Skip to main content

Τρεῖς Ἕλληνες λογοτέχνες βίωσαν τό Πάσχα στό Ἅγιον Ὄρος

Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ἐπ. Σχολικοῦ Συμβούλου, μέλους ΕΕΛ

Τρεῖς νεοέλληνες λογοτέχνες ἐπῆγαν καί γιόρτασαν τό Πάσχα στό Ἅγιο Ὄρος. Ἀλλά μία τέτοια ἄσκηση δέν σταματάει στόν τύπο, ἀλλά πηγαίνει βαθύτερα στούς μυστικούς χώρους, ὅπου οἱ βιοτικές μέριμνες ἀποσύρονται ντροπιασμένες.

Ἦταν ὁ Τάκης Παπατσώνης, ὁ Φώτης Κόντογλου καί ὁ Νίκος Καζαντζάκης.

Τούς ἔπιασε τρόμος μήπως εἶναι γυμνοί καί ταπεινοί καί ὁλότελα ἀνάξιοι νά τούς δεχθεῖ ἡ μεγάλη Κυρία. συγκλονιστικό ρίγος αἰσθάνθηκαν νά τούς διαπερνάει. Ἔνιωσαν τήν ὕπαρξή τους νά μελωδεῖ «εἰσελεύσομαι εἰς τόν οἶκον σου, προσκυνήσω πρός ναόν τόν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ». Τοῦτα τά λόγια περπατοῦσαν μέσα τους καί ἦταν βαριά καί τά μάτια τους γέμισαν δάκρυα. «Σιγησατω πᾶσα σάρξ βροτεια καί μηδέν τό γήινον ἐν αὐτῇ λογιζέσθω». Τότε λύνονταν οἱ ἁρμοί καί ἡ πεζή πραγματικότητα μετουσιωνόταν σέ πνευματική παρουσία.

Φοβᾶμαι πώς δέν θά κατορθώσω νά περιγράψω πόση ἀκτινοβολία ψυχῆς καί πόση εὐωδία πνευματική ἔνιωσαν οἱ τρεῖς λογοτέχνες στό Ἅγιο Ὄρος ἐκεῖνο τό Πάσχα. Ἀφήνω στόν καθένα νά τό περιγράψει ὁ ἴδιος στά βιώματά του.

Φώτης Κόντογλου

Τό 1923 ὁ Φώτης Κόντογλου ζεῖ μία ἀπό τίς δυνατότερες συγκινήσεις τῆς ζωῆς του πού θά τόν συνοδεύει ὥσπου νά πεθάνει. Ἐπισκέπτεται τό Ἅγιο Ὄρος. Αὐτό τό ταξίδι του θά σταθεῖ μιά δυνατή ἀποκάλυψη.

«Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνας ἀνεκτίμητος θησαυρός ἕνα πράγμα μοναδικό μέσα στόν κόσμο. Ὅ,τι καί νά πῶ, ποτέ δέν θά μπορέσω νά παραστήσω τό τί αἰσθήματα καταλαβαίνω γι’ αὐτό τό παράξενο βουνό, τόν Ἄθωνα, πού ξεπετιέται ὁλόισια μέσα ἀπό τή θάλασσα. Τό ζώνει πέλαγο ἄγριο καί τρικυμισμένο. Σ’ αὐτό τό Ὄρος τό καθετί εἶναι ἥμερο καί ἁγιασμένο. Ἡ φωνή πού βγαίνει ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος κανένας δέν μπορεῖ νά τήν πιάσει ὅσο θέλει νά εἶναι μάστορας στό γράψιμο».

«Πόσο θἄθελα νά κάθομαι στήν Ἱερά Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης πούναι στό Ἁγιονόρος! Μέσα στά ἅγια κράκουρα, ξεχασμένος ἀπό τόν κάθε ἄνθρωπο, κι ἐγώ νά τούς ἔχω ξεχασμένους ὅλους, ἐξόν ἀπό τούς λίγους πατέρες πού θά ζοῦνε μαζί μου. Νά τρυπώσω στό κελλί μου, σά νά μέ κυνηγᾶνε ληστάδες, νά κρυφτῶ, νά δοξάζω τό Θεό πού βρῆκα καταφύγιο. Νά ἀπομείνω μοναχός, νά κάνω τήν προσευχή μου βαθειά ἀπ’ τά ἔγκατά μου... νά μιλῶ μέ τό Θεό, ὅπως μιλᾶ τό παιδί μέ τόν πατέρα του «ἑσπέρας καί πρωΐ καί μεσημβρίας», «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας». Νά σηκώνομαι τή νύχτα νά λέγω τό Ψαλτήρι καί νά πετῶ στόν οὐρανό. Νά μέ βρίσκει ἡ χαραυγή δακρυσμένο γιά τίς ἁμαρτίες μου.... Νά ξεχάσω τίς μικρολογίες του κόσμου, νά ζῶ μέσα στήν ἀθανασία... Νά μή μέ λογαριάζει κανείς γιά ζωντανό, νά μέ κυττᾶ μονάχα τό μάτι τοῦ Θεοῦ».

