Skip to main content

Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Περί θεολογίας καὶ ... πλανήτου

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Θωμᾶ Βαμβίνη

Οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι ζοῦν σὲ "ἄλλο πλανήτη". Δὲν πατοῦν στὴ γῆ. Δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν συμφωνία τῶν θεωριῶν τους μὲ τὰ πορίσματα τῆς "γήινης" ἐπιστήμης. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ κεντρικὰ μηνύματα ποὺ παίρνει ὁ ὑπομονετικὸς καὶ φιλοπερίεργος ἀναγνώστης ἀπὸ τὸ νέο βιβλίο τοῦ π. Ἀρσενίου Μέσκου, ποὺ ἔχει τίτλο "Ὁ Πλανήτης τῆς Θεολογίας".

Στὴ συνέχεια θὰ σταθῶ σ' αὐτὴν τὴν κεντρικὴ θέση τοῦ βιβλίου, τὴν ὁποία ὁ π. Ἀρσένιος προσπαθεῖ νὰ τὴν τεκμηριώση μὲ ὅλα τὰ ἐπί μέρους κεφάλαια τοῦ βιβλίου του, διότι εἴτε μιλάει γιὰ τὸ κακὸ καὶ τὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, ἀρνούμενος τὴν ὕπαρξη προπτωτικῆς κατάστασης (σέλ. 69-149 καὶ 190-198), εἴτε προσπαθεῖ νὰ στηρίξη τὸν ἰσχυρισμό του, ὅτι οἱ προσδοκίες τοῦ ἀπ. Παύλου καὶ τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων διαψεύστηκαν (σέλ.181-183), εἴτε προσπαθεῖ νὰ πείση, ὅτι οἱ θεολόγοι θεωροῦν "ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς τεχνολογίας καὶ τῆς ἐπιστήμης... ἔργο ἀνθρώπων ψυχικὰ ἀναπήρων" (σέλ. 211), μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά, ἐπιδιώκει νὰ δείξη ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι (δηλαδὴ οἱ Ἀπόστολοι, οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ σημερινοί), δὲν πατοῦν στὴν γῆ, ἀλλὰ ζοῦν μὲ τὶς θεολογίες τους σὲ ἄλλο πλανήτη, στὸν "Πλανήτη τῆς Θεολογίας". Αὐτὴ ἡ τοποθέτηση δίνει καὶ τὸν τίτλο τοῦ βιβλίου.

Διαβάζοντας ὁρισμένες γραμμὲς τοῦ π. Ἀρσενίου βλέπει κανεὶς τὸν ἔντονο καημὸ τῆς ἐμπειρικῆς διερεύνησης καὶ ἐπαλήθευσης τῆς θεολογίας. Αὐτὸ ὡς ἀφετηριακὸ στοιχεῖο εἶναι ὑγιὲς· εἶναι ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς ἀληθινῆς ὀρθόδοξης ζωῆς. Ἡ θεολογία μας, ἄλλωστε, ὅπως κατὰ κόρον ἔχει ἀναλυθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια, εἶναι ἐμπειρικὴ καὶ ὄχι στοχαστική. Πραγματοποιεῖται στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων καὶ ἐπαληθεύεται ἀπὸ τὰ λείψανά τους. Ἡ προβληματικότητα τοῦ βιβλίου τοῦ π. Ἀρσενίου ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν τρόπο διερεύνησης καὶ ἐπαλήθευσης τῆς θεολογίας. Διακρίνει κανεὶς στὴ σκέψη του ἕναν μονισμό. Δὲν ἀντέχει τὸ "σκάνδαλο" καὶ τὴν "μωρία" τῆς πίστης. Γι' αὐτὸ δὲν διακρίνει τὴν διαφορετικότητα τῶν τρόπων γνώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων. Χωρὶς σαφῶς νὰ ἀπορρίπτη τὴν θεολογικὴ γνωσιολογία – αὐτὸ πρὸς τὸ παρὸν δὲν τὸ τόλμησε– δίνει προτεραιότητα καὶ (μπορῶ νὰ πῶ) καθολικότητα στὴν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη. Αὐτὸ σαφῶς ἐξάγεται ἀπὸ τὰ συμπεράσματά του. Γιὰ παράδειγμα, συμπεραίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει προπτωτικὴ κατάσταση, γιατί ὁ θάνατος κυριαρχεῖ στὴν κτίση ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας κι ὄχι ἀπὸ κάποιο σημεῖο καὶ πέρα. Αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη διαπίστωση τὴν δέχεται ἀπὸ τὴν μελέτη τῶν παλαιοντολόγων πάνω σὲ κάποια ἀπολιθώματα, συγκεκριμένα πάνω σὲ ἀπολιθωμένα ἐμέσματα ἰχθυόσαυρου (σέλ. 116). Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πληροφορία, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ διαδίκτυο -καὶ ἄλλες παρόμοιες- βγάζει χωρὶς ἐνδοιασμοὺς τὸ συμπέρασμα: ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες δὲν μᾶς λένε τὴν ἀλήθεια, τὴν ὁποία τώρα ἀνιχνεύουμε πάνω στὰ ὀστᾶ καὶ τὰ ἀπολιθώματα μὲ τὶς τεχνικὲς μεθόδους ποὺ ἐπινοήσαμε (βλέπε σέλ. 115). Γιὰ μᾶς τὸ παρελθὸν εἶναι ἐξερευνήσιμο. Γιὰ τοὺς Πατέρες ἦταν "κλειστὸ κουτὶ" (σέλ. 109). Γι' αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν ὡς ἐλαφρυντικό, τὸ ὅτι εἶπαν αὐτὰ ποὺ εἶπαν, γιατί δὲν ἤξεραν. Οἱ σύγχρονοι θεολόγοι ὅμως δὲν ἔχουν αὐτὸ τὸ ἐλαφρυντικό.

