Skip to main content

Γεγονός καὶ Σχόλιο: Ἡ γλωσσικὴ σύγχυση

Ἦταν γνωστὸς ὁ ἀκαδημαϊκὸς Ἄγγελος Βλάχος, ποὺ εἶχε μεγάλη προσφορὰ στὴν κοινωνία μας ἀπὸ τὴν πολυχρόνια διπλωματική του ὑπηρεσία, ἀλλὰ καὶ τὴν συγγραφική του ἐνασχόληση.

Ὁ θάνατός του, ποὺ συνέβη τὴν 8 Φεβρουαρίου 2003, καὶ πέρασε στὰ « ψιλὰ» γράμματα, ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ σὲ μιὰ καθημερινὴ ἐφημερίδα νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν προσωπικότητά του. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ παράθεσε ἕνα κείμενό του ποὺ εἶναι ἀρκετὰ εὔγλωττο. Ἔγραφε ὁ ἀείμνηστος Ἄγγελος Βλάχος:

...εἴμεθα ὁ μόνος, νομίζω, λαὸς ποὺ ἐπετέλεσε ἕνα κατόρθωμα. Σὲ διάστημα ἑνὸς αἰῶνα, δηλαδὴ τριῶν γενεῶν, ἡ τρίτη γενεὰ νὰ ζητεῖ μεταγλώττιση τῶν κειμένων τῆς πρώτης, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβει. Ἡ βασικὴ αἰτία τῆς μεγάλης αὐτῆς φθορᾶς εἶναι ὅτι, ὅταν ξέσπασε ὁ γλωσσικὸς ἐμφύλιος πόλεμος, δὲν βρέθηκαν ἀρκετὰ ψύχραιμοι καὶ θαρραλέοι ἄνθρωποι γιὰ νὰ διακηρύξουν ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσει ἡ διάκριση μεταξὺ καθαρεύουσας καὶ δημοτικῆς καὶ νὰ διατρανωθεῖ ὅτι ὑπάρχει ἡ Νεοελληνική, ποὺ διακρίνεται σὲ λογία γλῶσσα, σὲ καθομιλουμένη γλῶσσα καὶ σὲ λαϊκὴ γλῶσσα. Θὰ εἶχε βαδίσει ἡ γλῶσσα ἕναν φυσικότερο δρόμο χωρὶς ἐπεμβάσεις καὶ ἀκρότητες. Ἡ "καθαρεύουσα" εἶχε ἀρχίσει νὰ ὑποχωρεῖ πολλὰ χρόνια προτοῦ ἐμφανισθεῖ ὁ Ψυχάρης. Γιὰ πολλοστὴ φορὰ ξαναγράφω: Τί χρειαζόταν ὁ μικρὸς Ψυχάρης ἀφοῦ ὑπῆρχε ὁ μεγάλος Παλαμᾶς;".

Διαβάζοντας τὸ κείμενο αὐτὸ αὐτόματα ἔφερα στὴν μνήμη μου τὴν μεγάλη ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸ τομέα τῆς γλωσσικῆς παραδόσεως. Βεβαίως, ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ἀγιάζη τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἐνώνη μὲ τὸν Χριστό, ὥστε νὰ ὁδηγῆται ἀπὸ τὸ κατ' εἰκόνα στὸ καθ' ὁμοίωση. Ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ ἔργο αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι μονοφυσιτικό, ἀφοῦ ἀναφέρεται στὸν ὅλο ἄνθρωπο καὶ ἁγιάζει ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του, ἡ προσφορά της φαίνεται καὶ στὸ θέμα τῆς γλώσσης.

Στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας διαιτηροῦνται ζωντανὰ ὅλα τὰ εἴδη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Μὲ τὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ψάλλουμε καθημερινά, ἰδιαιτέρως τὴν Κυριακή, ἐρχόμασστε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὴν λόγια γλῶσσα τῶν ἔργων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Στοὺς ὕμνους τῶν μεγάλων δεσποτικῶν ἑορτῶν ψάλλουμε τοὺς ἰαμβικοὺς Κανόνας μὲ τὰ ὑψηλὰ πνευματικὰ νοήματα, ἀλλὰ καὶ τὴν ὡραία γλωσσικὴ διατύπωση. Ἐπίσης μὲ τὸ κήρυγμα ποὺ γίνεται στὴν καθομιλουμένη ὁ ἐκκλησιαζόμενος εἰσδύει στὸ ὅλο πνεῦμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μὲ ἐργαλεῖο τὴν γλῶσσα ποὺ μιλᾶ καὶ καταλαβαίνει, ὁπότε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν γίνεται καὶ ἑρμηνεία τῶν τροπαρίων καὶ τῶν ὕμνων. Καὶ βεβαίως ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη τῆς γλώσσας ἐπηρεάζουν καὶ τὴν γλῶσσα ποὺ μιλιέται ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, ἐκτὸς ἀπὸ ἐργαστήρι ἁγιότητος εἶναι καὶ ἐργαστήρι τῆς γλώσσης.

Ἐὰν οἱ νέοι μας ἔρχονται σὲ ἐπικοινωνία καὶ σχέση μὲ τὰ « ἀναλόγια» τῆς Ἐκκλησίας μας, τότε θὰ εἰσδύουν, κατὰ τρόπο ζωντανό, μέσα στὸν μεγάλο θησαυρὸ τῆς γλώσσας μας, καὶ κυρίως θὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἔκπληξη τοῦ πνευματικοῦ νοήματος ποὺ μεταφέρουν, ἤτοι τὴν νίκη τῆς ζωῆς ἐπὶ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.

Ν.Ι.

ΓΕΓΟΝΟΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΟ

  • Προβολές: 2888