Τάκης Παπατσώνης

Ἕνα ἀπό τά βιβλία πεζογραφίας τοῦ Παπατσώνη καί ἀπό τά καλύτερα κείμενά του εἶναι ἡ «Ἄσκηση στόν Ἄθω». Εἶναι ἕνα πηδάλιο γιά περιδιάβαση τοῦ Ἁγίου Ὄρους πού κυκλοφόρησε σέ βιβλίο τό 1963. Εἶναι προσωπικά βιώματα τοῦ Παπατσώνη ἀπό τήν πεντάμηνη παραμονή του στό Ἅγιον Ὄρος. προσφέρει καλές ὑπηρεσίες σ’ ὅλα τά κείμενα τοῦ βιβλίου, ἀνυμνεῖται ἡ Ὀρθοδοξία.

«Μεσάνυχτα Σαββάτου μέ Κυριακή, Ἀνάστασης ἡμέρα. Σημαίνει στή γαλήνη τῆς νύχτας ὁ ὄρθρος τοῦ Πρωτάτου, ὄρθρος τοῦ Κουτλουμουσιοῦ, ὁ ὄρθρος τῆς Σκήτης τοῦ Τίμιου Προδρόμου. Ἐτούτη τή μουσική τῶν ὄρθρων πῶς νά μήν τήν πῶ, νά μήν τήν ματαπῶ. Μήν εἶναι ἑνός ἤχου τῆς Κυριακῆς οἱ καμπάνες; Εἶναι ἡ πιό γλυκερή πολυφωνία, σάν λαμπυρίζουν τ’ ἀστέρια φριχτά, βέλη ἀχτιδωτά, σουβλᾶνε ἴσα πέρα τήν καρδιά τή νυχτερινή. Ὅλα σκορπᾶνε τῆς φύσης τά ἰδεώδη, τήν πασχαλινή χαρά. Στό καβούκι τῆς νύχτας, βαρᾶνε ἡ μπόττα, ἡ τσαρούχα τῶν μοναχῶν. Βουίζουνε, μελίσσι μεσονυχτίου, οἱ διαδρόμοι τόσωνε, τόσωνε μοναστηριῶν μέ τά κεράκια. Νά καταλήξει ὅλη τούτη πολυέλαιος ἀναμμένος τελετουργικός ὅλος ὁ θόλος. Ἡ θάλασσα, μυρόβολη, γιορτάζει καί τούτη γαληνιαία τή λαμπράν ἡμέρα πού μέλλεται ν’ ἀνατείλει. Ἐσύ Θεέ, πού ἔπλασες τήν Κυριακή καί τήν κατάπαψή Σου, καί τή Μεγάλην Ἔγερση τοῦ Γιοῦ Σου, μέ τήν ἴδια ζύμη ποὔκαμες καί τόν ἄνθρωπο, κάμε τόν ἄνθρωπο νά νοιώσει ἐντός το σκίρτημα τῆς Κυριακῆς. Προανάγγελμα τό ἔνιωσα τοῦτο τό σκίρτημα τό ἀπομεσήμερο, στά ἑσπερινά. Τώρα, νέοι ἐρῶτοι ξημεροβραδιάζουμαι, στοῦ Σεραγιοῦ τίς αὐλές καί τά περβόλια. Ἐκεῖ, στό Κυριακό τῆς Σκήτης, παίρνω τά φῶτα καί λειτουργιέμαι».

Νίκος Καζαντζάκης

Ἡ περιήγηση τῶν δύο φίλων (Ν. Καζαντζάκης - Ἄγγ. Σικελιανός) σ’ ὅλα τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους συνεχίστηκε ὡς τίς 22 Δεκεμβρίου 1914.

