Skip to main content

Σωτηρίου Ἰ. Μπαλατσούκα: «Σύγχρονοι Μικρασιᾶτες Ἅγιοι»

 Δρος Σωτηρίου Ἰ. Μπαλατσούκα Καθηγητοῦ Ἁγιολογίας

Πρόλογος

Ἕνα γεγονός πού συνετάραξε τόν σύγχρονο Ἑλληνισμό καί σηματοδότησε ἱστορικά μία ὁλόκληρη ἐποχή, καθορίζοντας πλέον τά ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἶναι ἡ Μικρασιατική Καταστροφή. Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως τῆς ἑκατονταετηρίδος, ἀπό τό γεγονός αὐτό, θεωρήσαμε σάν μία μικρή ἀποτίμηση φόρου τιμῆς στόν Ἑλληνισμό τῆς Μικράς Ἀσίας ν’ ἀναφερθοῦμε σέ ὀρισμένους ἁγίους, καί δή ὁσίους, οἱ ὁποῖοι κατάγονται ἀπό τήν ἁγιοτόκο αὐτή γῆ. Ἡ ἀναφορά μας αὐτή εἶναι ἕνας μικρός ἀναστοχασμός, ἄν λάβουμε ὑπ’ὄψιν μας τό πλῆθος τῶν ἁγίων, πού κατάγονται ἀπό τήν Μικρασία. Νά τούς ἀναφέρουμε ὅλους, στά πλαίσια ἑνός συνεδρίου, εἶναι ἀδύνατον, ἔτσι ἐπιλέξαμε κάποιους πού εἶναι πιό ἐγγύς καί γνωστοί, ἔχοντας ἤδη καταξιωθεῖ στήν συνείδηση τοῦ χριστεπώνυμου πληρώματος, ὥστε ν’ ἀποδώσουμε, μέσω αὐτῶν, ἕναν φόρο τιμῆς σέ ὅλους τούς ἁγίους, παλαιούς καί νέους, ἀλλά καί στόν προσφυγικό Μικρασιατικό Ἑλληνισμό, πού ξεριζώθηκε ἀπό τά πατρογονικά του χώματα, πού ἐπί 3.000 χρόνια μεγαλούργησε τό Ἑλληνικό πνεῦμα καί ὁ Χριστιανισμός. 

Οἱ ἅγιοι στούς ὁποίους θά ἀναφερθοῦμε εἶναι: ἁγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης, ἅγιος Ἰερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης καί ἅγιος Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης. 

Ἡ ἀναφορά μας δέν θά γίνει στό σύνολο τοῦ βίου τῶν ἁγίων, ἀλλά σέ βασικά στοιχεῖα τῆς προσωπικότητός τους καί τοῦ ἔργου τους καί σέ ὅ,τι τούς συνδέει μέ τήν Μικρά Ἀσία. 

Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης

Ὁ ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης εἶναι σήμερα ἀπό τίς πλέον σύγχρονες γνωστές μορφές τῆς Ἐκκλησίας, παρά τό ὅτι χρειάστηκε μία ἄλλη χαρισματική μορφή, ὁ Γέροντας Παΐσιος, ὥστε νά φανερωθεῖ ὁ βίος του, πού μέχρι τότε δέν μᾶς ἦταν ἰδιαίτερα γνωστός. Ὁ τόπος πού ἔζησε δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τήν Μικρασία καί ἰδιαίτερα τήν Καππαδοκία, ἕνα κεφαλοχώρι, μιᾶς ὁμάδας ἕξι χωριῶν, μέ μεταλλουργική παραγωγή. 

Γεννήθηκε στά Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, ἀπό γονεῖς ὄχι ἰδιαίτερα εὐκατάστατους οἰκονομικά, ἀλλά πλούσιους σέ εὐσέβεια καί πίστη. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἐλευθέριος καί ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου, καί ἐπειδή εἶχε ἐπισκεφθεῖ τούς Ἁγίους Τόπους, τόν φώναζαν καί Χατζηλευτέρη. Το ἐπώνυμό του ἦταν Ἀνητσάληχος. 

Ἡ μητέρα του λεγόταν Βαρβάρα, τό γένος Φράγκου ἤ Φραγκοπούλου. Ὁ ἅγιος εἶχε καί ἕναν ἀδελφό, τόν Βλάσιο, ἐνῶ τό ὄνομά του τό βαπτιστικό ἦταν Θεόδωρος, πρίν νά λάβει τό μοναχικό Ἀρσένιος. Ἀπό πολύ νωρίς τά δύο ἀδέλφια ἔμειναν ὀρφανά, πρῶτα ἀπό τόν πατέρα τους καί λίγο ἀργότερα ἀπό τήν μητέρα τους. Τήν ἀνατροφή τους τότε ἀνέλαβε ἡ ἀδελφή τῆς μητέρας τους. Ὁ Θεόδωρος ἀπό μικρή ἡλικία εἶχε κλίση πρός τόν μοναχισμό καί μετά ἀπό ἕνα γεγονός σημαδιακό, ὅταν σώθηκε ἀπό βέβαιο πνιγμό στόν χείμμαρο Ἐβκάση, πῆρε τήν ἀπόφαση νά γίνει μοναχός. Μέ τήν προτροπή τῆς θείας του μεταβαίνει στήν Νίγδη γιά νά λάβει περαιτέρω μόρφωση, ἐνῶ τόν προστατεύει τώρα ἡ ἀδελφή τοῦ πατέρα του, πού ἦταν, ἐπίσης, δασκάλα. Κατόπιν συνεχίζει τίς σπουδές του στήν Σμύρνη, ὅπου τελειοποιεῖ τήν γνώση του στά Ἑλληνικά γράμματα καί στά ἐκκλησιαστικά. Μαθαίνει Ἀρμενικά, Τουρκικά καί λίγα Γαλλικά.

