Skip to main content

Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ἔγγισον ὁ πανταχοῦ

Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη

Στόν σκοτεινό καιρό μας δέν ζοῦν ὅλοι στό σκοτάδι. Ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία καί οἱ ἄνθρωποί της, τά «φωτόμορφα τέκνα» της, τά γνήσια παιδιά της. Καί ὅπως ὁ Χριστός εἶπε: «ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ» (Ἰωάν. 12,46), ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία διακηρύττει καί ἐπιβεβαιώνει ὅτι τό Φῶς ἦλθε στόν κόσμο καί καλεῖ τούς πάντες νά λάβουν μέ τήν πρακτική καί θεολογική διδασκαλία της «φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός», γιά νά φωτισθοῦν οἱ ἴδιοι καί νά γίνουν φῶτα στήν κοινωνία πού ζοῦν.

Στόν σκοτεινό καιρό μας, ὅμως, ἰδιαίτερα τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας χρειαζόμαστε ἐγρήγορση. Εἴμαστε ἐκτεθειμένοι σέ πολλές προσβολές τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος. Ἡ προσοχή μας εὔκολα παγιδεύεται καί προσηλώνεται στά ἐγκόσμια προβλήματα, στίς ἐντάσεις, τίς συμφορές, τά ἀδιέξοδα, στίς ἀλληλοκατηγορίες, πού περιορίζουν τόν ὁρίζοντα τῆς ζωῆς μας καί μᾶς καθηλώνουν στόν παρόντα αἰώνα.

Τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ζωῆς μας, μέσα σ’ αὐτήν τήν ἀτμόσφαιρα, εἶναι τό νά μήν ἀσφυκτιοῦμε, τό νά μήν ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἀπουσία τοῦ πνευματικοῦ ὀξυγόνου, τό νά αἰσθανόμαστε ἄνετα. Πολλοί τόν ἐγκλωβισμό τους στόν κλειστό ὁρίζοντα τῶν αἰσθητῶν καί τῶν αἰσθήσεων τόν ἀπολαμβάνουν ὡς ἐλευθερία, τούς ἀρέσει πολύ, ὁτιδήποτε μάλιστα τόν ὑπερβαίνει (ὅπως ἡ πίστη στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του) τό θεωροῦν φαντασίωση ἤ πολιτιστική ὀπισθοδρόμηση, ἐνῶ θεωροῦν προοδευτισμό τόν παραλογισμό τοῦ ἀθεϊσμοῦ.

Σέ ὅλους μας, πάντως, γιά νά μή φθάσουμε στόν παραλογισμό τοῦ ἀθεϊσμοῦ, εἶναι χρήσιμο νά μελετοῦμε λόγια ἀφυπνιστικά, ὅπως τοῦ ὁσίου Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, ὁ ὁποῖος προσεύχεται λέγοντας: «ἔγγισον ἡμῖν, ἔγγισον ὁ πανταχοῦ» (Κοντάκιο Πεντηκοστῆς). Τί σημαίνει, ὅμως, νά μᾶς ἐγγίση ὁ πανταχοῦ; Μέσα στόν Θεό ζοῦμε καί κινούμαστε καί ὑπάρχουμε, «ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν» (Πράξ. 17,28), ὅμως τόν αἰσθανόμαστε πολύ μακριά ἤ καί ἀπόντα. Ἀπών ἀπό τήν ζωή μας ὁ πανταχοῦ! Ἀπό αὐτήν τήν «ἀπουσία» γεννιοῦνται ὅλες οἱ μορφές τοῦ ἀθεϊσμοῦ. Καμμιά αἴσθησή μας δέν συλλαμβάνει τόν πανταχοῦ παρόντα. Γι’ αὐτό ἡ μαθητεία μας στήν Ἐκκλησία ἀποβλέπει πρωτίστως στήν θεραπεία τῆς σχεδόν νεκρῆς νοερῆς μας αἴσθησης, ὥστε νἀ μή ζοῦμε «ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ».

Ἄν θέλαμε νά περιγράψουμε τήν κατάσταση τοῦ σύγχρονου κόσμου, τοῦ ἔξω ἀπό τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, θά μπορούσαμε νά διατυπώσουμε τίς ἀκόλουθες περιγραφικές προτάσεις: Δέν ὑπάρχει κίνηση πρός τόν Θεό, ἡ ζωή δέν ἔχει θεολογική ἀναφορά. Τό ἐφήμερο ἀπωθεῖ τό αἰώνιο, τρέφει τήν ἰδιοτέλεια, τήν καθιστᾶ νόμο καί ὑποδαυλίζει ἔχθρες. Δέν ὑπάρχει διάκριση καλοῦ καί κακοῦ, δίκαιου καί ἄδικου. Ὑπάρχει διάκριση νόμιμου καί παράνομου, χωρίς νά ὑπάρχη μεγάλο ἐνδιαφέρον γιά τό ἄν τό νόμιμο ἐκφράζη τό δίκαιο.

