Skip to main content

Κύριο ἄρθρο: Ἡ ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843 καὶ τὸ Σύνταγμα

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Τό πρῶτο Σύνταγμα μετά τήν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος ἔγινε μέ τήν Ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843, πού ἐκδηλώθηκε στόν χῶρο πρό τῶν ἀνακτόρων, τῆς σημερινῆς Βουλῆς, καί γι’ αὐτό αὐτή ἡ πλατεία ὀνομάζεται πλατεία Συντάγματος. Πρωταγωνιστὴς αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως ἦταν ὁ εὐλαβέστατος ρουμελιώτης στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἦταν σημαντική καί οὐσιαστική. Ὁ ἴδιος ὁ Μακρυγιάννης στά κείμενα πού μᾶς ἄφησε διασώζει πολλά περιστατικά ἀπό τίς ἡμέρες ἐκεῖνες, καθώς ἐπίσης μᾶς δίδει καί τό πνεῦμα μέσα στό ὁποῖο ἐκδηλώθηκε ἡ ἀντίδραση τοῦ λαοῦ.

Στήν συνέχεια θά δοῦμε μερικά κείμενα τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, τά ὁποῖα εἶναι ἀρκετά ἀποκαλυπτικά γιά τόν χαρακτήρα καί τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1843, καθώς ἐπίσης καί γιά τό πνεῦμα μέσα στό ὁποῖο γράφηκε τό πρῶτο ἐλεύθερο καί δημοκρατικό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος.

1. Στά κείμενά του ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης περιγράφει ὅτι στόν ἀγώνα πού ἔκανε ἐνισχύθηκε ἀπό τόν Θεό. Ζοῦσε σέ μιά κοινωνία μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους. Ἡ ἐπανάσταση αὐτή δέν ἦταν ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀγαθῆς διαθέσεως γιά τήν ἐλευθερία τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἀλλά καρπός τῆς “ἐκκλησίας”, δηλαδή τῆς κοινωνίας ζώντων καί κεκοιμημένων, Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Γράφει ὁ Μακρυγιάννης:

“Έρχεται ἡ τρίτη Σεπτεμβρίου, τήν νύχτα ὁπού μᾶς εἶχαν τρογυρισμένα ὅλα τα στρατέματα, καί ἐγώ χωρίς δύναμην, καί τήν αὐγή θά μ’ ἔβαιναν εἰς τήν τζελατίνα (εἰς τ’ ἄλλο στορικόν ξηγῶμαι πῶς ἔτρεξε), τότε περικαλιῶμαι τόν Θεόν καί τήν χάρη της νά μᾶς προφτάσουνε, καί ὄντως ἔκαμεν νεκρανάστασην σέ μᾶς καί μᾶς ἔσωσε... Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες τῆς τρίτης Σεπτεβρίου, εἰς τίς ἕξι, εἰς τίς ἑφτά μέρες ἐκείνου τοῦ μηνός, βλέπει ἕνας γερό-σεβάσμιος ἀγωνιστής, κατοιμος ἔξω εἰς τά χωριά, τήν νύχτα ὁπού χαζιρεύεταν νά κοιμηθεῖ καί πῆγε εἰς τά εἰκονίσματά του νά κάμει τήν προσευκή του, βλέπει ἕνα σύγνεφον καί τοῦ λέγει: Γνωρίζεις τόν Μακρυγιάννη; Αὐτός τόν πῆρε ὁ φόβος. Μήν φοβᾶσαι• τόν γνωρίζεις; τοῦ λέγει. Λέγει καί αὐτός ὁ δυστυχής: Τόν γνωρίζω. Νά πᾶς νά τοῦ εἰπεῖς, δί’ αὐτό ὁπού ἐργάστη θά τόν κιντυνέψουν πολύ καί αὐτόν, καί αὐτός μήν φοβηθεῖ• ἅς ἔχετε τίς ἐλπίδες εἰς τόν Θεόν καί θά σᾶς σώσει... Ὅταν θά βαρούσαμεν τουφέκι, τήν τρίτη Σεπτεβρίου, βλέπει ἕνας ἄλλος ἀγωνιστῆς, χριστιανός καλός, τίς δύο του μηνός ξημερώνοντας, ὅτι βρέθη εἰς τό περιβόλι μου, αὐτός καί ἕνας λαμπροφορεμένος ὡς δεσπότης, καί παρουσιάστηκα καί ἐγώ. Τοῦ λέγει αὐτεινοῦ τοῦ ἀγωνιστῆ ὁ δεσπότης: Αὐτόν ὁπού βλέπεις, καί θά τόν σώσω ἀπό τόν κίντυνον (καί παρουσιάζεται καί μιά στέρνα μέ μαγαρισές) καί θά τόν βγάλω ἀπό αὐτείνη τήν μαγαρισᾶ. Καί σταύρωσε καί ἔλαψε ὁ τόπος...”.

