Skip to main content

Ἀναστασίου Α. Φιλιππίδη: Βιβλιοπαρουσίαση, Ἔθνος καί Ὀρθοδοξία

Βιβλιοπαρουσίαση:

Π. Ματάλας, “Ἔθνος καί Ὀρθοδοξία. Οἱ περιπέτειες μιᾶς σχέσης.

Ἀπό τό “Ἑλλαδικό” στό Βουλγαρικό σχῖσμα”,

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ, 2002.

Ἀναστασίου Α. Φιλιππίδη


Τήν τελευταία εἰκοσαετία χάρη στίς μελέτες τοῦ π. Γ. Μεταλληνού, τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου καί ἄλλων ἐρευνητῶν ἔχει γίνει εὐρύτερα ἀποδεκτή μιά φιλορωμαίϊκη θεώρηση τῆς σχέσης Κράτους - Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας- Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατά τόν 19ο αἰώνα. Σύμφωνα μέ αὐτήν, ἡ σχεδιασμένη ἀπό τόν Φαρμακίδη πραξικοπηματική ἀνακήρυξη τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1833) ἀποτέλεσε τήν πρώτη ἐκδήλωση βαλκανικοῦ ἐθνικισμοῦ κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μοιραία ἄνοιξε τόν δρόμο στήν ἀποστασία τῶν ἄλλων βαλκανικῶν ἐθνικισμῶν, μέ πρώτον τόν βουλγαρικό. Τό Πατριαρχεῖο, διασώζοντας μιά ρωμαίϊκη ἀντίληψη δέν ἀποδέχθηκε τό πραξικόπημα τοῦ 1833 καί καταδίκασε τήν ἀνάλογη βουλγαρική κίνηση τό 1872, καταδικάζοντας ταυτόχρονα τήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ.

Ἡ θεώρηση αὐτή, πού ἔρχεται νά θυμίση σέ ὅλους τους βαλκανικούς λαούς τό κοινό προεθνικιστικό τους παρελθόν, εἶναι ὁπωσδήποτε ἐνοχλητική στίς μέρες μας, ὅταν τά σχέδια τῶν ξένων δυνάμεων προωθοῦν τή διαιώνιση τῶν ἐθνικιστικῶν ἀνταγωνισμῶν στήν περιοχή μας. Ταυτόχρονα, θέτει τούς ἐγχώριους διαφωτιστικούς κύκλους στήν ἀνάγκη νά ἀπολογοῦνται, ἐπειδή ἡ ἐπικράτηση τῶν ἰδεῶν τούς πυροδότησε ἀδιάκοπες τραγωδίες στούς λαούς τῶν Βαλκανίων τόν 19ο καί τόν 20ο αἰώνα. Ἦταν, λοιπόν, ἀναμενόμενο ὅτι θά ἐκδηλωνόταν ἀντίδραση.

Τό βιβλίο τοῦ Π. Ματάλα ἀποτελεῖ μιά σημαντική ἐργασία, μέρος αὐτῆς τῆς ἀντίδρασης. Θά ἦταν ἀδύνατο ἕνας μή εἰδικός νά παρουσιάση ὁλοκληρωμένη κριτική αὐτοῦ του βιβλίου. Πρόκειται γιά μιά ὀγκώδη ἔρευνα σέ ἀρχειακό ὑλικό της ἐποχῆς 1843-1872 (κυρίως ἐφημερίδες καί φυλλάδια), ἡ ὁποία καί μόνο μέ τόν ἀριθμό τῶν παραπομπῶν της, 855, ἀφοπλίζει τόν μέσο ἀναγνώστη. Ὡστόσο, εἶναι ἀμφίβολο ἄν αὐτό τό πλούσιο πρωτογενές ὑλικό στηρίζη τά συμπεράσματα τοῦ συγγραφέα. Ἀντίθετα, σέ πολλές περιπτώσεις τά συμπεράσματα μοιάζουν αὐθαίρετα καί ἀστήρικτα.

