Skip to main content

Γιάννη Βαρδακουλᾶ: Τὸ Λιμάνι μας καὶ οἱ Ἄνθρωποί του (Β)

Ναυπακτιακά Σημειώματα:

Ἐπιστήμονες, ἔμποροι, βιοτέχνες

του Γιάννη Βαρδακουλᾶ

Γιάννη Βαρδακουλά: Τὸ Λιμάνι μας καὶ οἱ Ἄνθρωποί του (Β)Δημοσιεύουμε τό δεύτερο μέρος ἀπό τό κείμενο τοῦ κ. Γιάννη Βαρδακουλᾶ, τό ὁποῖο ἀναφέρεται στό λιμάνι σ’ αὐτήν τήν ἑνότητα εἰδικά ὡς κέντρο συγκοινωνιακό καί στόν κόσμο του. Αὐτό τό τόσο μικρό γιά τά σημερινά δεδομένα, πού μοιάζει σήμερα μέ σκηνικό μικροῦ θεάτρου, ἦταν μέχρι πρίν λίγα χρόνια τόσο μεγάλο, ὥστε νά «ἀναπνέη» συγκοινωνιακά μιά ὁλόκληρη ἐπαρχία ἀπ’ αὐτό. Τό κείμενο, πέρα ἀπό τά ἱστορικά καί λαογραφικά στοιχεῖα, εἶναι ἕνα ἀφιέρωμα τιμῆς τοῦ συγγραφέως πρός τόν λαό πού ζοῦσε καί ἐργαζόταν σ’ αὐτό: ναυτικούς, λιμενεργάτες, ψαράδες.

...Ὑπῆρχε, λοιπόν, μιά σχετική κίνηση ἀνθρώπων καί ἀγαθῶν, πού πραγματοποιεῖτο μέ τή θαλάσσια ἐπικοινωνία, δεδομένου ἄλλωστε ὅτι ἡ ὁδική ἐπικοινωνία ἦταν ὑποτυπώδης. Μόλις τό 1932 ἄρχισε ἡ κατασκευή τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ πού συνδέει τή Ναύπακτο ἀνατολικά μέ τό Λιδωρίκι καί τήν Ἀμφισσα καί δυτικά μέ τό Μεσολόγγι καί τίς προεκτάσεις τῶν ἀξόνων αὐτῶν.

Ἡ κύρια ἐπικοινωνία ἦταν μέ τόν ἀπέναντι Μοριά. Μικρά πλεούμενα μέ πανιά ἐκτελοῦσαν τή συγκοινωνία μέ τόν Ψαθόπυργο, ὅταν ὁ ἄνεμος τό ἐπέτρεπε διαφορετικά οἱ ναυτικοί μας ρίχνονταν στή μάχη μέ τά κουπιά, σέ μιάν ἀπόσταση πέντε περίπου μιλίων. Ἦταν βέβαιά τα σκάφη αὐτά μικρά, πού μόλις μποροῦσαν νά διαπεραιώσουν τριάντα-σαράντα ἄτομα. Ἦταν παλαιότερα ἡ «Παντόφλα» τοῦ Κοντόγιωργα, ἡ «Τσίλια» τοῦ Μπάρμπ-Ἀναστάση, τά μικρά πλεούμενα τοῦ Νικόλαου Τουρνάρα καί τοῦ Τσαρούχη, πού ἔκαναν τό «Πέραμα» πρός Ἀη-Βασίλη καί Θεοφίλου παλαιότερα. Ἡ «Πύλαρος» τοῦ Σπύρου Ἀθανασίου-Πατάκα καί ἡ «Θοδωρούλα» ἀργότερα τοῦ Τουρνάρα, ναυτικοῦ ἀπό τό Μοναστηράκι τῆς Δωρίδας, πού ἀντικαταστάθηκε ἀπό τή γαΐτα τοῦ Νίκ. Παπαπαναγιώτου καί μιά μικρότερή του Γιάννη Σαϊτάνη, πάντα στή γραμμή Ναύπακτος-Ψαθόπυργος.

Ἀργότερα στή γραμμή αὐτή ἔκαναν τά δρομολόγια νεότερα σκάφη μέ μηχανή, ἡ γαΐτα τοῦ Δημ. Τσαγκαράκη καί τό κανό «Δαμασκηνί» των Κ. Παξινού, Κ. Τόλια καί Δ. Τσαγκαράκη..

