Skip to main content

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἐκφραστής τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (Α)

Ὅπως σᾶς εἴχαμε ὑποσχεθῆ, δημοσιεύουμε σήμερα τμῆμα τῆς εἰσήγησης τοῦ Σεβ. Μητροπολίτη μᾶς κ. Ἱεροθέου στό διήμερο Συνέδριο πού διοργάνωσε ἡ Ἱερά Σύνοδος γιά τά 150 χρόνια ἀπό τήν γέννηση καί 90 ἀπό τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, στήν Αἴθουσα τῆς Παλαιᾶς Βουλῆς στήν Ἀθήνα.

***

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εκφραστής της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως (Α)Ἀπό μικρός μεγάλωσα σέ ἕνα σπίτι, ὅπου ὁ πατέρας μου διάβαζε φιλοκαλικᾶ βιβλία. Στό ράφι τοῦ μεγάλου δωματίου κοντά στό εἰκονοστάσι εἶχε τήν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, πού τήν διάβαζε καθημερινά, καί τά Κυριακοδρόμια τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη, πού διάβαζε κάθε Κυριακή. Ταυτόχρονά μας μετέφερε ἱστορίες ἀπό τό Γεροντικό καί ἄλλα ἀσκητικά βιβλία, μᾶς ἀνέφερε τίς συμβουλές πού τοῦ ἔδινε κάποιος κοσμοκαλόγηρος στόν τύπο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ φίλος του ὁ Μάρκος, καθώς ἐπίσης μᾶς διηγεῖτο καί ἱστορίες καί παραδόσεις ἀπό τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό καί τόν ἅγιο νεομάρτυρα Γεώργιο.

Ἦταν, λοιπόν, φυσικό νά μελετοῦμε καί ἐμεῖς τά κείμενα αὐτά καί νά συνδεόμαστε μέ τήν παράδοση πού ἐξέφραζαν. Στήν συνέχεια, πολύ νωρίς βρῆκα τά κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, γιατί, ἅς μου ἐπιτρέψετε τήν ἔκφραση, “κολλούσαν” σέ ὅλη αὐτή τήν ὑποδομή πού εἶχα ἀπό τό σπίτι μου. Διάβαζα γιά τόν Παπαδιαμάντη καί μοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἐπιθυμία νά τόν μελετῶ τακτικά. Δέν διάβαζα ἄλλους λογοτέχνες καί συγγραφεῖς, γιατί, γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, ἦταν γιά μένα πολυτέλεια ἡ ἀγορά βιβλίων. Μοῦ ἔκαναν ἰδιαίτερη ἐντύπωση οἱ λεκτικές εἰκόνες καί οἱ φράσεις τοῦ Παπαδιαμάντη πού λειτουργοῦσαν σάν εἰκονικές παραστάσεις, χωρίς νά προκαλοῦν τήν φαντασία, γιατί ἦταν εἰκόνες τῆς καθημερινῆς ζωῆς, πού ἀναφέρονταν σέ πρόσωπα τά ὁποῖα συναντοῦσα καί στό δικό μου περιβάλλον, στό σπίτι μου, στήν γειτονιά μου, στά ἠπειρωτικά χωριά κ.λ.π.

Θά ἤθελα νά μοῦ συγχωρέσετε αὐτήν τήν προσωπική εἰσαγωγή, ἀλλά δέν εὕρισκα κάτι ἄλλο γιά πρόλογο, προσπαθώντας νά ἐκθέσω τήν ἀγάπη μου πρός τόν Παπαδιαμάντη, ἀλλά καί τήν παράδοση πού βρῆκα τότε στό περιβάλλον πού γεννήθηκα, πού σήμερα ἄρχισε νά χάνεται. Νομίζω ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης διαβάζεται ἑλκυστικά σέ ἕνα τέτοιο περιβάλλον, πού τό διαμόρφωσε ἡ Κλίμακα τοῦ Ἰωάννη, οἱ ἀτόφιες καί παραστατικές μορφές τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τό παπαδιαμαντικό ἐκκλησίασμα τῶν κυριακάτικων συνάξεων. Ὅταν τόν βγάλης ἀπό τό περιβάλλον αὐτό, τότε διαβάζεται περισσότερο ρομαντικά. Ἀγνοεῖ κανείς τό παρελθόν πού χάθηκε.