Ὁ π. Ἀρσένιος ἰσχυρίζεται ὅτι "σήμερα ὡς πρὸς τὴν ἐκπροσώπηση τῆς ἀλήθειας, ὁ ἐπιστήμονας ἀντιπροσωπεύει γιὰ τὸν θεολόγο τὸ ἀντίπαλο δέος". Γι' αὐτὸ ὁ θεολόγος προκειμένου νὰ βρῇ "χῶρο ὥστε νὰ ἐπιζήσει... διαχωρίζει τὶς περιοχὲς καὶ ἀποσύρεται στὸν "Πλανήτη τῆς Θεολογίας" ἀφήνοντας τὴν γῆ στὸν ἐπιστήμονα" (σέλ. 211). Γιὰ τὸν π. Ἀρσένιο δηλαδὴ ὁ διαχωρισμὸς τῶν περιοχῶν τῆς θεολογίας καὶ τῆς ἐπιστήμης δὲν ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν φύση τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τὴν χαώδη διαφορὰ Θεοῦ καὶ κτισμάτων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνάγκη του θεολόγων νὰ "ἐπιζήσουν". Σ' αὐτὸν τὸν διαχωρισμὸ δὲν βλέπει τὴν μεγάλη ἐλευθερία ποὺ δίνει ἡ ὀρθόδοξη θεολογία στὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, ὅταν φυσικὰ αὐτὴ κινεῖται μέσα στὰ πεπερασμένα ὅριά της, οὔτε ἐπίσης βλέπει τὴν ἀπεριόριστη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἡ ζωή του συνδέεται μὲ τὸν Θεό. Θέλει τὰ πάντα ὑποταγμένα στὴν νομοτέλεια τῶν φυσικῶν φαινομένων. Γι' αὐτὸ ἀμφισβητεῖ τὶς ἐμπειρικὲς συνέπειες τῆς ἀποκτήσεως τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ὑπερβαίνουν τὶς ἀντιληπτικὲς ἱκανότητες τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου. Θεωρεῖ ὑποτίμηση τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ ὁποία ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ὑπέρβαση τῆς "βιολογικότητας" (σέλ. 225-226). Τὰ συναξάρια ποὺ μιλοῦν γιὰ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς ἐμπειρίες τῶν Πατέρων τῆς Ἐρήμου τὰ θεωρεῖ "ἀσκητικὴ μυθολογία". Δὲν τολμᾶ βέβαια νὰ ὀνομάση "μυθολογικὴ θεολογία" τὴν ἁγιογραφικὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (κυρίως στοὺς λόγους τοῦ Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων) ἢ τὴν θεολογία τοῦ ἁγίου Συμεῶν τοῦ νέου θεολόγου (κυρίως στοὺς Ὕμνους τῶν θείων ἐρώτων), στὶς ὁποῖες ἑρμηνεύεται θεολογικά το πῶς ἀναστέλλεται ἡ "βιολογικότητα" τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς θεοπτίας. Προφανῶς αὐτοὶ οἱ Πατέρες δὲν ἐπιθυμοῦν τὴν ὑποτίμηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴν θέωσή του. Ὁ π. Ἀρσένιος διαγράφοντας τὰ ἀσκητικὰ κατορθώματα τῶν Πατέρων, τὰ ὁποῖα ἦταν καρποὶ τῶν θεοπτικῶν ἐμπειριῶν τους, μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ "ἀσκητικὴ μυθολογία", δὲν βρίσκει κατόπιν πουθενὰ ἱστορικὲς ἀποδείξεις τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Γι' αὐτὸ ἄνετα μιλᾶ γιὰ διαψεύσεις.