Ἐκτελοῦνταν δύο δρομολόγια τήν ἡμέρα: ἕνα το πρωϊ στίς 6 μέ ἐπιστροφή στίς 9 καί τό δεύτερο στίς 11 μέ ἐπιστροφή στίς 3 παρά τέταρτο. Τά δρομολόγια εἶχαν ρυθμιστή ἔτσι, ὥστε τό πρωϊνό νά προλαβαίνη τό τραῖνο Πάτρα-Ἀθήνα, στό ὁποῖο ἐπιβιβάζονταν οἱ ἐπιβάτες γιά τήν Πρωτεύουσα, παραδιδόταν ὁ σάκος τοῦ Ταχυδρομείου καί παραλαμβανόταν ὁ πρωϊνός Τύπος τῆς Πάτρας καί τοῦ Ταχυδρομείου ἀπό τό μεσημβρινό Ἀθήνα-Πάτρα κατέβαιναν οἱ ἐπιβάτες ἀπό Ἀθήνα, γιά νά ἐπιβιβαστοῦν στήν γαΐτα πού περίμενε στό λιμανάκι ἦταν ἀρκετός ὁ δρόμος, ἀνηφορικός-κατηφορικός, κουραστικός, ὅταν ἔπρεπε νά μεταφέρης καί τίς ἀποσκευές σου. Γιά τούς ἐπιβάτες οἱ συνθῆκες τοῦ ταξιδιοῦ ἦταν πρωτόγονες, καθώς ἦταν ἐκτεθειμένοι στόν ἀέρα καί τά κύματα. Πέρασαν πολλά χρόνια, ὥσπου νά διασκευασθῆ ὁ χῶρος γιά τούς ἐπιβάτες. Ἀκόμη καί τό 1940, ὅπως προκύπτει ἀπό δημοσίευμα τῆς «ΦΩΝΗΣ», «τά συγκοινωνιακά μέσα στίς γραμμές Ναυπάκτου-Πατρών ἤ Ναυπάκτου-Ψαθόπυργου πρέπει νά ἐκπληροῦν ὅλους τους ὅρους καί τίς προβλεπόμενες διατάξεις καί νά ἐξασφαλίζουν ἀπαραιτήτως τήν ἄνεσιν καί τήν ἀσφάλειαν τῶν ταξιδευόντων». Γιά τόν καπετάνιο καί τό πλήρωμα δέν γίνεται λόγος αὐτοί ἀνεμοδαρμένοι καί μουσκεμένοι ἀπό τά κύματα μέχρι τό κόκκαλο.

Τό πρωϊνό ξεκίνημα, γιά τό ὁποῖο μᾶς ἀφῆκε μιά περιγραφή ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης στό διήγημά του «Μισεμός», εἶχε τή δική του ἱεροτελεστία καί γραφικότητα. Ἀπό τίς πέντε, νύχτα ἀκόμη, ἀκουγόταν ὁ «κόρνος», πού εἶχε καί τήν ὀνομασία «Μπουρού» τήν τελευταία ἔχει διαφυλάξει ὁ φίλος ναυτικός κ. Γιάννης Ἀθανασίου-Πατάκας μέ τόν ἰδιότυπο ἦχο της στά χέρια τῶν Κοκόγια καί Κ Γρίβα. Ἄρχιζε σιγά-σιγά ἡ συγκέντρωση τῶν ναυτικῶν, τῶν ταξιδιωτῶν καί ἄλλων, πού συνήθιζαν νά εἶναι παρόντες κατά τήν ἀναχώρηση τοῦ «Περάματος» ἄλλωστε τά καφενεῖα ἦταν ἀνοιχτά δύο ὧρες πρίν γιά τόν καθιερωμένο καφέ καί τό κονιάκ τούς χειμερινούς μῆνες.

Κατά τήν ἀναχώρησή μας γιά τήν Πρωτεύουσα καί τήν ἐπιστροφή μας, ποιός ἀπό τούς παλαιότερους δέν θυμᾶται τόν Μπάρμπα-Σύρο τόν Πατάκα παραγκόνι αὐτό τῶν Ἀθανασίου πού μᾶς κατευόδωνε καί μᾶς καλωσόριζε στήν πόρτα τοῦ τραίνου μέ ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον γιά τίς σπουδές μας. Γνώριζε τόν καθένα μας μέ κάθε λεπτομέρεια.