Στήν ἡλικία τῶν 26 ἐτῶν ἐκάρη μοναχός, στήν μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στά Φλαβιανά τῆς Καππαδοκίας (Ζιντζίντερέ), ἐνῶ λίγο καιρό ἀργότερα θά χειροτονηθεῖ διάκονος ἀπό τόν μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο Β΄, ἐπίσης, Φαρασιώτη. Θά σταλεῖ στήν γενέτειρά του, ὅπου θά ἀσκήσει παράλληλα μέ τά διακονικά του καθήκοντα καί τά τοῦ δασκάλου. Γύρω στά 1870 χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί λίγο ἀργότερα ἀρχιμανδρίτης. Λόγω τοῦ ὅτι πραγματοποίησε ταξίδι στούς Ἁγίους Τόπους, λαμβάνει τό προσωνύμιο Χατζηεφέντης. Ἡ πορεία του πλέον τόν κατέστησε σημαντικό πνευματικό πατέρα τῆς περιοχῆς τῶν Φαράσων γιά μία πεντηκονταετία καί πλέον, μέ κύριο χαρακτηριστικό του τόν ἀσκητικό τρόπο τῆς ζωῆς του. 

Τό ἔτος 1924 μέ τήν συνθήκη ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, μεταξύ Ἑλλάδας-Τουρκίας, θά ἀκολουθήσει τόν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς πρός τήν μητέρα Ἑλλάδα, μαζί μέ τούς κατοίκους τῶν Φαράσων, τούς ὁποίους κατά τήν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ θά ἐνθαρρύνει καί θά στηρίζει μπροστά στίς δυσκολίες πού ἀντιμετώπιζαν. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1924 θά ἐγκατασταθοῦν οἱ Φαρασιῶτες στό Κάστρο τῆς Κέρκυρας, ὅπου μετά ἀπό ἀσθένεια στίς 10 Νοεμβρίου 1924, σέ ἡλικία 83 ἐτῶν, θά ἀπεβιώσει. 

Ὁ βίος του χαρακτηρίζονταν ἀπό τήν ταπείνωση καί τήν ὁλιγάρκεια. Κοιμόταν ἐλάχιστες ὥρες τῆς ἡμέρας καταγῆς. Τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή ζοῦσε ἔγκλειστος στό κελί του γιά ἐσωτερική νήψη, μελετώντας βιβλία καί πατερικά κείμενα, βίους ἁγίων καί ἰδιαίτερα προσευχόμενος. Τό κατάλυμά του, ὅπου δεχόταν τούς πιστούς, ἦταν φτωχικό καί δίπλα εἶχε ἕνα μικρό κελί μέ χωμάτινο πάτωμα. Στό ἀνατολικό μέρος εἶχε ἕνα εἰκονοστάσι, ὅπου ἔκαιγε ἀκοίμητο κανδήλι, κάτω ἀπό αὐτό ἕνα χαλάκι γιά νά προσεύχεται γονατιστός. 

Πολλούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, Χριστιανούς καί Μουσουλμάνους, χωρίς νά κάνει διακρίσεις, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐθεράπευσε. Χρήματα δέν δεχόταν ποτέ καί ἔλεγε ὅτι: «Ἡ πίστη μας δέν πουλιέται». Συμβούλευε σέ ὅσους ἤθελαν ν’ ἀφήσουν κάτι νά τά δώσουν ὡς φιλανθρωπία σέ αὐτούς πού εἶχαν ἀνάγκη. Χρήματα ποτέ δέν ἔπιασε στά χέρια του, ἀκόμα καί αὐτά τά πρόσφορα τά μοίραζε στούς φτωχούς. 

Ὁ ἁγιασμένος βίος του ἦταν εὐρύτερα γνωστός, ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης τόν εἶχε σέ εὐλάβεια καί τοῦ ζητοῦσε νά προσευχηθεῖ γι’αὐτόν. Ἐπίσης, ὁ ἅγιος εἶχε συνήθεια στίς ὀνοματοδοσίες νά δίνει ὅ,τι ὄνομα ἤθελε αὐτός καί τό ἔκανε αὐτό, δίνοντας ὀνόματα ἔξω ἀπό τά προγονικά, γιά νά μήν γίνονται ἀφορμή γιά πολλά γλέντια, πού γίνονταν στίς ὀνοματοδοσίες, ὅπου ἡ μέθη καί τά ἐπεισόδια, λόγω τοῦ ὅ,τι ὁπλοφοροῦσαν, ἦταν σύνηθες φαινόμενο. Ἔτσι τούς ἀνάγκαζε νά μαζεύονται στά σπίτια τους, ὅπου τούς διηγοῦνταν τόν βίο τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας. Ὅμως καί ἡ ἐκπαιδευτική του δράση δέν ἦταν ἀμελητέα, καθώς διέθετε ἰδιαίτερη μόρφωση γιά τήν ἐποχή του, μέ ἀποτέλεσμα νά τήν χρησιμοποιήσει καί νά διδάξει τά ἐκκλησιαστικά καί ἑλληνικά γράμματα σέ μιά ἐποχή πού οἱ Τούρκοι δέν εὐνοοῦσαν, ἀλλά δίωκαν τήν ἑλληνική παιδεία, καί οἱ συνθῆκες, ἀπό πλευρᾶς σχολείων καί μέσων, ἦταν πολύ πενιχρές. 

