Skip to main content

Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου: Σχέσεις Ἱερῶν Μονῶν καί ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου

Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Δημοσιεύουμε ἐν συνεχεία τό κείμενο τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκα τῆς Μητροπόλεως Πατρών, τήν ὁποία ἐκφώνησε στό Πανελλήνιο Μοναστικό Συνέδριο στά Ἅγια Μετέωρα (12-14/9/2000).

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό ἀνάτυπο τῆς ὁμιλίας τοῦ π. Κυρίλλου, τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε στήν Πάτρα.

***

...Κατά τό Κανονικό καί Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τό κέντρο τῆς λατρευτικῆς ζωῆς της. Μέσα σ’ αὐτήν τήν τοπική Ἐκκλησία περιλαμβάνονται καί οἱ Ἱερές Μονές. Ὁ σεβαστός μου Καθηγητής κ. Μπούμης, ἐπισημαίνει τό γεγονός ὅτι “ἡ καθόλου μοναχική Πολιτεία ἐντάσσεται στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό καί μάλιστα ὑπό τήν ἄμεση δικαιοδοσία τῶν κατά τόπους Ἐπισκόπων” (Κανονικόν Δίκαιον, Ἀθῆναι 1989, σέλ. 176). Ἐν τούτοις πολλάκις παραθεωρεῖται αὐτή ἡ θέση τοῦ Ἐπισκόπου ἀπό τίς μοναστικές ἀδελφότητες εἴτε ἀπό μή ὀρθό ἐκκλησιαστικό καί ἐκκλησιολογικό φρόνημα εἴτε ἀπό σφαλερά ἀντίληψη τῶν ἰθυνόντων τῶν Ἱερῶν Μονῶν.

Παραλλήλως, ὅμως, ὑπάρχει ἐνίοτε καί ἡ παραθεώρηση τῆς σημασίας τοῦ Μοναχισμοῦ, ἀκόμη δέ καί ἡ ὑποβάθμισή του ἀπό –ὀλίγους εὐτυχώς– Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν κατανοήσει ὅτι οἱ πνεύμονες μέσω τῶν ὁποίων καθίσταται δυνατή ἡ ζωή τῶν Μητροπόλεων εἶναι τά Μοναστήρια τῆς ἐπαρχίας τους, τά ὁποῖα, βεβαίως, δέν εἶναι οὔτε “ὑπέρ τήν Ἐκκλησίαν” ἀλλ’ οὔτε καί “παρά τήν Ἐκκλησίαν”.

Τοιουτοτρόπως, ἔχουμε παρέκκλιση τῆς ἐκκλησιολογικῆς ὁδοῦ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν καί ἐάν δέν ἐπισημανθῆ καί ἀντιμετωπισθῆ ἡ ἀνωτέρω σοβοῦσα κρίση μέ τή δέουσα σοβαρότητα καί προσοχή, σύντομα οἱ συνέπειές της θά εἶναι τραγικές γιά τό Μοναχισμό μας.

* * *

Τό καθεστώς διοικήσεως τῶν Ἱερῶν Μονῶν καί τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων ἐπ’ αὐτῶν ρυθμίζεται σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες καί τίς κείμενες διατάξεις τοῦ νόμου 590/1977 “περί Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος”, καθώς καί τοῦ ὑπ’ ἀριθμόν 39/1972 Κανονισμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου “Περί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξων Ἱερῶν Μονῶν καί τῶν Ἠσυχαστηρίων”, ὅπως ἀκριβῶς γνωματεύει ὁ καθηγητής Σπ. Ν Τρωιάνος στήν εἴσηγησή του πρός τήν “Ἐπιστημονική Ἐπιτροπή τῆς Νομικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος”.

