Skip to main content

Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ἡ ἀχλύς τῶν πταισμάτων καί ὁ φωτισμός

Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Ἕνα θαυμάσιο τροπάριο ἀπό τόν κατανυκτικότατο Μικρό Παρακλητικό Κανόνα τῆς Παναγίας μας, μοῦ δίνει τήν ἀφορμή νά καταγράψω κάποιες σκέψεις, θά ἔλεγα “σημειώσεις τῆς μνήμης”, ἀπό διάφορες θεολογικές ἀναγνώσεις, ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἀνάγνωση μιᾶς εἰσήγησης σέ ἱερατικό συνέδριο τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου μᾶς κ. Ἱεροθέου, πού ἔχει τίτλο: “Ἐξομολόγηση καί Ψυχοθεραπεία”. Τό τροπάριο στό ὁποῖο θά ἀναφερθῶ εἶναι μιά ἐξομολόγηση μέσα στήν ὁποία καταγράφεται ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά καί τό περιεχόμενο τῆς μετανοίας, πού συνιστᾶ τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς.

Στό τρίτο, λοιπόν, τροπάριο τῆς πέμπτης ὠδῆς τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα ψάλλουμε: “Λύσον τήν ἀχλύν τῶν πταισμάτων μου Θεονυμφε, τῷ φωτισμῶ τῆς σῆς λαμπρότητος, ἡ φῶς τεκοῦσα τό θεῖον καί προαιώνιον”. Ὁ συνοπτικός λόγος τοῦ τροπαρίου εἶναι ἐμποτισμένος ἀπό τόν πόνο τοῦ ἀνθρώπου πού αἰσθάνεται τήν πληγή τῆς ἁμαρτίας. Ταυτόχρονα ὅμως εἶναι γεμάτος ἐλπίδα στήν προστασία τῆς Θεοτόκου, στό φωτισμό τῆς λαμπρότητάς της, ἡ ὁποία εἶναι λαμπρότητα τοῦ προαιωνίου θείου φωτός, πού γέννησε ὡς ἄνθρωπο.

Τά τροπάρια τῆς ὑμνολογίας μας δέν εἶναι ἐλαφρά συναισθηματική στιχοπλοκία. Ὁ λόγος τούς εἶναι θεολογικός καί παρακλητικός, ἔχει πνευματική θερμότητα καί μεγάλη διεισδυτικότητα στήν ψυχή, ὅταν φυσικά ἡ ἀκοή τῆς συντονίζεται μέ τά νοήματα πού ἐκεῖνος μεταφέρει. Δέν ἔχουν ἀνθρώπινους αὐτοδικαιωτικούς στοχασμούς• ἔχουν ρεαλισμό πού συντρίβει, χωρίς νά ἀπογοητεύη. Ἡ φαντασία, πού γεμίζει τήν ποίηση μέ ὑποκρισία, καί τήν κάνει τοῖχο πίσω ἀπό τόν ὁποῖο κρύβεται τό πραγματικό πρόσωπο τοῦ ποιητῆ, ἀδυνατίζει ἀπό τήν πίεση τῆς αὐτοκαταδικαστικῆς ταπείνωσης τοῦ ὑμνογράφου.

Στίς πολύ λίγες λέξεις τοῦ τροπαρίου εἶναι εὐδιάκριτες τρεῖς πραγματικότητες. Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι ἡ ἁμαρτία σκοτίζει τήν ψυχή, τήν τυλίγει μέ μιά ὁμίχλη, ἡ ὁποία περιορίζει τήν ὅρασή της καί δέν τῆς ἐπιτρέπει νά δή τό φῶς τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἀκόμη νά ἀπολαύση τήν δημιουργία, γιατί δέν μπορεῖ νά δή μέσα σ’ αὐτήν τήν σοφία, τήν ἀγάπη καί τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ταυτόχρονά της δημιουργεῖ ἀθυμία καί πνιγμό. Ἡ ἱκετευτική κραυγή “Λῦσον τήν ἀχλύν” βγαίνει ἀπό ψυχή πού ἀσφυκτιά, πού πνίγεται καί θέλει νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τόν κλοιό πού τήν περισφίγγει• θέλει νά διαλυθῆ τό σύννεφο πού τήν καταθλίβει. Ἡ μεταφορική σημασία τῆς λέξης ἀχλή εἶναι: μελαγχολία, ψυχική κατάθλιψη (Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη). Ὁ σκοτασμός τῶν πταισμάτων, δηλαδή, γίνεται αἰτία ψυχικῶν ἀσθενειῶν.