Τό μεγάλο ἀποτύπωμα τοῦ ἀκάματου πνευματικοῦ ἔργου τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου ἔμεινε ἀνεξίτηλο στήν μνήμη τῶν ἀνθρώπων, πού τόν γνώρισαν, ἀλλά καί στούς μετέπειτα, μέσω τοῦ γνησίου πνευματικοῦ του τέκνου ἁγίου Παϊσίου, διά τοῦ ὁποίου ὁ Πανάγαθος Θεός τόν τίμησε, γιά ἄλλη μία φορά, γιά τήν μεγάλη του ἀγάπη καί πίστη πρός αὐτόν, ἀλλά καί συνέχισε  τό ἔργο του στήν ἀνθρωπότητα. 

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ἦταν Ἕλληνας Καππαδόκης στήν καταγωγή, μοναχός τοῦ 20οῦ αἰώνα, πού ἦταν γνωστός στόν Ὀρθόδοξο κόσμο γιά τόν μοναστικό του βίο καί τό ἔργο του. Γεννήθηκε στίς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924 στά Φάρασα τῆς Καππαδοκίας καί ἦταν γιός τοῦ Προδρόμου καί τῆς Εὐλαμπίας Ἐζνεπίδη, καί εἶχε ἄλλα ὀκτώ ἀδέλφια, ἐνῶ ὁ πατέρας του ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ. 

Στίς 7 Αὐγούστου 1924, μία ἑβδομάδα, πρίν οἱ Χριστιανοί Φαρασιῶτες φύγουν γιά τήν Ἑλλάδα, λόγω τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, βαπτίσθηκε ἀπό τόν ὅσιο Ἀρσένιο, ἱερέα τῆς ἐνορίας, μέ τό ὄνομα Ἀρσένιος,  κατά τήν ἀπαίτηση τοῦ ὁσίου, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε καί τοῦ ἔδωσε τό ὄνομά του «γιά νά ἀφήσει καλόγερο στό πόδι του», ὅπως χαρακτηριστικά εἶπε. Ἡ οἰκογένειά του μετά ἀπό τήν Κέρκυρα καί τήν Ἠγουμενίτσα κατέληξε στήν Κόνιτσα, ὅπου ὁ νεαρός Ἀρσένιος τελείωσε τό δημοτικό σχολεῖο. Ἐν συνεχείᾳ, ἔμαθε τήν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, μέ τήν ὁποία ἀσχολήθηκε ἐπαγγελματικά. 

Τό 1945 κατατάχθηκε στόν στρατό, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς ἀσυρματιστής, κατά τήν διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ἀπολύθηκε ἀπό τόν στρατό τό 1949. Τό ἑπόμενο ἔτος εἰσῆλθε στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά μονάσει. Ἀρχικά γνώρισε καί ἀκολούθησε τόν πατέρα Κύριλλο τῆς μονῆς Κουτλουμουσίου, ἀργότερα ἐντάχθηκε στή μονή Ἐσφιγμένου καί ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Ἀβέρκιος. Τό 1954 ἔφυγε ἀπό τήν μονή Ἐσφιγμένου καί ἐντάχθηκε στή μονή Φιλοθέου. Ἐκεῖ ἡ συνάντησή του μέ τόν γέροντα Συμεών ἦταν καταλυτική γιά τήν πορεία καί τήν διαμόρφωση τοῦ μοναχικοῦ χαρακτήρα του. Τότε ἔλαβε καί τό ὄνομα Παΐσιος. Τό 1968 ἄφησε τό Ἅγιον Ὄρος γιά τήν Ἱερά Μονή Γενεθλίων τῆς Θεοτόκου στό Στόμιο Κονίτσης, ὅπου ἔμεινε ἐπί τετραετίᾳ καί ἄφησε σπουδαῖο ποιμαντικό καί φιλανθρωπικό ἔργο. Τό 1962 πῆγε στό Ὄρος Σινά καί τό 1964 ἐπέστρεψε γιά πάντα στό Ἅγιον Ὄρος. Το 1969 ἀσθένησε καί ὑποβλήθηκε σέ μερική ἀφαίρεση πνευμόνων. Τότε ἀρχίζει ἡ σχέση του μέ τό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστῆ στήν Σουρωτή, διότι ἐκεῖ φιλοξενήθηκε μέχρι νά ἀναρρώσει. Τό 1968 εἶναι στό Ὄρος, ὅπου βοηθᾶ σημαντικά στήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα. Το 1979 ἐντάσσεται στήν Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Κουτλουμουσίου καί ἐγκαθίσταται στήν Σκήτη Παναγούδας. Ἀρχίζει νά γίνεται γνωστός στούς πιστούς πού τόν ἐπισκέπτονταν καί ζητοῦσαν τίς συμβουλές του. Τό 1993 ἡ ὑγεία του ἐπιδεινώθηκε, καθώς διαγνώσθηκε μέ καρκῖνο τοῦ παχέος ἐντέρου. Παρά τήν ἐπέμβαση, πού ἔγινε, δέν στάθηκε δυνατό νά καταπολεμηθεῖ ἡ ἀσθένεια. Κοιμήθηκε στίς 12 Ἰουλίου 1994 καί ἐνταφιάσθηκε στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στή Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Στίς 13 Ἰανουαρίου 2015 ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἀποφάσισε τήν ἁγιοκατάταξή του στό Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. 

Τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Παϊσίου ἔχει ἀποκτήσει σχεδόν «μυθικές» διαστάσεις, καθώς κυκλοφοροῦν δεκάδες βιβλία μέ διδασκαλίες καί προφητείες του, πού ἔχουν νά κάνουν μέ διάφορα θέματα. Αὐτό τό γεγονός ἀπό μόνο του μᾶς δείχνει τήν βαθύτατη ἀπήχηση τοῦ βίου του στήν συνείδηση τοῦ κόσμου. Ἤδη πρίν τόν θάνατό του εἶχε σχηματισθεῖ μία εἰκόνα γιά τό πρόσωπό του, ἀναγνωρίζοντας σέ αὐτόν σημάδια ἁγιότητος. Αὐτό πού τόν καταξίωσε, σταδιακά καί σταθερά, ἦταν ἡ ἀγάπη του γιά τόν κάθε ἄνθρωπο, πού ἐρχόταν σέ ἐπαφή μαζί του. Ἦταν ὁ τρόπος του πού, μέ ἀγάπη καί διάκριση, ἔδινε λύση στά προβλήματα καί στίς ἀγωνίες τοῦ κόσμου. Οἱ νουθεσίες του βοηθοῦσαν τούς πιστούς ν’ ἀντέχουν καί ν’ ἀντιμετωπίζουν τίς δυσκολίες τῆς ἐποχῆς. Τά λόγια του, «ἅλατι ἡρτυμένα», ἦταν πάντοτε ἐπίκαιρα καί στήριζαν τίς ψυχές τῶν πιστῶν.  Δίδασκε τόν ἀγώνα, πού συνοδευόταν ἀπό ταπείνωση, καί ὄχι ἀπό ὑπερηφάνεια καί ἐγωϊσμό. Ἔλεγε ὅτι πνευματική πρόοδος ὑπάρχει μόνο ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση. Πρότεινε τόν ἀδιάκοπο ἀγώνα, μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις, γιά νά κερδίσουμε τόν παράδεισο, γιατί μόνο αὐτό ἔχει τήν μεγαλύτερη σημασία στή ζωή μας. Συνετός ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὑπάρχει τό τέρμα τῆς παρούσης ζωῆς καί σπεύδει νά θέσει τέρμα στά σφάλματα καί στά ἐλαττώματά του. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἐμπιστεύεται συνεχῶς τόν Θεό καί νά προσεύχεται, ὥστε, μέσω αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ὁ Θεός νά εἶναι πάντα κοντά του, ὅταν χρειάζεται. Ἔλεγε ὅτι ἡ πλήρης ἀνάθεση τῆς ζωῆς μας στόν Θεό εἶναι λύτρωση ἀπό τήν ἀνασφάλεια, πού φέρνει ἡ πίστη μας στό ἐγώ μας καί μᾶς δίνει μία γεύση τοῦ παραδείσου ἀπό τήν παρούσα ζωή. Ὅταν ὁ Θεός χαίρεται μέ τήν ζωή μας, τότε Ἐκεῖνος μᾶς δίνει ἄφθονες τίς εὐλογίες Του. Τόνιζε ὅτι ἡ κοσμική ζωή μόνο ἄγχος μᾶς γεμίζει. Μόνο κοντά στόν Θεό ὁ ἄνθρωπος νοιώθει ἐλεύθερος καί ξεκούραστος, γιατί ἔχει τήν εὐλογία Του καί τίς ἀπαντήσεις γιά τό πώς πρέπει νά ζεῖ. Ὁ Θεός θέλει ἀπό ἐμᾶς μόνο τήν προαίρεση καί τήν ἀγαθή διάθεση καί τήν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Ὅλα τά ἄλλα τά δίνει Ἐκεῖνος. Ἡ ἐποχή μας, δυστυχῶς, κλόνισε τήν πίστη μας καί γέμισε τήν ψυχή μας μέ ἀμφιβολίες, ἔτσι στερούμαστε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τά θαύματά του. Ὅταν ἀναθέτουμε τά πάντα στόν Θεό, τότε Αὐτός διά τῆς Θείας Χάριτος, «ὑποχρεώνεται» νά μᾶς βοηθήσει. 

Ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει καί δέν παραχωρεῖ καμία θλίψη καί κανένα κακό, ἄν μέσα ἀπό αὐτό δέν βγεῖ κάτι καλύτερο, ἀπό αὐτό πού ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι θεωροῦμε ὅτι εἶναι τό πᾶν. Ἡ πιό μεγάλη ἀσθένεια, ἔλεγε, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία μᾶς μετέφερε ἀπό τόν παράδεισο στήν γῆ καί προσπαθεῖ νά μᾶς πάει στήν κόλαση. Τίποτα δέν γίνεται χωρίς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Χωρίς αὐτήν δέν ὑπάρχει ὠφέλεια γιά τόν ἄνθρωπο. 

Πολλά θά μποροῦσε ν’ ἀναφέρει κανείς ἀπό τόν πολύκρουνο λόγο τοῦ ἁγίου, ὅμως τά πολλά λόγια εἶναι «περιττά» μπροστά στήν ἁγιότητα τῆς μορφῆς τοῦ Παϊσίου, πού ἄνθισε στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, πού ἀνέπαυσε μέ τήν παρουσία του. 

Ὅσιος Ἰάκωβος Τσαλίκης, ὁ Θεοφόρος

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης γεννήθηκε στίς 5 Νοεμβρίου τοῦ 1920 στήν εὐλογημένη Ἰωνική γῆ, σέ μία μικρή παραθαλάσσια πόλη, καί συγκεκριμένα στό Λίβισι τῆς Μάκρης, πού βρίσκεται περίπου στό ὕψος τοῦ Καστελλόριζου. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι ἐνάρετοι καί εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομάζονταν Σταῦρος Τσαλίκης καί ἡ μητέρα του Θεοδώρα, κόρη τοῦ Γεωργίου καί τῆς Δέσποινας Κρεμμυδᾶ. Οἱ γονεῖς του ἀπέκτησαν ἐννέα παιδιά, ἀλλά ὁ Θεός ἐπέτρεπε νά ζήσουν μόνο τρία ἀπό αὐτά. 

