Skip to main content

Ἀρχιμ. Παύλου Ἰωάννου: “Εἰ τὸ φῶς τὸ ἐν σοῖ σκότος, τὸ σκότος πόσον!”

Τὸ παρὸν ἄρθρο ἀναδημοσιεύεται ἀπὸ τὸ περιοδικὸ “Ἐφημέριος”, Φεβρουαρίου 2001.

Ἀρχιμ. Παύλου Ἰωάννου, Ἡγουμένου τῆς Ι. Μονῆς Ἁγίου Γεωργίου Ἁρμᾶ


Ἀποτελεῖ μιὰ πονετικὴ καὶ ὑπεύθυνη ὑπενθύμιση ὅτι ὁ μοναχισμὸς εἶναι μιὰ σωτήρια, βαριὰ κληρονομιὰ - παρακαταθήκη τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὄχι ἕνας τόπος ἐκπλήρωσης προσωπικῶν ἢ ὁμαδικῶν ἐπιδιώξεων.

Θέλω ἁπλὰ νὰ πῶ μερικὲς σκέψεις καὶ προβληματισμούς μου, καθὼς αἰσθάνομαι ὅτι κάποιες συμπεριφορὲς κινδυνεύουν νὰ νοθεύσουν καίριες ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς παραδόσεώς μας, γιατί πιστεύω ὅτι αὐτὲς οἱ συμπεριφορὲς δὲν μπορεῖ νὰ ἀφοροῦν μόνον ὅσους τὶς ἀσκοῦν, ἀλλὰ ὅλους. Ὑπάρχουν κάποια πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἐν σιωπὴ καὶ πρὸ παντὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκκλησιαστικοὶ θεσμοὶ καθαγιασμένοι ἀπὸ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν ἀγώνα ἁγιασμένων ἀνθρώπων καὶ τὶς διδασκαλίες θεοπνεύστων διδασκάλων νὰ χρησιμοποιοῦνται στὴν ὑπηρεσία προσωπικῶν ἐπιδιώξεων ἢ νὰ ἐπιχειρεῖται ἡ ἀλλοίωσή τους.

Αἰσθάνομαι πολὺ μικρὸς γιὰ νὰ πῶ τί εἶναι ὁ μοναχισμὸς γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἅγιοι μοναχοί, ὀσιώτατοι πατέρες, ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν τὴν μοναχικὴ πολιτεία ὡς ὁδὸν θεώσεως ἔχουν καταγράψει καὶ περιγράψει αὐτὴν τὴν μοναδικὴ ὁδὸ καὶ αἰσθάνεται κανεὶς δέος μελετῶν καὶ πληροφορούμενος τὰ ἀσκητικὰ παλαίσματα παλαιῶν καὶ συγχρόνων ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης καὶ σαφὲς ὅτι ὁ μοναχισμὸς εἶναι ἡσυχαστικὸς καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ διαφορά του ἀπὸ τὸν δυτικό. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ ζωὴ Τῆς εἶναι κατάφορτη ἀπὸ τοὺς γλυκύτατους καρποὺς τοῦ ἡσυχαστικοῦ Μοναχισμοῦ καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὑποχρεώνει ἐμᾶς τοὺς νεώτερους, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ φτάσουμε τὰ δικά τους μέτρα, τουλάχιστον νὰ μὴν ἐπιχειροῦμε νὰ τὰ ἀλλοιώσουμε.

Ὁ Μοναχισμὸς εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὁδὸς ταπεινώσεως, ὁδὸς ἁγιασμοῦ, δὲν εἶναι ὁδὸς ἐπιδείξεως δυνάμεως, δὲν εἶναι ὁδὸς ἄσκησης ἐξουσίας, δὲν εἶναι ὁδὸς ἐγκόσμιας προβολῆς, δὲν εἶναι ὁδὸς κοσμικῆς πολυπραγμοσύνης. Ἡ μοναχικὴ πολιτεία διέπεται ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς κανόνες, ἡ τήρηση τῶν ὁποίων κάνει ἕνα μοναστῆρι, στὸ γράμμα καὶ στὸ πνεῦμα μοναστῆρι, καὶ ἡ ἀθέτηση τῶν ὁποίων τὸ καθιστᾶ ἀνύπαρκτο, ἔστω καὶ ἐὰν διαφημίζεται σὰν μοναστῆρι, ἔστω καὶ ἂν διαθέτη λαμπρὰ κτηριακὰ συγκροτήματα. Ὅταν π.χ. ἕνα μοναστῆρι δὲν εἶναι ἀναγνωρισμένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς μοναστῆρι, τότε δὲν εἶναι μοναστήρι, καὶ ὅλες οἱ κουρὲς ποὺ γίνονται σ’ αὐτὸ εἶναι ἀνυπόστατες, ἀφοῦ ἡ μονὴ τῆς μετανοίας τῶν μοναχῶν εἶναι ἀνύπαρκτη. Γιατί ἀλλοίμονο, ἐὰν καὶ στὴν Ἐκκλησία ἰσχύση τὸ “εἶσαι ὅ,τι δηλώσεις”.

Τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχη μὲ τὴν πνευματικὴ παράδοση τῆς μοναχικῆς πολιτείας ἡ διαφήμιση τῶν μοναστηριῶν καὶ τὸ μάρκετιγκ κατὰ τὸ πρότυπο κοσμικῶν ἐπιχειρήσεων;

Ἕνα μοναστῆρι δὲν εἶναι ἐνορία. Ἕνα μοναστῆρι δὲν ἔχει ἀποστολὴ νὰ ἀσκήση ποιμαντικὴ δράση στὸν κόσμο. Ἕνα μοναστῆρι ποιμαίνει διαφορετικὰ τὸν κόσμο. Τὸν ποιμαίνει διὰ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν ἐν αὐτῶ ἀσκουμένων. Ὅταν οἱ μοναχοί, ἀντὶ γιὰ τὶς προσευχές, τὶς ἀκολουθίες, τὴν μελέτη τῶν πατερικῶν κειμένων, τὸν ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν, φτιάχνουν στιχάκια καὶ ἄλλα, ὅταν ἀντὶ νὰ συνθέτουν χοροὺς ὑμνωδῶν φτιάχνουν συγκροτήματα μὲ κιθάρες, ὅταν ἀντὶ νὰ ξενυχτοῦν στὶς ἀγρυπνίες χρησιμοποιοῦν τὸ χρόνο γιὰ νὰ παίζουν σὲ κάποια στέκια, ὅλα αὐτὰ δὲν συνιστοῦν ἁπλῶς πλήρη σύγχυση κριτηρίων, δὲν συνιστοῦν ἁπλῶς κίνδυνο ἐκκοσμικεύσεως, ἀλλὰ δημιουργοῦν τὴν αἴσθηση ὅτι τότε καὶ οἱ ἀγρυπνίες καὶ οἱ ἀκολουθίες καὶ τὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ μετατρέπονται σὲ “ἐκδηλώσεις” καὶ δὲν συνιστοῦν ἔκφραση μοναχικῆς ἐμπειρίας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι καμώματα, εἶναι κινήσεις ἐντυπωσιασμοῦ καὶ δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη. Ἕνα ταλαιπωρημένο παιδὶ τῆς ἐποχῆς μας, ὅταν στρέφεται στὴν Ἐκκλησία, δὲν ἔρχεται νὰ βρῆ αὐτὰ ποὺ ἄφησε στὸν κόσμο. Ἂν χρειαζόταν συγκροτήματα καὶ κιθάρες τὰ βρίσκει ἀλλοῦ καὶ σὲ πολὺ καλύτερη μορφή. Στὴν Ἐκκλησία θὰ ἔλθουν γιατί ζητοῦν κάτι οὐσιαστικό.

Ἕνα μοναστῆρι δὲν εἶναι μέσο ἄσκησης ἐξουσίας, ἡ ἡγουμενικὴ θέση δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιπαρατίθεται στὴν ἐπισκοπική, ἕνα μοναστήρι δὲν μπορεῖ νὰ προβάλλεται διαρκῶς καὶ νὰ προσπαθῆ νὰ ἀποδείξη πόσο χρήσιμο εἶναι καὶ πόσο “καλὸ κάνει”, γιατί αὐτὴ εἶναι μία νοοτροπία εὐθέως ἀντίστροφη μὲ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Ἕνα μοναστῆρι δὲν μπορεῖ νὰ ἔχη δικές του κατασκηνώσεις καὶ μάλιστα νὰ τὶς ἀντιπαραθέτη σὲ αὐτὲς τῶν Μητροπόλεων, γιατί τότε τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικό.

