Skip to main content

Γιάννη Βαρδακουλᾶ: Τὸ Σαραντάμερο

Ναυπακτιακὰ Ἱστοριογραφήματα

Γιάννη Βαρδακουλᾶ

Γιάννη Βαρδακουλά: Τὸ ΣαραντάμεροἘνῶ ἑτοιμαζόμουνα ν’ ἀρχίσω κάποια ἐργασία μου στή γραφομηχανή καί συμβουλευόμουνα τό ἡμερολόγιό μου, γιά νά ρυθμίσω τό βῆμα προόδου, εἶδα ὅτι σήμερα εἶναι τοῦ Ἁγίου Φιλίππου καί ὁ νοῦς μου στράφηκε σέ παλιές εἰκόνες. Στό Φίλιππο, πού παρ’ ὅ,τι ἦταν τῶν Ἀπόκρεω, αὐτός ἐργαζόταν στό χωράφι κατά τήν παράδοση πού λέει: “Κι ὁ φτωχός ὁ Φίλιππος στό χωράφι ἀπόκρευε....”. Δέν ἦταν βέβαια ἁμαρτία ὅτι Ἀπόκρεω, χρονιάρα ἡμέρα, αὐτός ἔκανε τίς ἀγροτικές ἐργασίες του. Ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, νομοθετική ρύθμιση (Νεαρά 69), ἀπαγόρευε τήν ἐργασία τίς γιορτινές ἡμέρες μόνο στούς “ἐκ τεχνῶν βιούντας”’ οἱ ἀγρότες, ὅπως ὁ Φίλιππος, ἐξαρτώμενοι ἀπό τίς καιρικές συνθῆκες, μποροῦσαν νά ἐργασθοῦν καί κατά τίς ἡμέρες τῆς θρησκευτικῆς ἀργίας. Σοφοί οἱ πρόγονοί μας προέβλεπαν καί τίς ἐξαιρέσεις τοῦ ρυθμιστικοῦ κανόνα, ἐξανθρωπίζοντας ἔτσι τό Δίκαιο.

Γύρισα καί πάλι πίσω, τόσο προσφιλές αὐτό σε μένα, καί θυμήθηκα ὅτι ἀπό τήν ἑπομένη ἀρχίζει τό Σαραντάμερο. Ξύπνησαν μέσα μου οἱ παιδικές καί μαθητικές μου μνῆμες, πού γιά πολλή ὥρα μέ εἶχαν ἀπορροφήσει... Αὐτές τίς στιγμές μέ τήν ὀμορφιά καί τή συγκίνησή τους θά προσπαθήσω ν’ ἀποτυπώσω στή συνέχεια.

Ἤμουν ἀπό ἕνα σπίτι στό ὁποῖο βάραινε ἡ ἐκκλησιαστική ζωή’ μετά τό βραδυνό φαγητό, ἀρκετή ὥρα ἔψαλλε ὁ πατέρας μου καί οἱ ἀδελφές μου’ ἤσαν καί οἱ τρεῖς γλυκόφωνοι, σωστοί καί “παπαδιαμαντικοί” μέ χαμηλούς τόνους’ οἱ προσταγές τῆς Ἐκκλησίας ρύθμιζαν σέ πολλά σημεῖα τή ζωή μας. Ἔτσι βρέθηκα κι ἐγώ ἀπό μικρός ὑπηρέτης στό Ἱερό του ναοῦ καί ἀργότερα χειροθετημένος ἀναγνώστης. Τό τυπικό της Ἐκκλησίας ἦταν ὁ ρυθμιστικός κανόνας ἑνός μέρους τῆς ζωῆς μας, ὑπό τόν ἔλεγχο πάντα του πατέρα, πού ἦταν παπαδοπαίδι...

Ἀπό τήν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Φιλίππου ἀρχίζει τό Σαραντάημερο’ ἀρχίζει ἡ περίοδος τῆς προπαρασκευῆς γιά τά Χριστούγενα μέ νηστεία καί καθημερινό ἐκκλησιασμό. Τό τεσσαρακονθήμερο ἐπαναλαμβάνεται καί σέ ἄλλες ἐκδηλώσεις τοῦ θρησκευτικοῦ μας βίου, ὅπως μεταξύ Χριστουγέννων καί Ὑπαπαντῆς καί τοκετοῦ καί πρώτου ἐκκλησιασμοῦ τῆς λεχώνας.