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰακώβου ἦταν ἀπό τίς πιό εὔπορες τῆς περιοχῆς. Παρά τά πλούτη, ὅμως, πού διέθεταν, ξεχώριζαν περισσότερο γιά τήν εὐσέβειά τους καί τήν χριστιανική τους πίστη, πού εἶχε βαθιές ρίζες. Στό γενεαλογικό δένδρο τῆς οἰκογένειας ὑπῆρχαν ἑπτά γενεές ἱερομονάχων, ἑνός ἀρχιερέα καί ἑνός ἁγίου. Αὐτήν τήν κατάσταση ἦρθαν νά ἀνατρέψουν τά θλιβερά γεγονότα τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, οἱ πάμπολλες θηριωδίες καί τά ἐγκλήματα τῶν ἀπάνθρωπων Νεοτούρκων καί τῶν Κεμαλικῶν, σέ βάρος τῶν χιλιάδων Ἑλλήνων τῆς Μικρασίας καί τοῦ Πόντου, πού εἶχαν ἤδη ἀρχίσει ἀπό τό 1915 καί 1917 μέχρι τό 1920. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἐπλήγη σέ μεγάλο βαθμό. Ὁ παππούς καί νονός του, ὁ Γεώργιος Κρεμμύδας, ἕνας πραγματικά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ θεῖος του ἰατρός Χατζηδουλῆς, καθώς καί ἀρκετοί ἄλλοι συγγενεῖς του, συνελήφθηκαν ἀπό τούς Τούρκους καί, διά τῆς βίας, ὁδηγήθηκαν στά λεγόμενα τάγματα ἐργασίας. Κατά τήν ἐξοντωτική πορεία τους, στά βάθη τῆς Τουρκίας, ξεψύχησαν κοντά στή Νίγδη ἀπό τά βασανιστήρια πού ὑπέστησαν ἀπό τούς αἱμοβόρους Τούρκους στρατιῶτες. 

Ὁ πατέρας του, Σταῦρος Τσαλίκης, πιάστηκε αἰχμάλωτος καί αὐτός μαζί μέ πολλούς ἄνδρες τοῦ Λιβισίου, στίς ἀρχές τοῦ 1922. Ὑποβλήθηκε σέ φοβερές κακουχίες καί ὁδοιπορίες καί σέ καταναγκαστικές ἐργασίες, σέ ὀρυχεῖα καί νταμάρια. Στό τέλος ὁδηγήθηκε στήν Τραπεζούντα, ὅπου τόν ἔβαλαν μαζί μέ ἄλλους στό χτίσιμο ἑνός νοσοκομείου. 

Ὅταν συνέβαιναν ὅλα αὐτά, ὁ ἅγιος ἦταν μόλις δύο χρονῶν παιδάκι καί μέ τήν γιαγιά του, τήν μητέρα του, τά δύο του ἀδέλφια, τόν Γιῶργο, τεσσάρων ἐτῶν καί τήν Ἀναστασία, σαράντα μόλις ἡμερῶν, ξεριζώθηκαν καί αὐτοί ἀπό τά χώματά τους, τήν πατρίδα τους, τό Λίβισι, μαζί μέ τά ὑπόλοιπα γυναικόπαιδα καί τούς γέροντες. Τά καράβια τῆς προσφυγιᾶς τούς μετέφεραν στόν Πειραιά, βασανισμένους ἀπό τήν πείνα, τήν δίψα καί τήν ψείρα. Ἡ ἔκπληξη δέ τῶν προσφύγων, ὅταν κατέβηκαν στό λιμάνι ἦταν τό ἄκουσμα κάποιων Ἑλλήνων νά βλασφημοῦν τά θεῖα, γεγονός πού τό ἀφηγεῖται ὁ ἴδιος ὅ ἅγιος, παρά τήν νηπιακή του ἡλικία, καθώς θυμᾶται τήν γιαγιά του νά λέει ὅτι καλύτερα νά γυρίσουμε πίσω νά μᾶς σκοτώσουν οἱ Τοῦρκοι, παρά νά ἀκοῦν τέτοια λόγια. Ἦταν οἱ Μικρασιᾶτες ἄνθρωποι μέ πολύ θεοσέβεια καί πίστη καί δέν διανοοῦνταν τέτοιες συμπεριφορές. 