Πολύ σχηματικά, ἡ βασική θέση τοῦ συγγραφέα εἶναι ὅτι δέν μπορεῖ νά διαχωριστῆ ὁ “ἑλλαδικός ἐθνικισμός” ἀπό τήν “οἰκουμενική ἀντίληψη τοῦ Πατριαρχείου”, διότι καί τά δύο ἀποτελοῦν ὄψεις τοῦ ἴδιου ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ. Οἱ ὅποιες διαφορές ἐμφανίζονται, ἔχουν ὑπερτονιστεῖ καί συνιστοῦν ἁπλῶς διαφορετικές στρατηγικές πρός τόν ἴδιο σκοπό. Σχολιάζοντας τήν ἄποψη τοῦ π. Γ. Μεταλληνού γράφει: “Κι ὅμως, στήν πραγματικότητα, ἔχει συμβεῖ περίπου τό ἀντιστροφο”. Ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους στόν Φαρμακίδη “ὄχι μόνο δέν ταυτίζεται μέ τόν “ἐθνοφυλετισμό” πού θά καταδικασθῆ τό 1872, ἀλλά, ἀπό μιά ἄποψη, εἶναι τό ἀκριβῶς ἀντιθετο”. (σέλ. 115)

Εἶναι δύσκολο νά παρακολουθήση ὁ ἀναγνώστης τό σκεπτικό του συγγραφέα. Αὐτό πού καταδικάστηκε τό 1872 ἦταν ἡ αἱρετική ἀντίληψη ὅτι τό ποίμνιο μιᾶς περιοχῆς θά ἔπρεπε νά διαχωριστῆ (π.χ. στίς λατρευτικές ἀκολουθίες) ἀνάλογα μέ τήν ἐθνική- φυλετική του προτίμηση, καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή πού μεγάλες μάζες τοῦ πληθυσμοῦ δέν εἶχαν διαμορφώσει ἐθνική συνείδηση. Δέν καταδικάστηκαν οἱ ἰδέες τοῦ Φαρμακίδη, οἱ ὁποῖες ἄλλωστε μεταβλήθηκαν στή διάρκεια τῶν χρόνων ἀπό τό 1830 ὡς τό θάνατό του τό 1859. Ὅπως σημειώνει ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεος, τό πρόβλημα μέ τό ἑλλαδικό αὐτοκέφαλο ἦταν ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀνακηρύχθηκε, δηλαδή ἡ σύγκρουση μέ τό Πατριαρχεῖο, καί ὄχι τό ἴδιο το γεγονός. Καί βέβαια θά μποροῦσε νά δοθῆ ἀπό τό Πατριαρχεῖο στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τό Αὐτοκέφαλο μετά τήν ἀπελευθέρωση, ἀλλά αὐτό ἔγινε κατόπιν συμφωνίας καί μέ ὁμαλές συνθῆκες καί ὄχι μέ βίαιες ἐνέργειες. (“Έθνος καί ἐθνικισμός”, στό “Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί”, σέλ. 201). Αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες εἶχαν ὑπάρξει καί στό παρελθόν, ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ὁρίων καί χωρίς φυλετική βάση (π.χ. Κύπρου, Ἀχρίδος, κλπ.). Αὐτή εἶναι ἡ ὁμοιότητα τῆς ἑλλαδικῆς ἀπόσχισης μέ τήν ἀνακήρυξη τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας καί ὄχι οἱ ὅποιες ἰδέες περί ἔθνους τοῦ Φαρμακίδη καί τῶν βούλγαρων ἐθνικιστῶν.

Προχωρώντας σέ εἰδικότερες παρατηρήσεις θά πρέπη νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ μελέτη δέν ἀποφεύγει τό γενικότερο πρόβλημα τῶν βιβλίων, παραθέτουν μεγάλο ὄγκο ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ, ἀλλά ἀδυνατοῦν νά συνδέσουν αὐτές τίς πρωτογενεῖς πληροφορίες μέ τόν ἐσωτερικό περίγυρο τῆς ἐποχῆς. Ὑπάρχει τελικά ἡ αἴσθηση ἐλλιποῦς πληροφόρησης καί ἀποσιώπησης στοιχείων, τά ὁποῖα θά ὁδηγοῦσαν τόν ἀναγνώστη στό σχηματισμό διαφορετικῆς εἰκόνας ἀπό αὐτήν πού ἐπιβάλλει ὁ συγγραφέας. Ἅς ἀναφέρουμε ὁρισμένα παραδείγματα.

