Skip to main content

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ὁ ἡσυχαστικός μοναχισμός τοῦ Μ. Βασιλείου (Β')

(Συνέχεια ἀπό:  Ὁ ἡσυχαστικός μοναχισμός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (Α'))

2. Ἡ ἀσκητική ζωή κατά τόν Μ. Βασίλειο

Ἔχοντας ὁ Μ. Βασίλειος τέτοιες ἐμπειρίες ἦταν ἀδύνατον ὅταν ἔγινε Πρεσβύτερος καί ἀργότερα Ἐπίσκοπος νά μήν ἀγαπᾶ τούς μοναχούς καί τήν μοναχική ζωή. Ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἀγάπη διασώζεται στά ἀσκητικά του συγγράμματα, ὅπως στήν «ἀσκητικήν προδιατύπωσιν», τούς τρεῖς ἀσκητικούς λόγους (Α’, Β’, Γ’), τόν λόγο «περί ἀσκήσεως», στούς «ὅρους κατά πλάτος» (Α’, καί Β’), «τούς ὅρους κατ’ ἐπιτομήν» καί τίς «ἀσκητικές διατάξεις». Μέσα σέ ὅλα αὐτά ὑπάρχει πλούσιο ὑλικό, πού δείχνει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ μοναχισμός, ποιοί εἶναι οἱ ἀληθινοί μοναχοί καί πῶς πρέπει νά ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία.

Βεβαίως στά ὅσα θά ἀκολουθήσουν δέν θά κάνουμε πλήρη ἀνάλυση τῶν ἀπόψεων τοῦ Μ. Βασιλείου γιά τόν μοναχισμό καί τούς μοναχούς, ἀλλά θά περιορισθοῦμε στόν ἐντοπισμό μερικῶν σημείων ἀπό τούς ἀσκητικούς λόγους ἤτοι ἀπό τήν «ἀσκητικήν προδιατύπωσιν», τούς τρεῖς ἀσκητικούς λόγους (Α’, Β’, Γ’) καί τόν λόγο περί ἀσκήσεως.

Α) ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν Του. Ὅμως μέ τήν ἁμαρτία πού διέπραξε ἀχρείωσε τό κάλλος τῆς εἰκόνος, ἀφοῦ ἤλκυσε τήν ψυχή στίς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες. Ἔτσι, ὁ Θεός πού δημιούργησε τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή, γι’ αὐτόν τόν λόγο καί ὁ ἄνθρωπος πού ἔχασε τήν ὁμοιότητα πρός τήν ζωή «ἀπώλεσε τήν πρός τήν ζωήν οἰκειότητα». Αὐτός πού ζῆ ἔξω ἀπό τόν Θεό εἶναι ἀδύνατον νά ζήση χωρίς τήν μακαρία ζωή. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχουμε ἔργο νά ἐπανέλθουμε στήν Χάρη πού εἴχαμε στήν ἀρχή, νά καλλωπίσουμε τήν εἰκόνα μέ τήν ὁμοίωση, διά τῆς ἀπαθείας. Μέ τήν ἀπάθεια ἀποκτοῦμε ἐκ νέου τήν εἰκόνα, καί ἡ ὁμοιότητα μέ τόν Θεό μᾶς χαρίζει τήν ἀτελεύτητη ζωή. Ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ὁ ἄνθρωπος θά πρέπη νά ἀγωνισθῆ γιά νά μετέχη τῆς θείας μακαριότητος.

Αὐτό εἶναι τό θεωρητικό καί θεολογικό πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο ἐντάσσει ὁ Μ. Βασίλειος τήν μοναχική ζωή. Καί βέβαια, διδάσκει ὅτι αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τήν παρθενία. «Τῆς δέ τοιαύτης σπουδῆς συνεργός ἐστιν ἡ παρθενία τοῖς κατά λόγον μετιούσι τοῦτο τό χάρισμα». Πρόκειται περί χαρίσματος πού γίνεται συνεργός στήν ἐπαναφορά τοῦ ἀνθρώπου στό ἀρχαῖο κάλλος, ἀλλά σέ ἐκείνους ὅμως πού μετέρχονται τό χάρισμα αὐτό κατά λόγον.