Στήν συνέχεια θά ἀναφερθῶ σέ μερικά σημεῖα ἀπό τά ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν παρουσιάζουν ἐκφραστῆ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἀφοῦ, ὅπως φαίνεται καθαρά στά ἔργα του, ἡ θεολογία ἦταν ἐφαρμοσμένη καί τό ἐκκλησιαστικό ἦθος ἦταν βιωμένο στά πρόσωπα τῶν ἔργων του, καί μέσα ἀπό αὐτήν τήν περιγραφή, ἐξέθετε τήν ἐσωτερική του κατάσταση, τό καρδιακό του βίωμα. Διαβάζοντας κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, αἰσθάνομαι ὅτι λειτουργοῦν ψυχοθεραπευτικά, γαληνεύουν τήν ψυχή, ὑγραίνουν τά μάτια, ἐμπνέουν γιά ἕναν κόσμο κεκοσμημένο.

1. Ἀναγκαία διευκρίνιση

Κατ’ ἀρχάς εἶναι ἀνάγκη νά διευκρινισθῆ ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά συγκρίνη τά ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη μέ τά ἔργα τῶν Πατέρων, μέ τά φιλοκαλικά κείμενα καί τά συναξάρια. Γιατί τά φιλοκαλικά κείμενα ἀποβλέπουν στήν ἀδρανοποίηση τοῦ φανταστικοῦ της ψυχῆς, ἐπειδή καθοδηγοῦν σέ μιά ἀφάνταστη καί ἀνίδεη προσευχή, στό ἀνίδεο καί ἀφάνταστό του νοῦ. Εἶναι γνωστή ἡ ρήση ὅτι “νοῦς φανταζόμενος εἶναι ἀνίκανος διά τήν θεολογίαν”. Βεβαίως βρίσκει κανείς μέσα σέ πατερικά κείμενα στοιχεῖα, στά ὁποῖα παρουσιάζεται ἡ ὀμορφιά τῆς κτίσεως, ἰδίως ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στήν Καινή Κυριακή, τό Πάσχα, στόν ὁποῖο ὁ ἅγιος παρουσιάζει τήν ὀμορφιά τῆς φύσεως κατά τήν ἄνοιξη. Ὅμως τά φιλοκαλικά κείμενα ἔχουν ἄλλη ἀποστολή.

Ἐπίσης, πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ δεόντως ὅτι οἱ Πατέρες γράφουν ἀνάλογα μέ τήν διακονία πού ἔχουν μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἕνας ἀσκητής, πού ἔχει τήν ἐπίβλεψη καί τήν ποιμαντική διακονία νά προετοιμάζη τούς ἀνθρώπους γιά τήν ἀνάβαση στό Θαβώρ καί τό Ὅρος Σινά, κινεῖται σέ ἄλλα ἐπίπεδα καί γράφει ἀνάλογα μέ τήν ποιμαντική διακονία πού ἐξασκεῖ. Ἕνας ἄλλος Πατήρ, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος πού καθοδηγεῖ ἕναν λαό πού βρίσκεται σέ μιά κατάσταση πορείας ἀποφυγῆς ἀπό τά πάθη, χρησιμοποιεῖ ἕναν διαφορετικό λόγο, χωρίς νά ἀφίσταται τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας.