Ὅπως φαίνεται πρόκειται γιά λαοσύναξη, θεοσύναξη καί ἁγιοσύναξη. Πρόκειται γιά μιά πολιτική πράξη, ἀφοῦ ἀποβλέπει στίς ἐλευθερίες τοῦ λαοῦ. Καί σέ αὐτήν τήν πολιτική πράξη συμμετέχουν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐνισχυόμενα ἀπό τόν Θεό.

2. Σέ μιά δύσκολη στιγμή τῆς ἐπανάστασης γιά νά δοθῆ τό Σύνταγμα, ὅταν ὁ Μακρυγιάννης περικυκλώθηκε ἀπό τά βασιλικά στρατεύματα, πῆγε στίς εἰκόνες καί ἔκανε τήν προσευχή του: “Κύριε, βλέπεις σέ τί κατάστασιν ἔφτασα. Ὁ μόνος σωτήρας εἶναι ἡ παντοδυναμία σου καί ἡ ἐσπλαχνία σου σ’ ἐμᾶς ὁπού κιντυνεύομεν καί εἰς τήν ματοκυλισμένη μᾶς πατρίδα”. Καί στήν συνέχεια διηγεῖται ὁ Μακρυγιάννης: “Τότε ἡ ἄπειρη ἐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀγαθότης τοῦ μούδωσε φώτισιν καί θάρρος. Πιάνω καί φκειάνω μίαν σημαία καί γράφω• “Ἐθνική συνέλεψη, Συνταμα”. Λέγω• “Εἰς τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί τῆς βασιλείας τοῦ σηκώνεται ἡ σημαία τῆς πατρίδος!”. Καί τήν εἶχα ἕτοιμη. Τελειώνοντας αὐτό, ἔφκειασα τήν διαθήκην μου... Τότε ἡσύχασε ἡ ψυχή μου καί τό σῶμα μου ἔλαβε ἄλλη ψύχωσιν...”.

Ἡ ἐπιτυχία τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς 3ης Σεπτεμβρίου ἀποδίδεται στόν Θεό. Γι’ αὐτό στόν λόγο τοῦ ὁ Μακρυγιάννης θά πῆ: “Ἰδού, ἀδελφοί, ὁ Θεός πάλε ἔκαμεν τό ἔλεός του καί μᾶς ἔφερε μόνος του τό ἀγαθό του δῶρο καί μᾶς προστάτεψε κ’ ἐμᾶς καί τόν Βασιλέα μας, οὔτε αὐτός ν’ ἀγαναχτήση ἀναντίον μας, οὔτε ἐμεῖς εἰς τόν Βασιλέα μας. Καί φώτισε καί τά δυό μέρη εἰς τό ἑξῆς θά ζήσωμεν μέ τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ ὡς πατέρας μέ τά παιδιά. Διώχνομεν αὔριον καί τούς Μπαυαρέζους... νά μήν θυμηθῆ κανένας πάθος ἀπό ’μάς νά πειράξη κανέναν... ὅσο νά πᾶνε στήν εὐκή τοῦ Θεοῦ... Αὐτά εἶχα νά σᾶς εἰπῶ, ἀδελφοί”. “Φέραμε καί πλοῖα καί μπαρκαρίσαμεν ὅλους τους Μπαυαρέζους...”.

