Skip to main content

Ἀντιφώνηση Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου στὴν προσφώνηση τοῦ Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου

Ἅγιε Καθηγούμενε,

ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί,

Αἰσθάνομαι ἰδιαιτέρα χαρά καί συγκίνηση διότι σήμερα εὑρίσκομαι ἐν μέσω ἠμῶν. Ἦρθα γιά πρώτη φορά ἐπισήμως στήν Ἱερά Μονή μετά τήν εἰς Ἐπίσκοπον ἀνάδειξή μου μέ τήν Χάρη καί τό ἔλεος καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Βεβαίως, ὅπως εἴπατε κι ἐσεῖς προηγουμένως, συνδέομαι πάρα πολύ στενά μέ τήν Ἱερά Μονή σας καί μάλιστα συνδέομαι μαζί σας καί πρίν ἀκόμη γίνουμε κληρικοί, ἀπό τήν Ἀθήνα. Ἐκτιμοῦσα τότε τά ἰδιαίτερα χαρίσματα καί τήν ἀγάπη τήν ὁποία εἴχατε καί ἐκδηλώνατε γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Πρίν ἀκόμη γίνετε ἁγιορείτης, ἤσασταν ἁγιορείτης στήν καρδιά, στό φρόνημα καί στήν ζωή.

Ἐπανειλημμένως ἔχω ἔρθει στήν Ἱερά Μονή καί ὅπως ἔχω πῆ ἐδῶ διατηρῶ ἕνα πολύ μεγάλο κομμάτι ἀπό τήν ζωή μου τήν χριστιανική, τήν ἀσκητική καί τήν ζωή τοῦ κληρικοῦ. Ἐδῶ ἔζησα μερικές ἐμπειρίες τίς ὁποῖες, βέβαια, δέν μπορῶ νά τίς ἐκφράσω, γιατί ὅ,τι γίνεται στόν πνευματικό χῶρο, ἐσωτερικά, αὐτό νομίζω πρέπει νά φυλάσσεται μυστικό μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἔχω ἔρθει καί ἄλλη φορᾶ ὡς Ἐπίσκοπος, ἀλλά ὄχι βέβαια ἐπισήμως, πέρασα ἀπό τήν Ἱερά Μονή σας καί πάλι μου δείξατε τήν ἀγάπη σας καί σᾶς εὐχαριστῶ πάρα πολύ.

Εἶμαι βαθύτατα συγκινημένος διότι ἔρχομαι σ’ αὐτό τό Μοναστήρι, γιά νά τιμήσουμε καί νά τιμηθοῦμε βασικά ἀπό τήν Ἁγία Ἀναστασία τήν Ρωμαία, ἡ ὁποία εἶναι ἀγαπητή καί σεβαστῆ ἀπό ὅλους τους Πατέρας καί αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀλλά καί ἀπό ὅλους τους μοναχούς του Ἁγίου Ὅρους καί τούς προσκυνητᾶς πού ἔρχονται στήν Ἱερά Μονή καί γνωρίζουν τά θαύματα τά ὁποῖα ἔχουν δή πάρα πολλοί Μοναχοί καί ἄλλοι ἄνθρωποι ἀπό τήν ἁγία Ἀναστασία τήν Ρωμαία.

Πρέπει νά σᾶς ὁμολογήσω ὅτι ἔρχομαι ὡς ἕνας ταπεινός προσκυνητής, ὁ τελευταῖος ἐκ τῶν προσκυνητῶν. Ὅταν ξεκινοῦσα ἀπό τήν Ναύπακτο γιά νά ἔρθω ἐδῶ στό Μοναστήρι, αἰσθανόμουν βαθύτατα ὅτι δέν ἔρχομαι ὡς Ἐπίσκοπος νά προστῶ τῆς πανηγύρεως, ἀλλ’ ὡς ἐλάχιστός των προσκυνητῶν. Καί τό λέω καί τό αἰσθάνομαι βαθύτατα.

Καί λυποῦμαι πάρα πολύ διότι δέν εἶμαι κοντά στήν Μακεδονία καί στό Ἅγιον Ὅρος γιά νά ἔρχομαι συχνά. Διότι ἡ Μητρόπολή μου εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη ἀπό τόν χῶρο αὐτό καί εἶναι πάρα πολύ δύσκολο κανείς νά ἀνέρχεται στό Ἅγιον Ὅρος συχνά. Τά ποιμαντικά καθήκοντα εἶναι πάρα πολλά καί λυπᾶμαι πάρα πολύ διότι ἔρχομαι τόσο ἀραιά.

Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη συγκίνηση διότι βρίσκομαι ἀνάμεσά σας. Θεωρῶ ὅτι τό Μοναστήρι αὐτό, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, ἀποτελεῖ ἕνα δυνατό κομμάτι τῆς ἀγρυπνούσης συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας μας. Καλλιεργεῖται ἐδῶ ἡ θεολογία, ὄχι ἁπλῶς ὡς συγγράμματα καί ὡς θεωρία, ἀλλά καλλιεργεῖται ἡ θεολογία στήν πράξη, καί εἶμαι γνώστης τῶν πραγμάτων αὐτῶν καί εἶμαι βέβαιος καί μπορῶ νά τό ὑποστηρίξω.

Εἶναι ὅ,τι χρειάζεται ἡ σημερινή μας ἐποχή. Νά ὑπάρχουν χῶροι ὅπου θά ἀγρυπνή ἡ ὀρθόδοξη συνείδηση. Καί αὐτό ὀφείλεται πρωτίστως σέ σᾶς, ἅγιε Καθηγούμενε, διότι νομίζω, καί εἶμαι βέβαιος γι’ αὐτό, ὅτι ἔχετε ἀποκτήσει δογματική συνείδηση. Ὄχι ἁπλῶς γνωρίζετε τήν ὀρθόδοξη θεολογία στό βάθος της καί ἐκφράζετε τήν ὀρθόδοξη θεολογία, ἀλλά ἔχετε θεολογική συνείδηση καί μπορεῖτε νά συλλαμβάνετε, λόγω εὐαισθησίας θεολογικῆς καί μοναχικῆς, τά διάφορα ρεύματα πού ἔρχονται ἐξ Ἀνατολῶν καί ἐκ Δυσμῶν καί νά ἀντιδρᾶτε μέ σώφρονα διάκριση καί μέ ἀγωνιστικό πνεῦμα. Διότι, ὅπως ἔχω διαπιστώσει ἐπανειλημμένως, ἀληθεύετε ἐν ἀγάπη καί ἀγαπᾶτε ἐν ἀληθεία καί σᾶς διακρίνει αὐτή ἡ ἁγία ἁπλότητα πού εἶναι καρπός καί ἀποτέλεσμα τῆς ἀλλοιώσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀλλά, βέβαια, αὐτό ὀφείλεται καί στούς μοναχούς σας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκλεκτοί καί ἔχουν αὐτήν τήν ἁγία διάθεση νά ζοῦν ἐν τῇ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία, νά ἀλλοιώνονται ἀπό τήν ὅλη παράδοση πού ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά τήν διατυπώνουν. Καί ἔχουν καί τήν διάθεση ἀκόμη τοῦ μαρτυρικοῦ πνεύματος καί νά μαρτυρήσουν ἀγωνιζόμενοι γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση.

Ὅπως εἴπατε καί σεῖς, ζοῦμε πράγματι σέ κρίσιμες ἐποχές. Λέγεται συνήθως καί ἐλέχθη προσφάτως στόν ἀγώνα τόν ὁποῖον κάνουμε γιά τίς ταυτότητες, πού δέν εἶναι ἁπλῶς γιά τίς ταυτότητες, ἀλλά γιά τήν ταυτότητα τοῦ Γένους μας, ὅτι ἡ Ἐκκλησία διέρχεται κρίση ταυτότητος.

Δέν τό θεωρῶ σωστό αὐτό. Δέν διέρχεται ἡ Ἐκκλησία κρίση ταυτότητος, ἀλλά οἱ Χριστιανοί καί μερικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά διέρχωνται κρίση ταυτότητος. Δέν ἐκκοσμικεύεται ἡ Ἐκκλησία. Ἐκκοσμικεύονται οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀπό ἐνεργεία μέλη τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά γίνουμε δυνάμει μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἄρρωστα καί ἀποκεκομμένα. Καί αὐτή ἡ ἐκκοσμίκευση δέν εἶναι κάτι πού ἀφορᾶ τόν ἐκκλησιαστικό μας χῶρο, ἀλλά εἶναι μιά κατάσταση ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καί ἐκτός της Ἑλλάδος, εἶναι μιά νοοτροπία οὐμανισμοῦ, μιά νοοτροπία μινιμαλισμοῦ τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί τῆς ὀρθοδόξου ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας. Ἑπομένως, δέν μποροῦμε νά περιορίζουμε ἁπλῶς μιά κρίση σ’ ἕναν χῶρο οὔτε νά μιλᾶμε γιά κρίση ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας. Καί θεωρῶ ὅτι πράγματι ὑπάρχει κρίση ταυτότητος τῶν χριστιανῶν καί τῶν Κληρικῶν. ... Ἀλλά ὡστόσο ἐν ταπεινότητι πρέπει νά ὁμολογοῦμε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί παρά τήν ἁμαρτωλότητά μας νά ὁμολογοῦμε τήν ἀλήθεια τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ λόγου.