Στό ἄρθρο 39 καί στήν παράγραφο 2 τοῦ καταστατικοῦ Χάρτη σαφῶς ἀναφέρεται ὅτι “...Αἵ Ἱεραί Μοναί τελοῦν ὑπό τήν πνευματικήν ἐποπτείαν τοῦ ἐπιχωρίου Ἀρχιερέως...”. Στήν δέ παράγραφο 6 τοῦ ἰδίου Ἄρθρου ἀναφέρονται τά ἑξῆς: “Ὁ Μητροπολίτης ἀσκεῖ ἐπί τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ τήν κατά τούς Ἱερούς Κανόνες πνευματικήν ἐποπτείαν διά τήν κανονικήν μνημόνευσιν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐν ταῖς Ἱεραῖς Ἀκολουθίαις, τήν χειροθεσίαν τοῦ Ἡγουμένου, τήν ἔγκρισιν τῶν κανονικῶν παραπτωμάτων, τήν μέριμναν διά τήν κατά τούς Ἱερούς Κανόνας λειτουργίαν τῆς Μονῆς καί τόν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως αὐτής”. Ἐπιπλέον ἡ παράγραφος 4 τοῦ αὐτοῦ Ἄρθρου καθορίζει τίς δικαιοδοσίες τοῦ Ἡγουμένου καί τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου ὡς ἑξῆς: “Τά τῆς ὀργανώσεως καί προαγωγῆς τοῦ πνευματικοῦ βίου καί τά τῆς διοικήσεως τῆς Μονῆς καθορίζονται ὑπό τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου συμφώνως πρός τούς Ἱερούς Κανόνας, τάς μοναχικᾶς παραδόσεις καί τούς νόμους τοῦ κράτους, δί’ ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ δημοσιευομένου διά τοῦ Δελτίου -Ἐκκλησία-...”.

Τό περιεχόμενο τοῦ νόμου 590/1977 ταυτίζεται σχεδόν μέ τό Ἄρθρο 6, παράγραφος 1 τοῦ Κανονισμοῦ 39/1972, πού ἐκδόθηκε βάσει τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος 126/1969.  Ἀπό τίς πιό πάνω διατάξεις προκύπτει ἀβίαστα ἡ διτή ἐποπτεία τοῦ Μητροπολίτου ἐπί τῶν Ἱερῶν Μονῶν: 1)Πνευματική , μέ βάση τά ὅσα προβλέπουν οἱ Ἱεροί Κανάνες καί 2)Διοικητική, ἡ ὁποία συνίσταται στήν ὁμαλή καί Κανονική πορεία τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος, καθώς καί στόν ἔλεγχο τῆς “νομιμότητος τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως”.

* * *

Ἀπό τόν Δ’ αἰώνα, λόγω τοῦ πλήθους τῶν ἀναχωρητῶν καθίσταται ἀναγκαία ἡ πληρέστερη ὀργάνωσή τους. Ἔτσι μέ τόν ὅσιο Παχώμιο ἔχουμε τήν ἔμφανισή του Κοινοβιακοῦ συστήματος. Ὁ ὅσιος Παχώμιος προέβη στήν ὀργάνωση τῆς Κοινοβιακῆς μοναχικῆς ζωῆς μέ τούς “Μοναχικούς κανόνες”. Σ’ αὐτούς λίγο ἀργότερα προστέθηκαν καί οἱ “Ὄροι” τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ Νομικοῦ καθεστῶτος λειτουργίας τῶν ἱερῶν Κοινοβίων καί ἡ ἔνταξή τους στήν ἄμεση δικαιοδοσία καί ἐποπτεία τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου ἔγινε μέ πολλούς Συνοδικούς Κανόνες, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος μέ τούς 4ο, 8ο, 23ο, 24ο Κανόνες τῆς Συνόδου αὐτῆς. Στήν συνέχεια μέ τούς 41ο καί 49ο τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τούς 13ο καί 17ο τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τούς 2ο, 4ο καί 6ο τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.