Ὁ Καζαντζάκης δήλωσε τότε πώς θά ἔγραφε ἕνα βιβλίο γιά τό πνευματικό του προσκύνημα στό Ἅγιο Ὄρος. (Τό βιβλίο δέν ξέρουμε ἄν τό ἔγραψε, πιθανῶς νά τό ἔγραψε καί νά τό ἔσκισε). Ἀρκετά ὅμως βιώματά του ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος τά ἔχει περάσει στά βιβλία του μέ τίτλο «Συμπόσιο». Πάντως ἐκείνη ἡ κοινή ζωή τους ἦταν μία ἀνεπανάληπτη κοινή ἐμπειρία καί γιά τούς δύο.

«Τί ἀποφάσεις δέν πήραμε, τί ὅρκους δέ δώσαμε, πῶς περνούσαμε ἀπό Μοναστήρι σέ Μοναστήρι, ἀνάλαφρα πηδώντας τούς βράχους, καί νιώθαμε, ὄχι μέ τή φαντασία μας παρά μέ ὁλόκληρο τό κορμί μας πώς μᾶς ἀνακρατοῦσαν φτεροῦγες ἀγγέλων. Τέτοια σίγουρα εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα πού γεννάει πότε τήν παραφροσύνη, πότε τήν ἁγιότητα καί τόν ἡρωισμό» («Ἀναφορά στόν Γκρέκο»).

Ὁ Καζαντζάκης πῆρε πολλά ἐπίσης ἀπό τήν ἁγιορείτικη σοδειά. Μέσα του ρίζωσε ἡ σκέψη πώς δύο εἶναι οἱ κόσμοι, ὁ ἐφήμερος καί ὁ αἰώνιος.

Ἀποκαλύπτεται μέσα του ὁ κοσμικός ἀσκητής, ὁ βυζαντινός Ἕλληνας. Ὁ πολεμιστής ποῦ προσκυνᾶ τήν Παναγία Παντάνασσα καί Στρατηγίνα τῆς ράτσας του, λατρεύει τήν ἐνέργεια καί τή θεοφόρο πράξη καί κουβαλᾶ μαζί του τήν ἀποταξία, τή μοναξιά, τόν ἡσυχασμό του.

Ἡ ἀνακάλυψη τῆς Ρωμιοσύνης καί ἡ βαθύτατη ἀντιδυτική στροφή τοῦ Καζαντζάκη ταυτίζεται μέ τήν ἐπίσκεψή του στό Ἅγιο Ὄρος. Ὅλα ἀλλάζουν μετά τό Ὄρος. Ἡ Φραγκιά πίπτει κάτω, καταρρέει καί οἱ θεοί της γίνονται θρύμματα. «Κύριε, Κύριε, ποιός μίσησε περισσότερο ἀπό μένα τή Φραγκιά, τή λατρεία τοῦ λογικοῦ καί τῆς κοιλίας, τή μίζερη ζωή, τίς κερδοφόρες μικρές βεβαιότητες»

Παρεμβάλω ἐδῶ ἕνα κομμάτι ἀπό τή δυναμική περιγραφή κάποιας ἀπό ἐκεῖνες τίς ξέχωρες στιγμές πού ἔζησε ὁ Καζαντζάκης στή μονή Βατοπεδίου μέ τόν Σικελιανό.

«Πρωΐ ‘ταν ἀπό τόν Παράδεισο, τρυφερό, γεμάτο ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅταν ζυγώναμε στό ξακουστό Βατοπέδι. Σά νά ‘ταν λές ἡ πέμπτη μέρα τῆς Δημιουργίας καί δέν ἔχει πλάσει ἀκόμα ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο νά χαλάσει τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Ἀγάλια ἄνοιγε σάν τριαντάφυλλο ἡ ἀνατολή καί μικρά ροδομάγουλα συννεφάκια σάν ἀγγελόπουλα πρόβαιναν ἀπό τήν ἄκρα τ’ οὐρανοῦ καί σιγά-σιγά μεγάλωναν, θαρρεῖς καί κατέβαιναν στή γῆς. Ἕνα κοτσύφι μέ τή δροσούλα ἀκόμα στά φτερά, στάθηκε στή μέση του δρόμου, μᾶς κοίταξε μά δέν φοβήθηκε, δέν ἀναμέρισε σάν νά μήν ἦταν κότσυφας παρά πνεῦμα ἀγαθό καί μᾶς γνώρισε. Μιά μικρούλα κουκουβάγια πάνω σέ μιά πέτρα, εἶχε κιόλας ζαλιστεῖ ἀπό τό φῶς κι ἔμεινε ἥσυχη, ἀκίνητη καί περίμενε τή νύχτα.