Ἡ μεγαλύτερη ἐμπορευματική κίνηση ἐξυπηρετεῖτο παλαιότερα ἀπό τά καΐκια «Πανωραῖα» του Σπύρου Βουτσινά, «Ἅγιος Γεώργιος» τοῦ Πάνου Ἀσημακόπουλου, τοῦ Πανούτσου, «Ἀτρόμητός» του Δημητράκη Τραγούδα, «Ἄρης» τοῦ Πάνου Ρήγα-Σκοπελίτη, «Ἅγιος Νικόλαος» τοῦ Περικλῆ Οἰκονόμου, «Πάσσαρα» τοῦ Κώστα Βουτσινά, μέ τούς ἀτρόμητους καπεταναίους τους στά πανιά, πού ἔπλεαν στόν Κορινθιακό καί Πατραϊκό καί πρός τά νησιά τοῦ Ἰονίου «Καλή Τύχη» τῶν ἀδελφῶν Κουλούρη καί τοῦ Λευτέρη Θεοδωρόπουλου καί ἀργότερα ὁ «Ἄρης» καί «Ἅγιος Νικόλαος» πετρελαιοκίνητα, καί τά νεότερα : «Ναυπακτία» πετρελαιοκίνητο, «Ἕλλη» ἀτμοκίνητο, πού βούλιαξε στό Λιμάνι, «Σουλτάνα» καί «Θάσος» τοῦ Γιώργου Τραγούδα, «Ἀλκυών» τοῦ Κ. Βουτσινά, «Ἅγιος Μηνᾶς» τοῦ Γιάννη Κουλούρη, «Δωρίς» τῶν ἀδελφῶν Ἀθανασίου, «Βαλκυρία» τῶν ἀδελφῶν Ἀνδρέα καί Ὀδυσσέα Τραγούδα, «Ἀτρόμητος» στή συνέχεια.... μέ θερμαστές τούς Ἀνδρέα Γιαννιώτη καί Μπάμπη Φαφατά καί στή μηχανή τόν ἀξέχαστο Χάρη, πού τόν ἀπαθανάτισε στούς στίχους τοῦ ὁ Θανάσης Δράκος.

Μέ τή μηχανοκίνηση τῶν σκαφῶν καθιερώθηκε καί δεύτερο δρομολόγιο γιά τήν Πάτρα. Ἔφευγαν τό πρωϊ, γύρω στίς 7:00 καί ἐπέστρεφαν τό ἀπόγευμα στίς 4:00. Στά σκάφη διακινοῦνταν καί οἱ «παραγγελιοδόχοι», πού ἐκτελοῦσαν, ἔναντι ἀμοιβῆς, τίς παραγγελίες, ἐνῶ στήν προκυμαία ἔδρευαν οἱ «φορατζῆδες», γατί ὁρισμένα εἴδη, εἰσαγόμενα καί ἐξαγόμενα, ἔπρεπε νά καταβάλλουν κάποιο δασμό, κατάλοιπο παλαιότερων ἐποχῶν καί συνηθειῶν. Στήν τοπική ἐφημερίδα «ΦΩΝΗ» τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1931, ὑπάρχει δημοσίευμα κατά τό ὁποῖο τά Συμβούλια τοῦ Ἐμπορικοῦ καί Ἐπαγγελματικοῦ κόσμου διαμαρτύρονταν γιά τό διπλασιασμό τοῦ κοινοτικοῦ φόρου τῶν εἰσαγόμενων ὠνίων καί ἐμπορευμάτων. Καί πάλι, κατά τήν ἄφιξη, ἕνας κόσμος περίμενε, οἱ περισσότεροι ἀπό συνήθεια ἤ ἀπό τάση ἀλλαγῆς στήν κίνηση τοῦ Λιμανιοῦ, ἀπό τή μονοτονία τῆς ἐπαρχιώτικης τότε ζωῆς ἤ γιά τήν ἐφημερίδα καί τόν πάγο, πού ἐρχόταν σέ κολόνες ἀπό τήν Πάτρα, σκεπασμένος μέ λινάτσα καί ἦταν ἀπαραίτητος γιά τή μπύρα τό ποτήρι, τό παγωτό καί μερικές φορές γιά κάποιον ἀσθενῆ, ὅταν ὁ γιατρός διέτασσε ἐπιθέματά του.

Τά διακινούμενα ἐμπορεύματα γιά τήν πόλη διοχετεύονταν μέσω τῶν μεγάλων τότε καταστημάτων, τοῦ Ρεπόπουλου καί τοῦ Χρυσαΐτη, πού μέσω τῆς Πάτρας, ἰδιαίτερα ὁ δεύτερος ἔφθανε μέχρι τήν Τεργέστη, ἐνῶ τά προοριζόμενα γιά τά γύρω χωριά καί τήν ὀρεινή Ναυπακτία ἐμπορεύματα ἀκολουθοῦσαν τή διακίνηση μέσω τῶν μαγαζιῶν-χανιῶν, ὅπου περίμεναν γυναῖκες γιά τή μεταφορά τους, τά δέ προοριζόμενα γιά τά χωριά τῆς κοντινῆς Μακρυνείας ἔφθαναν στόν προορισμό τους μέ τό φορτηγό αὐτοκίνητό του Κομπιοσόρα. Ζαλωμένες νέες κοπέλλες, σάν τό κρύο νερό, ξεκινοῦσαν τό χάραμα τό χειμώνα καί σούρουπο τό καλοκαίρι γιά τήν κοπιαστική τους ἀνάβαση στά χωριά, μιά πορεία 8-10 ὡρῶν.