Θά ἀναφέρω μόνο τους τρεῖς ἀπό τούς ἀνωτέρω ἕνδεκα Κανόνες. Δύο της Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἕναν της Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι εἶναι χαρακτηριστικοί, διότι καταδεικνύουν σαφέστατα τήν ἐπισκοπική πνευματική ἐποπτεία, περί τῆς ὁποίας ὁμιλήσαμε πιό πάνω.

Ὁ 8ος Κανόνας τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει τά ἑξῆς: “οἱ κληρικοί τῶν πτωχείων καί Μοναστηρίων καί Μαρτυρίων, ὑπό τήν ἐξουσίαν τῶν ἐν ἑκάστη πόλει Ἐπισκόπων, κατά τήν τῶν ἁγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν, καί μή κατά αὐθάδειαν ἀφηνιάτωσαν τοῦ ἰδίου Ἐπισκόπου. Οἱ δέ τολμῶντες ἀνατρέπειν τήν τοιαύτην διατύπωσιν, καθ’ οἶον δήποτε τρόπον, καί μή ὑποταττόμενοι τῷ ἰδίω Ἐπισκόπω, εἰ μέν εἶεν Κληρικοί, τοῖς τῶν Κανόνων ὑποκείσθωσαν ἐπιτιμίοις, εἰ δέ μονάζοντες ἤ λαϊκοί, ἔστωσαν ἀκοινώνητοι”.

Ὁ 24ος Κανόνας τῆς ἰδίας Συνόδου μᾶς διασαφηνίζει ὅτι “τά ἅπαξ καθιερωθέντα Μοναστήρια κατά γνώμην Ἐπισκόπου (ἐδῶ ἐννοεῖ μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου - κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου) μένειν εἰς τό διηνεκές Μοναστήρια...”.

Τέλος, ὁ 41ος Κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου μεταξύ των ἄλλων ἀναφέρει καί τά ἑξῆς: “...μηκέτι τούτοις (τοῖς μοναχοῖς δηλαδή) ἐξεῖναι, ἐκτός εἰ μή διά κοινήν λυσιτέλειαν καί ὠφέλειαν, ἤ ἑτέραν ἀνάγκην πρός θάνατον αὐτούς βιαζομένην, πρός τοῦτο ἔλκοιντο καί οὕτω, μετ’ εὐλογίας τοῦ κατά τόν τόπον Ἐπισκόπου...”.

Σαφῶς ἐμφαίνεται στούς προαναφερθέντες Κανόνες καί τίς Ἐκκλησιαστικές Διατάξεις ὁ κοινός παρονομαστής πού εἶναι ἡ ρητή ὑπαγωγή τῆς ἱδρύσεως, ὀργανώσεως καί λειτουργίας τῶν Μονῶν στήν διοικητική καί πνευματική ἐποπτεία τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου.

* * *

Κατά τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία τοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Θεός ὡς “κεφαλή Χριστοῦ πληρώματος” κατά τόν Μέγα Βασίλειο (Ἐπιστολή 42). Ὁ Ἅγιος Κυπριανός μᾶς λέγει καθαρά: “Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἐν τῇ Ἐκκλησία καθώς καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐν τῷ Ἐπισκόπω καί ἐάν τίς δέν εἶναι μετά τοῦ Ἐπισκόπου, δέν εἶναι καί ἐν τῇ Ἐκκλησία” (Ἐπιστολή 33). Ὁ δέ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἀποκλείει κάθε ἐνέργεια ἐντός της Ἐκκλησίας χωρίς τήν γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου: “μηδέν ἄνευ τοῦ Ἐπισκόπου... πράσσετε” (Ἐπιστολή πρός Μαγνησιεῖς Ζ’, 2).

Ὁ Ἐπίσκοπος, κατά τήν πατερική διδασκαλία, εἶναι ὁ “προεστώς”, ὁ “στύλος”, τό “στήριγμα” καί ὁ “προμαχος” τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι οἱ κληρικοί καί οἱ μοναχοί ὑποκείμεθα στόν “παρά τοῦ Θεοῦ τεταγμένον Ἐπίσκοπόν της τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας”, κατά τόν Μέγα Βασίλειο. Καί τοῦτο διότι ὁ Ἐπίσκοπος, ὡς κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τό κέντρο, ὁ σύνδεσμος καί ὁ φορέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καί ἐξουσίας καί ζωῆς τῆς Ἐπισκοπῆς καί Ἐπαρχίας του.