Δὲν γνωρίζω ἂν νομικὰ οἱ μοναχοὶ μποροῦν νὰ συνιστοῦν ἑταιρεῖες καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ χοροὺς ἑκατομμυρίων. Γνωρίζω, ὅμως, ὅτι αὐτὲς εἶναι συμπεριφορὲς ἀσυμβίβαστες μὲ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καὶ μὲ τὴν ὀρθόδοξη μοναχικὴ παράδοση. Τότε οἱ ὑποσχέσεις περὶ ἀποταγῆς τοῦ κόσμου εἶναι ψευδεπίγραφες. Ἐὰν κάποιοι θέλουν νὰ ἀσκήσουν ποιμαντικὸ ἔργο, ἃς ἀναλάβουν ἐνορίες καὶ ἀσχοληθοῦν συστηματικὰ μὲ αὐτὲς καὶ ἃς μὴν ἐπιχειροῦν νὰ λαφυραγωγοῦν τὶς ἐνορίες καὶ νὰ ἐμφανίζονται ὡς ὑπὲρ-ἐνορίες. Ἕνα ὀρθόδοξο μοναστῆρι δὲν μπορεῖ νὰ ἔχη ὀπαδούς, γιατί τότε παύει νὰ εἶναι μοναστῆρι. Δὲν μπορεῖ νὰ ὀργανώνη συλλόγους ὑποστήριξης, διότι, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ μακαριστὸς π. Παΐσιος, χάνει τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὁδηγεῖ σὲ λανθασμένους δρόμους.

Ὅταν ἕνα μοναστῆρι λειτουργώντας μὲ τὴν νοοτροπία Μητροπόλεως νιώθη τὴν ἀνάγκη νὰ ὀργανώνη σὲ κοσμικὰ ξενοδοχεῖα καὶ μάλιστα ἄλλης περιοχῆς ἐκδηλώσεις, ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν ποιμαντικὴ δικαιοδοσία τῶν μοναστηριῶν, δὲν δρᾶ ὡς ἕνα ὀρθόδοξο μοναστῆρι.

Δυστυχῶς, σὲ πολλὲς περιπτώσεις τὸ πνεῦμα καὶ ἡ νοοτροπία τῶν ἐν τῷ κόσμω χριστιανικῶν ἀδελφοτήτων ἐνεδύθη τὴν μοναχικὴ τρίβο, χωρὶς ὅμως νὰ ἀλλάξη καὶ τὴν νοοτροπία, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Μοναχισμὸς καὶ τὸ μοναστῆρι νὰ εἶναι μέσον καὶ ὄχι αὐτοσκοπός.

Ὅταν παίρνοντας ἕνα περιοδικὸ τέτοιων μονῶν, βλέπεις πάντα τὴν μόνιμη ἐπωδὸ “στεῖλτε μας χρήματα”, τότε ἔχεις τὴν αἴσθηση ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ βασικότερος σκοπὸς τῆς ἐκδόσεώς τους. Συγκρίνοντας κανεὶς π.χ. τὸ περιοδικὸ τῆς Μονῆς Γρηγορίου μὲ αὐτὰ τὰ περιοδικὰ καταλαβαίνει τὴν τεράστια διαφορὰ ὕφους, ἤθους καὶ ἐπιδιώξεων. Ἂν κάποιοι ἔκαναν λάθος, εἶναι πιὸ τίμιο νὰ ἀλλάξουν πορεία παρὰ νὰ τύπτουν τὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων.

Εἶχα τὴν εὐλογία νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ καὶ νὰ ζήσω ἐκ τοῦ πλησίον γιὰ μιὰ εἰκοσαετία τὸν ἀείμνηστο Γέροντα τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Δαβὶδ π. Ἰάκωβο. Στοιχούμενος τοῖς ἁγίοις πατράσι, ἔζησε τὴ ταπεινώσει τὰ ὑψηλὰ καὶ τὴ πτωχεία τὰ πλούσια. Ἕνας, καὶ ὄχι βέβαια ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς σύγχρονους ἐκφραστὲς τῆς μοναχικῆς παραδόσεως καὶ ἐγγυητὴς ὅτι αὐτὴ ἡ μοναχικὴ βιοτὴ εἶναι βατὴ καὶ στὴν σημερινὴ ἐποχή. Διερωτῶμαι μήπως ἡ κοσμικὴ πολυπραγμοσύνη νομίζουμε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψη τὸ ἀταπείνωτο φρόνημα καὶ τὴν ἔλλειψη ἀληθοῦς πνευματικότητος;

Γράφω εἰλικρινὰ μὲ πολὺ πόνο αὐτὲς τὶς γραμμές, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ὅλα ἔχουν κάποια ὅρια. Οἱ μοναχοί, γιὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τὸ φῶς ποὺ φωτίζει τὴν ζωὴ τῶν ἐν τῷ κόσμω ἀγωνιζομένων χριστιανῶν. Τὸ Εὐαγγελικὸ ἐρώτημα•. “εἴ τὸ φῶς τὸ ἐν σοῖ σκότος, τὸ σκότος πόσον!” εἶναι ἀμείλικτο καὶ πρέπει νὰ μᾶς προβληματίση ὅλους.

ΜΟΝΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

  • Προβολές: 2474