Skip to main content

Κύριο ἄρθρο: Ἡ ἐνδεχόμενη ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στὴν Ἑλλάδα

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Δημοσιεύθηκε στό “Βῆμα” τῆς Κυριακῆς 17-12-2000

Ἡ ἐπικαιρότητα φέρνει διάφορα θέματα πρός συζήτηση καί προβληματισμό. Τό πρόβλημα βέβαια στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὅτι τά θέματα θίγονται καί ἀντιμετωπίζονται περισσότερο ὡς δημοσιογραφικά καί δημοσκοπικά, δηλαδή καλεῖσαι νά πῆς ἕνα “ναί” ἤ ἕνα “ὄχι” σέ θέματα πού σέ ρωτοῦν. Ἔτσι περισσότερο λειτουργεῖ τό σύνθημα, τό συναίσθημα, ἡ λεγομένη συναισθηματική νοημοσύνη, καί λιγότερο ἡ ἀνάλυση τοῦ προβλήματος στό βάθος. Μάλιστα δέ διαβάζοντας ἐφημερίδες, διαπιστώνω ὅτι λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ δημοσιογράφοι πού κάνουν ἀνάλυση. Οἱ περισσότεροι κάνουν ρεπορτάζ. Ζοῦμε σέ μιά κοινωνία πού ἀρέσκεται σέ ρεπορτάζ καί σέ συνθήματα.

Αὐτές οἱ σκέψεις μου δημιουργοῦνται τόν τελευταῖο καιρό, ὅταν καλοῦμαι νά ἀπαντήσω στό ἐρώτημα ἄν πρέπει νά ἔλθη ὁ Πάπας στήν Ἑλλάδα ἤ ὄχι. Ὅταν, ἀνταποκρινόμενος στό ἐρώτημα αὐτό, προσπαθῶ νά κάνω ἀνάλυση, τίς περισσότερες φορές θεωροῦμαι θεωρητικός. Ἀλλά ὅμως πῶς μπορεῖ νά ἀπαντήση κανείς μέ ἕνα ξερό “ναί” ἤ “ὄχι”;

Ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀντιμετώπισε τό θέμα αὐτό μέ ψυχραιμία, νηφαλιότητα καί γνώση ὅλων των παραμέτρων, ἤτοι τῆς ἐκκλησιολογικῆς, ἱστορικῆς, κοινωνικῆς κλπ., καί ἔλαβε τήν ἀπόφαση ἡ ὁποία ἔχει ἤδη γνωστοποιηθῆ. Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν ἔχει ἁρμοδιότητα νά ἀποφασίση ἐκ τῶν προτέρων γιά μιά πιθανή ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα, ὅπως καί ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες, ὅταν ἐπισκεπτόμαστε ξένες χῶρες, δέν λαμβάνουμε ἐκ τῶν προτέρων ἄδεια ἤ πρόσκληση ἀπό ξένες Ὁμολογίες. Ἐάν καί ἐφ’ ὅσον ὁ Πάπας ἀποφασίσει νά ἐπισκεφθῆ τήν Ἑλλάδα, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ μελετήσει καλά τα ὅσα προβλήματα θά δημιουργηθοῦν κατά τό ταξίδι αὐτό, τότε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θά ρυθμίση τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον θά ἐπικοινωνήση μαζί του, μέσα στά ἐκκλησιολογικά πλαίσια.

Ἐπεκτείνοντας τό θέμα πρέπει νά προστεθῆ ὅτι ἡ τυχόν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα θά πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ ἀπό τρεῖς ὀπτικές γωνίες.