Ὁ Μοναχισμός δέν ὑπάρχει –ὅπως προαναφέραμε– “παρά τήν Ἐκκλησίαν”, ἀλλά ἐντός της Ἐκκλησίας. Εἶναι “σάρξ ἐκ τῆς σαρκός” της. Εἶναι, θά λέγαμε, ἕνας μικρότερος ὁμόκεντρος κύκλος μέσα στόν μεγαλύτερο, πού εἶναι ἡ τοπική Ἐκκλησία. Ἑπόμενο εἶναι ὁ Ἡγούμενος ἤ ἡ Ἡγουμένη καί ἡ μοναστική ἀδελφότητα νά ὑπόκεινται στόν ἐπιχώριο Ἐπίσκοπο. Καί αὐτό τό λέγω καί τό τονίζω, διότι ἔχει ἀκουσθεῖ καί τοῦτο τό παραδοξολόγημα• ὅτι ἐπισκεπτόμενος ὁ Ἐπίσκοπός το Μοναστήρι τῆς ἐπαρχίας τοῦ ἐγκαταλείπει τήν ποιμαντική του ράβδο στήν πύλη, ἐπειδή ποιμήν τοῦ Κοινοβίου εἶναι ὁ Ἡγούμενος. Ὡς νά εἶναι ἡ Μονή ἕνα μέρος ξεχωριστό ἀπό τό ὅλον πού λέγεται τοπική Ἐκκλησία. Αὐτές οἱ σκέψεις εἶναι ὄχι μόνον ἀντιεκκλησιολογικές καί ἀντικανονικές, ἀλλά –θά τολμοῦσα νά πῶ– καί κοσμικές.

Αὐτές οἱ γνῶμες καί πράξεις συνιστοῦν τήν βαθειά ἐκκοσμίκευση τοῦ Μοναχικοῦ βίου. Οἱ μοναχοί παύουν νά πιστεύουν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας καί φορέας τῆς ἑνότητος τοῦ Σώματός της καί θεωροῦν τήν σχέση τούς μετά τοῦ Ἐπισκόπου κοσμική - ἐπαγγελματική. Ἔτσι, ἡ σχέση αὐτή ἀπό χαρισματική - ἀποκαλυπτική καί ἐκκλησιαστική, μεταβάλλεται σέ σχέση θεσμικῶν συμβάσεων.

Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, ὅμως, βροντοφωνεῖ: “οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ” (Ἅ’ Κορ. β’ 12).

Ὁ Μοναχισμός, ὡστόσο, εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ἡ δυναμική καί ἔμπρακτη μαρτυρία καί ὑπόμνηση τῆς διαστολῆς τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν κόσμο.

Ἡ μοναστική πολιτεία, ὡς ἡ πληρέστερη μορφή φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, φροντίζει γιά τήν ἀσυμβίβαστη τήρηση τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν ὡς βίωση τῆς δογματικῆς ἀλήθειας περί “θείας κενώσεως”. Βίωση πού ἐκφράζεται μέ τήν ἀπόταξη τοῦ ἰδίου θελήματος, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ὑπακοή, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἑνιαῖο καί ἀδιάσπαστο σύνολο. “Εταπείνωσεν (ὁ Κύριος ἠμῶν) ἐαυτόν γενόμεος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυρού” (Φίλ. β’, 8), ὥστε τό ὅλο ἀπολυτρωτικό Του ἔργο νά χαρακτηρίζεται ὡς ἔργο ὑπακοῆς.

