Skip to main content

Γεωργίου Δ. Παναγοπούλου: Πίστη καί ἔργα (Β)

Γεωργίου Δ. Παναγοπούλου Καθηγητοῦ Δογματικῆς

(Συνέχεια ἀπό τό προηγούμενο τεῦχος Γεωργίου Δ. Παναγοπούλου: Πίστη καί ἔργα (Μέρος Α))


4) Ἀρνητική καί θετική διάσταση τοῦ ἀσκητικοῦ ἀγώνα

Συνεχίζουμε μέ τήν ὀρθόδοξη μαρτυρία, ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν φιλοκαλική πείρα. Τά ἀγαθά ἔργα ἤ, γιά νά ἐκφραστοῦμε στό φιλοκαλικό ἰδιόλεκτο, ἡ «πράξη» ὡς «ἐργασία τῶν ἐντολῶν» δέν εἶναι ἀξιόμισθη• ὅμως ἀσφαλῶς καί δέν εἶναι ἄχρηστη ἤ ἀνώφελη• κάθε ἄλλο. Ὅμως καί ἡ «πράξη» ἤ τά ἀγαθά ἔργα κατανοοῦνται θεόνομα καί χριστοκεντρικά ἐντός χαρισματικοῦ πλαισίου ὡς ἐκδηλώσεις «ἐν χάριτι πίστεως» (Γρηγόριος Σιναΐτης). Μάλιστα ὁ ὅσιος Μάρκος ἐμφανίζεται νά τούς ἀναγνωρίζει μιά πρωτίστως ἀρνητική λειτουργία μέ τήν ἔννοια ὅτι κάθε ἀρετή (ἀκόμα καί ὁ θάνατος τῶν Μαρτύρων!) γίνεται ἀντιληπτή ὡς «φυλακή τῆς δοθείσης ἡμῖν (ἐννοεῖται στό Βάπτισμα) καθαρότητος» καί ἄρα ὡς ἐλεύθερη «ἀποχή ἁμαρτίας» καί ὄχι βεβαίως ὡς «ἀντάλλαγμα Βασιλείας».

Μιά παρόμοια ἐξάλλου ἐκδοχή θά προβάλλει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός μέ τόν ἰσχυρισμό ὅτι καί «καί ἡ ἄσκησις δέ καί οἱ ταύτης πόνοι οὐ πρός τό ἐπικτήσασθαι τήν ἀρετήν ἔξωθεν ἐπείσακτον οὖσαν ἐπενοήθησαν, ἀλλά πρός τό τήν ἐπείσακτον καί παρά φύσιν κακίαν ἀποβαλέσθαι» (Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 58• πρβλ. ὅσιος Νικήτας Στηθάτος, Φιλοκαλία Γ΄, 289-290• ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, Gregorii Nysseni Opera, IV 198).

Πρόκειται γιά ἰσχυρή θεολογική ἐνόραση: Ὁ Θεός δέν εἶναι ἔμπορος οὔτε ἀργυραμοιβός, ἀλλά Κύριος Παντοκράτωρ καί Σωτήρας μας δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἡ σωτηριώδης οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιά τή λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπό τόν ἐχθρό του, τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία, δέν ὑπακούει σέ κανόνες τῆς φυσικῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καί ἠθικῆς. Αὐτή τήν ἀλήθεια συμπυκνώνει καί ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιά τήν δικαίωσή μας «τῇ γάρ χάριτι ἐστέ σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται» (Ἐφεσ. 2, 8-9).

