέρη ἕνα μέρος ὅσο προαιρεῖται, καί γιά τό ἄλλο πού ἐλλείπει νά ταπεινώνεται μπροστά στόν Θεό, καί τότε «διά τῆς τοιαύτης ταπεινώσεως ἕλκων τήν συμπάθειαν, ἀναπληροῖ τήν ἔλλειψιν». Αὐτό δείχνει τήν φιλανθρωπία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, κατά τήν ποιμαντική του διακονία. Ὅλοι μποροῦμε ἤ ὁλοκληρωτικά ἤ κατά ἕνα μέρος μέ ταπείνωση νά σηκώνουμε τόν σταυρό τῆς τηρήσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός ἀναπληρώνει τά ἐλλείποντα.
Στήν συνέχεια ὡς ἕνα καλός ἀσκητής, ἀλλά καί ποιμένας ἐξιδικεύει τό θέμα τό τί σημαίνει ἄρση τοῦ Σταυροῦ καί βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ. Ἀναφέρεται στήν ἀντιμετώπιση τῶν λογισμῶν τοῦ πλούτου, τῆς πορνείας καί τῆς φιλοδοξίας. Ὁ λόγος του εἶναι καταπληκτικός, πού δείχνει σέ τί συνίσταται ἡ ὀρθόδοξη πατερική ποιμαντική. Ξεκινᾶ ἀπό τήν θέση ὅτι τά πάθη ἀρχίζουν ἀπό τόν λογισμό, δηλαδή πρῶτα ἔρχεται ὁ λογισμός, ἔπειτα ἀναπτύσσεται ἡ ἐπιθυμία καί ἀκολούθως γίνεται ἡ πράξη, ἡ ὁποία ὅταν ἐπαναλαμβάνεται γίνεται πάθος, γι’ αὐτό θά πρέπει νά σταυρώνεται ὁ λογισμός στήν ἀρχή, στό πρῶτο στάδιο.
Ἐάν βλέπη κανείς τόν λογισμό του νά ἐπιθυμῆ πλοῦτο καί πολυκτημοσύνη πρέπει νά ξέρη ὅτι αὐτός ὁ λογισμός εἶναι «σαρκικός»-ἀσταύρωτος, πού θέλει νά τόν χωρίση ἀπό τόν Χριστό ὁ Ὁποῖος ἀνέβηκε στόν Σταυρό, γι’ αὐτό πρέπει αὐτόν τόν λογισμό νά τόν ἀνεβάση στό ὕψος τοῦ Σταυροῦ καί μέ τήν ἐλπίδα καί μέ τήν ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό, νά ἀπομακρύνεται ἀπό κάθε εἰσόδημα ἄδικο, νά μή προσκολλᾶται σέ αὐτό. Ἄν δέν μπορεῖ νά ἀρνῆται κανείς τό σῶμα, ὅπως τό κάνουν «οἱ τοῦ Θεοῦ καί κατά Θεόν ζῶντες», νά τό χρησιμοποιῆ μόνο γιά τά ἀναγκαῖα καί ὅταν χρειασθῆ νά παραδώση καί αὐτό στόν Θεό.
Ἐάν βλέπη κανείς νά κινῆται μέσα του «ὁ τῆς πορνείας λογισμός» πρέπει νά γνωρίζη ὅτι ὁ λογισμός αὐτός εἶναι ἀσταύρωτος, «οὕπω ἐσταύρωσεν ἑαυτόν», καί πρέπει νά σταυρώση αὐτόν τόν λογισμό. Αὐτό γίνεται μέ τό νά ἀποφεύγη νά βλέπη εἰκόνες ἤ νά κάνη ἄπρεπες συνήθειες καί συνομιλίες, νά μειώνη τίς τροφές πού ἐνισχύουν τό πάθος καί νά ἀπέχη ἀπό πολυποσία, τήν οἰνοφλυγία, τήν ἀδηφαγία, τήν πολυϋπνία. Μαζί μέ τήν ἀποχή αὐτῶν νά ἐξασκῆ τήν ταπεινοφροσύνη καί νά προσεύχεται μέ συντριβή καρδίας.
