Skip to main content

Χριστίνα Καρανικόλα-Σχοινᾶ: Βασίλειος ὁ Διγενῆς ἀκρίτης Καππαδόκης (Ε)

Ἀφιέρωμα στὰ 550 ἀπὸ τὴν ἅλωση

Φιλολογική, ἱστορική, θεολογικὴ προσέγγιση στὸ ρωμαίϊκο ἔπος

Χριστίνας Καρανικόλα-Σχοινᾶ, Φιλολόγου

 

Ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ ἁμαρτία

Χριστίνα Καρανικόλα-Σχοινά: Βασίλειος ὁ Διγενῆς ἀκρίτης Καππαδόκης (Ε)

Ἕνα θέμα ποὺ τονίζεται ἀρκετὰ στὸ ἔπος εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἁμαρτία. Ὁ ποιητὴς ἀφήνει νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ Βυζαντινὸς ἄνθρωπος ρυθμίζει τὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ὁ νόμος τοῦ Εὐαγγελίου καὶ οἱ νουθεσίες τῶν Ἁγίων εἶναι κανόνας στὴ ζωή του. Γνωρίζει καλὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη ποὺ κατατυραννοῦν τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο καὶ τὸν ὁδηγοῦν σ' αὐτήν. Ἑπομένως ξέρει καὶ πῶς νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τοῦ ἀσθενοῦς ἑαυτοῦ του. Ἔχει μεγάλη εὐαισθησία πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ἡ συνείδησή του τὸν ἐλέγχει ἔντονα γιὰ κάθε παρεκτροπή. Νιώθει ἔντονη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του καὶ θέλει νὰ ἀποφύγη τὴν ἁμαρτία, ποὺ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ Αὐτόν. Κι ὅταν πέφτη σπεύδει μὲ μετάνοια νὰ ἀποκαταστήση τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό.

Ὁ ποιητὴς γράφει πῶς ὁ νέος πρέπει νὰ κρατᾶ γερὰ τὰ ἡνία τοῦ ἑαυτοῦ του, γιὰ νὰ μὴ δουλωθῇ στὰ πάθη του καὶ στερηθῇ τὴν αἰώνια ζωή:

Νεότης πᾶσα ἀληθῶς ματαιότης ὑπάρχει,

ὀπηνίκα πρὸς ἡδονὰς ἐκτείνει τὰς ἀτάκτους·

ὁ δὲ γὲ ταύτης ἀσφαλῶς τὰς ἠνίας ἰθύνων

ἀχείρωτος τοῖς πάθεσιν ἐς ἀεὶ διαμένει

καὶ κληρονόμος δείκνυται ζωῆς τῆς αἰωνίου

ἀντὶ προσκαίρου ἡδονῆς τῆς αἰσχρᾶς καὶ βεβήλου.

Ὁ Διγενής, ἂν καὶ τόσα χαρίσματα εἶχε ἀπὸ τὸ Θεό, ἂν καὶ ἦταν προικισμένος μὲ μεγάλη σωματικὴ ἀνδρεῖα, περιέπεσε σὲ μεγάλο ἁμάρτημα. Ὁ ποιητὴς ἀφήνει νὰ φανῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσόρροπη δύναμη σώματος καὶ ψυχῆς. Τὸ σῶμα εἶναι γενναιότατο. Ἡ ψυχὴ ὅμως δείχνει σοβαρὴ ἀδυναμία καὶ ἀφήνει νὰ παρασυρθῇ στὴν ἁμαρτία. Μετανοεῖ ὅμως γρήγορα. Συναισθάνεται τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἡσυχάζει, νιώθει ἔντονες τύψεις. Συνειδητοποεὶ ὅτι ἔπεσε στὴν παγίδα τοῦ διαβόλου καὶ ξέχασε τὸ Θεό. Ξέρει ὅτι θὰ δώση λόγο στὸ Θεὸ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν οἱ πράξεις ὅλων θὰ φανερωθοῦν μπροστὰ σὲ ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους. Νιώθει τὴν ἀνάγκη νὰ ὁμολογήση τὴν πτώση του, νὰ ἐξομολογηθῆ, νὰ βγάλη τὸ βάρος ἀπὸ πάνω του. Καὶ τὸ κάνει, ὅταν βρέθηκε μὲ ἄνθρωπο δικό του. Δὲν κομπορρημονεῖ, δὲν καυχιέται. Δείχνει πραγματικὴ μετάνοια καὶ ντρέπεται νὰ ἀντιμετωπίση τὴν σύζυγό του, ποὺ τόσο ἀδίκησε μὲ τὴν πράξη του.