Ὁ Παπαδιαμάντης, ὅπως φαίνεται σέ ὅλα τα ἔργα του, δέν ἦταν Πνευματικός πατέρας καί καθοδηγητής, οὔτε ἐξασκοῦσε ποιμαντική σέ ἀνθρώπους πού ἔπρεπε νά καθαρίσουν τό παθητικό καί τό λογιστικό της ψυχῆς, οὔτε ἦταν δάσκαλος καί Ἱεροκήρυκας. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πού εἶχε ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὅπως ἐκφραζόταν στίς κοινότητες τῆς Σκιάθου, τίς ὁποῖες μποροῦμε νά ὀνομάσουμε θεραπευτικές. Στά κείμενά του, λοιπόν, περιέγραφε μιά κοινωνία πού διαπνεόταν ἀπό τούς δερματίνους χιτῶνες τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας, μιά κοινωνία πού ζοῦσε μέσα στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἐξασκοῦσε τήν ὑπομονή, τήν καρτερία, διακατεχόταν ἀπό τήν πίστη στόν Θεό καί ζοῦσε μέσα στήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν “ὁ μεγάλος ζωγράφος τῶν ταπεινών”, κατά τόν Κωστή Παλαμά. Πρόκειται γιά ἕνα κλίμα καί μιά ἀτμόσφαιρα πού καθαρίζει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὑπάρχουν στοιχεῖα νοερᾶς προσευχῆς, ἀφοῦ πρόκειται γιά προσευχή πού προέρχεται ἀπό ἕναν βαθύ πόνο. Καί προτιμῶ αὐτήν τήν κοινωνία ἀπό μερικές ἄλλες κοινωνίες πού χαρακτηρίζονται ἀπό πουριτανικές ἰδέες μέ φαντασιώσεις ὑψηλῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Τά ἔργα τοῦ Παπαδιαμάντη πιθανόν νά μή ὠφελοῦν τούς μοναχούς, πού ἀποβλέπουν σέ κάτι ἄλλο. Ἄλλωστε, οὔτε ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε τήν ἐπιθυμία νά καθοδηγῆ μοναχούς μέ ὑψηλές πνευματικές καταστάσεις. Ἄλλος ἦταν ὁ προορισμός του. Ζωντας μέσα στόν κόσμο καί ἐπιδιώκοντας “νά βγάλη τό ψωμί τού”, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του καί τόν πόνο του, χωρίς νά κάνη θρησκευτικό κήρυγμα, ἀλλά μᾶλλον ἔγραφε ἐξομολογητικά καί ἀνθρώπινα, συγκρίνοντας ἐν πολλοῖς τόν κόσμο τοῦ οὐρανίου πολιτεύματος μέ τόν κόσμο τῆς ἐξορίας.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἔζησε στήν ζωή του μέ πόνο, πού θεραπεύει τήν καρδιά, μέ βαθυτάτη αὐτομεμψία καί μάλιστα εἶχε τήν τόλμη νά τήν γράφη, ἔζησε μέ ὑψηλό αἴσθημα δικαιοσύνης, μέ ἔντονη ξενιτεία, πού αὐξανόταν μέ τίς ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς του ἡλικίας μέσα σέ μιά ἱερατική οἰκογένεια καί μιά λατρευτική καί θεραπευτική κοινότητα. Ὁ ἀείμνηστος Φιλόθεος Ζερβάκος θά γράψη γιά τόν Παπαδιαμάντη: “Ἐγύρισα ὄλας τάς Μονάς τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τῆς Παλαιστίνης, τοῦ Σινᾶ. Εὑρήκα καλογήρους, ἱερομονάχους, μοναχούς, ἀλλά πτωχούς καί ἀκτήμονας ὡσάν τόν Παπαδιαμάντην πάνυ ὀλίγους...”. Ἄν συγκρίνη κανείς τήν ζωή τοῦ Παπαδιαμάντη μέ τήν πλειονότητα τῶν μοναχῶν της ἐποχῆς μᾶς οἱ ὁποῖοι ζοῦν μέ συνεχεῖς ἐπαιτεῖες καί κατασκευάζουν πολυτελῆ Μοναστήρια, ὅπου διαβιώνουν μέ κοσμική ἄνεση, τότε ἀντιλαμβάνεται τήν ἀξία τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἔζησε, λοιπόν, μέ πόνο, ἀλλά καί ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νά φύγη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, πέθανε μέ ἐξομολόγηση, μέ τήν μετάληψη τῶν Τιμίων Δώρων, μέ προσευχή καί μετάνοια, ψάλλοντας μέ πόνο τό δοξαστικό της Παραμονῆς τῶν Θεοφανείων, “τήν χεῖρά σου τήν ἀψαμένην τήν ἀκήρατον Κορυφήν τοῦ Δεσπότου, μεθ’ ἧς καί δακτύλω αὐτόν ἠμίν καθυπέδειξας, ἐπαρον ὑπέρ ἠμῶν πρός αὐτόν, Βαπτιστά, ὡς παρρησίαν ἔχων πολλήν”. Τό ὀρθόδοξο τέλος τοῦ ἦταν ἔνδειξη τῆς ζωῆς του καί τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὑπάρξεώς του ἀπό τόν Θεό. Δέν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι νοσταλγῶ νά ἔχω τό ἴδιο τέλος πού εἶχε ὁ Παπαδιαμάντης καί ἐλπίζω στό ἔλεος καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ὅτι θά μοῦ τό χαρίση.

2. Ὁ Θεός τοῦ Παπαδιαμάντη

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εκφραστής της ορθοδόξου εκκλησιαστικής παραδόσεως (Α)Ὁ Θεός τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ὁ Θεός τῶν Πατέρων καί ἰδιαιτέρως τῶν Φιλοκαλικῶν Πατέρων μέ τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ καί φυσικά μέ τήν μεγάλη φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία. Δέν εἶναι ὁ Θεός τοῦ Θωμά τοῦ Ἀκινάτη καί τοῦ Ἀνσελμου Καντερβουρίας.