Ἡ πρώτη εἶναι ποιός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ταξιδιοῦ του στήν Ἑλλάδα. Ἡ ἐπίσημη ἄποψη πού διατυπώνεται εἶναι ὅτι θέλει νά ἐντάξη τό ταξίδι σέ μιά προσκυνηματική πορεία πρός τιμή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἐδῶ τίθεται ἕνα σοβαρό θέμα. Εἶναι γνωστόν σέ θεολογικούς κύκλους ὅτι ὁ Πάπας στηρίχθηκε στήν ἄποψη ὅτι εἶναι διάδοχός του Ἀποστόλου Πέτρου καί δί’ αὐτοῦ εἶναι βικάριος τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στά πλαίσια αὐτά ὑποτιμήθηκαν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι καί ἰδιαιτέρως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὑπάρχει ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως, ἡ ὁποία “ἀναθεμάτιζε ὡς αἱρετικό κάθε Χριστιανό, ὁ ὁποῖος θά τολμοῦσε νά πιστεύση, νά παραδεχθῆ καί νά μεταδώση σέ ἄλλους το ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στηριζόταν στό ἀποστολικό κύρος τού”, δηλαδή ὅτι ἦταν πραγματικά Ἀπόστολος. Ἐπίσης, ὑπῆρξαν Πάπαι, ὅπως ὁ Ἰωάννης ΚΒ' (1327), Κλήμης ΣΤ' (1351), πού κατεδίκαζαν καί ἀναθεμάτιζαν “κάθε ἕναν πού θά τολμοῦσε νά ἀρνηθῆ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, καθ’ ὅλην τήν διάρκεια τοῦ ἀποστολικοῦ του βίου, εἶχε ἀπολύτως ὑποταχθῆ στήν μοναρχική ἐκκλησιαστική αὐθεντία τοῦ πρώτου Πάπα καί Βασιλέως τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ ἀποστόλου Πέτρου”. Τό ἴδιο ἐπανέλαβαν καί ἄλλοι Πάπαι ἀργότερα, ὅπως ὁ Πίος Ἰ' (1907) καί ὁ Βενέδικτος ΙΕ' (1920). Συνεπῶς ἡ τιμή τοῦ Πάπα πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο πρέπει ἀναμφιβόλως νά ἔχη τό στοιχεῖο τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὡς ἰσοκύρου Ἀποστόλου μέ τόν Ἀπόστολο Πέτρο, ἀκριβῶς γιατί κατά τήν ὀρθόδοξη θεολογία ὑπάρχει ἑνότητα στήν θέωση, διαφορετικά δέν τιμᾶται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ἄν δέν γίνει αὐτό, τότε τό ταξίδι τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα τίθεται μέσα στά πλαίσια τῆς ἰδιαίτερης “ἐκκλησιολογίας” τοῦ Βατικανοῦ, πού χρησιμοποιεῖ τόν Ἀπόστολο Πέτρο γιά νά ἐκφράση τήν ἀρχή τοῦ πρωτείου.