Στήν ζωή τῆς χάριτος, πού δωρίζει στούς βαπτισμένους ἐν πίστει ὁ Κύριος διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεώς Του καί διαρκῶς ἐγκαινίζει στό εὐχαριστιακό Δεῖπνο, ὁ πιστός καλεῖται νά παραμείνει ἐνεργοποιώντας τήν ἀποκαταστημένη ἐλευθερία του. Ὁ πιστός πέθανε στό Βάπτισμα κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο καί αὐξάνει στήν χάρη στή ζωή τῶν Μυστηρίων. Ὁ ἀγώνας γιά νά παραμείνει στήν ἐλευθερία τῆς χάρης καί νά καρποφορήσει ἐν ἁγιασμῶ δέν μπορεῖ παρά νά ἀποτελεῖ μυστική συνέχεια τοῦ Βαπτίσματος, καρποφορία τῆς βαπτισματικῆς χάρης, πού ἀπαιτεῖ «ἐργασία τῶν ἐντολῶν». Ὁ ἀγώνας αὐτός, ἀκόμη κι ἄν περιγράφεται κατά τρόπο ἀρνητικό ἀπό τόν ὅσιο Μάρκο, ἐντούτοις ἐνέχει κάτι τό ἐξόχως θετικό καί δυναμικό, ἀφοῦ καί αὐτός, ὅπως ἐξάλλου καί ἡ πίστη, εἶναι καρπός χάριτος καί θείας δυνάμεως («μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ…» Ρωμ. 12, 2). Τοῦτο ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἡ ἄσκηση καί οἱ ἀρετές ἀποκτοῦν ἀξιόμισθο χαρακτήρα: ἀποτελοῦν «φύσεως ἔργον, οὐ Βασιλείας ἀντάλλαγμα» καί γι’ αὐτό «προσθήκην ἁγιασμοῦ ἐκτός χάριτος ποιῆσαι οὐ δύνανται» (Φιλοκαλία Α΄, 110).

Ἡ διδασκαλία αὐτή κέκτηται ἀριδήλως βιβλικό καί δή παύλειο χαρακτήρα: «Ὑμεῖς γάρ ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε ἀδελφοί• μόνον μή τήν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμήν τῇ σαρκί, ἀλλά διά τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις» (Γαλ. 5, 1).

Ἡ ἀντίληψη αὐτή βρίσκεται στήν καρδιά τῆς ὀρθόδοξης σωτηριολογίας καί ἀνθρωπολογίας: Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία, πού συνεργεῖ μέ τή χάρη, δέν εἶναι ἡ πεπτωκυῖα δυνατότητα ἐπιλογῆς (ἡ αἰχμάλωτη στό νόμο τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου), ἀλλά ἡ ἀποκαταστημένη ἐλευθερία πού φέρεται φυσικῶς πρός τό ἀγαθό (πρβλ. Γ. Δ. Παναγόπουλος, Ὀρθόδοξο δόγμα καί θεολογικός ἐκσυγχρονισμός, Ἀθήνα 2017).

Τό κλειδί ἐδῶ μᾶς τό δίνουν οἱ Δ΄ καί Στ΄ Οἰκουμενικές Σύνοδοι: Ἡ φύση μας μαζί μέ τό αὐτεξούσιο φυσικό μας θέλημα δέν θεραπεύεται μέσω μιᾶς κτιστῆς ὑπερφυσικῆς «ποιότητας», πραγματικῶς διακρινομένης ἀπό τό Θεό, πού ἐγχέεται στήν ὕπαρξή μας πρός ἐπιτέλεση ἀξιομισθιῶν. Ἐν Χριστῷ ἡ αὐτεξούσια φύση μας θεώθηκε «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» ὑποστατικῶς• σέ μᾶς θεραπεύεται καί θεώνεται σχετικῶς καί κατά ἄκτιστη δωρεά (μυστήριο τοῦ Σταυροῦ). Στόν Χριστό ἡ κοινοποίηση τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεών Του εἶναι «καθ’ ὑπόστασιν»• στήν δική μας ἕνωση μέ τόν Θεό εἶναι κατ’ «ἀντίδοσιν σχετική» (Μάξιμος Ὁμολογητής, Ἐπιστολή Β΄, Πρός Ἰωάννην Κουβικουλάριον).

Εἰδικά γιά τόν μωσαϊκό Νόμο τώρα, ὁ Παῦλος πουθενά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι κακός, βλαβερός ἤ ἄχρηστος. Τουναντίον, ρητῶς διδάσκει ὅτι ὁ Νόμος εἶναι καλός καί πνευματικός (Ρωμ. 7, 8: «ὁ νόμος πνευματικός ἐστι»)• ὡστόσο δέν μπορεῖ νά δικαιώσει, δηλ. νά ἐλευθερώσει καί νά ζωοποιήσει τόν «πεπραμένον ὑπό τήν ἁμαρτίαν» ἄνθρωπο (Ρωμ. 7, 8). Ὁ Παῦλος μάλιστα σαφῶς ταυτίζει τή «δικαιοσύνη» μέ τή ζωοποίηση, ὅταν βεβαιώνει τούς Γαλάτες ὅτι, ἄν ὁ Νόμος εἶχε τή δύναμη νά ζωοποιεῖ, τότε πράγματι ἡ δικαιοσύνη θά ἦταν ἐκ τοῦ Νόμου (Γαλ. 3, 21• πρβλ. Ἰ. Σ. Ρωμανίδη, Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, Ἀθήνα 1989). Τοῦτο κατέστη ἐφικτό μόνον μέσω ὅλης τῆς ἐνσάρκου ζωῆς, κυρίως ὅμως διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔτσι μᾶς «ἐξαγόρασε» ἀπό τήν κατάρα τοῦ Νόμου ὄχι παραμερίζοντας ἤ ἀδιαφορώντας γιά τόν Νόμο, ἀλλά «πληρώσας πᾶσαν δικαιοσύνην» (πρβλ. Μθ. 3, 15).