Ὁ Θεός τοῦ Θωμά τοῦ Ἀκινάτη εἶναι ἕνας θεός ἀπρόσιτος, σκληρός, πού ὑποχρεώνει τόν ἄνθρωπο στήν ἀποδοχή τῆς ὕπαρξής του. Στήν “Σούμα Θεολόγικα”, ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης, μετά τά ἐπιχειρήματα περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, φθάνει σέ ἀναγκαστικές δεσμεύσεις: “Ἀνάγκη λοιπόν νά παραδεχθῶμεν πρώτην τινά ποιητικήν αἰτίαν, ἥν πάντες ὀνομάζουσι Θεόν”. Καί ἀλλοῦ: “Συνεπῶς πρέπει νά ὑπάρχη ὅν νοοῦν, ὑφ’ οὐ πάντα τα φυσικά ὄντα κυβερνῶνται καί κατευθύνονται πρός τόν ἑαυτῶν σκοπόν• τό δ’ ὅν τοῦτο ὀνομάζομεν Θεόν”. Καί ἀλλοῦ: “Δέν δυνάμεθα νά διακριβώσωμεν πῶς ὁ Θεός εἶνε, ἀλλά μᾶλλον πῶς δέν εἶνε”.

Ὁ Θεός ἀκόμη τοῦ Ἀνσελμου Καντερβουρίας εἶναι θεός φεουδάρχης ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπό τρεῖς ἀρχές, ἤτοι ὅτι εἶναι ἡ ὑψίστη δικαιοσύνη, ἡ ὑψίστη τιμή καί ὅτι εἶναι θεός τάξεως, ἀφοῦ ἔβαλε σέ ὅλη τήν κτίση τήν τάξη. Ὁπότε κάθε ἁμαρτία εἶναι προσβολή τῆς τιμῆς καί τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί παράβαση τῆς τάξεως πού ὑπάρχει σέ ὅλη τήν δημιουργία. Γι’ αὐτό καί ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος πρέπει νά τιμωρηθῆ, ἤ πρέπει νά ἐξιλεώση τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί νά ἀποκαταστήση τήν τρωθεῖσα τιμή Του.

Ὁ Νίκος Καζαντζάκης, ἐπηρεασμένος ἀπό αὐτήν τήν δυτική θεολογική προβληματική, εἶχε ὑπ’ ὄψη τοῦ ἕναν τέτοιο δυνάστη θεό. Σέ μιά ἀλληλογραφία πού εἶχε μέ κάποιον ἑλληνοαμερικανό Ἱερέα Παπαστεφάνου φαίνεται αὐτός ὁ ἐπηρεασμός του. Γράφει κάπου:

Ο θεός μου εἶναι ὅλο λάσπη, αἵματα, ἐπιθυμίες κι ὁράματα. Δέν εἶναι ὁ ἁγνός, ἄσπιλος, παντοδύναμος, πάνσοφος, δίκαιος, πανάγαθος. Δέν εἶναι φῶς. Μέ ἀγώνα, μέ κάματο μετουσιώνει τή νύχτα μέσα στά σωθικά του καί τήν κάνει φῶς. Ἀνηφορίζει ἀγκομαχώντας τόν ἀνήφορο τῆς ἀρετῆς. Φωνάζει βοήθεια. Δέ μᾶς σώζει. Ἐμεῖς τόνε σώζομε. Salvatores Dei! Τί θά πεῖ τόνε σώζομε; Σώζομε μέσα ἀπ’ τήν ἐφήμερη πήλινη ὕπαρξή μας τήν πνοή τήν αἰώνια, μετουσιώνουμε τή σάρκα, τόν ἀέρα, τό νερό καί τά κάνομε πνέμα”.

Καί σέ μιά ἀπό τίς τελευταῖες ἐπιστολές τοῦ (25-4-54) γράφει:

“Τρία τά μεγάλα θεολογικά στάδια πού πέρασα:
- Θεέ μου, ἐσύ θά μέ σώσης•
- Θεέ μου, ἐγώ θά σέ σώσω•
- Μαζί θά συνεργαστοῦμε μαζί θά σωθοῦμε, Θεέ μου”.