Στήν σέλ. 38-39 τονίζεται ἡ ταξική βάση τῆς ἑλληνικῆς ἐπιχειρηματολογίας στή σύγκρουση μέ τό βουλγαρικό κίνημα. Ὡς ἀπόδειξη παρατίθεται ἡ παρέμβαση τῶν “Γραικών” τῆς Φιλιππούπολης (1871), οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν ἐπέκταση τῆς Ἐξαρχίας στήν περιοχή τους, ὄχι μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι περισσότεροι ἀπό τούς Βουλγάρους, ἀλλά ἐπειδή εἶναι “οἱ πλεῖστοι των ἰδιοκτητών”. Τό ἑλληνικό ἐπιχείρημα ἀκούγεται ἐντελῶς ἀντιδημοκρατικό. Μόνο πού ὁ συγγραφέας ἀποσιωπᾶ τό γεγονός ὅτι ἐκείνη τήν ἐποχή δέν ὑπῆρχε ὁ θεσμός τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας. Ἀκόμη καί στή μητέρα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τή Βρεττανία, ψήφιζαν μόνον οἱ ἰδιοκτῆτες μέχρι τό 1918 (βλ. Σχετικά στοιχεῖα στήν ἰστοσελίδα τῆς Βρεττανικῆς Πρεσβείας στήν Οὐάσιγκτον).

Ἕνα δεύτερο παράδειγμα εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας ἀρχίζει τήν παρουσίαση τοῦ Βουλγαρικοῦ Ζητήματος ἀπό τό 1858 καί μετά, ἐνῶ τό βουλγαρικό ἐθνικό κίνημα εἶχε ἐμφανισθεῖ τουλάχιστον εἴκοσι χρόνια νωρίτερα. Σ’ αὐτά τά εἴκοσι χρόνια συνέβησαν πολλά ἐπιμέρους γεγονότα, ὁρισμένα ἀπό αὐτά τραυματικά γιά κάποιες ἀμφισβητούμενες περιοχές. Χωρίς συνοπτική, ἔστω, ἀναφορά σέ αὐτά, εἶναι δύσκολη ἡ παρακολούθηση τῶν ἀντιμαχόμενων ἐπιχειρημάτων, τά ὁποῖα, προφανῶς, ἀπαντοῦν σέ προγενέστερα ἐπεισόδια. Ἀλλά καί γενικότερα εἶναι παράδοξο νά ἐκδίδεται ἕνα βιβλίο πού ἀναλύει τόν ἑλληνικό ἐθνικισμό, ὅπως ἐκδηλώθηκε στό ζήτημα τοῦ Αὐτοκεφάλου του 1833, καί ἡ μελέτη νά ἀρχίζη ἀπό τό 1834, ἀφοῦ εἶχε ὁλοκληρωθεῖ ὅλη ἡ διαδικασία ἀνακήρυξης τοῦ Αὐτοκεφάλου! Μιά πιό πλήρης μελέτη θά λάμβανε, γιά παράδειγμα, ὑπόψη ὅτι σέ ἀντίθεση μέ τήν συγκρουσιακή λογική του Φαρμακίδη, ὁ Καποδίστριας εἶχε ἀποφασίσει, τόν Αὔγουστο τοῦ 1831, νά στείλη στήν Πόλη τόν Κυνουρίας Διονύσιο “ἴνα γένηται ἡ κανονική ἀναγνώρισις τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας” ὥστε νά “μή πέση ἡ ὑπόθεσις εἰς Φράγκων χείρας, καί τότε ἐχάθημεν”! (Πληροφοριακά, ὁ Καποδίστριας δολοφονήθηκε ἕνα μήνα ἀργότερα).