Ὅταν ἄρχιζε ἡ περίοδος τοῦ Σαραντάμερου, κάθε πρωΐ, στίς τέσσερις τή νύχτα χτυποῦσε ἡ καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἐκκλησιασμό. Ἐπί σαράντα ἡμέρες, καί ἄν ἀκόμη ἤθελα νά κοιμηθῶ περισσότερο, ὁ πατέρας μου μέ ξυπνοῦσε νά τρέξω γρήγορα στήν Ἐκκλησία, γιατί ὁ Ἱερέας, ὁ Παπακάρμας θά μέ περίμενε, γιά νά τόν ὑπηρετήσω. Δέν ὑπῆρχε δυνατότητα ν’ ἀποφύγω, γιατί ὁ πατέρας μου δέν μοῦ τό ἐπέτρεπε ὁποιεσδήποτε καί ἄν ἤσαν οἱ καιρικές συνθῆκες, κρύο ἤ βροχή’ πραγματική πολιτεία στρατοπέδου...Φυσικά, μετά τίς πρῶτες δύο-τρεῖς ἡμέρες συνήθιζα τόσο πού πολλές φορές ξυπνοῦσα πρίν τό “ἐγερτήριο” τοῦ πατέρα μου’ τό εἶχα ἀπό βραδίς ἔγνοια, πού ζυμωνόταν μέ τήν ὕπαρξή μου. Πολλές φορές ἔφτανα πρίν ἀκόμη κατέβει ἀπό τό ἀντικρυνό στήν ἐκκλησία σπίτι τοῦ ὁ Ἱερέας καί τόν περίμενα.

Κι ἄρχιζε σιγά-σιγά ἡ Λειτουργία. Ἡ Ἐκκλησία ἔπλεε στό μισοσκόταδο μέ τά καντήλια πού τρεμούλιαζαν, τά λίγα ἀναμμένα κεριά καί τήν εὐωδία τοῦ μοσχολίβανου, ἐνῶ ὁ ψάλτης, ὁ Κώστας ὁ Κονταξής, πού εἶχε σύζυγο τήν ἀνεψιά τοῦ παλαιότερου Μητροπολίτη Δαυΐδ, ἄρχιζε τίς ψαλμωδίες του, πού τά λόγια τους σέ συνέπαιρναν. Μοῦ ἔχει μείνει ἡ ἠχώ τοῦ “Ἑτοιμάζου Βηθλεέμ, ἤνοικται πάσιν ἡ Ἐδέμ” καί τό ἄλλο μέ τά δοξαστικά του λόγια καί τή θριαμβική του ψαλμωδία “Χριστός γεννᾶται δοξάσατε...”. Στό σύθαμπο τῆς ἐκκλησιᾶς γλιστροῦσαν μιά-μιά οἱ γριές στ’ ἀραδιασμένα στασίδια, στήν ἴδια πάντα θέση, λές καί κάποιοι γέροντες, σκελετωμένοι καλόγεροι, ἔμπαιναν σάν ἀερικά, γιά νά μήν ταράξουν τή θρησκευτική ἐκκλησιαστική γαλήνη.....

Δέν ἔλειπαν ποτέ μαθητές καί μαθήτριες, πού πολλοί κρατοῦσαν στά χέρια τά βιβλία τους, γιατί, σάν σχόλαγε ἡ ἐκκλησιά, παίρναμε τό δρόμο γιά τό Σχολεῖο. Συνήθιζαν νά φέρνουν σιτάρι γιά τίς ψυχές τῶν πεθαμένων, πού σέ μερικές περιπτώσεις ἀποτελοῦσε τό “πρωϊνό” τους. Δέν ἔλειπε, βέβαια, πάντα καί κάποιος καθηγητής. Στό παγκάρι τῆς ἐκκλησιᾶς πάντα παρών ὁ κ. Σχολάρχης, ὁ Φιλόλογος καθηγητής Λαούρδας, πού μέτραγε καί ξαναμέτραγε τίς δεκαροῦλες τοῦ δίσκου καί στή συνέχεια κατέθετε τήν ὅποια εἴσπραξη σέ εἰδικό λογαριασμό στήν Τράπεζα γιά τίς ἀνάγκες καί τούς μισθούς τοῦ ψάλτη καί τοῦ νεωκόρου.

Αὐτές οἱ μνῆμες γυρίζουν πολλές φορές στό μυαλό μου, καθώς τώρα ἐσίγησε ἡ νυκτερινή καμπάνα τοῦ Σαραντάημερου καί ξεθώρισε ἐκείνη ἡ παλαιά παράδοση καί μαζί ἡ νύχτια ἐκκλησιαστική μυσταγωγία, πού ἀπαλλαγμένη ἀπό τή σημερινή “ἐκκοσμίκευση” πληροῦσε μέ εὐωδιά καί χρῶμα τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.

Θά τελειώσω τό ψυχογράφημά μου αὐτό μέ τή στροφή ἀπό ἕνα ποίημα, πού ἀναφέρεται στό Σαραντάημερο καί πολλές φορές αὐτή τήν περίοδο ἀνεβαίνει στά χείλη μου:

Ὤ Νύχτα, νύχτα τῶν ψυχῶν μέ τή μυσταγωγία!
Τοῦ Σαραντάημερου νυχτιά πῶς ἔχεις βουβαθεῖ;
Νά ἦταν τότε ἄραγε ἀλλοιώτικ’ ἡ θρησκεία
ἤ νά’ μοῦν τότε ἄδολο κι ἁγνό μόνο παιδί..;

  • Προβολές: 2633