Ἐάν ὁ Ἡγούμενος ἤ ἡ Ἡγουμένη δέν κινοῦνται μέσα στά προαναφερθέντα μοναχικά πλαίσια τῆς ταπεινώσεως καί ὑπακοῆς πρός τόν “εἰς τύπον καί τόπον Χριστού” Ἐπίσκοπόν τους, τότε πῶς θά γίνουν ζωντανά παραδείγματα στά “ἐν τῷ μοναστηρίω” πνευματικά τους τέκνα; Ὁ Μέγας Βασίλειος τό τονίζει αὐτό: “Οἶον ἐάν ἤ τό ἐπιστατοῦν καί ἄρχον, τοιοῦτον, ὡς τά πολλά, γίνεσθαι φιλεῖ καί τό ἀρχόμενον” (Ὄροι κατά Πλάτος, ΜΓ’).

Εἶναι γεγονός - καί δέν θέλω νά τό παραβλέψω - ὅτι ὑπάρχουν, σπάνιες εὐτυχῶς περιπτώσεις Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι δέν ἀγαποῦν ὅσο θά ἔπρεπε τά Μοναστήρια τους καί τότε ὁ Ἡγούμενος καί ἡ Ἡγουμένη ἀνεβαίνουν τόν Σταυρό τῆς δοκιμασίας. Εἶναι ἀλήθεια αὐτό. Ὅμως, ἐάν ὁ Ἐπίσκοπος δέν παρακινῆ αὐτούς σε αἵρεση ἤ ἀνηθικότητα ὑπό τήν στενή ἔννοια τῆς λέξεως, εἶναι ὑποχρεωμένοι νά ὑπομένουν. Καί “ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται” (Ματθ. ι’, 22).

Εἶναι ἀνάγκη νά κατανοήσουμε βαθειά, ὅσοι προϊστάμεθα μοναστικῶν ἀδελφοτήτων, ὅτι αὐτό πού προκύπτει ἀπό τήν ὅλη Ἐκκλησιαστική καί Κανονική Παράδοση καί τήν ὅλη Πατερική διδασκαλία εἶναι ὅτι ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος ἀσκεῖ τήν διοικητική καί πνευματική ἐποπτεία ἐπί τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὡς κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σχέση αὐτή πόρρω ἀπέχει ἀπό ἕνα νομικίστικο καθεστώς. Ὁ σεβαστός μου καί λίαν ἀγαπητός Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, π. Γεώργιος Καψάνης, γράφει ἐπ’ αὐτοῦ χαρακτηριστικά: “Οἱ ἱεροί Κανόνες ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλουν ἕνα νομικό καθεστώς στήν Ἐκκλησία. Ἐν τούτοις, ἐπειδή πρόκειται γιά ἐντολές πού ἐκφράζουν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ὅσον ἀφορᾶ τίς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς μεταξύ των, βοηθοῦν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά ζοῦν μέ ἑνότητα, εὐταξία, ἀγάπη καί ἁρμονία... Ὅποιος ἐνεργεῖ παρά τούς Κανόνας, ἐνεργεῖ ἐγωϊστικά, ἀτομικιστικά” (Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὅρος, Ἅγιον Ὅρος 1997, σέλ. 104).

Πιστεύω ὅτι εἶναι χρήσιμο καί ἀνακεφαλαιωτικό των ὅσων μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐλέχθησαν, νά θυμηθοῦμε τί ἀναφέρει ἐπί τοῦ θέματος τούτου ἡ Ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐστάλη στίς 16-12-1998 πρός ὅλους τους Καθηγουμένους καί Καθηγουμένες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος: “Ὅπως τό κλῆμα –λέγει– οὐ δύναται καρπόν φέρειν ἀφ’ ἐαυτοῦ”.