Ἕνα τρίτο παράδειγμα: Τόν Ἀπρίλιο-Μάϊο 1872 ἐκλέγεται, χωρίς τήν ἔγκριση τοῦ Πατριαρχείου, ὁ πρῶτος Βούλγαρος ἔξαρχος. Παρατίθενται ἀλλεπάλληλα δημοσιεύματα τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπό τά ὁποῖα ἀφήνεται νά ἐννοηθῆ ὅτι οἱ ἑξαρχικοί προέβαιναν σέ σειρά προκλητικῶν ἐνεργειῶν (σέλ.300). Ὁ συγγραφέας ὅμως δέν ἀναφέρει πουθενά ποιές ἦταν αὐτές οἱ ἐνέργειες. Ἔτσι ὁ ἀναγνώστης μένει στό σκοτάδι γιά τήν αἰτία τῆς ἀντίδρασης τῶν πατριαρχικῶν, δέν μπορεῖ νά τήν δικαιολογήση, καί τελικά του φαίνεται γελοία.

Παρά τό ἐπιστημονικό καί οὐδέτερο ὕφος τοῦ βιβλίου, ὁ συγγραφέας λαμβάνει σαφεῖς θέσεις. Ὑπέρ τοῦ Φαρμακίδη, γιά παράδειγμα. Εἶναι ἐνδεικτικό ὅτι ἡ ἀφήγηση γιά αὐτόν κλείνει μέ μιά μαρτυρία τοῦ 1859, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ βαθύτερη αἰτία τῆς σύγκρουσής του μέ τόν Κ. Οἰκονόμο “ὑπῆρξεν ἡ ἄκρατος φιλοπατρία τού” σέ ἀντίθεση μέ τόν Οἰκονόμο πού “ὑπῆρξε θιασώτης τῆς ρωσσικῆς πολιτικής” (σέλ. 131). Ὁ συγγραφέας δέν υἱοθετεῖ γνῶμες, ἁπλῶς τίς παραθέτει. Ἐπιλεκτικά. Ὁ ἀναγνώστης δέν θά βρῆ, ἅς ποῦμε, κάποια θετική καταληκτική γνώμη γιά τόν Οἰκονόμο ἤ τόν Παπουλάκο. Γιά τόν τελευταῖο παρατίθενται ἕνα θετικό καί δώδεκα ἀρνητικά ἀποσπάσματα ἐφημερίδων τοῦ 1851-52 (σέλ. 99-104). Ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας δέν ἐκφέρει κρίση. Ὑπάρχουν, ὅμως, καί πιό ἔντεχνοι τρόποι νά ὑποβάλη τήν κρίση του στόν ἀναγνώστη.....

Τό ὅλο πνεῦμα τοῦ συγγραφέα γίνεται φανερό πρός τό τέλος. Στή σέλ. 337, ἀφοῦ ὁλοκληρώσει τήν περιγραφή τοῦ Βουλγαρικοῦ σχίσματος, ὁ Ματάλας γράφει “Τό σχίσμα δέν εἶναι μιά ἀκόμη συμβολική καταδίκη, δέν εἶναι μιά ἁπλή προειδοποίηση, δέν γίνεται γιά τυπικούς δογματικούς λόγους. Εἶναι, συνειδητά, ἡ κήρυξη ἑνός πολέμου πού πρόκειται νά κρατήση δεκατίες (...) ἑνός πολέμου στόν ὁποῖο τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ὁ “Ἑλληνισμός” θά προσπαθήσουν νά κρατήσουν ἤ νά ἐπαναποκτήσουν τό “ποίμνιό” τους μέ ὅπλο τήν ἀπειλή τῆς θρησκευτικῆς καταδίκης”. Ἔχουν γραφεῖ πολλά κατά τοῦ Πατριαρχείου ἀνά τούς αἰῶνες, ἀλλά τό ὅτι ἡ καταδίκη του ἐθνοφυλετισμοῦ τό 1872 ἀποτελοῦσε συνειδητή κήρυξη πολέμου διεκδικεῖ ἀσφαλῶς βραβεῖο πρωτοτυπίας.