Ἐάν τόν ἐνοχλεῖ ὁ λογισμός τῆς φιλοδοξίας καί αὐτός ὁ λογισμός εἶναι ἀσταύρωτος καί πρέπει νά σταυρωθῆ. Ἀναφέρεται στόν ἄνθρωπο πού ἀσκεῖ ἐξουσία καί τοῦ συνιστᾶ νά μή θέλη νά ὑπερέχη τῶν ἄλλων, νά ἀσκῆ κρυφά τίς ἀρετές, ἀποβλέποντας μόνο στόν Θεό. Καί ὅταν τόν ἐνοχλῆ ὁ λογισμός, ἀκόμη καί μετά τήν ἀποκοπή τοῦ πάθους, νά μή φοβηθῆ, διότι αὐτός ὁ λογισμός γίνεται πρόξενος στεφάνων, ἀφοῦ ἄν μείνη μόνο λογισμός καί δέν ἐνεργεῖ τό πάθος, εἶναι «κίνημα νεναρκωμένον» πού νικήθηκε ἀπό τόν ἀγώνα κατά Θεόν.
Ἀναπτύσσοντας αὐτήν τήν ἀσκητική μέθοδο γράφει ὅτι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ εἶναι «μυστήριον μέγα καί ὄντως θεῖον», «οὐ μόνον ἐν τοῖς προφήταις πρό τοῦ τελεσθῆναι, ἀλλά καί νῦν μετά τό τελεσθῆναι». Μέ αὐτήν τήν πράξη καί θεωρία ἔζησαν ὅλοι οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, πρίν ἀκόμη σταυρωθῆ ὁ Χριστός, ἀλλά καί οἱ Μαθητές Του μετά πού σταυρώθηκε. Ὁ Σταυρός εἶναι τό μυστήριο τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς πορείας του πρός τήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση, τήν μεταμόρφωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου σέ νέο ἄνθρωπο.
Ὅταν ἐφαρμόζη κανείς αὐτήν τήν ἀσκητική ζωή φαινομενικῶς παρουσιάζεται ὅτι εὐτελίζει καί ταπεινώνει τον ἑαυτό του, πονᾶ πού ἀποφεύγει τίς σωματικές ἡδονές καί γίνεται πτωχός ὅταν προσφέρη τά ὑπάρχοντά του, ἀλλά διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀποκτᾶ αἰώνια δόξα.
Ἀναφερόμενος στό χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι «ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δέ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι» καί «αὐτοῖς δέ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καί ῞Ελλησι, Χριστόν Θεοῦ δύναμιν καί Θεοῦ σοφίαν» (Α΄ Κορ. α΄, 18. 24), γράφει ὅτι αὐτό εἶναι σοφία καί δύναμη Θεοῦ «τό δι’ ἀσθενείας νικῆσαι, τό διά ταπεινώσεως ὑψωθῆναι, τό διά πτωχείας πλουτῆσαι». Αὐτή εἶναι ἡ βίωση τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ.
6. Ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ
Ἀφοῦ προηγουμένως ἀνέπτυξε τό τί εἶναι τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη καί πῶς μετεῖχαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ ἅγιοι διά μέσου τῶν αἰώνων τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, καί οὐσιαστικά ἀναφέρθηκε στόν λόγο περί τοῦ Σταυροῦ, πρός τό τέλος τῆς θεόπνευστης αὐτῆς ὁμιλίας του ἀναφέρεται καί στόν σεβασμό πού πρέπει νά ἔχουμε καί στόν τύπο τοῦ Σταυροῦ.
Γράφει: «Οὐ μόνον δέ ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ καί τό μυστήριον, ἀλλά καί ὁ τύπος θεῖος καί προσκυνητός». Σεβόμαστε τόν λόγο καί τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά εἶναι θεῖος καί προσκυνητός καί ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ, τό σχῆμα τοῦ Σταυροῦ μέ τόν ὁποῖο τελοῦνται τά μυστήρια καί τόν ὁποῖο φέρουμε ἐπάνω μας καί τόν ὁποῖο σχηματίζουμε, ὅταν κάνουμε τόν Σταυρό μας.