Ἔτσι ὁ Παῦλος μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ ὅτι «ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπό τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου• τό γάρ ἀδύνατον τοῦ νόμου ἐν ᾧ ἠσθένη διά τῆς σαρκός, ὁ Θεός τόν ἑαυτοῦ Υἱόν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκός ἁμαρτίας… κατέκρινεν τήν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί, ἵνα τό δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν ἡμῖν τοῖς μή κατά σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλά κατά Πνεῦμα» (Ρωμ. 8, 2-4).

Τοῦτο σημαίνει ὅτι διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου ἡ δίκαιη ἀπαίτηση τοῦ Νόμου («τό δικαίωμα τοῦ νόμου») πληροῦται σέ ὅσους διά τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς, σέ κάθε τόπο καί χρόνο, φτάνουν στήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, ζωοποιοῦ καί θεουργικῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ Νόμος καταργήθηκε ὡς πρός τήν κατάρα ὑπό τήν ὁποία τελοῦσαν οἱ ἄνθρωποι στό μέτρο πού ἀδυνατοῦσαν νά ἐφαρμόσουν πλήρως τίς προσταγές του (πρβλ. Δευτ. 27, 28). Ὅμως κατά τήν πνευματική του φύση ὁ Νόμος πληρώθηκε ἐν Χριστῷ καί πληροῦται διά τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ σαρκωμένου Λόγου σέ ὅσους θανατώνουν «πνεύματι τάς πράξεις τοῦ σώματος» (Ρωμ. 8,13).

Ὁ Νόμος, σύμφωνα μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο, συμπυκνώνεται στήν τέλεια πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον ἀγάπη (Μθ 22, 9-41• πρβλ. Δευτ. 6, 5• Λευ. 19, 18)- Στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στόν νέο Ἰσραήλ τῆς χάριτος, πληροῦται ἔτσι κατά ἕναν νέο καί ἀπολύτως πραγματικό τρόπο, δηλ. στήν ζωή τοῦ Πνεύματος, πού μᾶς δωρίζει τήν ζωοποίηση τήν ἀπορρέουσα ἀπό τό Σταυρό τοῦ Κυρίου καί ἀπεργάζεται τήν αὔξησή μας στό πλήρωμα τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. Ὁ St. de Young (The Religion of the Apostles, in toto) ἐμπνευσμένα περιγράφει τήν ἐν Πνεύματι πλήρωση τῆς ΠΔ στή χαρισματική ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας! Τήν διά πίστεως καί ἐκ χάριτος δικαίωση, δηλαδή ζωοποίηση, ὁ Παῦλος τήν ἀποκαλεῖ καί «νόμον τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς».

Αὐτή τήν ἀλήθεια ἐκφράζει ὡς πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Β΄, ὁ Τρανό, στή Δευτέρα Ἀπόκρισίν του πρός τούς Λουθηρανούς θεολόγους τῆς Τυβίγγης τοῦ 1579: Πιστεύουμε ὅτι θά δικαιωθοῦν ὄχι ἁπλῶς οἱ τηρητές τοῦ νόμου, ἀλλά «οἱ τοῦ πνευματικοῦ νόμου καί νοουμένου πνευματικῶς κατά τόν ἔσω ἄνθρωπον. Τελειοῦντες γάρ, ὡς δυνατόν, τόν κατά πνεῦμα νόμον δικαιωθησόμεθα, μή ἐκπίπτοντες μέντοι τῆς χάριτος διά τήν εἰς τό βάθος τῆς ψυχῆς κατά τήν κάθαρσιν τοῦ λόγου διάβασιν», ( Ἰ. Καρμίρης (ἐπιμ.), Τά δογματικά καί συμβολικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος ΙΙ, 453).