Σέ ἀντίθετη ἀπό τήν κοσμική πορεία κινοῦνται οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν μέσα τους τήν φλόγα τῆς ἀναζήτησης τοῦ Θεοῦ. Κινοῦνται στά ἀχνάρια τοῦ ψαλμωδοῦ Δαβίδ. Ὁ νοῦς τους εἶναι στραμμένος στόν Θεό. Ἀναζητοῦν τήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ. Δέν τούς ἱκανοποιεῖ ἡ ἁπλή πληροφόρηση, θέλουν καρδιακή ἐμπειρική γνώση. Γνωρίζουν, ἐπίσης, ὅτι οἱ ὁρατοί καί οἱ ἀόρατοι ἐχθροί μας εἶναι πολυμήχανοι στό νά στήνουν παγίδες, γι’ αὐτό δέν ἐγκλωβίζονται στά παρόντα. Κινοῦνται μέ τήν αὐτεξούσια θέλησή τους μέσα στό πλαίσιο τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ὁδεύοντας νομίμως ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ.

Γιά νά δειχθοῦν τά παραπάνω, θά σχολιάσουμε ὁρισμένους στίχους ἀπό τόν 24ο Ψαλμό τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος κατά τήν Μ. Τεσσαρακοστή ἀκούγεται συχνά στίς ἐκκλησίες, λόγῳ τοῦ ὅτι περιλαμβάνεται στίς ἀκολουθίες τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καί τῆς Τρίτης Ὥρας.

Ὁ Ψαλμός ἀρχίζει μέ τούς στίχους: «Πρός σέ, Κύριε, ἦρα τὴν ψυχήν μου· ὁ Θεός μου, ἐπί σοί πέποιθα· μή καταισχυνθείην εἰς τόν αἰῶνα» (Ψαλμ. 24, 1-2). Σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ Εὐθυμίου Ζιγαβηνοῦ, ἐδῶ ὁ Δαβίδ λέει: Σέ ἐσένα, Κύριε, ὕψωσα τήν ψυχή μου, ἀφοῦ τήν χώρισα ἀπό τά γήινα, ἀπό τά ὁποῖα δέν προέρχεται καμμιά ὠφέλεια καί σωτηρία. Ἐπειδή ἔχω ἐλπίσει ὁλοκληρωτικά σέ σένα, Θεέ μου, μή μέ ἀφήσεις νά ντραπῶ, τόσο στόν παρόντα αἰώνα, ὅσο καί στόν μέλλοντα, δηλαδή πάντοτε. Θά ντραπῶ, ἄν μείνω ἀβοήθητος ἀπό Ἐσένα.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης παραθέτει γιά τούς στίχους αὐτούς τήν ἑρμηνεία τοῦ Εὐσεβίου, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι ὁ Δαβίδ, «ἀποστραφείς τά γήινα», μοιάζει νά σηκώνεται πάνω ἀπό τήν γῆ, νά γίνεται μετέωρος, καί νά ἔρχεται κοντά στόν Θεό· «ἔοικεν ἀποστραφείς τά γήινα μετέωρος ἀρθῆναι καί πλησίον γενέσθαι Θεοῦ». Αὐτό ἔγινε ἀπό τό μεγάλο θάρρος πού εἶχε στόν Θεό. Γεμάτος, μάλιστα, ἀπό παρρησία «ὡς ἴδιον κτῆμα καλεῖ τόν Θεόν λέγων· “ὁ Θεός μου”». Συμπληρώνει μάλιστα ὁ Εὐσέβιος καί λέει ὅτι τό νά σηκώση κανείς τήν ψυχή ἀπό τά γήινα εἶναι τῆς προαιρέσεώς του, τό νά ἀπαλλαγῆ, ὅμως, ἀπό τούς κινδύνους εἶναι τοῦ Θεοῦ.

Ἰδιαίτερη ποιμαντική σημασία ἔχουν οἱ ἀκόλουθοι στίχοι: «Τὰς ὁδούς σου, Κύριε, γνώρισόν μοι, καὶ τὰς τρίβους σου δίδαξόν με. Ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου καὶ δίδαξόν με, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ σωτήρ μου» (24, 4-5).