Βεβαίως ὁ Μ. Βασίλειος δέν ἰσχυρίζεται ὅτι μόνον ἐκεῖνοι πού ἐξασκοῦν τήν παρθενία ἀξιώνονται τῆς εὑρέσεως τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καί τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό, γιατί κάτι τέτοιο θά ἦταν ἀναίρεση ὅλης της εὐαγγελικῆς καί πατερικῆς ζωῆς, δηλαδή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀντίθετα διδάσκει ὅτι ὁ Θεός πού φροντίζει γιά τήν σωτηρία μᾶς «εἰς δύο διεῖλε βίους τήν τῶν ἀνθρώπων διαγωγήν, συζυγίαν λέγω καί παρθενίαν». Ἐκεῖνος πού δέν δύναται νά ὑπομείνη τόν ἀγώνα τῆς παρθενίας θά πρέπη νά συνοικῆ μέ γυναίκα καί βέβαια θά τοῦ ζητηθῆ λόγος σωφροσύνης καί ἁγιασμοῦ καί τό κατά πόσον ὁμοιάζει μέ ἁγίους πού εἶχαν σύζυγο καί τεκνοποίησαν, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, ὁ Δαυΐδ, ὁ Σαμουήλ, ὁ Πέτρος καί ἄλλοι Ἀπόστολοι. Πρίν ὁ ἄνθρωπος δώση ὑπόσχεση νά ἀκολουθήση τόν σεμνό βίο τῆς παρθενίας, μπορεῖ νά ἐπιλέξη τήν ἔγγαμο ζωή «κατά τό συγκεχωρημένον καί ἔννομον», ἐάν ὅμως ἔχη δώσει ὑπόσχεση τῆς παρθενίας πρέπει νά διαφυλάττη τόν ἑαυτό τοῦ «καθάπερ τί τῶν ἱερῶν ἀναθημάτων».

Γεγονός πάντως εἶναι ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος, ἐκφράζοντας ὅλη τήν ἐκκλησιαστική παράδοση, δέν ἀπολυτοποιεῖ τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν σωτηρία καί δέν τόν ταυτίζει μόνον μέ τήν μοναχική ζωή, ἀλλά ἀναγνωρίζει ὡς τρόπο σωτηρίας καί τήν εὐλογημένη ζωή τοῦ γάμου. Ὅμως εἶναι ἀπαραίτητο ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «πάντες ἄνθρωποι ἀπαιτηθησόμεθα τήν πρός τό Εὐαγγέλιον ὑπακοήν, μοναχοί τέ καί οἱ ἐν συζυγίαις». Στούς ἐγγάμους, ἐκτός ἀπό τήν «συγγνώμην τῆς ἀκρασίας καί τῆς πρός τό θῆλυ ἐπιθυμίας τέ καί συνουσίας», ἔχουν τέλεια ἐφαρμογή ὅλες οἱ ἄλλες ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί δέν μπορεῖ νά τίς παραβῆ κανείς χωρίς κινδύνους. Μάλιστα δέ ὅσοι προτιμοῦν τήν ἔγγαμη ζωή χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή γιά νά ἐπιτύχουν τήν σωτηρία τους, γιατί ἐπέλεξαν νά ζήσουν μέσα σέ παγίδες καί φυσικά δέν μποροῦν νά ἀποφύγουν τόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ διαβόλου, χωρίς τούς κόπους τῆς τηρήσεως τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.

Ἔτσι μοναχός εἶναι ἐκεῖνος πού ἀσκεῖται μέ τήν παρθενία γιά νά λαμπρύνη τό κατ’ εἰκόνα πού ἀμαυρώθηκε μέ τήν ἁμαρτία καί νά φθάση στήν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Ἡ μοναχική ζωή ἔχει ὑψηλό σκοπό καί ταυτίζεται μέ τό ὅλο ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας. Ἀκριβῶς γι’ αὐτόν τόν λόγο ὁ μοναχός εἶναι «ὅ των οὐρανίων πολιτευμάτων ἐραστής καί τῆς ἀγγελικῆς διαγωγῆς πραγματευτῆς καί τῶν ἁγίων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ συστρατιώτης». Δέν ἐνδιαφέρεται ἁπλῶς γιά τά ἐπίγεια, ἀλλά εἶναι ἐραστής τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος.