Δέν μιλούσαμε νιώθαμε καί οἱ δύο πώς ἐδῶ ἡ φωνή τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο κι ἄν θά’ταν γλυκιά καί σιγανή θ’ ἀντηχοῦσε στριγγιά καί παράταιρη - κι ὅλο τό μαγικό μαγνάδι πού μᾶς περιτύλιγε θά σκίζονταν. Προχωρούσαμε ἀναμερίζοντας τά χαμηλά κλαδιά ἀπό τά πεῦκα καί ραντίζονταν τό πρόσωπό μας καί τά χέρια μας ἀπό τίς πρωινές δροσοστάλες.

Μ’ ἔπνιγε ἡ εὐτυχία - στράφηκα στό φίλο μου, ἄνοιγα τό στόμα μου νά τοῦ πῶ: «Τί εὐτυχία εἶναι τούτη!...» μά δέν τόλμησα - ἤξερα πώς, ἄν μιλοῦσα, τά μάγια θά σκόρπιζαν!» («Ἀναφορά στόν Γκρέκο»)

«Τί θάμα, τί μοναξιά, τί γαλήνη» συλλογιόμουν κι ἀνέβαινα. Κι ὡς μπῆκα στό πρῶτο Μοναστήρι τῆς Πορταΐτισσας καί πάτησα τό παλιό, βαθουλωμένο κατώφλι, κάνοντας τό σταυρό μου, καί πέρασα, μυστική θέρμη μέ κυρίεψε. Κύριε, φώναξα ἀπό μέσα μου, βόηθα με νά ὑψώσω τήν ψυχή μου πιό πάνου ἀπ’ τή χαρά, ἀπ’ τήν εὐτυχία κι ἀπ’ τό πλῆθος.

Δῶσε νά νικήσω τό σῶμα, τή βαρειάν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς, νά σπάσω τή θύρα τοῦ Ἅδη, νά δαμάσω τόν ἀγώνα, νά λυτρωθῶ ἀπ’ τίς μικρές ἔγνοιες, ἀπ’ τά βαριά στολίδια, ἀπ’ τά πλούτη καί τό λογικό, καί ν’ ἀπομείνω πάλι γυμνός κι ἀθάνατος, ὅπως μέ γέννησες, ἥσυχα ἀναπνέοντας, σάν τό μεταξοσκούληκα μέσ’ στό κουκούλι του, τή βεβαιότητα καί τόν ἔρωτα!».

Ὅταν μπῆκα στήν ἐκκλησία, ἀνετρίχιασα: ἦταν γιομάτη ἁγίους, ἀγγέλους, πέτρινα περιστέρια στά κεφαλοκόλονα καί κισσούς καί κεφάλια κριαριῶν καί κλήματα μέ χοντρά σταφύλια. Τρεμάμενος προσκύνησα τό ἐξαίσιο θαυματουργό εἰκόνισμα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, πού τό ‘φεραν ἄγγελοι ἀναβαστώντας το ἀπάνου ἀπ’ τό κύμα, κι ὅλο τό πέλαγο σιγοῦσε, μέ τρόμο φιλώντας τά πόδια τῆς Κερᾶς του, καί ἔνιωσα νά κυκλώνομαι ἀπό ἀόρατες παρουσίες καί νά γλιστροῦν ἀπό τό θόλο καί νά μέ ἀγγίζουν ψαχουλεύοντας τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ.

Γλυκοφιλοῦσα, Κερά τῆς θάλασσας, τῆς εἶπα, ὦ Καρδιά ἀνθρώπινη πού χώρεσες Ἐκεῖνον πού οὐρανός καί γῆ δέν τόν χωροῦν, ὦ Πράξη, πού γαληνά ἀνεβαίνοντας τό ὄρος τῆς σιωπῆς ἀγγίζεις στήν κορφή τῆς θεότητας, ὦ Μάνα, πού κάρπισες τό σαπημένο δέντρο τῆς ζωῆς κι ὑπόταξες τό θάμα, ἦρθα στό περβόλι σου, χτυπῶ τή θύρα τοῦ σπιτιοῦ σου κ’ εἶμαι ὅλος ἕνα Κρίνο Εὐαγγελικό, κλειστό καί καταπόρφυρο, σά δόρατο στά χέρια σου, Ἀμαζόνα!». («Ἀναφορά στόν Γκρέκο»)

  • Προβολές: 1238