Ἡ δεύτερη πραγματικότητα, πού γίνεται φανερή ἀπό τήν ἔνταση πού ὑποδηλώνει τό αἴτημα τοῦ τροπαρίου, εἶναι ὅτι ὁ ὑμνογράφος εἶχε αἴσθηση τῆς ἐσωτερικῆς “ἀχλύος”. Αὐτή ἡ αἴσθηση εἶναι μιά σημαντικότατη γνώση. Εἶναι αἴσθηση τῆς μεταπτωτικῆς πραγματικότητος, ὅραση τῆς ἀμαυρωμένης εἰκόνας τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο. Αὐτό εἶναι προνόμιο τῶν ἀγωνιζομένων νά ἀποκαθάρουν τό “κατ’ εἰκόνα”. Ἡ αἴσθηση αὐτή δημιουργεῖ “καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην”, τήν ὁποία δέν ἐξουθενώνει ὁ Θεός, ὅταν στέκεται ἐνώπιόν του προσώπου Του τελωνικά.

Ἡ τρίτη πραγματικότητα, πού εἶναι πολύ καθαρά διατυπωμένη μέσα στό τροπάριο, εἶναι ὅτι ὁ σκοτασμός τῆς ἁμαρτίας διαλύεται ἀπό τό φῶς τῆς λαμπρότητος τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία λαμπρότητα προέρχεται ἀπό τόν “τόκο” της, τόν Χριστό. “Λύσον τήν ἀχλύν... τῷ φωτισμῶ τῆς σῆς λαμπρότητος”. Ἡ λαμπρότητά της δωρίζει φωτισμό. Ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τήν ἁμαρτία δέν εἶναι ἡ τακτοποίηση κάποιων νομικῶν ἐκκρεμοτήτων. Εἶναι ἡ εἴσοδος μέσα στό νοῦ τοῦ θείου φωτισμοῦ, τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἔχει “ταμιευθή” στήν Ἐκκλησία καί ζῆ μέσα στούς ἁγίους. Ἡ Ἐκκλησία τό παρέχει στόν κόσμο μέ τά μυστήρια καί οἱ ἅγιοί το μεταδίδουν μέ τόν λόγο τους καί μέ τήν πρεσβεία τους, σέ ὅσους τούς ἐπικαλοῦνται. Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ πρωτίστως στήν Θεοτόκο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σέ ὁμιλία του στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου λέει ὅτι ἡ Παναγία δέχεται πρώτη το πλήρωμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον κατόπιν τό καθιστά χωρητό σέ ὅλους “νέμουσα πρός δύναμιν ἐκάστω κατά τήν ἀναλογίαν καί τό μέτρον τῆς ἑκάστου καθαρότητος, ὥστε ταύτην εἶναι καί ταμεῖον καί πρύτανιν τοῦ πλούτου τῆς θεοτητος”.

Στό σημεῖο αὐτό μπορεῖ νά γίνη μία “σχολαστική” παρατήρηση. Ἡ λαμπρότητα τῆς Θεοτόκου χαρακτηρίζεται στό τροπάριο δική της λαμπρότητα. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι αὐτή εἶναι ἀνθρωπίνης τάξεως, δηλαδή κτιστῆ ἐνέργεια ἤ ἰδιότητα. Ἄν ἦταν ἔτσι, τότε τό τροπάριο θά πρέσβευε ὅτι ὁ φωτισμός τῆς ψυχῆς ἐπιτυγχάνεται μέ ἀνθρώπινες κτιστές ἐνέργειες καί ὅτι ἡ σωτηρία μπορεῖ νά ἐπιτευχθῆ μέ παρόμοιο τρόπο. Δέν εἶναι ὅμως αὐτό τό νόημα τῆς ἐκφράσεως “...τῆς σῆς λαμπρότητος”. Ἡ λαμπρότητα τῆς Θεοτόκου ἔχει πηγή τόν Χριστό. Αὐτό φαίνεται ἀπό τήν πρόταση πού ἀκολουθεῖ, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτήρα ἐπεξηγηματικό –“ἡ φῶς τεκοῦσα τό θεῖον καί προαιώνιον”–, ἐξάγεται ὅμως καί ἀπό τήν ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία μᾶς λέει ὅτι ὁ ἀκέραιος κατά Θεόν ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό τρία στοιχεῖα: σῶμα, ψυχή καί Πνεῦμα. Αὐτή ἡ διδασκαλία δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τήν αἵρεση τοῦ τρισυνθέτου πού κήρυξε ὁ Ἀπόστολος Μακράκης, γιατί τό Πνεῦμα δέν εἶναι κτιστό στοιχεῖο, ἀνθρώπινο, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ ἀκέραιος κατά Θεόν ἄνθρωπος ἔχει μέσα του τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τόν λαμπρύνει. Ἔτσι, ἡ λαμπρότητα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ κατοπτρισμός τοῦ Θεοῦ μέσα στόν καθαρό καθρέπτη τῆς ψυχῆς του, ἡ ὁποία μεταδίδει αὐτό τό φῶς καί στό σῶμα. Ἡ Παναγία εἶναι ὁ γνησιότερος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἔφερε στό σῶμα τῆς τίς συνέπειες τῆς ἀποστασίας τῶν Πρωτοπλάστων –ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ὅλοι μας–, διέσωσε ὅμως στήν ψυχή τῆς τό πρωτοκτιστό κάλλος. Γι’ αὐτό μέσα της κατοικοῦσε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν “κεχαριτωμένη”. Δηλαδή, ἡ λαμπρότητά της ἔχει πηγή τόν Θεό.