Πρόκειται γιά φιλοκαλική ἑρμηνεία τοῦ παύλειου χωρίου πού παραθέσαμε ἀνωτέρω. Ἡ δικαίωση δέν πέφτει μαγικά ἀπό τόν οὐρανό• εἶναι μέθεξη διά πίστεως τῶν καθαρθέντων ἤ καθαιρομένων κατά τήν καρδιά (τόν ἔσω ἄνθρωπο!) στήν χάρη τοῦ Λόγου διά Πνεύματος Ἁγίου τοῦ «ἐνοικοῦντος ἡμῖν». Ἑπομένως, δέν μπορεῖ ἡ πίστη νά εἶναι «ἄεργος», οὔτε τά ἔργα «ἄπιστα». Ἐδῶ ὁ Πατριάρχης, χρησιμοποιώντας μιά κλασική πατερική διατύπωση, συναρμόζει τόν Παῦλο μέ τόν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο (πρβλ. Ἰακ. 2, 14 ἐπ.).

5) Ἡσυχασμός καί ἡ ζωή τῆς Καινῆς Διαθήκης

Αὐτό φυσιολογικά μᾶς ὁδηγεῖ στίς ἀκόλουθες σκέψεις. Ἡ ἐν Πνεύματι πλήρωση τοῦ παλαιοῦ Νόμου στήν καινή ζωή τῆς χάριτος, στήν Ἐκκλησία τοῦ σαρκωμένου Λόγου, εἶχε προφητικῶς ἀναγγελθεῖ ἀπό τοῦ Προφῆτες τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ. Ἱερεμίας καί Ἰεζεκιήλ μίλησαν γιά τήν ἐσχατολογική ἐποχή, κατά τήν ὁποία τά θεῖα θελήματα θά γραφοῦν ἐν Πνεύματι στίς ἀνακαινισμένες σάρκινες καί ὄχι πιά πέτρινες καρδιές τῶν μελῶν τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ λαοῦ τῆς Καινῆς Διαθήκης (Ἱερ 38, 31-35• Ἰεζ 36, 24-27 καί 18, 31).

Αὐτή ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια ὑπογραμμίζουν οἱ φιλοκαλικοί Πατέρες ἐκ πείρας. Ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἐντοπίζει τήν διαφορά τῆς Καινῆς ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη στό ὅτι στήν Ἐκκλησία τῆς ΚΔ ἡ χάρη ἔνθοδεν «λαλεῖ» στούς πιστούς, ὁπότε δέν μαθαίνουν τό ἀγαθό μέσω γραμμάτων καί χαραγμάτων, ἀλλά στήν καρδιά τους ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν φωτί λόγου καί λόγῳ φωτός μυστικῶς τά θεῖα μυούμενοι». Καί ἐδῶ θά μπορούσαμε νά μιλήσουμε γιά φιλοκαλική ἑρμηνεία τῆς παύλειας μαρτυρίας τοῦ Β΄ Κορ. 3, 18: «ἡμεῖς δέ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τήν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τήν αὐτήν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπό δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπό Κυρίου Πνεύματος».

Ξετυλίγοντας τό «ἔντριτον σπαρτίον» τῆς νοερᾶς πολιτείας ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης (Φιλοκαλία Δ΄, 34) θά ἀποφανθεῖ ὁμοίως: «… οὕτως ὁ νοῦς, ὅταν καθαρθῆ καί εἰς τό ἀρχαῖον ἐπανέλθῃ ἀξίωμα, εἰς Θεόν ὁρᾶ καί ἐξ αὐτοῦ λαμβάνει τά θεῖα νοήματα. Καί ἀντί μέν βιβλίου ἔχει τό Πνεῦμα, ἀντί δέ καλάμου τήν διάνοιαν καί τήν γλῶσσαν… ἐμβάπτων οὖν τήν διάνοιαν ἐν τῷ φωτί, καί φῶς ἀποτελῶν, διαγράφει τούς λόγους ἐν Πνεύματι ἐν ταῖς τῶν ἀκουόντων καθαραῖς καρδίαις».