Ἀπό τόν Πειραιά ἡ οἰκογένεια τοῦ ἁγίου ἔφθασε στήν Ἰτέα, καί ἀπό ἐκεῖ σ’ ἕνα χωριό τῆς Ἄμφισσας, τόν Ἅγιο Γεώργιο, ὅπου ἔμειναν δύο χρόνια. Στήν περίοδο αὐτή ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔφερε τόν πατέρα του, πού εἶχε καταφέρει νά δραπετεύσει ἀπό τούς Τούρκους. Στά τέλη τοῦ 1925 ἡ οἰκογένεια τοῦ ἁγίου μεταφέρθηκε μαζί μέ ἄλλους πρόσφυγες στήν Βόρεια Εὔβοια, στό χωριό Φαράκλα. Στή Φαράκλα ὁ  ἅγιος διδάχθηκε τά πρῶτα του γράμματα, ἐνῶ ἀπό τήν νεανική του ἡλικία ἔδειχνε κλίση πρός τόν μοναχισμό. Μετά τίς περιπέτειες τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τοῦ ἐμφυλίου, τό ἔτος 1951 εἰσῆλθε στήν μονή του Ὁσίου Δαυΐδ στήν Εὔβοια. Στίς 31 Νοεμβρίου τοῦ 1952 ἐκάρη μοναχός καί ἔγινε Οἰκονόμος τῆς μονῆς. Τό ἴδιο ἔτος χειροτονήθηκε Διάκονος στήν Χαλκίδα καί δύο ἡμέρες μετά ἱερέας. Τό 1953 ἀνακάλυψε τή μικρή σπηλιά, πού ἦταν τό ἀσκητήριο τοῦ ὁσίου Δαυΐδ. Τό 1975 ὁ Ἐπίσκοπος Χαλκίδος Χρυσόστομος (Βέργης) τόν ὅρισε Ἠγούμενο τῆς Μονῆς. Ἐπετέλεσε μεγάλο πνευματικό ἔργο στή μονή, ἀλλά καί ὑλικό ἀνακαινίζοντάς την. Ἦταν πολύ αὐστηρός μέ τόν ἑαυτό του, ἐνῶ εἶχε κατανόηση καί ἐπιείκεια γιά τούς ἄλλους. Ἡ σκληρή ἄσκηση τοῦ γέροντα ἐπιδείνωσε τήν ὑγεία του, ὅλα αὐτά τά χρόνια, καί χρειάσθηκε ἀρκετές φορές νά νοσηλευθεῖ γιά νά θεραπευθεῖ. Στίς 21 Νοεμβρίου τοῦ 1991 ὁ π. Ἰάκωβος ἐκοιμήθη.

Ὁ Θεός ἀξίωσε τόν ἅγιο Ἰάκωβο μεγάλων χαρισμάτων, καί κυρίως τῆς ἱερωσύνης. Ἔλεγε ὁ ἴδιος ὅτι στήν ζωή του δέν ἐπεθύμησε θέσεις καί ἀξιώματα, οὔτε φαντάσθηκε ὅτι ὁ Θεός θά τόν ἀξίωνε τέτοιας τιμῆς. Δέχθηκε μόνο ἀπό ὑπακοή πρός τόν γέροντά του, καί ἀπό σεβασμό πρός τόν ἐπίσκοπο Χαλκίδος. Ἀξιώθηκε νά ζήσει πολλά πνευματικά γεγονότα, κατά τήν διάρκεια τῆς θείας λατρείας. Ὡς πνευματικός πατέρας διέπρεψε. Κανείς δέν ἔφυγε ἀπό τό πετραχήλι του χωρίς νά ἀναπαυθεῖ. Θυσιάζονταν μέ ἀγάπη γιά τούς ἄλλους, παρά τίς δικές του ἐπώδυνες ασθένειες, πού τόν ταλαιπωροῦσαν. Ἀπετέλεσε μία ἀπό τίς σημαντικότερες προσωπικότητες τοῦ μοναχισμοῦ στήν Ἑλλάδα κατά τόν 20ό αἰώνα. Ξεχώρισε γιά τόν ἀσκητικό του βίο, καθώς καί γιά τά χαρίσματα, τά ὁποῖα ἀνέπτυξε καί τόν κατατάσσουν στίς σύγχρονες μορφές τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 

Ὅσιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης

Ὁ Ὅσιος Ἰερώνυμος γεννήθηκε στό χωριό Ρεϊζντερέ τῆς ἐπαρχίας Κρήνης Μικρᾶς Ἀσίας τό 1871. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Ἰωάννης Διακογιώργης καί οἱ γονεῖς του, ὁ Νικόλαος καί ἡ Μαρία Διακογιώργη, ἦταν φτωχοί καί εὐσεβεῖς ἄνθρωποι. Ὅσον καιρό ἔζησε στό χωριό του, τό κέντρο τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ Ἐκκλησία. Τό 1888, ὅταν ἦταν, πλέον, ἐνήλικας, μετέβη στό Ἅγιον Ὄρος, καί συγκεκριμένα στή Μονή Σίμωνος Πέτρας, ὅπου οἱ περισσότεροι μοναχοί ἦταν Μικρασιάτες. Ἐκάρη μοναχός στίς 21 Μαρτίου 1893, Κυριακή τῶν Βαΐων. Στίς 11 Ἀπριλίου 1920 χειροτονήθηκε διάκονος, καί στίς 12 πρεσβύτερος. Στίς 20 Ἀπριλίου, τοῦ ἰδίου ἔτους, ἐνθρονίστηκε ἡγούμενος τῆς Μονῆς. Ἄσκησε τήν ἡγουμενεία ἀπό τό 1920 ἕως καί τό 1931. Ὅταν τό 1924 ἔγινε ἡ ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, στήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, λειτούργησε γιά πρώτη φορά μέ τό νέο ἡμερολόγιο, στό Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως. Αὐτό τό γεγονός γέννησε ἀντίδραση στήν Μονή, ἀπό κάποιους μοναχούς, ὥστε νά τοῦ ἀπαγορευθεῖ ἡ εἴσοδος γιά ἕξι μῆνες. Ἀργότερα συκοφαντήθηκε ἀπό συμμοναστές του γιά κακή οἰκονομική διαχείριση, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐξορισθεῖ στήν Μονή Κουτλουμουσίου γιά ἕξι μῆνες. Παρά τό ὅτι ὁ ἴδιος γνώριζε τόν καταχραστή, ποτέ δέν τόν κατέδωσε, καί ὑπέστη ὁ ἴδιος τίς ταλαιπωρίες, προσευχόμενος μάλιστα γιά τούς συκοφάντες του. Ἡ κοινότητα, στό τέλος, ἀναγνωρίζοντας ἔμμεσα τήν ἀθωότητά του, διέκοψε τήν ἐξορία του, καί τόν ἔστειλε στό Μετόχι, πού βρίσκοταν στήν προσφυγική συνοικία τοῦ Βύρωνα στήν Ἀθήνα. Ἐκεῖ ἀνέπτυξε ἔντονη φιλανθρωπική δράση καί πνευματικό ἔργο, βοηθώντας πολλούς κατοίκους τῆς περιοχῆς, πού ἦταν Μικρασιάτες πρόσφυγες καί εἶχαν πολλές ἀνάγκες. 