Ἡ δεύτερη προοπτική εἶναι τό γιατί ἐνδιαφέρεται τόσο πολύ ὁ Πάπας νά ἔλθη στήν Ἑλλάδα. Νομίζω ὅτι ἐνδεχομένως τόν ἐνδιαφέρει αὐτό τό ταξίδι, γιατί, ἐκτός των ἄλλων, ἡ Ἑλλάδα διατηρεῖ τήν πιό ζωντανή ὀρθόδοξη θεολογία. Πολλές φορές φθάνουμε στό σημεῖο ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι νά διαμαρτυρόμαστε γιά μερικά λεπτομερειακά σημεῖα καί νά κατηγοροῦμε ἑαυτούς καί ἀλλήλους γιά πολλά “στραβά” πράγματα, γιά ἐκκλησιαστικούς καί παρεκκλησιαστικούς, γιά συντηρητικούς καί παραδοσιακούς κλπ. Ὅμως ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει μιά θαυμαστή δυναμικότητα. Διατηρεῖ σέ καλό βαθμό ὀρθόδοξη θεολογία, στήν αὐθεντική της ἔκφραση, χωρίς νά ἀλλοιώνη τόν ἀποκαλυπτικό χαρακτήρα της, ἐκφράζεται αὐτή ἡ ἡσυχαστική ὀρθόδοξη θεολογία ἀπό τόν ὀρθόδοξο μοναχισμό, κυρίως τόν ἁγιορείτικο μοναχισμό, ὁ ὁποῖος εἶναι συνέχεια τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, λειτουργοῦν δύο Θεολογικές Σχολές μέ σοβαρό ἔμψυχο θεολογικό δυναμικό, καθώς ἐπίσης ὁ λαός εἶναι ζυμωμένος μέ τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Καί εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ περισσότεροι λογοτέχνες μᾶς ἐκφράζουν αὐτά τά πνευματικά ἀντισώματα τοῦ λαοῦ μας. Ὅλες οἱ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τιμοῦν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐπειδή διατηρεῖ αὐτά τά στοιχεῖα πού ἀνέφερα προηγουμένως, καί χρησιμοποιοῦν κατά καιρούς διάφορα μέλη της γιά εἰδικές ἀποστολές. Θεωρῶ δέ ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό θεολόγους πού ζοῦν στήν Ἑλλάδα, εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν λεγομένη σλαυϊκή καί παρισινή θεολογία, ἔστω κι ἄν μερικοί νομίζουν τό ἀντίθετο. Ἑπομένως, ὁ Πάπας ἐνδιαφέρεται κυρίως γιά τήν ἐπαφή του μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Ἡ τρίτη ὀπτική γωνία εἶναι ἡ λεγομένη ἐκκλησιολογία. Δηλαδή, ἄν ἔλθη ὁ Πάπας στήν Ἑλλάδα, πρέπει νά καθορισθῆ ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον θά ἐπικοινωνήση μαζί του. Αὐτό λέγεται ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ Παπισμός ἔχει σαφῶς διαφορετική θεολογία, πού συνδέεται μέ τόν στοχασμό τοῦ σχολαστικισμοῦ, καί ἔχει ἀποκλίνει ἀπό τήν θεολογία τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ βασική διαφορά μεταξύ της Ὀρθοδόξου καί τῆς Παπικῆς θεολογίας ἐντοπίζεται στό θέμα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Οἱ θεολόγοι τοῦ Βατικανοῦ, ἀπό τόν Θωμᾶ τόν Ἀκινάτη καί μετά, δέν ἔχουν ἀποβάλλει τήν λανθασμένη ἄποψη ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή, ὅτι δηλαδή οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστές. Ἀπό ἐκεῖ προέρχονται ὅλα τα καινοφανῆ δόγματα τῆς Παπικῆς “Ἐκκλησίας” περί τοῦ Filioque, περί καθαρτηρίου πυρός, περί κοσμικῆς ἐξουσίας, περί πρωτείου, περί ἀλαθήτου, κλπ. Ἐπίσης χαρακτηριστική εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ σχολαστικῆς καί ἡσυχαστικῆς θεολογίας, ὅπως καί μεταξύ θεσμοποιημένων “ἁγίων” καί θεουμένων ἁγίων. Καί ὅλα αὐτά ἔχουν συνέπεια στήν ἐκκλησιολογία, ἀφοῦ οἱ Παπικοί πιστεύουν στήν ἀνωτερότητα τῆς Ἐκκλησία τούς ἔναντί των Ὀρθοδόξων. Χαρακτηριστικά δείγματα αὐτῆς τῆς νοοτροπίας εἶναι ἀφ’ ἑνός μέν ἡ διακήρυξη “ Dominus Jesus” ἀπό τήν Ἐπιτροπή γιά τήν διδασκαλία τῆς πίστεως (6-8-2000), ἀφ’ ἑτέρου δέ οἱ παρατηρήσεις τοῦ Καρδιναλίου Joseph Ratzinger γιά τήν ἔκφραση “Ἀδελφές Ἐκκλησίες” (30-6-2000). Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ὄγδοο αἰώνα θεωροῦν ὅτι ὁ Παπισμός ἔχει ἀλλοιώσει, ὑπό τήν ἐπήρεια τῶν Φράγκων, τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί δέν ἀνήκει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία διαφυλάσσει αὐθεντικά τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια καί γι’ αὐτό δέν μνημονεύεται ὁ Πάπας στά “Δίπτυχα”. Καί νωπή παραμένει ἀκόμη ἡ ἐρώτηση (ρητορική ἄποψη) πού ἔθεσε ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυρός Σεραφείμ σέ θεολόγους ἀκαδημαϊκούς διδασκάλους κατά τήν διάρκεια θεολογικοῦ Συνεδρίου: “Εἶναι τό Βατικανό Ἐκκλησία;” Ὁπότε ἡ τυχόν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα πρέπει νά γίνη μέσα ἀπό αὐτές τίς ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις.

Τό θέμα εἶναι μεγάλο. Προσπάθησα νά ὑπογραμμίσω μερικές πλευρές, οἱ ὁποῖες δέν μποροῦν νά μποῦν στήν “λογική” τῆς δημοσκόπησης καί τῆς συνέντευξης, ἀλλά στήν προοπτική της γνώσης καί τῆς ἀλήθειας, χωρίς φόβο καί πάθος.

Ἐπιπροσθέτως πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ τυχόν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα δέν πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ στήν προοπτική διαφόρων σκοπιμοτήτων, σέ συσχετισμούς, συμψηφισμούς ἤ ἀκόμη ἀντιδιαστολές καί ἀντιπαραθέσεις μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γιατί θά εἶναι μεγάλο λάθος, ἄν δοθῆ ἡ δυνατότητα νά εἰσέλθη ἡ διπλωματία τοῦ Βατικανοῦ “σφήνα” στίς σχέσεις μας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

  • Προβολές: 3167