Ὁ μοναχός εἶναι ἕνας στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ο Μ. Βασίλειος προσαρμόζει ἀναλυτικά τήν εἰκόνα καί τόν βίο ἑνός στρατιώτου, πού ἀνήκει σέ στράτευμα, μέ τόν μοναχό. Ὅπως ὁ στρατιώτης δέν ἐμπλέκεται σέ ἐπίγειες ἐνασχολήσεις, δέν ἔχει μόνιμη κατοικία, ἀσκεῖται καθημερινῶς κλπ., ἔτσι πρέπει νά κάνη καί ὁ ἀληθινός μοναχός. Δέν πρέπει νά ἀναπαύεται. «Ἐπιλάθου τῆς κατά τήν γῆν ἀναπαύσεως πάσης». Πρέπει νά εἶναι ἀπηλλαγμένος ἀπό κοσμικές φροντίδες, νά εἶναι «ἄοικος, ἀπολις καί ἀκτήμων». Πρέπει νά ἀγωνίζεται ἐναντίον τῶν λογισμῶν. Νά ἔχη πρό τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ τόν Χριστό καί νά ὑπομένη ὅπως Ἐκεῖνος καί ἔτσι θά καταστῆ κοινωνός τῆς νίκης Του. Τόν μοναχό πού ἀσκεῖται θά τόν ὑποδεχθῆ ὁ οὐρανός καί θά τιμηθῆ ἀπό τούς φίλους του στόν οὐρανό.

Φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ ἀσκητικός βίος ἔχει σκοπό τήν σωτηρία. «Ὁ ἀσκητικός βίος ἕνα σκοπόν ἔχει, τήν τῆς ψυχῆς σωτηρίαν» καί πρέπει ὁ ἀσκητής νά τηρῆ μέ φόβο Θεοῦ ὅποια ἐντολή συνεργεῖ στήν σωτηρία.

Β) Η ΑΠΟΤΑΓΗ

Πρώτη καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ὅπως τήν διαγράφει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι ἡ ἀποταγή τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀκόμη καί τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιτύχη πλήρη καθαρότητα καί νά ἐξασκήση τήν παρθενία, ἄν δέν προηγηθῆ αὐτή ἡ ἀποταγή.

Ὁ μοναχικός βίος εἶναι σταυρικός βίος: «Προσδραμεῖν τῷ σταυροφόρω βίω τῶν μοναχῶν». Ἑπομένως εἶναι μακαριστός καί θαυμαστός «ὁ τοίνυν ὑπακοῦσαι Χριστῷ προηρημένος καί πρός τόν πτωχόν καί ἀπερίσπαστον βίον ἐπειγόμενος». Ἡ ἀσκητική ζωή εἶναι πτωχή καί ἀπερίσπαστη ζωή. Ἐπειδή ὁ σκοπός εἶναι μεγάλος, γι’ αὐτό πρέπει καί νά ἐπιτελῆται χωρίς περισπασμούς.

Ὅσοι θέλουν νά λούσουν τό σῶμα, ἀποβάλλουν τά ἱμάτιά τους. Ἔτσι καί ὁ μοναχός πρέπει νά ἀπαλλαγῆ ἀπό κάθε βιοτική ὕλη, ἤτοι πρῶτα νά γυμνωθῆ ἀπό τά πάθη τῆς κακίας καί ἔπειτα ὅταν ἀποβλέπη στόν ὑψηλό βίο ὀφείλει νά ἀπαρνηθῆ ὅλα τα ὑπάρχοντά του, «διότι πολύν παρέχει περισπασμόν τή ψυχή ἥ των ὑλικῶν πραγμάτων φροντίς τέ καί ἐπιμέλεια». Καί φυσικά ὄχι μόνον νά ἀπαρνηθῆ τά πάντα πρίν γίνη μοναχός, ἀλλά καί νά ἀσκῆ τήν μοναχική του πολιτεία ὡς ἀκτήμων. «Δεῖ τόν μοναχόν πρό πάντων ἀκτήμονα βίον κεκτῆσθαι». Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος ἀναλύοντας ὅλο τόν τρόπο ζωῆς τῶν μοναχῶν μεταξύ των ἄλλων γράφει: «μή ἐμπλέκεσθαι ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις καί περιττολογίαις».

Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀποταγή δέν περιορίζεται μόνον στά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί σέ ὅλο τόν τρόπο ζωῆς, τήν ἀποταγή τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καί τῆς κοσμικῆς νοοτροπίας. Καί βέβαια μέ ὅσα ἀναφερθοῦν πιό κάτω θά φανῆ καί τό ὅλο περιεχόμενο τῆς ἀποταγῆς.