Κλείνοντας τίς γραμμές αὐτές θέλω νά ὑπογραμμίσω, ὅτι μέσα στό τροπάριο πού ἀνέφερα, βρίσκεται ἡ θεολογική ἀντίληψη γιά τήν ἁμαρτία καί τήν ἄφεσή της. Μέσα στούς στίχους της δέν χωρᾶ ἡ παραμικρή ὑποψία ἠθικισμού ἤ νομικισμοῦ. Ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι ἁπλῶς παράβαση κάποιας ἠθικῆς δεοντολογίας ἤ διατάραξη τῶν κοινωνικῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου. Οὔτε εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νά ἑνωθῆ μέ τά φιλοσοφικά ἀρχέτυπα, ὅπως εἶναι οἱ ἀνύπαρκτες ἰδέες τοῦ Πλάτωνα. Πρίν ἀπό ὅλα ἡ ἁμαρτία εἶναι “Θεοῦ ἀλλοτρίωσις”. Εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης γιά τόν Θεό. (Μ. Βασίλειος). Εἶναι ἡ στέρηση “τῆς αὐτοπροσώπου πρός Θεόν ὁμιλίας” (ἄγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς). Αὐτή ἡ στέρηση εἶναι συνέπεια τῆς ἀσθένειας “τοῦ γνωστικοῦ ὀργάνου τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι ὁ νούς”• “εἶναι ὁ σκοτασμός τοῦ νοός” (Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεος). Αὐτή ἡ ἐσωτερική τύφλωση ἤ “ἀχλύς” μᾶς κάνει νά μή γνωρίζουμε τήν κατάσταση τοῦ ἐαυτοῦ μας καί νά μήν ἔχουμε αἴσθηση τῆς κακίας τῶν πράξεών μας, “οὐδέ ἐν οἶς ἐσμέν αἰσθανόμεθα, οὐδέ ὅτι κακῶς πράττομεν ἐπιστάμεθα” (ἄγ. Συμεών νέος Θεολόγος).

Ἀνάλογη μέ τήν ἀντίληψη τῆς ἁμαρτίας εἶναι καί ἡ ποιότητα τῆς μετανοίας, καθώς καί ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. Ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ φωτός τῆς χάριτος μέσα στό νοῦ καί τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, “ἡ ἀχλύς τῶν πταισμάτων λύεται τῷ φωτισμῶ τῆς λαμπρότητος τοῦ Θεού”. Ὅλος ὁ προσωπικός ἀγώνας τοῦ πιστοῦ μέ τήν προσευχή, τήν προσπάθεια τηρήσεως τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, τήν μετοχή στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί στό μυστήριο τῆς θ. Εὐχαριστίας, ἀποβλέπει στό νά ἀνοιχθῆ μέσα στόν ἄνθρωπο τόπος γιά νά κατοικήση ὁ Θεός, “τό φῶς τό ἀληθινόν”, τό ὁποῖο διαλύει τήν ἐσωτερική καταχνιά τῶν πταισμάτων, καθαρίζει τό ὀπτικό της ψυχῆς καί παρέχει στόν ἄνθρωπο τήν ἄφεση “ὧν ἔπραξε δεινῶν”.

ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 3304