3. Ἡ θρησκεία γιά τόν Μακρυγιάννη εἶχε μεγάλη σημασία ὅπως τό βλέπουμε σέ ὅλα τα κείμενά του, ἀλλά καί τό Σύνταγμα πού κατοχυρώνει τίς ἐλευθερίες τοῦ λαοῦ θεωρεῖται ἀπό αὐτόν ὡς εὐαγγέλιο. Γράφει κάπου:

“Δεν πέρασε δύο τρεῖς ἡμέρες, ἦρθαν καί μέ ’ρέθιζαν καί μόταζαν νά μπῶ σέ ξένες φατρίες καί εἰς κόμματα• τούς εἶπα: Ὅποιον κόμμα εἶναι τῆς πατρίδος μου καί θρησκείας μου, μέ ἐκεῖνο εἶμαι, καί μέ τό Συντάμα, τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεού”.
Τά κόμματα πρέπει νά ἐμπνέονται ἀπό τήν ἀγάπη στήν πατρίδα καί τήν θρησκεία, καί δέν πρέπει νά κατευθύνωνται ἀπό ξένες δυνάμεις. Ὁ Μακρυγιάννης σέβεται καί τό Σύνταγμα, πού τό θεωρεῖ εὐαγγέλιο, γιατί στό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μέ προστασία τοῦ Θεοῦ, καί βέβαιά το Σύνταγμα σέβεται, “προστατεύει” τήν θρησκεία.

4. Ὁ Μακρυγιάννης ἀγωνίστηκε γιά τίς ἐλευθερίες τοῦ λαοῦ, γιά νά φύγουν ἀπό τόν τόπο οἱ Βαυαροί, ἀλλά ταυτόχρονα δέν ἤθελε ποτέ νά βλαφθῆ ἡ θρησκεία, δηλαδή ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Σέ κάποιο ἀπόσπασμα ἀπό τά κείμενά του γράφει ὁ Μακρυγιάννης:

“Όταν πιαστήκαμεν εἰς τήν Συνέλεψη διά τήν θρησκεία, πρίν αὐτό νά μιληθεῖ, ὅλοι οἱ πρέσβες θυσίασαν πλῆθος τραπέζια καί χρήματα νά μπορέσουν νά κάμουν τόν σκοπόν τους. Νά μήν γένει τίποτας, ἐπιαστήκαμεν ἐκείνη τήν ἡμέρα πολύ• ἀπό τήν φιλονικία τήν πολλή λέγει ὁ Μεταξάς νά τό βάλομεν εἰς τόν ψῆφον. Τοῦ λέγω αὐτεινοῦ καί ὅσοι ἦταν σύμφωνοι, θρησκεία δέν βαίνομεν εἰς τόν ψῆφο• ὀρθόδοξοι χριστιανοί, νά κομματιαστοῦμεν, δυτικοί καί ἀνατολικοί, ὅτι σήμερα πεθαίνομεν ὅλοι, τούς λέγω, ἐδῶ μέσα. Τότε, χωρίς νά τήν βάλομεν εἰς τόν ψῆφο, ἔγινε πανψηφεῖ, καί οἱ περί καί οἱ κατά δέν μποροῦσαν νά κάμουν ἀλλιῶς• τότε ὅλοι αὐτεῖνοι οἱ βουλωμένοι, καί ντόπιοι καί ξένοι, μείναν πολύ νεκρωμένοι καί πολύ ἀγαναχτισμένοι ἀναντίον μου καί ’νέργησαν δολοφονία, καί ὁ Θεός τούς νέκρωσε τήν θέλησην τους”.

Ἀπό τά λόγια αὐτά φαίνεται καθαρά: Πρώτον, ὅτι οἱ ξένες δυνάμεις ἤθελαν ἀπό τότε νά ἀλλοιώσουν τό θρησκευτικό φρόνημα τοῦ λαοῦ καί τό ἔκαναν αὐτό μέ πολλούς τρόπους μέ χρήματα καί ἄλλες φιλοφρονήσεις. Δεύτερον, ὁ Μακρυγιάννης εἶχε τήν ἄποψη ὅτι τά θέματα τῆς θρησκείας δέν μπαίνουνε σέ ψηφοφορίες, γιατί οἱ Ἕλληνες εἶναι ὅλοι μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί δέν μποροῦν νά κομματιάζωνται. Τρίτον, τόση ἦταν ἡ κακία τῶν ξένων, ὥστε ἐπεδίωξαν νά δολοφονήσουν τόν εὐλαβέστατο αὐτόν ἀγωνιστῆ Μακρυγιάννη, ἐπειδή τόν θεωροῦσαν ὡς ἐμπόδιο στά σχέδιά τους.