Γ) Η ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Συνέχεια τῆς ἀποταγῆς εἶναι ἡ ὑποταγή-ὑπακοή διά τῆς ὁποίας ἐλευθερώνεται ὁ ἀσκητής ἀπό κάθε πάθος σωματικό καί ψυχικό καί πορεύεται ἐλαφρός τόν δρόμο πρός τήν ὁμοιότητα μέ τόν Θεό. Στά κείμενα τά ὁποῖα ἀναλύουμε ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρεται στό θέμα τῆς ὑπακοῆς στούς πνευματικούς Πατέρας καί τόν Ἡγούμενο, ἀλλά βεβαίως παρουσιάζει καί τά ὅρια καί τά πλαίσια τῆς ὑπακοῆς, καθώς καί τήν προσωπικότητα τοῦ ἀναδεχομένου τήν ὑπακοή, δηλαδή τοῦ Ἡγουμένου.

Ὁ μοναχός πρέπει νά ἀναλαμβάνη τόν σταυρό τῆς ἀσκήσεως, ἀφοῦ ὅλος ὁ μοναχικός βίος εἶναι σταυροφόρος. Δέν πρέπει κανείς νά ἀποβάλη μόνο το φορτίο τῆς πολυκτησίας, ἀλλά νά ἀπορρίψη καί τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων πού διαπράττει διά τοῦ πλούτου. Αὐτός ὁ ἀγώνας πρέπει νά γίνη μέ τούς ἀπαραίτητους κανόνας.

Ἐάν ὅλος ὁ ἀσκητικός βίος εἶναι σταυρικός, πολύ περισσότερο αὐτό συμβαίνει καί μέ τήν ὑποταγή, τήν ὑπακοή, διότι ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀσκηθῆ ἀπό τήν μικρή του ἡλικία στήν φιλαυτία καί τόν ἀτομικισμό δέν εἶναι εὔκολο νά ὑπακούση σέ κάποιον ἄλλον γιά νά τοῦ θεραπεύση τήν δυσώδη κακία. Ἡ ἐπιλογή τοῦ μοναχικοῦ βίου δέν πρέπει νά γίνεται ἀπερίσκεπτα οὔτε νά συνδυάζη ὁ ἄνθρωπος τήν χαλαρή ζωή καί τήν σωτηρία χωρίς μάχη, ἀλλά νά προγυμνάζεται «πρός εὐδοκίμησιν ὑπομονῆς θλίψεων σωματικῶν τέ καί πνευματικῶν». Σέ ἄλλο σημεῖο ὁ Μ. Βασίλειος προτρέπει τόν ἀσκητή: «τόνωσον σεαυτόν πρός τήν ὑπομονήν τῶν θλίψεων καί ἀνδρείως προσελθε τή συγκλήτω τῶν μοναχῶν».
Τό πρῶτο πού πρέπει νά προσέξη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἀποφασίζει νά ἀκολουθήση αὐτόν τόν σκληρό τρόπο ζωῆς, πού εἶναι πράγματι ὁ ἀσκητικός, εἶναι νά εἶναι ἀνδρεῖος καί νά μή παρασυρθῆ ἀπό τήν ἀγάπη πρός τούς συγγενεῖς καί νά μή καταληφθῆ ἀπό τήν θλίψη ὅταν ἀποχωρίζεται τούς φίλους καί τούς γνωστούς καί νά σκέπτεται ὅτι συνδέεται μέ τόν Χριστό πού σταυρώθηκε γι’ αὐτόν.

Στήν συνέχεια πρέπει νά ἐξασκηθῆ στήν ὑπακοή. Γνωρίζουμε ἀπό τήν ὅλη μοναχική ζωή ὅτι στό Μοναστήρι ἐκεῖνο πού δίνει νόημα στόν μοναχό εἶναι ἡ ὑπακοή. Μόνον αὐτή δίνει ἔμπνευση στόν ἀγώνα του καί τήν ἀσκητική του προσπάθεια. Ὁ μοναχός πού δέν ἔχει ἀντιληφθῆ τήν μεγάλη ἀξία τῆς ὑπακοῆς, δέν μπορεῖ νά αἰσθανθῆ τόν ἀέρα τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας.