Ὁ βίος του ἦταν ὑπερβολικά λιτός. Κοιμόταν στό σκαμνί ἤ στήν καρέκλα. Ἀξιώθηκε μέ τά χαρίσματα: τῆς διάκρισης, τῆς διόρασης καί τῆς προόρασης. Εὐλογήθηκε νά λειτουργεῖ μέ ἀγγέλους, νά μήν πατᾶ στήν γῆ, τήν ὥρα τῆς λειτουργίας. Ἐπί 43 ἔτη δέν κοιμήθηκε σέ κρεβάτι, ὑπηρετοῦσε μέ ἀγάπη πάντα τούς ἄλλους. Τά πνευματικά του τέκνα ἦταν πολυάριθμα, ἐνῶ ἐνέπνευσε ἀρκετούς νά ἀκολουθήσουν τόν μοναχισμό. Ἔγραψε περίπου 10.000 παραμυθητικές ἐπιστολές. Μνημόνευε καθημερινά χιλιάδες ὀνόματα. Ἡ ἐλεημοσύνη ἦταν γιά τόν π. Ἱερώνυμο καθημερινή πράξη. Δέν εἶχε γιά τόν ἴδιο χρήματα. Ὠφέλησε χιλιάδες ψυχές, ὡς πραγματικός πνευματικός πατέρας. Κοιμήθηκε σέ ἡλικά 86 ἐτῶν, στίς 7-1-1957 καί ἐτάφη πίσω ἀπό τό ἅγιο βῆμα τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ἀναλήψεως, μετόχι τῆς Σιμωνόπετρας στόν Βύρωνα. 

Ἔγραψαν γι’αὐτόν: «Ἐπίγειος ἄγγελος. Οὐράνιος ἄνθρωπος. Ἤσουν ἐνάρετος καί σέ ἔκρινε. Ἤσουν ἁμαρτωλός καί σέ ἀνέπαυε. Τόν ἀγαποῦσες καί σέ ἀπεμάκρυνε. Τοῦ δημιουργοῦσες πειρασμούς καί δέν σέ ἀπέφευγε. Τόν ἐπαινοῦσες καί σέ ἐπιτιμοῦσε. Τόν ἀδικοῦσες καί ἀρνιόταν νά δικαιολογηθεῖ. Συχνά ἀνέδιδε εὐωδία. Ἦταν τόσο εὐκατάνυκτος, πού σχεδόν πάντοτε, κατά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ἔσπαγε ἡ φωνή του καί ἄνοιγαν οἱ κρουνοί τῶν ὁφθαλμῶν του. Χαιρόταν νά συναντᾶ τίς ψυχές στήν μνημόνευση. Ἡ συμμετοχή του στή θεία λατρεία τόν μεταμόρφωνε σέ ἄγγελο……». 

Ὅσιος Διανιήλ ὁ Κατουνακιώτης

Ὁ ὅσιος Δανιήλ ὁ Κατουνακιώτης ἦταν ἱερός βλαστός τῆς μαρτυρικῆς γῆς τῆς Ἰωνίας. Γεννήθηκε στήν Σμύρνη τό 1844, σέ μία πολύτεκνη οἰκογένεια εὐλαβῶν γονέων, καί ἦταν ὁ μικρότερος υἱός, φέρων τό ὄνομα Δημήτριος. Ἦταν ἀπόφοιτος τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς τῆς Σμύρνης καί μάλιστα ἀριστοῦχος. Ἀπό τά 19 του ἔτη εἶχε τόν εὐλαβῆ πόθο ν’ ἀφιερωθεῖ στόν μοναχισμό. Ὕστερα ἀπό ἕνα μακρό προσκύνημα μονῶν τῆς Πελοποννήσου καί τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, καί μέ τήν προτροπή τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου (1800 - 1877) στήν Πάρο, εἰσέρχεται στήν ἀθωνική μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Στήν κουρά του ὀνομάζεται Δανιήλ. Τόν διακρίνει ἡ ὑπακοή του καί, ἐν συνεχείᾳ, θά διατελέσει γραμματέας τῆς μονῆς. Ὅταν θά ξεσπάσουν διαμάχες μεταξύ Ἑλλήνων καί Ρώσων μοναχῶν θά δεχθεῖ ἐξορία, ἀδίκως, καί θά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν μονή. Μετά ἀπό παρέμβαση τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Ἰωακείμ (τοῦ μετέπειτα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου), πού ἀναγνώρισε τήν ἄδικη τιμωρία του, θά τοῦ προταθεῖ νά ἐγκαταβιώσει στήν ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας στά Βασιλικά Θεσσαλονίκης.  Ἐκεῖ ἡ συνεισφορά του ἦταν μεγάλη στήν πνευματική ἀνόρθωση τῆς Μονῆς. Ὄταν ἀνεκλήθη ἡ ἐξορία του, θά ἐπιστρέψει στό Ἅγιον Ὄρος καί θά διαμείνει γιά πέντε ἔτη στήν Μονή Βατοπεδίου. Ἐστάλη μάλιστα στήν Σμύρνη ἀπό τήν Μονή γιά ὑποθέσεις τοῦ ἐκεῖ μετοχίου της. Στήν Σμύρνη ἔμεινε ἐννέα μῆνες καί ὁ τότε Μητροπολίτης Σμύρνης τοῦ πρότεινε νά τόν χειροτονήσει βοηθό Ἐπίσκοπό του, ἀλλά ὁ γέροντας ἀρνήθηκε καί ἐπέστρεψε στό Ὄρος τό 1881, θέλοντας ν’ ἀφιερωθεῖ στήν ἠσυχία. Διάλεξε ὡς ἐνδεδειγμένο τόπο γι’αὐτόν τόν σκοπό τήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καί συγκεκριμένα τά Κατουνάκια, ὅπου ἔκτισε μία καλύβη, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τό θεμέλιο γιά τό μετέπειτα Ἱερό Ἠσυχαστήριο τῆς Ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων. Στά Κατουνάκια συνδυάζει τήν ἀρετή μέ τήν σοφία, τήν προσευχή μέ τήν ταπείνωση. Ἡ μελέτη καί ἡ πείρα του τόν ὁδηγοῦν νά ἐντοπίζει πλάνες καί νά τίς διορθώνει, νά θεραπεύει δαιμονόπληκτους, νά ἐπαναφέρει στήν ἁγιοπατερική ὁδό τούς περί «τρισυνθέτου» τοῦ ἀνθρώπου ὑποστηρίζοντες Μακρακιστές. 

