Skip to main content

Κώστα Δ. Παπαδημητρίου: Ἠσαϊας ὁ στυλοβάτης Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἀμπελακιώτισσας

Κώστα Δ. Παπαδημητρίου

Ὑπάρχει νέφος ὁλόκληρο ἁγίων καί μαρτύρων πού ὑπηρέτησαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ πίστη καί αὐταπάρνηση καί πού ἡ Ἐκκλησία ἔχει καταγράψει στίς σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς τά ὀνόματά τους μέ χρυσά γράμματα. Ὑπάρχουν ὅμως καί κάποιες μορφές ὄχι πολύ γνωστές στό εὐρύτερο κοινό, πού ἔχουν κερδίσει τόν σεβασμό καί τή συμπάθεια ὅσων γνώρισαν τήν ἱστορία τους, γιατί καί αὐτοί ἀντέγραψαν στή ζωή τούς πολλές ἀπό τίς ἀρετές πού ἔζησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς ἦταν καί ὁ ἀείμνηστος ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ «Παναγία Ἀμπελακιώτισσα - ὁ ἅγιος Πολύκαρπος», Ἠσαΐας. Ἠλίας Παπαγεωργίου ἦταν τό κατά κόσμον ὄνομά του.

Γεννήθηκε στό χωριό Λιθοβούνι Μεσολογγίου τό 1884. Λευϊτική ἦταν ἡ οἰκογένειά του μιά πού καί ὁ πατέρας του καί ὁ ἀδελφός του Δημήτριος ἦταν ἱερεῖς. Στό χωριό τοῦ τελείωσε τό δημοτικό καί τό γυμνάσιο. Ἦταν γενναῖο παλικάρι καί ἀγαποῦσε τήν δράση, τήν τάξη καί τήν πειθαρχία. Γι’ αὐτό καί προτίμησε νά δώση ἐξετάσεις στήν σχολή τῶν Εὐελπίδων, ὅπου καί εἰσήχθη τό 1906. Ἔτσι διαγραφόταν μπροστά του τό λαμπρό στάδιο τοῦ Ἕλληνα ἀξιωματικοῦ.

Ἐνῶ ὅμως ἦταν ἀκόμα εὔελπις στή Σχολή, ἀρρωσταίνει ἀπό πλευρίτιδα καί εἰσάγεται στό νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός». Ἐκεῖ παραμένει γιά νοσηλεία μέ μιά σταθερή ἀπόφαση: Νά ἐγκαταλείψη τή Σχολή Εὐελπίδων καί νά καταταγῆ σ’ ἕνα ἄλλο στράτευμα, ἐκεῖνο τῶν μοναχῶν, πού οἱ δυνατοί στή θέληση καί τήν πίστη κατατάσσονται. Ἐκείνη ἡ δοκιμασία τῆς ἀρρώστιας τοῦ τοῦ ἄνοιξε τά μάτια νά ἰδῆ πώς ὁ ἐργάτης στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου, ἔστω κι ἄν λιώνη σάν τήν λαμπάδα προκειμένου νά φωτίση τούς ἄλλους, εἶναι ὁ προνομιοῦχος, ὁ διαλεχτός, μέ τήν ὑψηλότερη ἀποστολή. Τό διαπιστώνει καί ὁ ἅγιος Νεκτάριος πού γράφει σχετικά σ’ ἕναν μοναχό: «Τάς δοκιμασίας ἀπαιτεῖ ἥ του ἀνθρώπου ἀτέλεια πρός τελείωσιν αὐτοῦ. Οἱ δοκιμασίες ἀνοίγουσι τούς ὀφθαλμούς τῆς διανοίας τῶν ἀγαπώντων τόν Θεόν πρός τό φῶς τῆς ἀληθείας...καί καθιστῶσιν τόν νοῦν ἱκανόν νά νοῆ οὐ μόνον τά νοητά ἀλλά καί τά ὑπέρ κατάληψιν...»

Γιά νά προσθέση ἄλλος θεοφώτιστος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας: «Οἱ θλίψεις καί οἱ ἀρρώστιες πού παρουσιάζονται δέν εἶναι οἱ πέτρες πού μᾶς κάνουν νά σκοντάψουμε στήν πνευματική πορεία τῆς ζωῆς μας, ἀλλά εἶναι τά σκαλοπάτια πού θά μᾶς κάνουν ν’ ἀνεβοῦμε ψηλότερα στήν ἀρετή».

Ἀποφασίζει καί πηγαίνει στό μοναστήρι τῆς Ἀμπελακιώτισσας. Στήν ἀρχή σάν ὑπηρέτης. Τό 1916 κείρεται μοναχός καί μπαίνει στήν ἀγγελική πολιτεία τῶν μοναχῶν μέ τό ὄνομα Ἠσαΐας. Καί κεῖ στό μοναστήρι, τό τέμενος αὐτό τῆς ὀρθοδοξίας, κάθε αὐγινή ὥρα ὁ κόσμος ροδίζει ἀπό ὀμορφιά, ξεκλειδώνονται μπροστά του τά μυστήρια τοῦ κόσμου καί τ’ οὐρανοῦ, λαμπυρίζουν τά θεϊκά ἀχνάρια ἄψυχα καί ἔμψυχα βγάζουν φωνές, ἡ δημιουργία σφιχτοδένεται στήν ψυχή του καί ἡ ὕπαρξή του συγκλονίζεται.