Ἡ ὑπακοή σέ πνευματικό πατέρα εἶναι ἀπαραίτητη. Μάλιστα, ὅπως λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, κάθε πράξη πού γίνεται χωρίς νά τό γνωρίζη ὁ πνευματικός πατέρας «κλοπή τίς ἐστι καί ἱεροσυλία πρός θάνατον ἄγουσα, οὐ πρός ὠφέλειαν, κάν δοκή σοί ἀγαθόν εἶναι». Ἐδῶ συνιστᾶ ὁ Μ. Βασίλειος μιά ἀδιάκριτη ὑπακοή. Ὁ μοναχός πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος πρός τήν ὑπακοή. «Ὦτα ἔχων ἠνεωγμένα πρός ὑπακοήν καί χείρας ἑτοίμους πρός ἐκπλήρωσιν τοῦ ἠκουσμένου». Ἡ τελεία ὑπακοή πρός τόν Ἡγούμενον δέν ἔγκειται μόνον στήν ἀποχή ἀπό τά ἄτοπα, σύμφωνα μέ τήν συμβουλή του, ἀλλά νά μή πράττη χωρίς τήν δική του γνώμη καί αὐτά ἀκόμη τά ἐπαινετά.

Ἡ ὑπακοή στόν Ἡγούμενο δέν εἶναι χωρίς προϋποθέσεις. Ὁ μοναχός πρέπει πρῶτα νά ἐπιλέγη τόν Καθηγητή του πρός τήν ὁδό τῆς σωτηρίας, ἀλλά ὅταν τόν ἐπιλέξη πρέπει νά κάνη τελεία ὑπακοή.

Ὁ Μ. Βασίλειος συνιστᾶ στόν ἀσκητή πού ἐπέλεξε αὐτόν τόν τρόπο ζωῆς νά ἀναζητήση μέ πολλή φρονιμάδα καί περίσκεψη γιά νά βρῆ τόν κατάλληλο πνευματικό ὁδηγό. Τά γνωρίσματα τοῦ καλοῦ Πνευματικοῦ πατρός εἶναι πολλά: «Ποιῆσαι εὐρεῖν ἄνδρα πρόοδον τῆς σῆς πολιτείας ἀπλανῆ, καλῶς ἐπιστάμενον ὁδηγείν τους πρός Θεόν πορευομένους, κομώντα ταῖς ἀρεταῖς, ἐκ τῶν οἰκείων ἔργων τήν μαρτυρίαν ἔχοντά της πρός Θεόν ἀγάπης, γνῶσιν ἔχοντα τῶν θείων Γραφῶν, ἀπερίσπαστον, ἀφιλάργυρον, ἀπράγμονα, ἠσύχιον, θεοφιλῆ, φιλόπτωχον, ἀόργητον, ἀμνησίκακον, πολύν εἰς οἰκοδομήν τῶν ἐγγιζόντων αὐτῶ, ἀκενόδοξον, ἀνυπερήφανον, ἀκολάκευτον, ἀπερίτρεπτον, μηδέν προτιμώντα τοῦ Θεοῦ». Τά προσόντα αὐτά δείχνουν ἄνθρωπο πού ζῆ μέσα στό ἡσυχαστικό-νηπτικό κλίμα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ὅπως τό ἔζησε ὁ ἴδιος ὁ Μ. Βασίλειος στόν Πόντο. Μόνον ἄν βρῆ τέτοιον ἀπλανῆ καί θεούμενον Πνευματικό πατέρα ὁ μοναχός εἶναι βέβαιος γιά τήν σωτηρία του, ὁπότε θά παραδώση ὁλόκληρο τόν ἐαυτόν του καί θά ἀπαρνηθῆ καί θά ἀποβάλη τό θέλημά του γιά νά εὑρεθῆ «ὡς καθαρόν ἀγγεῖον». Τότε ὁ ἀσκητής θά ἔχη ὡς κλειδί τήν γλώσσα τοῦ πνευματικοῦ πατρός, ὁπότε, «αὕτη σου ἀνοιγέτω τό στόμα πρός μετάληψιν ἄρτου καί αὕτη ἀποκλειέτω».

Εἶναι ἀπαραίτητο νά βρῆ κανείς κατάλληλο πνευματικό ὁδηγό, γιατί ὅταν ὁ διάβολος δέν μπορῆ νά ἐμποδίση τόν ἄνθρωπο νά ἀποχωρήση ἀπό τήν σύγχυση τοῦ κόσμου, προσπαθεῖ νά τόν πείση νά ὑποταχθῆ σέ κάποιον πού δοξομανεῖ καί συνιστᾶ στούς μοναχούς τα δικά του πάθη, δῆθεν χάριν τῆς συγκαταβάσεως, ὁπότε κρυφίως ὁδηγεῖ τόν μοναχό στά δεσμά τῆς ἁμαρτίας, ἀπό τά ὁποῖα ὑποτίθεται ἤθελε νά τόν ἀπελευθερώση. Ἔτσι, ἀντί νά εἶναι ἕνας καλός ὁδηγός πρός τόν οὐρανό, γίνεται ἕνας ψευδαπόστολος καί ὑπηρέτης τοῦ διαβόλου.