Ὁ Ἰσαάκ Σύρος (Ἀσκητικά) ζώντας ἐντός τοῦ μυστηρίου τῆς Πεντηκοστῆς καί γνωρίζοντας ὑπέρ γνώση καί ἔννοια τά ἄκτιστα θεῖα θεωρήματα καί θελήματα μπορεῖ νά βεβαιώσει τήν πραγματοποίηση τῆς παλαιοδιαθηκικῆς προφητείας στήν ἐν Χριστῷ ζωή τοῦ ἀληθινοῦ Ἰσραήλ τῆς Καινῆς Διαθήκης:
«Ἕως οὗ δέξηται ἄνθρωπος τόν Παράκλητον, δέεται τῶν θείων Γραφῶν… ὅταν γάρ ἡ δύναμις τοῦ Πνεύματος ἐπιβῇ ἐπί τήν ψυχικήν δύναμιν τήν ἐνεργοῦσαν ἐν αὐτῷ, τότε ἀντί τοῦ νόμου τῶν Γραφῶν, ριζοῦνται αἱ ἐντολαί τοῦ Πνεύματος ἐν τῇ καρδίᾳ. Καί τότε κρυπτῶς ἐκ τοῦ Πνεύματος μανθάνει, καί οὐ δέεται τῆς βοηθείας τῆς ἐκ τῆς αἰσθητῆς ὕλης».

Τά ἴδια θά ξαναπεῖ σέ ἁπλούστερη διατύπωση καί ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ:
«Διά τῆς ἐλεύσεως εἰς ἡμᾶς τοῦ Φωτός τοῦ Χριστοῦ, αἱ ὀλίγαι ἐντολαί αὐτοῦ, κεχαραγμέναι ἐπί τῆς καρδίας καί τοῦ νοῦ, καταργοῦν πάντας τούς ἄλλους νόμους, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Μωσαϊκοῦ…»

Ὁ ἀσκητικός ἀγώνας, ἑπομένως, ἔχει ἐκτός ἀπό ἀρνητική καί μία ἐξόχως θετική διάσταση. Τήν θετική αὐτή πλευρά ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, χωρίς νά ἀποκλίνει ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Μάρκου. Οἱ «ὀφθαλμοί τῆς πίστης» εἶναι ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, δηλαδή τά θεῖα προστάγματα, πού κατανοοῦνται ὡς θεῖο φῶς (πρβλ. «ὅτι φῶς τά προστάγματά σου ἐπί τῆς γῆς»): «Πᾶς ὁ τῆς πίστεως ἐν αὐτῷ διά τῆς ἀργίας τῶν ἐντολῶν τούς τοιούτους ἀνορύξας ὀφθαλμούς, πάντως κατάκριτος, μηκέτι τόν Θεόν ἔχων εἰς αὐτόν ἐπιβλέποντα» (Φιλ. Β. 135• πρβλ. Β΄ Πέτρου 1, 9)
Γιά νά ἀντιληφθοῦμε τό νόημα τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ ἁγίου Μαξίμου χρειάζεται νά ὑπομνήσουμε ὅτι οἱ «ἐντολές τοῦ Θεοῦ» κατανοοῦνται ὡς θεῖα θελήματα ἤ ἀλλιῶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, πού γιά τήν ἀσθένειά μας, μᾶς δίδονται σέ γλωσσική διατύπωση προσιτή σέ μᾶς. Ὁμοίως καί ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, ὡς ἐκ τοῦ μόλις προαναφερθέντος λόγου, δέν μπορεῖ νά κατανοηθεῖ ὀρθοδόξως παρά ὡς γεγονός μυστικῆς θεοκοινωνίας.
Μεταξύ πολλῶν σταχυολογῶ καί θυμίζω τήν ἔξοχη τοποθέτηση τοῦ ἁγίου Μαξίμου, κατά τήν ὁποία σέ κάθε ἐντολή κρύβεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁπότε μέ τήν τήρησή τους ἐρχόμαστε σέ κοινωνία μέ τό Θεό: «Ὁ μέν τοῦ Θεοῦ Πατρός Λόγος ἑκάστῃ μυστικῶς ἐνυπάρχει τῶν οἰκείων ἐντολῶν… Ὁ τοίνυν δεχόμενος θείαν ἐντολήν καί ποιῶν αὐτήν, τόν ἐν αὐτῇ τοῦ Θεοῦ δέχεται Λόγον».

Τήν ἴδια σύλληψη διατυπώνει καί ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος στό ἀκόλουθο φθέγμα του: «Αἱ ἐντολαί τοῦ Θεοῦ ὑπέρ πάντας τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. Καί ὁ ταύτας κτησάμενος ἐντός αὐτῶν εὑρίσκει τόν Θεόν».