Τό 1936 γίνεται ἡγούμενος σέ πέντε μοναχούς πού συνυπηρετοῦσαν μαζί του στό μοναστήρι. Τά προβλήματα πού ἔχει ν’ ἀντιμετωπίση εἶναι πολλά καί οἱ πόροι τοῦ μοναστηριοῦ περιορισμένοι. Οἱ κτιριακές ἐγκαταστάσεις δέν ἐπαρκοῦν οὔτε γιά τίς ἀνάγκες τῶν μοναχῶν. Αὐτός ὅμως ὀνειρεύεται τό μοναστήρι σάν πνευματικό φάρο τῆς Ναυπακτίας ἀλλά καί σάν κέντρο πού νά στεγάζη καί νά σιτίζη τούς προσκυνητές καί τούς διερχομένους, ἕνα ἀποκούμπι τῶν δυστυχισμένων. Πίστευε πώς ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο εἶναι τό πλήρωμα τῶν ἀρετῶν καί τό ψηλότερο σκαλί πνευματικῆς τελειότητας τοῦ ἀνθρώπου καί ὅτι αὐτή ἔχει ὡς κύριο χαρακτηριστικό τήν πράξη. Ἡ ἀγάπη δέν εἶναι νά ἔχης καλά καί εὐγενικά αἰσθήματα, οὔτε νά κόβη ἡ γλώσσα σου λόγια παχιά καί γλυκά, ἀλλά νά βοηθᾶς τό συνάνθρωπο. «Ὁ ἐλεῶν πτωχόν δανείζει Θεόν» λέει τό εὐαγγέλιο. Καί «ἐσκόρπισεν, ἔδωσεν τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὔτου μένει εἰς τόν αἰῶνα».

... καί ρίχνεται στή δράση. Ἐπισκέπτεται μέ τό χέρι τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου τά χωριά τῆς Ναυπακτίας, τῆς Δωρίδας καί τῆς Μακρυνείας ὅπου οἱ κάτοικοι τόν ὑποδέχονται μέ εὐλάβεια. Ψέλνει ἐκεῖ ἁγιασμούς κατά τούς ὁποίους θαυματουργεῖ τό χέρι τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου. Ἄρρωστοι θεραπεύονται καί περιοχές ἁπαλάσσονται ἀπό διάφορες ἐπιδημίες καί βλαβερά ἔντομα. Στά μεγαλοχώρια Ἄνω Χώρα, Πλάτανο, Πενταγιού, Παπαδάτες, Ματαράγγα, ἱδρύει ἑστίες φίλων του μοναστηριοῦ πού ἐνισχύουν οἰκονομικά...

Καί ὁ καρπός τῶν προσπαθειῶν τοῦ πολύς. Ἀνακαινίζονται τά παλιά κελιά καί χτίζεται τό μεγάλο κτίριο δυτικά του καθολικοῦ. Τό μοναστήρι γίνεται μιά ζηλευτῆ κυψέλη, πού προσελκύει ὅλο καί περισσότερους προσκυνητές καί σκορπίζει τήν πνευματική της λάμψη σ’ ὁλόκληρη τήν Ναυπακτία. Οἱ κόποι τοῦ ὅμως καί ἡ ἀσκητική ζωή τοῦ Ἠσαΐα χρόνο μέ τόν χρόνο ἐπιβαρύνουν τήν εὔθραυστη ὑγεία του. Εἰσάγεται πάλι στόν «Εὐαγγελισμό», ὥσπου ἦρθε ἡ ὥρα του. Δέν πέθανε ὄρθιό το δέντρο του. Πεσμένον στό στρῶμα τόν συνάντησε ὁ χάρος. Καί τόν χτύπησε μέ τήν φαρμακερή σαΐτα του. Ἦταν μιά χειμωνιάτικη νύχτα τοῦ 1940.

Ἔφυγε ὁ ἀείμνηστος μέ τήν χαρά στά στήθη πώς θά συναντοῦσε Ἐκεῖνον πού μιά ζωή ὁλόκληρη πιστά ὑπηρέτησε. Καί μέ τήν ἀκλόνητη πίστη πώς τούτη ἡ ζωή δέν εἶναι τό σύνορό της πλάσης, οὔτε τό τέρμα της.

Πέρασαν ἀπό τότε ἑξήντα ἕνα χρόνια. Καί ὅμως ὁ χρόνος δέν τά κατάφερε νά λιώση μέσα στήν σάπια γῆ του τήν ἅγια μορφή τοῦ Ἠσαΐα, οὔτε τοῦ θανάτου ἡ σιγή νά πνίξη μέσα στό βάλτο της τό ἀθάνατο ὄνομά του.

  • Προβολές: 2472