Ἀναλύει ὅτι ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ «εἶναι σφραγίδα ἱερά, σωστική καί σεβαστή, ἁγιαστική καί τελειωτική τῶν ὑπερφυῶν καί ἀπορρήτων ἀγαθῶν πού ἐνεργήθηκαν στό γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεό, ἀναιρετική κατάρας καί καταδίκης, καθαιρετική φθορᾶς καί θανάτου, παρεκτική ἀϊδίου ζωῆς καί εὐλογίας, σωτηριῶδες ξύλο, βασιλικό σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατά ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν, ἔστω καί ἄν τά παιδιά τῶν αἱρετικῶν δυσαρεστοῦνται φρενοβλαβῶς».
Νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως τήν φράση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου πού ἀναφέρεται στούς αἱρετικούς οἱ ὁποῖοι δυσαρεστοῦνται «φρενοβλαβῶς» ὅταν βλέπουν ἄλλους νά ὁμιλοῦν γιά τόν Σταυρό: «Κἄν αἱρετικῶν παῖδες ἀπαραίσκονται φρενοβλαβῶς».
Στηρίζει αὐτήν τήν θέση του στό ὅτι οἱ αἱρετικοί δέν ἐπέτυχαν τήν ἀποστολική εὐχή νά κατορθώσουν νά καταλάβουν «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τό πλάτος καί τό μῆκος καί τό βάθος καί τό ὔψος» (Ἐφ. γ΄, 18), ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου περικλείει ὅλο τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας καί ἐμπεριέχει ὅλο τό μυστήριο «καί πρός πάντα τείνων τά πέρατα καί πάντα περιλαμβάνων τά ἄνω, τά κάτω, τά πέριξ, τά μεταξύ». Γράφει: «Προβάλλοντας κάποια πρόφαση γιά τήν ὁποία ἔπρεπε καί αὐτοί, ἄν εἶχαν νοῦ, νά τόν προσκυνοῦν μαζί μας, ἀποτροπιάζονται τό σύμβολον τοῦ βασιλέως τῆς δόξης, τό ὁποῖον κι’ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὀνομάζει φανερῶς ὕψος καί δόξα του, ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀνεβῆ σ’ αὐτό∙ κατά τήν μέλλουσα δέ παρουσία κι’ ἐπιφάνειά του προαναγγέλλει ὅτι θά ἔλθη τό σημεῖον τοῦτο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ πολλή δύναμη καί δόξα». Αὐτή εἶναι ἡ ἐσχατολογική προοπτική τοῦ Σταυροῦ.
Ἔπειτα, ἀναλύει ὅτι «τό σχῆμα καί τό ξύλον» πάνω στό ὁποῖο πέθανε ὁ Χριστός δείχνει ὅλο τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας καί γι’ αὐτό πρέπει νά τό τιμᾶμε, διότι ὁ Σταυρός καί μόνο μέ τήν θέα του «τόν μέν ἀρχέκακον ὄφιν φυγαδεύει καί θριαμβεύει, καί καταισχύνει τήν ἧτταν καί τήν θραῦσιν ἀνακηρύττον αὐτοῦ, δοξάζει δέ καί μεγαλύνει Χριστόν, τήν αὐτοῦ νίκην ἀναφαῖνον τῷ κόσμῳ». Λέγει ὅτι ἄν παραβλέπουμε τόν Σταυρό, πάνω στόν ὁποῖο πέθανε ὁ Χριστός, τότε οὔτε ὁ θάνατός Του εἶναι σεβαστός καί σωτήριος, καί τότε πῶς, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, βαπτισθήκαμε στον θάνατό Του καί πῶς θά συμμετάσχουμε καί στήν Ἀνάστασή Του, ἄν δέν γίνουμε σύμφυτοι μέ τόν θάνατό Του; (Ρωμ. στ΄3-6).
