Skip to main content

Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Μείωση τῆς ἕλξης

Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Σύμφωνα μέ στατιστικές ἔρευνες ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει νά συγκεντρώνη τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀπό τούς θεσμούς πού κρατοῦν ἀκόμη τό κύρος τους. Αὐτή εἶναι μιά αἰσιόδοξη ματιά στή σύγχρονη ἑλληνική πραγματικότητα, ἡ ὁποία, ὅμως, δέν πρέπει νά μᾶς ἱκανοποιῆ καί, προπαντός, δέν πρέπει νά μᾶς ὁδηγῆ σέ ἐφησυχασμό. Διότι οἱ στατιστικές αὐτοῦ του εἴδους δέν μᾶς λένε ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια γιά τήν πραγματική σχέση τοῦ λαοῦ μέ τήν Ἐκκλησία, γιά τήν γνησιότητα καί τήν βαθύτητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἄλλωστε, ἡ βαθύτητα καί ἡ γνησιότητα δέν εἶναι μετρήσιμα μεγέθη, ὁπότε βρίσκονται ἔξω ἀπό τίς ἀναλύσεις τῶν στατιστικολόγων.

Ἀπό τήν προσωπική ἐπικοινωνία μας μέ ἀνθρώπους πού βρίσκονται στόν “περιβολο” τῆς Ἐκκλησίας, μέ καλή διάθεση γιά τά “πνευματικά”, ἀλλά πού δέν ἔχουν εἰσέλθει ἀκόμη στόν “κυρίως Ναό” ἤ ἔστω στό “Νάρθηκα”, διαπιστώνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὅπως προβάλλεται ἰδιαίτερά τα τελευταῖα χρόνια, ἔχει χάσει πολλή ἀπό τήν ἑλκτική της δύναμη. Τό ὀρθό, βέβαια, εἶναι ὅτι ὁ τρόπος τῆς προβολῆς τῆς ἀποκρύπτει τό θελκτικό της πρόσωπο... Αὐτό εἶναι μιά πικρή ἀλήθεια πού πρέπει νά ἀποδεχθοῦμε καί νά μελετήσουμε.

Στή συνέχεια θά ὑπογραμμίσω καί θά διευκρινίσω ὁρισμένα πράγματα πού εἶναι σχετικά μέ τό παραπάνω θέμα.

1. Εἶναι φανερό ὅτι τό προβαλλόμενο συνήθως ἀπό τά Μ.Μ.Ε. ὡς Ἐκκλησία δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἄν λάβουμε ὑπόψη μᾶς τήν κρατοῦσα νοοτροπία στήν ἐπιλογή καί προβολή τῶν εἰδήσεων ἀπό τούς τηλεοπτικούς σταθμούς, κυρίως τούς ἰδιωτικούς, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ δράση τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά γίνη εἴδηση στά Μ.Μ.Ε.. Ἡ εἴδηση γιά νά προκαλῆ ἐνδιαφέρον πρέπει νά ἔχη σκάνδαλο, ἀπάτη, νά προκαλῆ ἔντονη συζήτηση ἀπό τά τηλεοπτικά παράθυρα. Δέν μπορεῖ νά ἐκφράζη τήν ἤρεμη καθημερινότητα, τήν ἁπλότητα πού κατευνάζει τά πάθη, τήν ἐπιθυμία τῆς ἡσυχίας, τήν ἄσκηση στήν ἀνιδιοτέλεια, τήν ἔμπνευση γιά προσευχή. Θά εἴμασταν ἀφελεῖς ἄν περιμέναμε τέτοιες παρουσιάσεις ἀπό τά δελτία εἰδήσεων. Δέν συμφέρει στούς σταθμούς. Γι’ αὐτό εἶναι ἐπικίνδυνη ἐπιλογή το νά ἐπιδιώκουμε τήν συχνή παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στά δελτία εἰδήσεων. Ἐκεῖ δέν περνάει αὐτό πού θέλουμε ἐμεῖς, ἀλλά αὐτό πού θέλουν οἱ ὑπεύθυνοί των εἰδήσεων, οἱ ἄνθρωποι πού ξέρουν τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἀγορᾶς τους. Εἶναι γνωστό ὅτι αὐτό πού μένει στόν τηλεθεατή δέν εἶναι τό μήνυμα, γιά παράδειγμα, τοῦ κηρύγματος πού πιθανῶς προβάλλεται, ἀλλά ἡ ὑπόνοια τοῦ δημοσιογράφου γιά τό ποιούς στηλιτεύει ὁ ὁμιλητῆς, ὥστε νά δημιουργηθοῦν κατόπιν σενάρια γιά ἐντάσεις στά ἐκκλησιαστικά πράγματα