* * *

Θά ἤθελα, ὅμως, μέ ὅλον τόν σεβασμό πού τρέφω παιδιόθεν γιά τούς Ποιμένες - Ἐπισκόπους μας, νά ἐκφράσω τήν πικρία μου γιά ἕναν μικρό ἀριθμό ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, δυστυχῶς, δέν θέλουν νά κατανοήσουν τί σημαίνει γιά μιά μοναστική ἀδελφότητα νά γίνεται δέκτης τῆς ἀδιαφορίας ἤ ἐνδεχομένως καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐχθρότητος τοῦ οἰκείου Μητροπολίτου. Ὁ ἐπιχώριος Ἐπίσκοπος πρέπει νά συνειδητοποιήση ὅτι χωρίς τά Μοναστήρια ἡ ἐπαρχία τοῦ στερεῖται τούς πνευματικούς πνεύμονες, μέσω τῶν ὁποίων θά καθίσταται δυνατή ἡ εἰσπνοή τῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί ἡ ἐκπνοή τῆς βιωμένης χαριτωμένης Ὀρθοδόξου διδασκαλίας στό ποίμνιό του.

Ὁ Καθηγητής Γεώργιος Μαντζαρίδης γράφει χαρακτηριστικά: “Τά Μοναστήρια δέν ἀποτελοῦν ἁπλῶς χρήσιμα ἐξαρτήματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τόπους ἐμπειρικῆς ἐπαληθεύσεως τῆς διδασκαλίας της. Χωρίς αὐτά ἡ παρουσία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας παραμένει μετέωρη στήν Ἱστορία”. Καί καταλήγει ὁ σεβαστός Καθηγητής: “Ἡ ἀπουσία τῶν Μοναστηριῶν δυσχεραίνει ἀφάνταστα τήν πνευματική ζωή καί ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας” (Πρόσωπο καί Θεσμοί, Θεσσαλονίκη 1997, σέλ. 166).

Ὅλοι, πιστεύω, ἀποδεχόμεθα ὅτι ὁ σωστός Πατερικός Μοναχισμός μέ τήν λατρεία, τήν προσευχή, τήν φιλοξενία καί τό γενικό παράδειγμα πνευματικῆς ζωῆς ἀπετέλεσε καί ἀποτελεῖ τό πρότυπο ἐκκλησιαστικῆς Ὀρθοδόξου βιοτῆς γιά κάθε ἄνθρωπο. Ἡ καθαρή Ὀρθόδοξη Πατερική διδασκαλία, ἡ ὁποία βιώνεται καθημερινῶς στά ἱερά Κοινόβιά μας, ἀπετέλεσε καί ἀποτελεῖ τό ἀνάλωτο φρούριο τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων καί παραδόσεων.

Γιά τούς προαναφερθέντας λόγους εἶναι ἀνάγκη ἡ ἐπίσημη διοικοῦσα καί ποιμαίνουσα Ἐκκλησία μας νά μεριμνήση, ὥστε ἀφ’ ἑνός μέν νά ἐκλείψουν τά κρούσματα ἀντιπατερικοῦ καί ἀντιπαραδοσιακοῦ Μοναχισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἀναζωογονηθοῦν καί νά βοηθήσουν παντοιοτρόπως τά σωστά, ἀπό πάσης πλευρᾶς, μοναστήρια μας, τά ὁποῖα ἀγωνίζονται γιά τήν ἀναβίωση τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ μας. Τοῦ Μοναχισμοῦ, ὁ ὁποῖος θά παραμένη φύλακας τῆς Ἀποστολικῆς καί Πατερικῆς κληρονομιᾶς μας καί παράδειγμα –ὅπως προαναφέραμε– ἐκκλησιαστικῆς Ὀρθοδόξου βιοτῆς.

Χωρίς ὅμως τήν ἀγάπη, τήν στοργή, τό ἄμεσο ἐνδιαφέρον γιά τίς πνευματικές καί ὑλικές ἀνάγκες τῶν μοναχῶν καί μοναζουσῶν, τήν πάσης φύσεως φροντίδα, τήν ὑπεράσπιση ἀπό παντοίους ἐχθρούς καί τό πατρικό γενικότερα ἐνδιαφέρον τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, δέν θά καταστῆ δυνατόν νά ἔχουμε τήν ἐπιβίωση ἤ ἀκόμη περισσότερο τήν ἀναβίωση καί ἄνθηση τῶν Μοναστηριῶν μας.