Πολλοί μοναχοί καί λαϊκοί, μέ σοβαρούς πειρασμούς βοηθήθηκαν ἀπό τόν γέροντα Δανιήλ, ἀσθενεῖς, θλιμμένοι, ἀπογοητευμένοι, πενθοῦντες, καί πάσης φύσεως πάσχοντες. Βρῆκαν κοντά του ἐλπίδα καί παρηγορία, τόσο σέ προσωπικό ἐπίπεδο, ὅσο καί διά ἀλληλογραφίας, μέ τούς λόγους τῶν ἐπιστολῶν του. Θυσίαζε τήν προσωπική του ἡρεμία, προκειμένου νά συμφιλιώσει ἀδελφούς. Ἡ ἐπιστολογραφία του εἶναι πλουσία. Διατηροῦσε πνευματικό σύνδεσμο μέ τόν λογοτέχνη Ἀλ. Μωραϊτίδη, τόν μετέπειτα μοναχό Ἀνδρόνικο. Ἐπίσης, σημαντική ἡ γνωριμία του καί ἡ φιλία του μέ τόν ἅγιο Νεκτάριο. Ἐκτός τῶν ἐπιστολῶν του, σημαντικότατος καρπός τῆς σοφίας του εἶναι καί τά περίπου ἑβδομήκοντα ἔργα του, ἐπί σοβαρῶν πνευματικῶν θεμάτων, πού ἅπτονται κυρίως ἀντιαιρετικῶν ζητημάτων καί πνευματικῆς οἰκοδομῆς. Ἔγινε καθοδηγητής καί ἰατρός ἀσθενῶν ἀνθρώπων, χωρίς νά φείδεται κόπων. Ἐπί πενήντα ἔτη δημιούργησε στά Κατουνάκια ἕναν οἶκο ἀρετῆς, ἁγιογραφίας, συγγραφῆς καί φιλοξενίας. Ἡ ἔνθερμη θεοτοκοφιλία του σφράγισε τή ζωή του, καί ἡ μεγαλύτερη χαρά τῆς ζωῆς του ἦταν ὅτι ἀναχωροῦσε ἀπό τήν γῆ τήν ἡμέρα τῶν γενεθλίων τῆς Θεοτόκου. 

Ὁ γέροντας Δανιήλ ὑπῆρξε, ἀναμφισβήτητα, ἕνας φωτισμένος καί σοφός, καί  πραγματικά μέ τήν ὁσιακή του βιοτή κατέστη στήριγμα τῶν εὐσεβῶν ὀρθοδόξων ἀδελφῶν του. 

Ἐπίλογος

Κατακλείοντας, μετά τήν ὡς ἄνω συνοπτική παρουσίαση βασικῶν στοιχείων τῶν Μικρασιατῶν ἁγίων, γιά μία εἰσέτι φορά, οἱ ὅσιοί μας ἐπιμένουν καί ἐφιστοῦν τήν προσοχή μας στό ὅτι ἡ γῆ τῆς Μικρασίας εἶναι περίσσεια ἁγιοτόκου πλούτου. Γῆ ἀγλαόκαρπη. Γῆ τροφοδότρα πνευματική. Γῆ πού μέσα στό διάβα τῶν αἰώνων εὐαγγελίζεται Χριστό. Γῆ μαρτύρων καί ὁσίων, οἱ ὁποῖοι διαλαλοῦν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης τό γνήσιο αὐθεντικό ὀρθόδοξο ἁγιοπατερικό Χριστιανικό πνεῦμα. Διαλαλοῦν τίς ἀρχές καί τἰς ἀξίες τῆς Φυλῆς καί τοῦ Γένους μας. Μέ τό ἀπαράμιλλο ἀσκητικό πνεῦμα, τήν βιωματική ἐμπειρία καί μαρτυρία τους, στούς δυσχειμέρους τούτους κρισίμους καιρούς, «πού οὐ μενετοί», καί μέ τήν ἔμπονη μυστική προσευχή, «οὐρανοποίησαν τή γῆ», καί μᾶς παροτρύνουν νά συνεχίσουμε καί νά ἐντείνουμε, ἀνδρείως, τόν ἀγῶνα, συμφώνως πρός τό ἁγιογραφικόν: «θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον».

  • Προβολές: 547