Τὸ βιβλίο τοῦ π. Ἀρσενίου, γιὰ νὰ συζητηθῇ θεολογικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ σὲ ὅλες τὶς θέσεις καὶ τὶς προτάσεις του, χρειάζεται τὴν συγγραφὴ πολλῶν ἐργασιῶν. Στὸν περιορισμένο χῶρο αὐτοῦ τοῦ σημειώματος θὰ ἀρκεσθῶ μόνο στὴ διατύπωση μιᾶς θέσης, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι ἀλλάζει τὸ ἀποπνικτικὸ κλίμα μέσα στὸ ὁποῖο κινεῖται ἡ σκέψη τοῦ π. Ἀρσενίου.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Πατέρες δὲν γνώριζαν τὶς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιοῦμε σήμερα γιὰ τὴν διερεύνηση τοῦ παρελθόντος τῆς γῆς. Εἶχαν ὅμως ἄλλη δική τους μέθοδο, ἡ ὁποία μάλιστα διέσωζε τὴν τιμὴ τοῦ ἀνθρώπου, σὲ ἀντίθεση μὲ κάποιες σύγχρονες ἐπιστημονικὲς μεθόδους, ποὺ ἀντιμετωπίζουν τὸν ἄνθρωπο σὰν μιὰ μηχανή, σὰν μιὰ βιολογικὴ μονάδα μέσα στὸ φυτικὸ καὶ ζωικὸ βασίλειο. Ἡ μέθοδος τῶν Πατέρων ἦταν ἡ εὐαγγελικὴ ἄσκηση, ἡ ὁποία ἀνακαίνιζε τὴν φύση τους καὶ τοὺς συνέδεε μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ' αὐτὴν τὴν ἀσκητικὴ διαδικασία οἱ Πατέρες γνώρισαν τὴν ποιότητα τῆς ἁμαρτίας, τὸν θάνατο ποὺ ἔρχεται ὡς συνέπειά της, γεύθηκαν ἐπίσης τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ ἀκόμη τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου. Κατάλαβαν ἔτσι – καί μας τὸ δίδαξαν– ὅτι ὁ θάνατος συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀρνητικὴ κίνηση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐλευθερία προηγεῖται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ κακό. Δὲν ὑπάρχει κακὸ καὶ ἁμαρτία χωρὶς τὴν ἐλευθερία. Ἔτσι, ἀπὸ τὴν πεῖρα τῆς προσωπικῆς τους μεταμόρφωσης, γνώρισαν ὅτι στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας βρίσκεται ἡ ἐλευθερία τῶν ἀγγέλων καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι τὸ κακό. Ἀλλιῶς εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ ταυτίσουμε τὴν ἐλευθερία, ποὺ εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, μὲ τὸ κακό.

Ἡ μέθοδος τῶν Πατέρων εἶναι ἐπαληθεύσιμη καὶ σήμερα. Γνωρίζουμε ἄλλωστε ὅτι καὶ στὶς μέρες μας ἔζησαν καὶ ζοῦν ἄνθρωποι ποὺ γεύθηκαν τὴν ἀνακαίνιση καὶ τὸν δοξασμὸ τῶν ὑποστάσεών τους (π. Παΐσιος, π. Σωφρόνιος, π. Πορφύριος, π. Ἐφραὶμ κ. ἅ.) καὶ γνώρισαν ἐμπειρικὰ τὴν ἀφετηρία τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖο ἀντιλήφθηκαν ὡς παράσιτο ποὺ παρεισέφρησε στὴν φύση μας. Ἐμεῖς δεχόμαστε τὴν μαρτυρία τους, ὅπως δεχόμαστε καὶ τὰ πορίσματα τῶν διαφόρων ἐπιστημῶν. Δὲν ἔχουμε πρόβλημα μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα· τὰ προβλήματα δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴν ἰδεολογοποίηση τῆς πίστης καὶ ἀπὸ τὶς ἠθικολογικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ἑρμηνεῖες τῶν ἐπιστημονικῶν πορισμάτων. Πάντως δὲν μποροῦμε νὰ συζητήσουμε γιὰ τὰ "ἀπολιθωμένα ἐμέσματα τοῦ ἰχθυόσαυρου", χωρὶς πιὸ μπροστὰ νὰ ἐπανεξετάσουμε τὶς θεοπτικὲς καὶ ἀσκητικὲς ἐμπειρίες τῶν Πατέρων, ἀφοῦ, βέβαια, ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴν προκατάληψη, ὅτι τὰ κείμενα ποὺ τὶς περιγράφουν ἀποτελοῦν "ἀσκητικὴ μυθολογία".

ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 2743