Δέν χρειάζεται νά ἀναφέρουμε ὁρισμένες ἄλλες παρατηρήσεις τοῦ συγγραφέα πού ἀκούγονται ἁπλῶς παράδοξες, ὅπως, π.χ. στίς σέλ. 137-138, ὅπου διαβάζουμε ὅτι μέ τίς πρῶτες θετικές περί (ἀρχαίων) Μακεδόνων κρίσεις πού διατύπωσε ὁ Κ. Οἰκονόμος τό 1844, ἐκίνησε “ἡ ἱστορική συμφιλίωση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ”.

Γιά νά εἴμαστε δίκαιοι, τό βιβλίο προσφέρει ὁπωσδήποτε ἀρκετά χρήσιμα στοιχεῖα. Ἀνάμεσά σε αὐτά βρήκαμε κάτι, πού ἴσως δέν εἶναι εὐρέως γνωστό. Ἀρκετοί Βούλγαροι, πού ἔπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στό ἐθνικό τους κίνημα, εἶχαν σπουδάσει στό Σχολεῖο τοῦ (καταδικασμένου ὡς αἱρετικοῦ ἀπό τήν Ἐκκλησία) Θ. Καΐρη στήν Ἄνδρο, τή δεκαετία τοῦ 1830. Ἀνάμεσά τους ὁ Ἰλαρίων Μακαριουπόλεως (πρῶτος Βούλγαρος τιτουλάριος ἐπίσκοπος στήν Κωνσταντινούπολη τό 1858), ὁ Τσομάκωφ, κλπ. Στά γραπτά τους ἀναγνωρίζουν οἱ ἴδιοι “τή μεγάλη ἐπιρροή πού ἄσκησαν σέ ὅλους τους οἱ ἰδέες τοῦ Καΐρη, καθώς καί τό σημαντικό ρόλο πού ἔπαιξαν στή διαμόρφωση τοῦ πατριωτισμοῦ τους”. (σέλ.191). Δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξη καλύτερη ἀπόδειξη γιά τήν ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ αἵρεση δέν ἀποτελεῖ ἁπλό δογματικό πρόβλημα, ἀλλά ὁδηγεῖ, ἀργά ἤ γρήγορα, σέ καταστροφικές συνέπειες (ἀκόμη καί) σέ κοινωνικό καί ἐθνικό ἐπίπεδο.

Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον στοιχεῖο εἶναι ἡ, ὄχι χωρίς ἔκπληξη, διαπίστωση τοῦ συγγραφέα ὅτι “ὁ περίφημος ἐναγκαλισμός Κράτους- Ἐκκλησίας ἐκίνησε (τό 1833) ὡς ἀποτέλεσμα ὄχι μιᾶς “ἀντιδραστικής”, ἀλλά μιᾶς “ἐκσυγχρονιστικής” πολιτικής”. (σέλ. 49).

Μέ περιορισμένη κριτική ἀπό ἕναν μή εἰδικό δέν θά μποροῦσε σίγουρα νά θεωρηθῆ ἀντάξια του κόπου τοῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἔχει κάνει ἐξαντλητική διερεύνηση καί ἔχει προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες καί διευκρινίσεις γιά τούς μελλοντικούς ἐρευνητές. Ἀσφαλῶς ἡ σχέση Ἔθνους-Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἕνα ὑπεριστορικό φαινόμενο, ὅπως τό παρουσίαζε μέχρι πρόσφατα μιά συντηρητική ἰδεολογία, ἡ ὁποία ἐξυπηρετοῦσε περισσότερό το Κράτος παρά τήν Ἐκκλησία. Ἐξελίχθηκε μέσα στόν ἱστορικό χρόνο καί ὑπέστη διάφορες μεταμορφώσεις. Τό “Ἔθνος καί Ὀρθοδοξία” εἶναι ἕνα βιβλίο πού προωθεῖ τήν ἔρευνα γύρω ἀπό αὐτό τό θέμα καί ἀποτελεῖ πρόκληση γιά ὅσους ἔχουν ὡς τώρα διαφορετικές ἀπόψεις νά ἀπαντήσουν μέ ἐξίσου τεκμηριωμένο τρόπο.-

  • Προβολές: 2757