Ἡ θέση τῆς γυναίκας στὸ ἔπος

Ἡ θέση τῆς γυναίκας στὴν βυζαντινὴ κοινωνία εἶναι ἀρκετὰ ἀνεβασμένη σὲ σχέση μὲ παλαιότερες ἐποχές. Κι αὐτὸ ὀφείλεται στὸ κήρυγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ περὶ ἰσότητας τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ ἀποσκοποῦσε στὴ σωτηρία καὶ τῶν δύο φύλων. Ἔτσι ἡ Ἱστορία τοῦ Βυζαντίου εἶναι γεμάτη ἀπὸ παραδείγματα γυναικῶν, ποὺ διέπρεψαν στὰ γράμματα, τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ζωή.

Μέσα στὸ ἔπος ἡ γυναῖκα εἶναι πρόσωπο ἀξιαγάπητο καὶ ἀξιοσέβαστο. Τιμᾶται καὶ ἐξαίρεται κυρίως γιὰ τὴν εὐγενεια της, τὴν εὐσέβεια, τὴν ὀμορφιά της κυρίως, τὴν ἀφοσίωσή της στὴν οἰκογένεια, τὴ συζυγικὴ πίστη, τὴ σωφροσύνη της. Καὶ στὴν περίπτωση τῆς Ἀμαζονας Μαξιμοὺς γιὰ τὴ γενναιότητα καὶ τὴν πολεμική της τέχνη. Μέσα στὸ ἔπος, ὅπου ἐξυμνεῖται ἡ ἀνδρεία, φυσικὸ εἶναι νὰ φωτισθῇ καὶ νὰ προβληθῆ καὶ τὸ ἠρωϊκὸ στοιχεῖο ὡς πλευρὰ τῆς γυναίκας. Ἀποτελεῖ ὅμως ἐξαίρεση. Ἡ πολεμόχαρη ἰδιότητα δὲν δένει μὲ τὴν εὐαισθησία, τὴν ἀπὸ τὴ φύση της περιορισμένη σωματικὴ δύναμη καὶ μὲ τὸ εὔθραυστο τοῦ φύλου της. Γι' αὐτὸ ἡ γυναῖκα ἐξαίρεται κυρίως γιὰ τὴν ψυχική της γενναιότητα, τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ ἀναπτύξη καὶ νὰ καλλιεργήση.

Ἔτσι ἡ γυναῖκα προβάλλεται ὡς ἡ ἀξιολάτρευτη κόρη τῆς οἰκογένειας, ἡ τρυφερὴ καὶ ἀπροστάτευτη, ποὺ ὅλοι νιώθουν τὴν ὑποχρέωση νὰ τὴν προστατέψουν. Τὰ ἀδέλφια της θρηνοῦν γιὰ τὴν ἁρπαγή της ἀπὸ τὸν ἀμιρὰ καὶ μὲ αὐταπάρνηση ὑφίστανται ὅλες τὶς δοκιμασίες ἀπὸ ἐκεῖνον, μέχρι νὰ τὴν ἐλευθερώσουν. Τὴν κρατοῦν στὸν πύργο μὲ τὶς βάγιες της, μακριὰ ἀπὸ φθονερὰ μάτια καὶ ἐπίδοξους ἀπαγωγεῖς.

Εἶναι ἐπίσης ἡ ὡραία καὶ ἀξιέραστη κόρη, ποὺ ἐμπνέει δυνατὰ συναισθήματα καὶ ρομαντικὴ διάθεση στὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπερβῆ κάθε ἐμπόδιο μέχρι νὰ τὴν παντρευτῇ. Καὶ τότε γίνεται ἡ πιστὴ σύζυγος, ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ της. Ἐκεῖ ἐργάζεται καὶ διαπρέπει. Καὶ ὁ σύζυγος τὴν ἀγαπᾶ καὶ τὴ σέβεται.

