Skip to main content

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ μηνός: Ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοπας, 28 Αὐγούστου

Πρωτοπρεσβύτερου π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοπας, 28 ΑὐγούστουὉ ἅγιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοπας εἶναι δημιούργημα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας. Παραστρατημένος ἀπό μικρός καί ὕστερα ἀρχηγός συμμορίας ληστῶν γιά ἀρκετά χρόνια, ἦλθε σέ συναίσθηση, μετενόησε γιά τά ἐγκλήματά του καί τελικῶς βρῆκε τόν δρόμο τῆς ἁγιότητος.

Ἦταν ἀγορασμένος δοῦλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Εἶχε χαρακτήρα σκληρό καί δύστροπο καί καθημερινά δημιουργοῦσε πολλά προβλήματα, ὥσπου τό ἀφεντικό τοῦ ἀγανάκτησε καί τόν πέταξε στόν δρόμο. Ὁ Μωϋσῆς βρῆκε καταφύγιο σέ μιά ληστοσυμμορία καί μέ τήν τεράστια σωματική του δύναμη δέν ἄργησε νά ἐπιβληθῆ καί νά γίνη ὁ ἀρχηγός της. Κάποτε, κηνυγημένος ἀπό τά ὄργανα τῆς ἐξουσίας, γιά τά πολλά του ἐγκλήματα, πῆγε νά κρυφτῆ βαθειά στήν ἔρημο ὅπου ζοῦσαν οἱ πιό ὀνομαστοί ἀσκητές. Ἡ συναναστροφή του μέ τούς ἁγίους τόν ἔκανε σιγά - σιγά νά ἡμερεύση. Τόν ἐπεσκίασε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, γιατί ἡ μετάνοια εἶναι ὥρα Χάριτος, μαλάκωσε ἡ καρδιά του, μετενόησε πραγματικά καί ζήτησε τήν λύτρωση. Ἡ ἀλλαγή τοῦ ἦταν ριζική καί σέ σύντομο χρονικό διάστημα ἔφτασε στά μέτρα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς ἐρήμου. Μετά τό βάπτισμα ἀξιώθηκε νά λάβη καί τήν Χάρη τῆς Ἱερωσύνης. Σέ ἡλικία 75 ἐτῶν ἔφυγε ἀπό τήν πρόσκαιρη αὐτή ζωή μέ τρόπο βίαιο καί μαρτυρικό. Εἰδωλολάτρες ληστές εἰσέβαλαν στό σπήλαιο πού ἀσκήτευε καί τόν σκότωσαν μέ μαχαίρια. Καί στό σημεῖο αὐτό ἐπαληθεύθηκε, γιά ἄλλη μιά φορά, ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Ἀπόστολο Πέτρο: “πάντες γάρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρα ἀπολούνται” (Ματθ. κστ, 52).

Οἱ δύο μεγάλες ἀρετές πού τόν κοσμοῦσαν ἦταν ἡ ἀληθινή μετάνοια καί ἡ βαθειά ταπείνωση. Μέχρι τήν τελευταία του ἀναπνοή “ἔκλαιε πικρώς” γιά τίς ἁμαρτίες του καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό τοῦ κατώτερο ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀπό αὐτήν τήν ἄλογη κτίση. “Η συναίσθησις τῆς ἁμαρτίας ἠμῶν εἶναι μέγα δῶρον τοῦ Οὐρανοῦ, μεγαλύτερον καί τῆς ὁράσεως τῶν ἀγγέλων... Ἡ μετάνοια εἶναι ἀνεκτίμητον δῶρον πρός τήν ἀνθρωπότητα... Διά τῆς μετανοίας συντελεῖται ἡ θέωσις ἠμῶν. Τοῦτο εἶναι γεγονός ἀσυλλήπτου μεγαλείου” (Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σέλ. 40 καί 46). Ὁ Μωϋσῆς ἀξιοποίησε κατά τόν καλύτερο τρόπο τό ἀνεκτίμητο αὐτό δῶρο καί ἔφθασε στήν θέωση, στήν ὅραση τοῦ Θεοῦ.

Ἀρκετά περιστατικά ἀπό τόν βίο καί τήν πολιτεία τοῦ φανερώνουν τήν ριζική ἀλλαγή τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του. Ἄλλωστε αὐτό σημαίνει μετάνοια. Ἀλλαγή τρόπου σκέψης καί τρόπου ζωῆς. Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ἕνα ἀπό αὐτά: “Κάποτε, τέσσερεις ληστές, παλιοί σύντροφοί του, μπῆκαν στήν καλύβα του γιά νά τήν ληστέψουν, χωρίς νά φαντάζονται ποιόν μποροῦσαν νά βροῦν μέσα. Ὅταν τόν εἶδαν σάστισαν. Ἐκεῖνος, μέ μεγάλη εὐκολία, τούς ἐπίασε, τούς ἔδεσε καί τούς ὠδήγησε στήν συνάθροιση τῶν Γερόντων καί τούς ἐρώτησε νά τοῦ ποῦν τί πρέπει νά κάνη μέ τούς ληστές, λέγοντας συγχρόνως: ‘’Σέ μένα δέν ἁρμόζει πιά νά τιμωρήσω ἄνθρωπον’’” (Γεροντικόν, Ἔκδ. Ρηγοπούλου, σέλ. 111).