* * *

Ὅπως σαφῶς καταφαίνεται ἀπό ὅλα ὅσα προαναφέρθηκαν, ἡ σχέση ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου καί Ἱερῶν Μονῶν δέν πρέπει νά ἔχη τόν κοσμικό χαρακτήρα πολιτικῶν καί πολιτειακῶν προτύπων.

Οἱ μέν Ἐπίσκοποι πρέπει νά ἔχουν συνεχῶς κατά νοῦν τό τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου: “Προσέχετε ἐαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίω, ἐν ὤ ὑμᾶς τό πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ αἵματος τοῦ ἰδίου” (Πράξ. κ’, 28).

Οἱ δέ Καθηγούμενοι καί Καθηγούμεναι μετά τῶν μοναστικῶν ἀδελφοτήτων πρέπει νά γνωρίζουν ὅτι κατά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, ὁ Ἐπίσκοπος ὡς κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, δέν πρέπει νά ἐκλαμβάνεται ὡς διάδοχός του Χριστοῦ καί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μέ τήν νομική ἔννοια τῆς μεταβιβάσεως δικαιωμάτων, οὔτε ἁπλῶς ὡς σύμβολο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὡς “εἰς τύπον καί τόπον Χριστού”, καθώς αὐτός τελεσιουργεῖ τό ἔργο τῆς ἴδιας της παρουσίας τοῦ Χριστοῦ “ἐν τῇ Ἐκκλησία” καί συγκροτεῖ τήν ἑνότητα τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Σώματος. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ πατήρ, ὁ ὁποῖος “γεννά” τά τέκνα, συντηρεῖ καί προσάγει αὐτά στόν Ἀρχιποίμενα Χριστό.

Γιά τόν λόγο αὐτό κατά τούς μοναχικούς Κανόνες καί τούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καί τοπικῶν Συνόδων πρέπει οἱ Καθηγούμενοι καί οἱ μοναχοί νά ἐφαρμόζουν τήν φιλοχριστό ὑπακοή πρός τόν οἰκεῖον Ἐπίσκοπο, διότι αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά βασικά γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ μοναχοῦ.

Δέν ἀναφέρομαι στήν πειθαρχία, ἐπειδή, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, ἡ πειθαρχία εἶναι στοιχεῖο κοσμικό, τό ὁποῖο χρησιμοποιεῖται γιά τόν συντονισμό μελῶν κάποιας κοσμικῆς ὀργανώσεως μέ ἀρχηγό καί ὀπαδούς.

Ἡ ὑπακοή εἶναι βίωση τῆς “θείας κενώσεως”. Εἶναι προϊόν ἐλευθερίας καί πίστεως ὡς ἀποστολῆς τῆς θείας Ἀποκαλύψεως.

Δέν πρέπει, ὡστόσο, νά ἀφήσουμε ἐμεῖς οἱ μοναχοί το κοσμικό φρόνημα, τό θηρίο τοῦ ἐγωϊσμοῦ ἤ τούς λαϊκούς “ὀπαδούς” μας νά ἀλλοιώσουν τό ἐκκλησιαστικό καί μοναχικό φρόνημά μας καί τοιουτοτρόπως νά διασπασθῆ ἡ πνευματική ἑνότητα μετά τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου.

Πρέπει νά παραμένουν ἑνωμένοι μέ τήν κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν Ἐπίσκοπο, ὥστε νά καταστῆ δυνατή ἡ ἀπρόσκοπτη λειτουργία τῆς κάθε μοναστικῆς ἀδελφότητος, γιά νά ἐκπληρώση τόν σκοπόν της πού δέν εἶναι ἄλλος παρά ἡ λύτρωση καί ἡ κατά χάριν θέωση τῶν μελῶν της...

  • Προβολές: 2913