Τέλος ἐπικαλοῦμαι καί πάλι τήν μαρτυρία τοῦ ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ, ὁ ὁποῖος στό Περί προσευχῆς (158 ἐπ.) ἔργο του γράφει: «Τό ἐκθαμβωτικό φῶς τῆς θεότητος ἀντανακλᾶται στό ἐπίπεδό μας μέ τή μορφή ἐντολῶν: “ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ἡμῶν, … ἔσεσθε ἡμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ἡμῶν… τέλειός ἐστιν” Μθ. 5, 44)».

Μέ ἄλλη διατύπωση: «Στίς ἐντολές ἀποκαλύπτεται ἡ ζωή τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ». Οἱ ἐντολές μᾶς προσφέρονται ὑπό τή μορφή προτάσεων ἐμπεριεχομένων στά ἱερά τῆς πίστης μας κείμενα γιά τήν ἀσθένειά μας. Ὅμως, οὐχ ἧττον, ἀποτελοῦν φανέρωση τοῦ θείου ἄκτιστου θελήματος. Στούς ἁγίους ἡ μετάδοση τοῦ θείου θελήματος γίνεται ἄνευ λεκτικῶν σχημάτων καί νοημάτων στήν χαρισματική κατάσταση τῆς ἐν Θεῷ θεωρίας. (Πρβλ. Ζαχ. 1,6: «Πλήν τούς λόγους μου καί τά νόμιμά μου δέχεσθαι, ὅσα ἐγώ ἐντέλλομαι ἐν Πνεύματί μου τοῖς δούλοις μου, τοῖς Προφήταις»• Ἰωάν. 6, 63: «Τά ρήματα ἅ ἐγώ λελάληκα ὑμῖν πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστι»• Ἐκκλ. 12, 13: «τόν Θεόν φοβοῦ καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ φύλασσε, ὅτι τοῦτο πᾶς ἄνθρωπος»).
Ὁ Θεός ἐντέλλεται ἐν Πνεύματι σωτήρια «νόμιμα». Τοῦτο σημαίνει: α) ὅτι οἱ ἐντολές ἀποτελοῦν μυσταγωγική ἀποκάλυψη τοῦ θείου εἶναι, ἀλλά καί φανέρωση τοῦ τελείου ἀνθρώπου (Γ. Μαντζαρίδης), β) ὅτι ἡ ἀποδοχή καί ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν εἶναι χαρισματικό γεγονός, πού καταφάσκει τήν ἐλευθερία μας. γ) Ἡ διά τῶν ἐντολῶν μόρφωση τῶν ἀρετῶν ἀποτελεῖ μυστικό «τόπο» θεοκοινωνίας.

Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια ἡ πίστη εἶναι θεῖο χάρισμα (καί ὄχι δικό μας ἀξιόμισθο ἔργο). Τά ἀγαθά ἔργα ὡς ἔκφραση πίστης ἔχουν ὁμοίως χαρισματικό χαρακτήρα, χωρίς ἐντούτοις νά καταργεῖται ἡ ἀνθρώπινη βουλητική ἐλευθερία. Ὁ Μάξιμος φωτίζει μέ τή σειρά του αὐτή τήν θεόνομη ἀντίληψη τῆς μυστικῆς ἑνότητας πίστεως καί ἔργων ὡς ἑξῆς:

«Πᾶσαν ἐν ἡμῖν ὡς ἐν ὀργάνοις ὁ Θεός ἐπιτελεῖ… ἀρετήν τε καί γνῶσιν… μηδέν ἡμῶν συνεισφερόντων τό σύνολον, πλήν τῆς θελούσης τά καλά διαθέσεως» (Φιλοκαλία Β΄133)

Τήν ἴδια ἀλήθεια θά ἐκφράσει ὁ ἴδιος ἅγιος μέ διαφορετικούς, ἀλλά ταυτόσημους ὅρους (ὁ Μάξιμος ἀρέσκεται στήν ἐναλλαγή ὅρων), ὅταν θά μιλήσει γιά τήν ἑνότητα θεωρίας (πίστης) καί πράξης (ἄσκησης) ὡς μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ «θεωρία» βιώνεται ὡς «πράξη μυσταγωγουμένη» (ἄρα ἡ ἄσκηση ἔχει μυστηριακό χαρακτήρα!)• ἡ δέ «πράξη» εἶναι «θεωρία ἐνεργουμένη» (ὁπότε ἡ δικαιοῦσα πίστη δέν εἶναι νεκρή, ἀλλά ζῶσα, δικαιοῦσα καί σώζουσα).