Ἐκτός ἀπό τά δελτία εἰδήσεων, ἡ πολύ συχνή παρουσία τῆς Ἐκκλησίας γενικότερα στά Μ.Μ.Ε. νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς αἰτίες πού μειώθηκε ἡ ἑλκτική της δύναμη. Δέν θά ὑπῆρχε πρόβλημα ἄν ἐπιδιωκόταν ἡ παρουσία της σέ συζητήσεις ποιότητος, μέ σοβαρούς συνομιλητές καί ἔμπειρους ἐκπροσώπους της. Δυστυχῶς, ὅμως, τελευταία συμβαίνει τό ἀκριβῶς ἀντίθετο, μέ ἀποτέλεσμα ἄνθρωποι πού δέν τήν προσεγγίζουν προσωπικά νά ἀποκτοῦν μιά λανθασμένη ἐντύπωση γι’ αὐτήν. Κι ἀκόμη αὐτοί πού ξεκίνησαν ἕνα διάλογο μαζί της – αὐτοί πού κινοῦνται στόν “περιβολό” της– ἀπογοητεύονται καί ψυχραίνονται.

2. Ὁρισμένοι σύγχρονοι τρόποι προσέγγισης τῶν νέων, πού εἶναι προσαρμοσμένοι στίς ἀπαιτήσεις τοῦ σύγχρονου φιλοθεάμονος κοινοῦ, ἀφήνουν πεινασμένο τόν κόσμο πού θέλει τήν ποιότητα. Ὅταν οἱ προτάσεις πού ἔχουμε γιά τήν ποιμαντική των νέων βασίζονται στήν ἔρευνα τῆς ἀγορᾶς καί ὄχι πρωταρχικά στήν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων, τότε δέν εἶναι δυνατό νά περάσουμε στόν κόσμο τό πράο καί ταπεινό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού “ἐκένωσεν ἐαυτόν γενόμενος ἀνθρωπος”. Ἡ τεχνική του θεάματος δέν μπορεῖ νά συνυπάρχη μέ τήν εὐαγγελική ταπείνωση. Καί δέν πρέπει νά παραθεωροῦμε τό γεγονός ὅτι ὅσοι ἑλκύονται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἑλκύονται ἀπό τό “ταπεινό πνεύμα”, τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, τήν ἀπερίτεχνη ὀρθόδοξη διδαχή καί τήν δύναμη τῆς προσευχῆς κάποιων ἁγιασμένων μορφῶν, πού ἀποστρέφονται (καί φοβοῦνται) τήν τιμή τοῦ κόσμου, καθώς καί τίς ἐπιδείξεις προοδευτικότητας ἤ ποιμαντικῆς πρωτοτυπίας. Ἡ προβολή ποιμαντικῶν δραστηριοτήτων, πού εἶναι ἄσχετες μέ τό “ταπεινό πνεύμα” τῶν Πατέρων μας, ἐξασθενίζει τήν μεγάλη ἑλκτική δύναμη τῆς Ἐκκλησίας.

3. Τέλος πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ πραγματική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Ἐκκλησία εἶναι γνωστή μόνο στόν Θεό, γιατί ἀναπτύσσεται “ἐν τῷ κρυπτώ”. Εἶναι μιά σχέση καρδιακή, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα πού δημιουργοῦμε στόν ἐσωτερικό μας κόσμο. Πιό εἰδικά ἡ σχέση αὐτή συνδέεται μέ τήν “ρύθμιση” τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς σύμφωνα μέ τήν “νομοθεσία” τοῦ Εὐαγγελίου, διατηρεῖται δέ μέ τήν ἀνύστακτη περιφρούρηση τῆς καρδιᾶς ἀπό τίς ἐπιθέσεις “εἰσβολέων” λογισμῶν, κι ἀκόμη, ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ὀρθή στάση τοῦ νοῦ ἀπέναντι στήν “ἀπειρία” καί τήν “ἀκαταληψία” τοῦ Θεοῦ καί τήν ὀρθή πίστη στήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ, καθώς καί στόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἡ ἐσωτερική καρδιακή σχέση μένει σέ μιά κατά τό δυνατόν ἀδιατάρακτη σταθερότητα ὅταν γνωρίζουμε νά “διαχειριζόμαστε” τίς ἐσωτερικές μας “κρίσεις”. Θά μποροῦσε κανείς νά πῆ ὅτι ὅλη ἡ ἀγωγή τῆς Ἐκκλησίας ἀποβλέπει στό νά ἀποκτήσουμε πείρα στήν ἐπιτυχῆ διαχείριση τῶν ἐσωτερικῶν μας κρίσεων. Τό πῶς, δηλαδή, θά ἰσορροπῆ ὁ νοῦς μᾶς μέσα στήν ἐξέγερση ταραχοποιῶν λογισμῶν• τό πῶς θά διατηρῆ ἡ ψυχή τήν προσευχητική τῆς διάθεση, ὅταν δέν ἀρδεύεται ἀπό ἐμπνεύσεις τῆς χάριτος• τό πῶς θά εἶναι ἐνεργοῦσα μέσα μας ἡ θεολογική μας προοπτική, ὅταν πνιγόμαστε ἀπό καθημερινά βιοτικά προβλήματα.