Καί κάνει μία καταπληκτική παρατήρηση: «Εἰ μέν τις ἦν προσκυνῶν σταυροῦ σχῆμα μή ἐπιγεγραμμένον ἔχον τό δεσποτικόν ὄνομα, δικαίως ἄν ἐνεκαλεῖτο παρά τό δέον ποιῶν». Δηλαδή, ἄν προσκυνοῦσε κανείς ἕνα σχῆμα σταυροῦ πού δέν ἔφερε ἐγγεγραμμένο τό δεσποτικό ὄνομα δικαίως θά κατηγορεῖτο ὅτι θά ἔπρατε κάτι ἀνάρμοστο. Ὅμως, αὐτό τό προσκυνητό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο «πᾶν γόνυ κάμψει, ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Φιλ. β΄, 10), ἐπιφέρει ὁ Σταυρός, γι’ αὐτό ἐρωτᾶ: «Πόσης παραφροσύνης μή κάμπτειν γόνυ τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ;».
Ὁ Σταυρός ἔχει πάνω Του τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τό Σῶμα Του, δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα κοινό σχῆμα, πάνω σέ αὐτόν σταυρώθηκε ὁ Χριστός, γι’ αὐτό, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὅσοι ἀπαρέσκονται σέ αὐτόν συμπεριφέρονται «φρενοβλαβῶς» καί ὅσοι δέν γονατίζουν μπροστά του διακατέχονται ἀπό «παραφροσύνη».
Συμπέρασμα
Ἀφοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναλύει θεόπνευστα τό μυστήριο, τόν λόγο καί τόν τύπο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καταλήγει:
«Ἀλλά ἐμεῖς, κλίνοντας μαζί μέ τά γόνατα καί τίς καρδιές, ἐμπρός ἄς προσκυνήσουμε μαζί μέ τόν ψαλμωδό καί προφήτη Δαυίδ στόν τόπο ὅπου ἐστάθηκαν τά πόδια του καί ὅπου ξαπλώθηκαν τά χέρια πού συνέχουν τό σύμπαν καί ὅπου τεντώθηκε γιά μᾶς τό ζωαρχικό σῶμα, καί, προσκυνώντας καί ἀσπαζόμενοι αὐτόν μέ πίστη, ἄς παίρνουμε πλούσιον τόν ἐκεῖ ἁγιασμό καί ἄς τόν φυλάττουμε. Ἔτσι, καί κατά τήν ὑπερένδοξη μέλλουσα παρουσία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, βλέποντάς τον νά προηγῆται λαμπρῶς, θά ἀγαλλιάζουμε καί θά σκιρτοῦμε διαπαντός, διότι ἐπιτύχαμε τήν ἐκ δεξιῶν θέση καί τήν ὑπεσχημένη μακαρία φωνή καί εὐλογία καί δόξα τοῦ κατά σάρκα σταυρωθέντος γιά μᾶς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διότι "αὐτῷ πρέπει δόξα, σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν"».
Αὐτό εἶναι τό μυστήριο, ὁ λόγος καί ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν μέγα Θεολόγο Πατέρα μας, ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ἔτσι ἔζησαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Πατέρες, οἱ μάρτυρες, οἱ ἅγιοι καί οἱ ἀσκητές διά μέσου τῶν αἰώνων. Κι’ ἐμεῖς πρέπει νά γίνουμε φίλοι τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ ζωντανή μυστηριακή καί ἀσκητική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι κινεῖται ἔξω ἀπό αὐτή τήν παράδοση εἶναι κακόδοξο καί αἱρετικό, διότι ἐν τῇ πράξει ἀρνεῖται τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, πρός χάριν μιᾶς ἀφελοῦς καί ἀνυπόστατης «ἐσχατολογίας».
Τελείωσα αὐτό τό κείμενο, κάνοντας ἐπάνω μου τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καί λέγοντας: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι» καί «Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει σου».
- Προβολές: 1043