Κατά τόν Ζιγαβηνό «ὁδοί καί τρίβοι εἶναι ὅλα ὅσα εἶναι ἀρεστά στόν Θεό». Ὅποιος πορεύεται διά μέσου αὐτῶν, δηλαδή ὅποιος πράττει τά ἀρεστά στόν Θεό, αὐτός ἀπλανῶς πηγαίνει στόν Θεό. Μερικοί ὁδούς καί τρίβους ὀνομάζουν τίς οἰκονομίες τῶν πραγμάτων, μέ τίς ὁποῖες ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κυβερνᾶ τόν κόσμο. Καί ὁ Δαβίδ ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά μάθη ἀκριβέστερα αὐτές τίς οἰκονομίες, τό πῶς δηλαδή ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κυβερνᾶ τά πάντα. Ἄλλοι ταυτίζουν «τάς ὁδούς καί τρίβους» μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Σέ ὅλες αὐτές τίς ἑρμηνεῖες τό σημεῖο πού πρέπει νά προσέξη κανείς εἶναι ὅτι ὁ Δαβίδ ζητᾶ νά μάθη ἀπό τόν Θεό ποιά ἔργα εἶναι ἀρεστά σ’ Αὐτόν ἤ ποιές εἶναι οἱ ἐντολές Του καί ζητᾶ, ἐπίσης, νά διδαχθῆ ἀπό τόν Ἴδιο ὅτι εἶναι Θεός σωτήρας. Τό αὐτονόητο ἐρώτημα εἶναι: Ὁ Δαβίδ δέν τά γνώριζε αὐτά; Δέν γνώριζε τίς ἐντολές τοῦ Νόμου; Δέν γνώριζε ὅτι ὁ Θεός εἶναι σωτήρας; Μέ πολλούς ἄλλους στίχους δείχνει ὅτι τά γνώριζε:«Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου, καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118, 105), «Οὐχί τῷ Θεῷ ὑποταγήσεται ἡ ψυχή μου; παρ᾿ αὐτῷ γὰρ τὸ σωτήριόν μου· καὶ γὰρ αὐτὸς Θεός μου καὶ σωτήρ μου, καὶ ἀντιλήπτωρ μου». Τί εἶναι αὐτό πού ζητᾶ ἀπό τόν Θεό ὁ Δαβίδ; Κατά τόν Ζιγαβηνό γνώριζε τόν νόμο «μέ μόνον τόν λόγο καί τήν ψιλή γνώση». Θέλει νά τόν μάθη μέ τήν πείρα. Θέλει, ἐπίσης, νά ἀποκτήση βεβαιότητα, μέ ἀδιάψευστη γνώση, ὅτι ὁ Θεός εἶναι σωτήρας. Δέν ἱκανοποιεῖται μέ τήν πληροφόρηση, θέλει ἐμπειρική διακρίβωση αὐτῶν τῶν ἀληθειῶν πού πληροφορήθηκε.

Γνωρίζει ὅτι οἱ ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί τοῦ ἀνθρώπου τοῦ στήνουν συνεχῶς παγίδες, γιά νά ἁμαρτήση εἴτε μέ πράξεις, εἴτε μέ θεωρίες, δηλαδή εἴτε μέ ἁμαρτήματα, εἴτε μέ πλάνες γιά τόν Θεό καί τό θέλημά Του. Γι’ αὐτό μέ ἐγρήγορση στρέφεται διαρκῶς πρός τόν Θεό: «Οἱ ὀφθαλμοί μου διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι αὐτὸς ἐκσπάσει ἐκ παγίδος τοὺς πόδας μου. Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με» (Ψαλμ. 24, 15-16). Οἱ ὀφθαλμοί εἶναι στόν Κύριο, ἡ λογική καί νοῦς δέν βλέπουν στίς παγίδες, βλέπουν πρός τόν Κύριο, διότι αὐτός μπορεῖ νά ἀνατρέψη ὅλα τά σχέδια τοῦ ἐχθροῦ, νά συντρίψη ὅλες τίς παγίδες Του. Σήκωσε τήν ψυχή του πρός τόν Κύριο καί ὅλη ἡ προσοχή του ( ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του) δέν ἀποσπῶνται ἀπό Αὐτόν.

Ἕνας πολύ χαρακτηριστικός στίχος εἶναι ὁ δωδέκατος: «τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; νομοθετήσει αὐτῷ ἐν ὁδῷ, ᾗ ᾑρετίσατο». Κατά τόν Θεοδώρητο, διάφορες εἶναι οἱ «στράτες» τῶν σωζομένων, δηλαδή οἱ τρόποι τῆς ζωῆς τους. Ὅλες φέρνουν στόν Θεό, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη φόβο Θεοῦ. Ὅποια ζωή καί ἄν διαλέξη «ὁ φοβούμενος τόν Κύριον», σ’ αὐτήν ὁ Θεός γίνεται διδάσκαλός του, διδάσκοντάς τον τί πρέπει νά κάνη. Ἔτσι ἑρμηνεύεται τό «νομοθετήσει». Ὡς λογικός καί αὐτεξούσιος ὁ ἄνθρωπος διαλέγει τόν δρόμο του, τόν τρόπο τῆς ζωῆς του. Ἄν ἔχη φόβο Θεοῦ, σ’ αὐτόν τόν δρόμο ἔχει διδάσκαλο τόν πάνσοφο, τόν παντοδύναμο καί παντεπόπτη Θεό, πού ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο ἕως σταυροῦ.

Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ζῆ ἐν Θεῷ τήν ἐλευθερία του. Ἔτσι αὐτεξουσίως ἐπιλέγει τήν ἐν Χριστῷ ἀνακαίνισή του. Ἔτσι ἀνατρέπεται ἡ πτωτική πορεία τοῦ κόσμου. Ἔτσι «ἐγγίζει ὁ πανταχοῦ» καί γίνεται ἀεί παρών στήν ζωή «τῶν φοβουμένων Αὐτόν».

ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 607