6) Συμπεράσματα ὑπό μορφή ἐπιλόγου

Ὁδηγούμενος ἀπό τό φιλοκαλικό νῆμα ἐπιχείρησα νά σκιαγραφήσω ἁδρομερῶς τή σχέση πίστεως καί ἔργων (ἤ θεωρίας καί πράξης) ἀπό σωτηριολογική ἄποψη (δικαίωση ὡς φωτισμός καί δοξασμός ὡς θέωση). Ἀπό τήν προηγηθεῖσα ἀνάλυση κατέστη, φρονῶ, πρόδηλο:

α) Ἡ φιλοκαλική εὐσέβεια οὐδεμία σχέση ἔχει μέ οἱαδήποτε ἐκδοχή «ἠθικῆς ἀξιόμισθων ἔργων»• οὔτε εἶναι «εὐχητική» κατά μιά ἀντίληψη πού διαστρέφει τήν προσευχή σέ αὐτόνομο ἀνθρώπινο ἔργο καί προδίδει ἄγνοια τῆς χαρισματικῆς ταυτότητάς της: «Χάρις οὐ μόνον ἡ πίστις ἐστίν, ἀλλά καί ἡ ἐνεργουμένη προσευχή» (ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης, Φιλοκαλία Δ΄, 54). Ἡ «δικαίωση» κατανοεῖται ὡς φωτισμός τῆς καρδιᾶς, ἡ πρώτη ἀνάσταση τοῦ «κρυπτοῦ τῆς καρδίας» ἀνθρώπου, καί ἐπιτυγχάνεται χάριτι Θεοῦ ἐν «προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ» διά τῆς «δικαιοῦσας πίστεως» μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ χάρη δέν ἀποκλείει, ἀλλά θεραπεύει καί ἐνεργοποιεῖ τό ἀνθρώπινο αὐτεξούσιο γιά νά διαφυλάξει τό θησαυρό στό μέτρο τῆς ἐργασίας τῶν θείων «ἐντολῶν», πού κατανοοῦνται ὡς μυστικοί χῶροι θεοκοινωνίας, προέκταση καί συγκεκριμενοποίηση τῆς βαπτισματικῆς χάρης. Συνεπῶς τά ἀγαθά ἔργα δέν μποροῦν νά θεωροῦν «ἀξιόμισθα», οὔτε δύνανται νά παράσχουν ψυχολογική «βεβαιότητα» σωτηρίας πού θά ὑπονόμευε τήν ζωντανή χριστιανική ἐλπίδα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀναγκαία σέ ὅλους διά βίου «μετάνοια».

β) Ἡ νηπτικοησυχαστική βιοτή συνιστᾶ αὐτή τούτη τήν καρδιά τῆς ἀληθινῆς «ἐν Πνεύματι καί ἀληθείας» προσκυνήσεως τοῦ Θεοῦ στήν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί ἔκφραση τοῦ προφηταποστολικοῦ φρονήματος. Γι’ αὐτό καί εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε τήν σπουδαιότητα τοῦ ἡσυχασμοῦ ὡς τοῦ κατ’ ἐξοχήν «βιότοπου» τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος.

γ) Στό μέτρο πού ἀκόμη καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χάνεται ἤ ἔστω ὑποχωρεῖ ἡ «φιλοκαλική συνείδηση», στό βαθμό πού ἀγνοοῦνται ἡ ὀργανική σχέση «θεωρίας καί πράξης», ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσα «ἡσυχαστική ἐπαλήθευση» τοῦ δόγματος, καί ἡ σπουδαιότητά της γιά τήν θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ἀπό τήν ἰδιοτέλεια, τότε ὁ κίνδυνος ἔκπτωσης στήν «καθιδρυματικότητα» εἶναι περισσότερο ἀπό ὁρατός. Τότε ἡ θεραπεία στή ζωή τοῦ Χριστοῦ ἀντικαθίσταται ἀπό ἕνα σύνολο θρησκευτικῶν «καθηκόντων» στό ὁποῖο ἀνταποκρίνονται μόνον ὑποκριτές καί ἀπό τό ὁποῖο ἀναδεικνύονται κυρίως «χριστιανίζοντες Φαρισαῖοι»…

  • Προβολές: 718