Εἶναι τέλος ἡ συνετὴ μητέρα, πρόσωπο σεβάσμιο, ποὺ ἀσκεῖ ἐξουσία στὴν οἰκογένεια. Καὶ ὅλοι τὴν ὑπακούν. Ὁ λόγος της εἶναι διαταγή, ποὺ πρέπει πάσῃ θυσίᾳ νὰ τηρηθῇ.

Σχέση ἄρχοντα καὶ ἀρχομένου

Στὸν τέταρτο Λόγο (βιβλίο) ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων, ἀπὸ θαυμασμὸ στὸ πρόσωπο τοῦ Διγενῆ, τοῦ ὁποίου ἡ φήμη ὡς γενναίου ἀκρίτα εἶχε ἁπλωθῇ παντοῦ, στὰ πλαίσια μιᾶς ἐκστρατείας του στὴν Ἀνατολὴ θέλησε νὰ γνωρίση τὸν ἀνίκητο πολεμιστή. Ὅταν συναντήθηκαν, ὁ Διγενής:

...ὃς μέχρι γῆς την ἑαυτοῦ κεφαλὴν ὑποκλίνας,

"Χαίροις" ἔφη, "ὁ ἐκ Θεοῦ λαβῶν τὴν βασιλείαν...

πόθεν μοὶ τοῦτο γέγονεν ὁ γῆς πάσης δεσπόζων

παραγενέσθαι πρὸς ἐμὲ τὸν ἐξουθενημένον;"

Ὁ βασιλεὺς ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ ταπεινὸ φρόνημα τοῦ Διγενῆ, ξεχνῶντας τὴ βασιλεία καὶ τὸν θρόνο του, τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν ἀσπάζεται καὶ τοῦ λέει μὲ θαυμασμό:

"Ἔχεις" λέγων, "ὦ τέκνον μου, ἀπόδειξιν τῶν ἔργων,

τοῦ γὰρ κάλλους ἡ σύνθεσις ἀνδρείαν εἰκονίζει·

εἴθε τοιούτους τέσσαρας εἶχεν ἡ Ρωμανία.

Λέγε λοιπόν, ὦ τέκνον μου, πεπαρρησιασμένως

καὶ ὅπερ βούλει λάμβανε τῆς ἐμῆς βασιλείας...."

Καὶ ὁ Διγενὴς ἀπαντᾶ ἀφοπλιστικά:

"ἐμοὶ γὰρ ἔστιν ἱκανὴ μόνον ἡ σὴ ἀγάπη·

οὐ δίκαιον δὲ τοῦ λαβεῖν ἀλλὰ διδόναι μᾶλλον..."

Ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ σχέση βασιλέα καὶ ὑπηκόου. Ὁ βυζαντινὸς πολίτης διαπνέεται ἀπὸ μεγάλο σεβασμὸ πρὸς τὸν βασιλέα του, διότι ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του τὸ ὄργανο τῆς θείας βουλῆς, ποὺ τοῦ εἶχε δοθῇ ὑψηλὴ ἀποστολή. Εἶχε ταχθῇ νὰ περιφρουρήση τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια, νὰ τὴ διαδώση καὶ νὰ τὴν ὑπηρετήση ὡς ἄρχων. Οἱ Βυζαντινοὶ θεωροῦσαν τὴν ἐξουσία τοῦ βασιλιᾶ καθηγιασμένη ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπέδιδαν σ' αὐτὸν τὴ δόξα καὶ τὴν ἱερότητα, ποὺ ἀποδίδει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη στὸ μεγάλο βασιλέα Δαβίδ. Γι' αὐτὸ ὁ αὐτοκράτορας θεωροῦνταν προστάτης καὶ ὑπέρμαχος τῆς Ἐκκλησίας καὶ μποροῦσε νὰ ἐπεμβαίνη ἀκόμη καὶ σὲ δογματικὲς ἔριδες, προκειμένου νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ εἰρήνη στοὺς κόλπους της, καὶ αὐτὸ τὸ ἔπραξε πολλὲς φορές. Ἀκόμη καὶ ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὸν βασιλέα εἶναι ἱερό, τὸ ἱερὸν παλάτιον, ὁ ἱερὸς κοιτῶν, κλπ. Καὶ ὅλες τὶς ἀποφάσεις καὶ ἐνέργειές του ἔπρεπε νὰ τὶς ἐντάξη στὰ χριστιανικὰ ἐκκλησιαστικὰ πλαίσια καὶ νὰ ὑπηρετήση τὸ καλὸ τῆς Οἰκουμένης. Ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ κυβερνᾶ μὲ φιλανθρωπία, δικαιοσύνη, ἐπιείκεια καὶ ἀνωτερότητα ἀπέναντι στὶς διαβολές. Ὤφειλε νὰ διοικῇ κατὰ μίμηση Θεοῦ, ὅπως ὁ πατέρας τὴν οἰκογένεια.

Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ αὐτοκράτορα ἐπέτρεπε ἀφ' ἑνὸς μὲν σ' ὁποιονδήποτε πολίτη τοῦ Βυζαντίου νὰ διεκδικήση τὸ θρόνο, ἀφοῦ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ προϋπέθετε κάποια συγκεκριμένη καταγωγὴ καὶ δὲν ὑπῆρχαν λόγοι "αἵματος", οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τηρηθοῦν, ἀφ' ἑτέρου δὲ στὸ λαὸ νὰ διαμαρτύρεται καὶ νὰ ἐπαναστατῇ, ἐὰν ὁ αὐτοκράτορας ἦταν ἄδικος, τυραννικὸς κι ὄχι Ὀρθόδοξος στὴν πίστη.

Ἔτσι μπροστὰ σὲ ἕναν ἀκέραιο ἄρχοντα, ἕνας ἀξιωματοῦχος αἰσθάνεται, ὅπως ἐδῶ ὁ Διγενής, ὑπήκοος, βοηθὸς καὶ συνεργάτης του, δίκαιος καὶ ὀρθόδοξος καὶ διαθέσιμος σὲ ὅποια ἐργασία καὶ ὑπηρεσία τὸν ὁρίσει ἐκεῖνος. Νιώθει πῶς εἶναι ἡ προέκταση τοῦ ἄρχοντα, ποὺ πρέπει νὰ ἐργαστῇ μὲ τὴν ἴδια νοοτροπία στὸ ἴδιο πνεῦμα, γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἕνας καλὸς καὶ εὐσυνείδητος ἀξιωματοῦχος πρέπει νὰ εἰκονίζη καὶ νὰ ἀντικατοπτρίζη τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο του βασιλέα του καὶ νὰ ὑπηρετῇ πιστὰ κι ἐκεῖνος τὴν δικαιοσύνη, τὴν ἐπιείκεια καὶ τὴν φιλανθρωπία, μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ ἔχει συνείδηση κι ἐπίγνωση ὅτι ὅλα δίνονται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ βέβαια καὶ ἡ ἐξουσία. Γι' αὐτὸ μιλᾶ μὲ σύνεση, ταπεινοφροσύνη καὶ σεβασμό.

Καὶ ὁ βασιλέας δὲν ἔμεινε ἀσυγκίνητος ἀπὸ τὴ στάση τοῦ Διγενῆ. Ἀφοῦ ἐξέφρασε τὸ θαυμασμό του καὶ τὴ βαθιά του ἐκτίμηση στὴν τοποθέτησή του, τὸν διορίζει ἐπισήμως, μὲ χρυσόβουλο, ἀκρίτη, ἀμείβοντας ἔτσι τὴν εὐσυνειδησία του καὶ τὴν καλή του προαίρεση.

Ἡ σχέση ἄρχοντα καὶ ἀρχόμενου εἶναι διαποτισμένη ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ πνεῦμα τοῦ ἀλληλοσεβασμοῦ, τῆς συνύπαρξης, τῆς ἀλληλεγγύης -ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀδελφικὲς σχεδόν-, ποὺ φέρνουν ἰσορροπία στὴ συμπεριφορὰ τῶν προσώπων, κατευνάζοντας τὴν ἀλαζονεία τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τὸ θράσος καὶ τὴν παρρησία τοῦ ἐξουσιαζόμενου ἀπὸ τὸ ἄλλο, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν σίγουρα σὲ σύγκρουση καὶ χάσμα μεταξύ τους.

  • Προβολές: 2478