Εἶναι φανερό ὅτι τό “πώς” αὐτῆς τῆς ἐσωτερικῆς καλλιέργειας διδάσκεται ἀπό τήν ἁγιογραφική καί πατερική μας παράδοση, ἰδιαίτερα ἀπό τούς λεγόμενους νηπτικούς φιλοκαλικούς Πατέρες. Δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν Ἐκκλησία ἔξω ἀπό αὐτή τήν διδαχή. Δέν εἶναι δυνατό νά ζήση κανείς τήν Ἐκκλησία παραθεωρώντας αὐτή τήν “κουλτούρα τῆς καρδιάς”. Ὅταν μέ τόν τρόπο τῆς δράσης μᾶς διαβάλλουμε τόν ἡσυχασμό ὡς “συντηρητισμό”, ὅταν αὐτούς πού θέλουν νά συνταχθοῦν μέ τό πνεῦμα τοῦ τούς θεωροῦμε “δυστυχισμένους” – γιατί νομίζουμε ὅτι ἀρνοῦνται τίς “μικροχαρές” τῆς ζωής– εἶναι φανερό ὅτι τότε ὁδηγοῦμε τούς ἀνθρώπους σέ “ὑποκατάστατο” τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι στήν Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Ἡ “ἐπιστήμη τῶν λογισμών” – ἡ “κουλτούρα τῆς καρδιάς” κατά τόν π. Σωφρόνιο– δέν εἶναι πλεονέκτημα μονάχα τῶν μοναχῶν, ἀλλά ὅλων των βαπτισμένων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Χριστός ἐπικέντρωσε τήν προσοχή μας στόν ἔσω ἄνθρωπο. Αὐτός μας εἶπε νά προσέχουμε τήν “καρδιά” μας, γιατί ἀπό αὐτήν “ἐξέρχονται” ὅλοι οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί.

Εἶναι γνωστό ὅτι καί οἱ “κοσμικότεροι” ἄνθρωποι ξέρουν ὅτι ἡ σχέση μέ τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία εἶναι μιά σχέση ἐσωτερική, μιά σχέση πού δέν μπορεῖ νά ἐποπτεύση κανένας ἐξωτερικός παρατηρητής. Βέβαια, αὐτή ἡ ἐσωτερικότητα χρησιμοποιεῖται πολλές φορές ὡς ὑπεκφυγή, προκειμένου νά παρακάμψουν ὁρισμένοι τήν κριτική πού τούς γίνεται – ἀπό ἀδιάκριτους εὐσεβεῖς φίλους ἤ ἀπό διακριτικούς ποιμένες– γιά τήν ἀπουσία βασικῶν ἐξωτερικῶν ἐκδηλώσεων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὅπως εἶναι, γιά παράδειγμα, ὁ ἐκκλησιασμός τῆς Κυριακῆς. Ὅμως, δυστυχῶς, αὐτή ἡ ἐσωτερικότητα καί ἡ “νοερά ἄθληση” παραθεωρεῖται ἀπό ὁρισμένους πού θά ἔπρεπε, λόγω σχήματος, νά εἶναι οἱ θερμοτεροι καί αὐθεντικότεροι ἐκφραστές της.

Εὐτυχῶς, ὅμως, πού ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνθρώπινη ὀργάνωση. Εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ πού συγκροτεῖται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅσο καί ἄν κοπιάζουμε νά τροποποιήσουμε τήν μορφή του δέν καταφέρνουμε νά τό ἀλλοιώσουμε. Παραμορφώνουμε μόνο τόν ἑαυτό μας καί ὅσους μᾶς ἀκολουθοῦν. Αὐτό μένει ἀκέραιο γιά ὅσους ἐπιθυμοῦν τήν αὐθεντική του μορφή.

ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 2809