Ὁ Μ. Βασίλειος διαγράφει, κατά τρόπον ἀπαράμιλλο, τά προσόντα καί τά χαρίσματα τά ὁποῖα πρέπει νά διακρίνουν τόν Ἡγούμενο ἑνός Κοινοβίου. Ἀρχηγός τῆς μάνδρας πρέπει νά ἀναδειχθῆ ἐκεῖνος πού θά προκριθῆ «ἐν δοκιμασία βίου καί ἤθους καί πάσης κοσμίας ἀναστροφῆς τῶν λοιπῶν». Ὁ Ἡγούμενος αὐτός θά ἔχη μεγάλη ἐξουσία στούς ἀδελφούς οἱ ὁποῖοι θά ὑπακούουν. Ἔτσι ἡ Ἀδελφότητα νά ὑπακούη ἑκουσίως «ἐν εὐπειθεία μόνον καί ταπεινοφροσύνη». Ἡ προσωπικότητα τοῦ Ἡγουμένου πρέπει νά εἶναι τέτοια ὥστε κανείς νά μή μπορῆ νά ἀντισταθῆ στήν γνώμη του. Οἱ ἀδελφοί πρέπει νά πεισθοῦν ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Ἡγουμένου δόθηκε ἀπό τόν Θεό καί ὀφείλει νά εἶναι «παντός ἀγαθοῦ ὑπόδειγμα τοῖς πρός αὐτόν ἀποβλέπουσι τόν ἐκείνου γίνεσθαι βίον». Ὁ χαρακτήρας καί οἱ τρόποι του νά εἶναι τέτοιοι πού κάθετι πού λέγει καί πράττει νά θεωρεῖται ἀντί νόμου καί κανόνος.

Φυσικά ἕνα ἀπό τά βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τοῦ Ἡγουμένου πρέπει νά εἶναι το νά μή ἐπιδιώκη νά προΐσταται τῶν ἀδελφῶν του Κοινοβίου. Συνιστᾶ ὁ Μ. Βασίλειος: «Μή σπεύσης κελεῦσαι ἀδελφότητι, ἴνα μή ἐπιθήσης ἀλλοτρίους φόρτους ἁμαρτημάτων ἐπί σῶ τραχήλω». Ἀλλά καί οἱ Ἱερομόναχοι πού ζοῦν στό κοινόβιο δέν πρέπει νά ἐπαίρονται γιά τόν βαθμό πού ἔχουν, ἀλλά νά γίνονται ταπεινοί, διότι «προκοπή γάρ ψυχῆς, προκοπή ταπεινώσεως' ὑστέρησις δέ καί ἀτιμία ἐξ ὑψηλοφροσύνης τίκτεται. Ὅσον ἐγγίζειν σέ τῶν ἱερατικῶν βαθμῶν τοῖς μείζοσι συμβαίη, τοσούτον ταπείνου σεαυτόν, δεδοικῶς τό ὑπόδειγμα τῶν υἱῶν Ἀαρῶν». Πολύ περισσότερο αὐτό πρέπει νά γίνεται μέ τόν Ἡγούμενο, τόν προεστώτα.

Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι μεγάλη ἀρετή καί ἀκολουθεῖ τῆς ἀποταγῆς, ἀλλά ἡ ὑπακοή γίνεται μέ σκοπό τήν σωτηρία τοῦ μοναχοῦ, γιά νά ἐλευθερωθῆ ἀπό τό θέλημά του καί νά πράττη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του. Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι ἡ ὑπακοή γίνεται σέ θεούμενον καί ἀπλανῆ ὁδηγό, πού γνωρίζει τόν τρόπο τῆς θεραπείας καί τήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Γιατί ἕνας ψευδής Πνευματικός πατέρας ὁδηγεῖ στήν καταστροφή τά πνευματικά του παιδιά.

(συνεχίζεται στό ἑπόμενο Ὁ ἡσυχαστικὸς μοναχισμὸς τοῦ Μ. Βασιλείου (Γ'))

  • Προβολές: 2774