Ὁ Θεός ὅμως τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ὁ Θεός τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας. Ὁ Παπαδιαμάντης γνώρισε τόν Θεό ἀπό νηπτικούς πατέρας, πού ὀνομάζονταν κολλυβάδες, τόσο στό Ἅγιον Ὅρος ὅσο καί στήν Σκιάθο. Εἶναι Θεός ἀγάπης, πού συμπονεῖ τόν ἄνθρωπο, πού τόν ἀγαπᾶ, πού ἀγαπᾶ πιό πολύ τους ἁμαρτωλούς πού συναισθάνονται τήν πνευματική τους φτώχεια. Αὐτό φαίνεται καθαρά σέ ὅλο το ἔργο του. Ὁ Θεός, ὅπως ἔλεγε ὁ ὅσιος Σιλουανός, εἶναι ταπείνωση καί πραότητα πού συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς.

Γράφοντας ὁ Παπαδιαμάντης γιά τό καθαρτήριο πῦρ τῆς “Παπικῆς Ρώμης” σχολιάζει:

“Ημεῖς Καθαρτήριον δέν ἠξεύρομεν, πιστεύομεν ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἐν τῷ ἀπείρω Αὐτοῦ ἐλέει πολλᾶς πολλῶν ἁμαρτίας θά συγχωρήση δεχόμενος τάς μυστικὰς θυσίας καί τάς ἐν αὐταῖς γινομένας εὐλαβῶς μνείας τῶν κεκοιμημένων. Περί Καθαρτηρίου δέ καί ἄλλων τοιούτων δέν πολυπραγμονοῦμεν. Οἱ Δυτικοί θεολόγοι εἶναι δεινοί εἰς τό νά περιγράφωσιν ἐπί τό φανταστικώτερον καί τάς Κολάσεις καί τά Καθαρτήρια. Ἠμεῖς γνωρίζομεν μόνον ὅτι αἵ ψυχαί τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ὅσοι ἠμάρτησαν ὡς ἄνθρωποι, εἶναι εἰς τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ”.

Ἀκόμη σέ ὅλα τα ἔργα τοῦ φαίνεται διάχυτη αὐτή ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Τήν Χριστίνα, τήν δασκάλα, πού ζοῦσε χωρίς στεφάνι, τήν βλέπει μέ συμπάθεια, γι’ αὐτό στό τέλος τοῦ διηγήματός του γράφει γι’ αὐτήν: “Ἀλλ’ Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέστη “ἕνεκα τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καί τοῦ στεναγμοῦ τῶν πενήτων”, ὅστις ἐδέχθη τῆς ἁμαρτωλῆς τα μῦρα καί τά δάκρυα καί τοῦ ληστοῦ τό Μνήσθητί μου, θά δεχθῆ καί αὐτῆς τῆς πτωχῆς τήν μετάνοιαν, καί θά τῆς δώση χῶρον καί τόπον χλοερόν, καί ἄνεσιν καί ἀναψυχήν εἰς τήν βασιλείαν Του τήν αἰωνίαν”. Τόν “μπάρμπα-Γιαννιό τόν Ἔρωντα”, πού πέθανε μπροστά στήν πόρτα τῆς Πολυλογοῦς πού ἀγαποῦσε, καί σκεπάστηκε ἀπό τό χιόνι, τόν ἀφήνει στό ἔλεος καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γράφει: “Καί ὁ μπάρμπα-Γιαννιός ἄσπρισεν ὅλος, κ’ ἐκοιμήθη ὑπό τήν χιόνα, διά νά μή παρασταθῆ γυμνός καί τετραχηλισμένος, αὐτός καί ἡ ζωή του καί αἵ πράξεις του, ἐνώπιόν του Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου”. Τήν Φραγκογιαννοῦ, πού καταδιωκόμενη ἀπό δύο ἄνδρες γιά τό ἔγκλημα πού ἔκανε καί στήν προσπάθειά της νά ἀνεβῆ τόν βράχο τοῦ ἁγίου Σώστη, πνίγηκε, γράφει: “Ἡ γραία Χαδούλα εὗρε τόν θάνατον εἰς τό πέραμα τοῦ Ἁγίου Σώστη, εἰς τόν λαιμόν τόν ἐνώνοντα τόν βράχον τοῦ ἐρημητηρίου μέ τήν ξηράν, εἰς τό ἥμισυ τοῦ δρόμου, μεταξύ της θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης”.


(Συνεχίζεται: Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἐκφραστής τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (Β))

 

  • Προβολές: 2845