Skip to main content

Γιάννη Γαϊτάνη: Μεταβυζαντινὲς Μονὲς τῆς Ναυπακτίας

ΑΣΚΗΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ

Τοῦ Γιάννη Γαϊτάνη

Πολύ γνωστός εἶναι ὁ ἔνδοξος ρόλος πού διαδραμάτισε στήν αἰτωλική ἐκκλησιαστική ἱστορία ἡ Ναύπακτος. Ἡ παραθαλάσσια αὐτή πρωτεύουσα τῆς ἀνατολικῆς Αἰτωλίας πρώτη δέχτηκε τόν Χριστιανισμό καί ἀπό τόν 2ον κιόλας μ.Χ. αἰώνα ἔγινε ἕδρα Μητροπόλεως, πού διατηρήθηκε μέχρι τῶν ὀψίμων χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅμως παρά τήν πρώϊμη τούτη ἀνάπτυξη καί ἄνθιση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ’ αὐτή, ὅπου δέν ἦταν δυνατόν, παρά νά ἱδρύθηκαν παλαιοχριστιανικά μνημεῖα κτισμένα μέ τό ἕν χρήσει κατά τήν πρωτοχριστιανική ἐκείνη περίοδο ἀρχιτεκτονικό σχέδιο τῆς βασιλικῆς, ἐν τούτοις ὁ χρόνος δέν τῆς ἐπεφύλαξε τήν τύχη νά διατηρήση ὄρθια ἱερά χτίσματα τῆς ἐποχῆς. Ἐκτός ἀπό δύο ναούς κτισμένους πάνω στόν γνωστότατο ὀρεινό ὄγκο τῆς Βαράσοβας, τόν Ἅγιο Νικόλαο καί τήν Παναγία τήν Παναξιώτισσα, καί ἀναγομένους κατά τόν καθηγητή Α.Κ. Ὀρλάνδο στό δεύτερο ἥμισύ του 10ου ἤ στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰώνα, ὅλα τα χριστιανικά της μνημεῖα εἶναι πολύ μεταγενέστερα, ἀναγόμενα μεταξύ του 15ου καί 17ου αἰώνα, καθώς ἀσφαλέστατα καί ἀδιάψευστα μαρτυροῦν οἱ σωζόμενες κτητορικές ἐπιγραφές τους.

Ὁ πολιτισμός πού ἤκμαζε ἐπί Τουρκοκρατίας στά ὀρεινά μέρη ὅπου ὁ φόβος τοῦ δυνάστου ἦταν ἀνύπαρκτος καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό ἡ πνευματική καί καλλιτεχνική δραστηριότητα τοῦ Γένους εἶχε μεταπηδήσει πάνω σ’ αὐτά, ἐπέτρεψε νά κτισθοῦν ἕνα πλῆθος μοναστήρια στά ὁποῖα κατέφευγαν οἱ κατατρεγμένοι ραγιάδες γιά νά σώσουν τήν ψυχή τους καί τήν ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἕνας κόσμος ταπεινῶν καί ἄσημων κτιστῶν, ἁγιογράφων, δωρητῶν καί μοναχῶν φιλοτιμήθηκαν νά κοσμήσουν διά δικῶν τούς χρημάτων μέ τοιχογραφίες, μέ ξυλόγλυπτα τέμπλα, μέ εἰκόνες τούς ναούς, πού πύργωναν σέ σοφά διαλεγμένες τοποθεσίες. Σ’ αὐτόν τό κόσμο ἐλαχίστων τέτοιων κτισμάτων τῆς Ναυπακτίας, καλοῦμε παρακάτω τους ἀναγνῶστες μας.

1. Μοναστήρι τῆς Κοζίτσας.

Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου τῆς Κοζίτσας, ἡ ἐπονομαζομένη Ἀμπελακιώτισσα, εἶναι τό κυριότερο μοναστήρι τοῦ τόπου καί ὅ,τι εἶναι γιά τήν Δυτική Ρούμελη ἡ Προυσιώτισσα. Ἀπό αὐτό ἔχουμε τίς ἑξῆς ἐπιγραφικές μαρτυρίες:

α) Πάνω ἀπό τήν κυρία εἴσοδο καί σέ ἐντοιχισμένη πλάκα εἶναι χαραγμένη ἡ ἐπιγραφή: “Ἀνεκαινίσθη ὁ ἱερός καί πάνσεπτος Ναός τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀμπελακιωτίσσης - Κοζίτσης, ἡγουμενεύοντος τοῦ Θεοφίλου Παππαλόγη καί συμβούλων ὄντων τῶν Γερασίμου Κωνσταντίνου, Καλλινίκου Ἰωάννου καί Νικοδήμου Γερονικολοῦ ἱερομονάχων, ἀωμζ' (1847), Ἀπριλίου ἅ'. Τό παλαιόν ἔτος τῆς ἐκκλησίας 1456”.

β) Στόν χρυσοκέντητο ἐπιτάφιό της Κοζίτσας, ἀνώτερης καλλιτεχνικῆς ἀξίας ἀπό ἐκεῖνον τοῦ Αἰτωλικοῦ, εἶναι ἡ ἐπιγραφή: “Σκῆνος ἅγιον• Ἐπαρχίας Λιδωρικίου Μονῆς τέ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, εἰς χωρίον Κοζίτσα τούνομα, συνδραμόντος μέν Δαμασκηνοῦ ἱεροδιακόνου• πόνος Μαριώρας• ἀψλε' (1735)”.

γ) Ἄλλη ἐπιγραφή σέ ξυλόγλυπτον μέ λεπτότατες παραστάσεις Ἁγίων ἀργυρωμένο σταυρό ἀπομνημονεύει: “Δία χειρός χρυσοχόου Δαμιανοῦ, ἀψλβ' (1792)”.

δ) Ἡ μέ ὀστᾶ ἁγίων λειψανοθήκη, δῶρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, φέρει τήν ἐπιγραφή: “Τιμοθέω τῷ καί Ἡγουμένου 1740”.

ε) Ἐξωτερικά το Ἅγιο Βῆμα τοῦ ναοῦ σκεπάζεται ἀπό τά κλαδιά τῆς θαλερῆς βαλανιδιᾶς, πού πάνω της βρέθηκε, κατά τήν παράδοση, αὐτομετατοπισμένη γιά λόγους ἀσφαλείας ἀπό τά Θεσσαλικά Ἀμπελάκια ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Δένδρο ἔκτοτε ἱερό καί γι’ αὐτό στήν ρίζα τοῦ ἐντοιχίστηκε τόν Αὔγουστο τοῦ 1935 μαρμάρινη πλάκα, πού διαιωνίζει τό γεγονός μέ τήν ἑξῆς ἐπιγραφή: “Ἐπί τῆς δρυός ταύτης τή 15-8-1456 ὤφθη ἡ σεπτή εἰκών, διωκομένη ἐκ τῶν Ἀγαρηνών”.

στ) Γύρω στήν ἀργυρωμένη καί ἐπιχρυσωμένη μέ καλλιτεχνική παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου αἰδέσιμη χείρα τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου ἀναγράφεται μέ κεφαλαία γράμματα τό γνωστό: “Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί Σε καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει Σοί. 1792 Μαΐου. Αὕτη ἡ χείρ τοῦ ἱερομάρτυρος Πολυκάρπου Ἐπισκόπου Σμύρνης, κειμήλιον τῆς Ἀμπελακιωτίσσης Μονῆς Κοζίτσης. Δί’ ἐξόδων ὀσιωτάτου Γρηγορίου ἱερομονάχου Πλατανιώτου καί διά χειρός Παναγιώτου Δαμιανοπούλου Κοζιτσιάνου χρυσοχόου”.