Ἡ ἐμπορική κίνηση γιά τήν ὀρεινή Ναυπακτία παρουσίαζε ἔξαρση σέ περιόδους ἐκλογῶν. Τότε κατέφθαναν στόν προλιμένα τῆς πόλης μᾶς μεγάλα φορτηγά πλοῖα, ἔμφορτα μέ καλαμπόκι καί μεγάλα ζῶα ἀπό τή Ρουμανία συνήθως, γιατί ἔπρεπε οἱ ἐκλογές νά εἶναι «ἀδιάβλητες»... Τά καΐκια, πού ἔχουν προαναφερθῆ, πλεύριζαν στά μεγάλα πλοῖα γιά τή φόρτωση καί ἀπό ἐκεῖ στό Λιμάνι γιά τήν ἐκφόρτωσή τους τά ζῶα, ἀγελάδες καί μοσχάρια, κρέμονταν μέ ἱμάντα στήν κοιλιά ἀπό τό βίντζι τοῦ καραβιοῦ, ἀφήνονταν σιγά-σιγά στή θάλασσα κι ἀπό ἐκεῖ πλέοντας ἔφθαναν μόνα τους στήν παραλία, ὅπου τα περίμεναν.

Ὑπῆρχε καί μιάν ἄλλη γραμμή ἐπικοινωνίας, αὐτή τῆς ἀκτοπλοΐας, μέ τά ἀτμοκίνητα «Ναυσικᾶ», «Ἀθηνᾶ», καί «Ἀμφιτρίτη», πού συνέδεαν τόν Πειραιά μέ τά λιμάνια τοῦ Κορινθιακοῦ Κόρινθο, Ἰτέα, Γαλαξίδι, Αἴγιο, Ναύπακτο μέ τήν Πάτρα καί τό Μεσολόγγι, γιά ἐμπορεύματα καί ἐπιβάτες, οἱ ὁποῖοι ἀποβιβάζονταν καί ἐπιβιβάζονταν μέ μικρές βάρκες, πού δεινοπαθοῦσαν τούς χειμωνιάτικους μῆνες ἀπό τά κύματα καί τή βροχή.

Ἕνας κόσμος ναυτικῶν μέ τίς πολυμελεῖς τότε οἰκογένειές τους ἀποζοῦσε ἀπό τό Λιμάνι καί ἔκανε προκοπή. Δέν ἦταν ὅμως οἱ μόνοι. Οἱ φορτώσεις καί ἐκφορτώσεις γίνονταν ἀπό τούς Λιμενεργάτες, ἄντρες μέ ἀντοχή στά βάρη, πού ἕσφιγγαν τή μέση τους μέ πλουμιστά ζωνάρια, γιά νά ἐνισχύσουν τήν ἀντοχή τους καί φοροῦσαν μάλλινες φανέλλες. Φορτωμένοι ἰσορροποῦσαν πάνω στόν «πόντε» -μιά τάβλα πού συνέδεε τό καΐκι μέ τήν ἀποβάθρα.. Ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό βράδυ δουλειά-δουλειά χωρίς ἀναπαμό. Κι ὅταν ἔπαιρνε τό σούρουπο, μέ κάποιο πρόχειρο μεζέ στά κρασοπουλιά τοῦ Στενοπάζαρου προσπαθοῦσαν νά ξεχάσουν τήν κούραση καί τόν καημό τους στό κατοστάρι οἱ λιμενεργάτες, ὁ Δῆμος Ρούμπας, οἱ ἀδελφοί Κορομπίλη, ὁ Κ. Κουγιούφας, οἱ ἀδελφοί Δασκαλόπουλοι-Τίγγερη, ὁ Σταματόπουλος-Μητσάρας, ὁ Θεοφάνης Μπερεβέσκος, ὁ Τάκης Ρίζος καί ὁ Πρόεδρός τους Νίδας Μελιγκιώτης.

(συνεχίζεται στό ἑπόμενο)

  • Προβολές: 2812