Πάντως εἶναι γεγονός ὅτι δεχόμαστε πάρα πολλούς πειρασμούς, καί αἰσθάνομαι ὅτι ἡ ἐποχή μᾶς εἶναι ὁμοία μέ τήν ἐποχή πρό τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διότι καί τότε, ὅπως ἐκφράστηκε ἀκόμη καί στήν Σύνοδο τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας, ὑπῆρχαν τρία μεγάλα ρεύματα, τρεῖς μεγάλες τάσεις μεταξύ των Ὀρθοδόξων, ἰδιαιτέρως μεταξύ των Κληρικῶν.

Τό ἕνα ρεῦμα ἐκφραζόταν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, τότε, Νικαίας Βησσαρίωνα, ὁ ὁποῖος διακατεχόταν ἀπό τόν ἀριστοτελισμό καί ἀκόμη διαπνεόταν ἀπό πολύ μεγάλη ἀγάπη γιά τόν παπισμό καί τήν δυτική λεγομένη παράδοση καί κατέληξε νά φύγη ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί νά γίνη καρδινάλιος.

Ἡ δεύτερη τάση, τό δεύτερο ρεῦμα, ἐκφραζόταν ἀπό τόν Γεώργιο Γεμιστό, Πλήθωνα, ἀρχαιολάτρη, ὁ ὁποῖος διακατεχόταν ἀπό ἕναν Πλατωνισμό, μιά πλατωνική παράδοση καί νοοτροπία καί ἔφτασε σ’ ἕνα σημεῖο, θά ἔλεγα, παγανιστικό, νά ἐγκαταλείψη στήν πραγματικότητα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τόν πλούσιο αὐτόν θησαυρό, καί νά στραφῆ στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, τήν ἀρχαία ζωή, πού οὐσιαστικά εἶναι νεκρή καί πεθαμένη, διότι μέσα στόν Χριστιανισμό βαπτίσθηκε ὅλη ἡ παλαιότερη ζωή καί ἡ φιλοσοφία καί ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα καί γιατί ἀπέκτησε νέο νόημα, περιεχόμενο καί ζωή.

Καί τό τρίτο ρεῦμα ἐκφραζόταν ἀπό τόν ἅγιο Μάρκο Ἐπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό καί ἀργότερα τόν μαθητή τοῦ τόν ἅγιο Γεννάδιο Σχολάριο.

Τρία ρεύματα, τρεῖς παραδόσεις πού νομίζω ὑπάρχουν καί στήν σημερινή ἐποχή.

Κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, πού τό γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά, ἐπικράτησε ἡ θεολογία καί ἡ ζωή καί ὁ ἡσυχασμός τοῦ ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπέκταση ἦταν μαθητής τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διότι μεταξύ των δύο παρενεβλήθη ὁ Ἰωσήφ ὁ Βρυένιος. Ἐκεῖνος παρέλαβε ὅλη τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί στήν συνέχεια ἐκεῖνος τήν μετέδωσε στόν ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου, τόν Εὐγενικό, γι’ αὐτό καί ἄν διαβάση κανείς τά κείμενα τοῦ ἁγίου Μάρκου θά διαπιστώση ὅτι δέν διαφέρουν σέ τίποτε ἀπό τήν θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ ἠσυχαστοῦ αὐτοῦ ἁγιορείτου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας.

Καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἐπικράτησε αὐτή ἡ παράδοση γι’ αὐτό καί διεσώθη τό Γένος μας, γι’ αὐτό διεσώθη ἡ ταυτότητα τῆς ἑλληνορθοδόξου Παραδόσεώς μας.

Σήμερα ὅμως ἐπανέρχονται καί οἱ ἄλλες παραδόσεις καί ἔχουμε καί τά τρία αὐτά ρεύματα, πού εἶναι οἱ ἀρχαιολάτρες, οἱ ὁποῖοι ὑψώνουν θρασεία τήν κεφαλήν μέ τήν ἀνοχή πολλῶν ἄλλων παραγόντων, ἀκόμη καί πολιτειακῶν. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πού ἐκφράζουν τό πνεῦμα τοῦ Βησσαρίωνα, τό πνεῦμα δηλαδή τοῦ συγκρητισμοῦ καί τοῦ θαυμασμοῦ ἐνώπιόν της δυτικῆς παραδόσεως, ἡ ὁποία διαπνέεται ἀπό ἀντίθετο πνεῦμα ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί παράδοση, ἀλλά ὑπάρχει καί τό πνεῦμα τοῦ ἁγίου Μάρκου (ποῦ ἐκφράζει) καί τό πνεῦμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τό ὁποῖο νομίζω εἶναι πάρα πολύ δυνατό καί δέν πρόκειται νά ὑποστῆ καμία ζημία τό Γένος μας καί ἡ Ἐκκλησία, μόνο οἱ Χριστιανοί καί ὁ λαός μᾶς μποροῦν νά ὑποστοῦν κάποια ζημιά.