ζ) Στό κάλυμμα τῆς πολυτελοῦς λάρνακος, πού φυλάσσονται τά ἅγια καί ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου, βρίσκεται ἡ ἐπιγραφή: “ἀψιβ' (1792), Νοεμβρίου ἅ'. Δέησις πρός τόν Ἅγιον Πολύκαρπόν του ὀσιωτάτου Γρηγορίου καί τῶν συναδέλφων αὐτοῦ Ἀρσενίου, Νεοφύτου καί Ἀνανίου, ἐκ Μονῆς Κοζίτσης. Ἡ κοίμησις τῆς Θεοτόκου τῆς Ἀμπελακιωτίσσης - Ἔργον Ν. Δαμιανοῦ, ἐκ Κοζίτσης”.

2. Ἁγία Βαρβάρα - Ἀμπελακιώτισσας.

Ἡ σωζομένη κτητορική ἐπιγραφή τῆς ἀναφέρει τά ἑξῆς: “ΑΨΜΘ (1749). Ἀνηγέρθη καί ἀνοικοδομήθη ἡ παροῦσα ἐπισκοπῆ δί’ ἐπιμελείας τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Λοιδωρικίου Κυρίου Κύρ-Ἰακώβου”.

3. Ἅγιος Ἀθανάσιος - Περιστας.

α) Ἐντοιχισμένη πλάκα φέρει ὡς κτητορική ἀσφαλῶς χρονολογία τό ἔτος “1738”.

β) Στό παλαιᾶς ἐργασίας ξυλόγλυπτο τέμπλο τοῦ ἄλλη κεφαλαιογράμματη ἐπιγραφή ἀπαθανατίζει τά ἑξῆς: “τό παρόν φεδρόν ἔργον ἔγινε ἐν ἔτει, ΑΨΜΗ' (1748).”

4. Ἅγιος Νικόλαος Πλατάνου.

Σέ παλιό κατάστιχο τοῦ ναοῦ ὅπου καταχωρίζονταν ὅσοι προσφερναν χρηματική βοήθεια στήν ἐκκλησία, καταγράφονται καί τά ἑξῆς: “1841, Μαγίου 3, ἐπέρασε ὁ μεγαλιότατος βασιλέας ὄθονας πρότος τῆς Ἑλλάδος μέ τήν βασίλισσα ἀμαλία εἰς τήν πόλιν μᾶς Πλάτανον καί ἔδοσε διά βοήθειαν τῆς ἐκκλησίας ἁγίου νικολάου δραχμές πεντακόσιες, ἀριθ. 500”.

Στοιχεῖα, σάν τά παραπάνω, διαφωτίζουν τήν τέχνη καί τήν ἱστορία κάθε περιοχῆς, ἀλλά καί βοηθοῦν τήν ἔρευνα νά γνωρίση καί τοπικές σχολές καί καλλιτεχνικές ἀκόμα μετακινήσεις. Γι’ αὐτό καθένας πού ἐνδιαφέρεται καί πονάει γιά τήν ἱστορία τοῦ τόπου του, ἅς ἀντιγράψει πιστά ὅλες τίς τέτοιες παλαιές ἐπιγραφικές μαρτυρίες καί ἅς τίς στείλη κάπου γιά δημοσίευση ἤ ἅς τίς ἐμπιστευθεῖ κάπου, στήν Ἱερά Μητρόπολη π.χ., πρός φύλαξη. Ἡ ὀρεινή καί δυσπρόσιτη Ναυπακτία, ἔχει ἀσφαλῶς πολλά ἄγνωστα καί ἀπαρατήρητα μοναστήρια, ὅπως καί ὁλόκληρη ἡ Δύτ. Ρούμελη. Καί ὄλ’ αὐτά τά ταπεινά ἐξωκκλήσια εἶναι γεμάτα ἀπό ἐνδιαφέρουσες ἐπιγραφικές ἐνδείξεις, πού ὁλοένα πέφτουν στήν λήθη. Οἱ ἐφημέριοί των ἐνοριῶν οἱ διδάσκαλοι τῶν χωριῶν, ἄλλοι πνευματικοί ἄνθρωποι τῆς ὑπαίθρου μᾶς ἅς κινηθοῦν πρός τόν ὠφέλιμον αὐτόν τομέα, πρίν χαθοῦν καί ὅσα ἴχνη τούς ἐπιζοῦν ἀκόμα.

  • Προβολές: 2844