Ὅμως τόν Μακρυγιάννη τόν προστάτευε ὁ Θεός καί οἱ ἅγιοι. Γι’ αὐτό ὁ ἴδιος, ἀκριβῶς πιό κάτω, γράφει:

“Τότε, τό βράδυ βλέπει ἕνας ἀγαθός χριστιανός, ὄχι εἰς τόν ὕπνον, τόν ξύπνησε, βλέπει ἕναν γεραλέον καί τοῦ λέγει: Σύρε νά εἰπεῖς τοῦ Μακρυγιάννη, ἅς δοξάζει τόν Θεόν, καί ὅσα ’νέργησαν ἀναντίον του καί ’νεργούνε δέν μποροῦν νά τοῦ κάμουν τίποτας, καί ἤμουν εἰς τό σπίτι τοῦ ὅπου τόν φυλάγαμεν, ἐγώ καί ἡ χάρη της, ἡ Βαγγελίστρα, ὁ ἅ-Γιάννης, ἡ ἁγία Κατερίνη, ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας, ὁ ἅγιος Νικόλας καί ὁ ἅγιος Παντελέμονας, καί νά τοῦ εἰπεῖς, ἐγώ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, καί τό χάρισμα ὁπού θά τοῦ δώσει ἡ Βαγγελίστρα καί οἱ ἄλλοι οἱ ἅγιοι καί ἐγώ, νά τό φυλάξει καλά εἰς κασέλα του, νά μήν τόν ἀπατήσουν καί τοῦ τό πάρουν ἐκεῖνοι ὁπού τόν κιντυνεύουν, καί νά τοῦ τό εἰπείς”.

Συμπερασματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι γιά τόν Μακρυγιάννη ἡ κοινωνία τῶν Ρωμηῶν δέν εἶναι ἀνθρωποκεντρική, ἀλλά θεοκεντρική, εἶναι μιά κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἁγίων καί ἁμαρτωλῶν, ἀγγέλων καί ἀνθρώπων. Ὁ Θεός διά τῶν ἁγίων προστατεύει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἔπειτα, τό Σύνταγμα εἶναι τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ, γιατί ἔγινε κατόπιν ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐπικράτησε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μέ θαύματα, καί βοηθᾶ τούς Ἕλληνας νά ζοῦν ἤρεμα καί ἥσυχα μέ τήν θρησκεία τῶν προγόνων τους.

Τό πρῶτο ἐλεύθερο Σύνταγμα δέν ἦταν καρπός καί ἀποτέλεσμα ἀνθρωποκεντρικῶν προσπαθειῶν γιά μιά ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης, ὅπως τό βλέπουμε στήν Γαλλική Ἐπανάσταση, ἀλλά ἦταν καρπός εὐλογίας καί ἐνισχύσεως ἀπό τόν Θεό. Στήν Ἐπανάσταση ἐκείνη συμμετεῖχε σύσσωμη ἡ Ἐκκλησία, τόσο τῶν ζώντων, ὅσο καί τῶν κεκοιμημένων.

Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική ὑποδομή τοῦ δικοῦ μας Συντάγματος. Ὁ Στρατηγός Μακρυγιάννης ὁμοιάζει μέ τούς Κριτές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Καί φυσικά ἡ περίπτωση τοῦ Μακρυγιάννη δείχνει τό ἦθος ὅλων των ἀγωνιστῶν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Καί ὅμως ὑπάρχουν σήμερα μερικοί πού θέλουν νά ἐπιβάλλουν ἕναν θρησκευτικό ἀποχρωματισμό στό Σύνταγμα καί τούς νόμους τῆς Πατρίδος μας, κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση ξένων ἐπιδιώξεων. Ἐπίκαιρος ὁ λόγος τοῦ Μακρυγιάννη: “ὅλοι οἱ πρέσβες θυσίασαν πλῆθος τραπέζια καί χρήματα νά μπορέσουν νά κάμουν τόν σκοπόν τους”.

Οἱ διάδοχοί του Μακρυγιάννη δέν μποροῦμε νά ἀποδειχθοῦμε προδότες τοῦ “πνεύματος” τοῦ Μακρυγιάννη.

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

  • Προβολές: 3396