Ἔτσι ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία πράγματι ὑπάρχει μία σύγχυση, ἀφοῦ συγχέεται ὁ ἡσυχασμός μέ τόν στοχασμό καί τό παρατηροῦμε ἀκόμη καί σέ Θεολογικές Σχολές, ὅταν μερικοί στοχάζονται πάνω στά ὀρθόδοξα δόγματα καί στόν ἀποκαλυπτικό λόγο.

Ἀκόμη δημιουργεῖται μιά ταύτιση - σύγχυση μεταξύ της ζωῆς τῆς θεώσεως μέ μιά ἠθικιστικῆ θρησκευτική ζωή. Ὅπως ἔχετε γράψει δέν εἴμαστε ἐναντίον τῆς ἠθικῆς ζωῆς, ἀλλά εἴμαστε ἐναντίον τοῦ ἠθικισμοῦ, ὁ ὁποῖος παραβλέπει ὅλη αὐτήν τήν ἡσυχαστική παράδοση. Καί ταυτόχρονα ἐκεῖνο τό ὁποῖο βλέπουμε εἶναι ὅτι ὑπάρχει μιά σύγχυση καί ταύτιση μεταξύ ἐκκλησιολογίας καί κοινωνιολογίας. Ταυτίζεται ἀνεπίτρεπτα ἡ ἐκκλησιολογία μέ τήν κοινωνιολογία, ὡσάν νά μήν ἔχη κανέναν ἄλλο σκοπό ἡ Ἐκκλησία παρά μόνον νά ἀποβλέπη στόν εὐδαιμονισμό καί τήν ἠδονοκρατία, στό ἐνταύθα καί τό ἐνθάδε καί νά μή βλέπη τό ἐπέκεινα. Κατά κάποιον τρόπον βλέπουμε νά ἀλλοιώνεται ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὅτι “ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῶον ἐνταύθα οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί πέρας τοῦ μυστηρίου τή πρός Θεόν νεύσει θεούμενον”. Καί δυστυχῶς παρατηρεῖται καί ἐδῶ ἡ ἐκκοσμίκευση, ὅτι ἐνταύθα ὄχι μόνον οἰκονομούμεθα, ἀλλά ἐξαντλοῦμε ὅλη μας τήν δυνατότητα καί τό περιεχόμενο καί δέν μεθιστάμεθα ἀλλαχοῦ μέ τήν νεύση καί τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πρός τήν θέωση.

Γιά νά μήν σᾶς κουράσω καί νομίζω πῶς κομίζω γλαύκας εἰς Ἀθήνας –εἰς Ἅγιον Ὄρος– διότι σεῖς ζῆτε τήν θεολογία στήν πράξη καί στήν ζωή, ἁπλῶς καί πάλι θέλω νά ἐκφράσω τήν χαρά μου καί τήν συγκίνησή μου πού βρίσκομαι ἀνάμεσά σας, νά σᾶς εὐχαριστήσω γιά τήν ἀγάπη τήν ὁποία ἐκδηλώνετε καί στόν Ἐπίσκοπο αὐτήν τήν στιγμή, ἀλλά γενικότερα στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, καί στό ἀγωνιστικό πνεῦμα καί φρόνημα τό ὁποῖο ἔχετε ἐν διακρίσει, καί τό ἔχω διαπιστώσει πάρα πολύ αὐτό, ὅτι ἀγωνίζεσθε γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά μέ διάκριση καί ἀγάπη. Καί συγχρόνως νά παρακαλέσω νά εὔχεσθε καί γιά μένα καί γιά ὅλους τους Ἐπισκόπους νά φρυκτωροῦμε ὅπως εἴπατε πάνω στίς ἐπάλξεις καί νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή, ὥστε ὁ λαός μας νά παραμένη σ’ αὐτά τά ὁποῖα παρέλαβε, στήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, διότι ἔτσι θά λύση καί θά λύσουμε ὅλα τα ὑπαρξιακά μας ἐρωτήματα καί ἡ ζωή μας θά βρῆ νόημα.

Εὔχομαι μέ ὅλη μου τήν καρδιά, ἀπόψε ἡ ἀγρυπνία καί ἡ πανήγυρη, διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας καί τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας, νά μᾶς δώση πνεῦμα κατανύξεως, ἡσυχασμοῦ, προσευχῆς, ὥστε αὐτό νά μπορέσουμε, ὡς ἄλλοι Μωϋσεῖς, νά τό περάσουμε στόν λαό καί νά παραμένη στήν κοίτη τῆς παραδόσεώς μας. Ἀμήν

  • Προβολές: 2515