Ἡ μετάνοια δέν εἶναι μιά στατική κατάσταση, ἕνα γεγονός τῆς στιγμῆς, ἀλλά εἶναι μιά δυναμική πορεία ζωῆς. Εἶναι ὁ αἱματηρός ἀγώνας γιά τήν μεταμόρφωση τῶν παθῶν καί τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰσθητά μέσα σέ ὅλη τήν ὕπαρξη.

Ἡ μεγαλύτερη ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν πτώση του στήν ἁμαρτία εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ρίζα ὅλων των κακῶν καί ἡ αἰτία ὅλων των συγκρούσεων καί τῶν πολέμων. “Η ὑπερηφανία εἶναι ἡ ζοφώδης ἐκείνη ἄβυσσος ἐν τῇ ὁποία ἐβυθίσθη ὁ ἄνθρωπος διά τῆς πτώσεως... Ἡ ὑπερηφανία εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ κακοῦ, ἡ ρίζα πάσης τραγωδίας, ὁ σπορεύς τοῦ μίσους, ὁ ἀφανιστῆς τῆς εἰρήνης... Ἡ ὑπερηφανία εἶναι ἐκεῖνο τό σκότος τό ἐξώτερον, ἐν τῷ ὁποίω διαμένων ὁ ἄνθρωπος ἀποχωρίζεται ἀπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης” (Ἀρχιμ. Σωφρονίου, ἔνθ’ ἀνωτ. σέλ. 46). Ἡ βίωση τῆς εἰλικρινοῦς μετάνοιας ἑλκύει τήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μεταμορφώνει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ ἄνθρωπος ἀποβάλλει τήν ὑπερηφάνεια καί ἀποκτᾶ τήν ὑψοποιό ταπείνωση, ἡ ὁποία συνδέεται στενά μέ τήν αὐτομεμψία ἤ πρωτολογία. Δηλαδή, ἀσχολεῖται κανείς μόνον μέ τά δικά του σφάλαματα καί τίς δικές του ἁμαρτίες. Μέμφεται καί κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του, λέγει τόν πρῶτο λόγο ἐναντίον τοῦ ἐαυτοῦ του καί ἔτσι δέν τοῦ κακοφαίνεται ὅταν τόν κατηγοροῦν καί τόν προσβάλλουν οἱ ἄλλοι.

Ὁ ὅσιος Μωϋσῆς συνήθιζε νά λέγη: “Ὅταν ἀπασχολής τόν νοῦ σου μέ τίς δικές σου ἁμαρτίες, δέν θά σού μένη καιρός νά παρακολουθῆς τά σφάλματα τῶν ἄλλων”. Χαρακτηριστικό της βαθειᾶς του ταπείνωσης εἶναι καί τό ἀκόλουθο περιστατικό. “Την ἡμέρα πού τόν χειροτονοῦσε Πρεσβύτερο ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί μάλιστα τήν ὥρα πού τοῦ φοροῦσε τά ἱερά ἄμφια τοῦ εἶπε φιλικά ὅτι ἔγινε λευκός σάν περιστέρι. Ὁ Μωϋσῆς ἐρώτησε ταπεινά τόν Πατριάρχη ἄν κρίνη ἀπό τό ἐξωτερικό ἤ τό ἐσωτερικό, ἐπειδή καί τά ἄμφια ἤσαν λευκά. Ὁ Πατριάρχης θέλοντας νά τόν δοκιμάση ἄν ἔχει πραγματική ταπείνωση, εἶπε κρυφά στούς κληρικούς νά τόν διώξουν ἀπό τό σκευοφυλάκιο. Ἔτσι, ὅταν παρουσιάστηκε ἐκεῖ μετά τήν θεία Λειτουργία, τόν ἔδιωξαν ἀποκαλώντας τόν ἀράπη. Ὁ Μωϋσῆς ἔφυγε ἀμέσως χωρίς καμμιά ἀντιλογία. Ἕνας ἀπό αὐτούς, πού τόν ἀκολούθησε κρυφά γιά νά δή ἄν τοῦ κακοφάνηκε, τόν ἄκουσε νά μονολογῆ μεμφόμενος τόν ἑαυτό του: ‘’Καλά σου κάνανε, σποδόδερμε μελανέ’’. Ἀφοῦ δέν εἶσαι ἄνθρωπος, τί γυρεύεις μέ τούς ἀνθρώπους;” (Γεροντικόν, σέλ. 252 -253).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τόν τρόπο ζωῆς πού προσφέρει μεταμορφώνει καί μετασκευάζει τά τσακάλια καί τούς λύκους σέ πρόβατα καί ἀρνία ἄκακα. Μεταβάλλει τούς ὑπερηφάνους σέ ταπεινούς, τούς πόρνους καί μοιχούς σέ σώφρονες, τούς φονιάδες, τούς τρομοκράτες καί τούς ληστές σέ Ὁσίους.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 3081