Skip to main content

Κύριο θέμα: Ποιμαντικές ἐπισκέψεις στά χωριά τῆς ὀρεινῆς Ναυπακτίας καί τοῦ Ἁγίου Βλασίου - Γόνιμοι Διάλογοι σέ ἄγονες γραμμές

Ποιμαντικές επισκέψεις στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου  - Γόνιμοι Διάλογοι σὲ ἄγονες γραμμές

 

Ὅπως καί ἄλλη φορᾶ ἔχουμε ἀναφέρει, ἡ Μητρόπολή μας παρουσιάζει μιά ἰδιοτυπία. Τό καλοκαίρι ὁ πληθυσμός τῆς τριπλασιάζεται. Ἐνορίες, πού τόν χειμώνα ἦταν ἔρημες, τώρα σφύζουν ἀπό ζωή.

Κέντρο τῆς καλοκαιρινῆς ὀρεινῆς Ναυπακτίας εἶναι τό Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Ἀμπελακιώτισσας. Κέντρο τοῦ κάθε χωριοῦ ἡ Ἐκκλησία του.

Ὁ Μητροπολίτης μας, θέλοντας νά γνωρίση ὅσο τό δυνατόν καλύτερα ὅλες τίς Ἐνορίες τῆς Μητροπόλεώς μας, καί νά δή ὅλο τόν λαό, κατήρτισε καί φέτος ἕνα ἀρκετά δύσκολο πρόγραμμα περιοδειῶν στά ὀρεινά κυρίως χωριά τῆς Μητροπόλεώς μας, καί τό ὁποῖο παραθέτουμε σέ ἄλλο σημεῖο τῆς Παρέμβασης.

Ὁ Σεβασμιώτατος ἐπισκεπτόμενος τά χωριά τελεῖ τήν θ. Λειτουργία, τόν ἑσπερινό ἤ κάποια ἄλλη Ἀκολουθία, κηρύττει τόν θ. λόγο, ἐπισκέπτεται τό κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ, ὅπου κάνει τρισάγιο καί διαβάζει τήν συγχωρητική εὐχή. Οἱ θεῖες Λειτουργίες γίνονται συνήθως σέ ἐκκλησάκια μικρά, πετροκτίστα, τό πλεῖστον περιποιημένα, ἐξόχως γραφικά. Μέσα σ’ αὐτά οἱ πιστοί συμμετέχουν μέ τόν δικό τους τρόπο στήν θεία Λειτουργία. Σιγοψάλλουν μαζί μέ τόν ψάλτη τους, λένε, χωρίς παρότρυνση, τό “πιστεύω” καί τό “Πάτερ ἠμών”, διαλέγονται μέ τόν Δεσπότη, κατά τήν διάρκεια τοῦ κηρύγματος, ἄλλοτε ψιθυριστά, ἄλλοτε ἐκφώνως:

–Ήρθα λοιπόν στό χωριό σας νά σᾶς δῶ..

–Πολύ καλά ἔκανες, δέσποτα.

–Να δῶ τό χωριό σας, τά σπίτια σας, ἐσάς...

–Να ’σαι καλά, πάτερ.
...
–Πάντως ἐγώ σᾶς εὔχομαι νά ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας. Ὁ ἀδελφός νά ἀγαπάη τόν ἀδελφό, ὁ γείτονας νά ἀγαπάη τόν γείτονα, ἡ πεθερά νά ἀγαπάη τήν νύμφη...

–Αμ, πῶς... Νά μήν τήν ἀγαπάη;

Ποιμαντικές επισκέψεις στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας και του Αγίου Βλασίου  - Γόνιμοι Διάλογοι σὲ ἄγονες γραμμές–Να ἔχετε ἀγάπη. Καί ἄν ἔχετε κάποιο πρόβλημα, κάποιον κακό λογισμό, νά πᾶτε στόν πνευματικό νά τό πεῖτε, καί αὐτός θά σᾶς συμβουλεύση. Γιατί βλέπουμε τόσες ἁμαρτίες καί ἐγκλήματα πού γίνονται στόν κόσμο. Ἀπό ποῦ προέρχονται; Ἀπό τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει λογισμούς ἐμπαθεῖς, ὑπόνοιες, καί τίς δουλεύει μέ τό μυαλό του, καί ψυχραίνεται ἡ ἀγάπη, καί δέν πάει στόν παπά, στόν πνευματικό νά ἐξομολογηθῆ, νά ξαλαφρώση, ἀλλά βράζει ἀπό μέσα του καί καταλήγει νά κάνη ἀκόμη καί τό ἔγκλημα...

–Αμ, τά βλέπεις...
...

–Σάς εὔχομαι νά ἔχετε τήν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ...

–Αμήν

–τής Παναγίας...

–Αμήν, Παναγιά μου, ἀμήν...

–Να ἔχετε τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καί τοῦ Ἰακώβ τά καλά!

–Να ’σαι καλά δέσποτα. Νά χαίρεσαι τήν βασιλεία σου...

Ἄλλοτε, μέσα στό κατανυκτικό ἐκκλησάκι, κοντά στήν ἐκφώνηση τοῦ Ἀρχιερέως, μαζί μέ τό “Κύριε ἐλέησον” τοῦ ψάλτη, ἀκούγεται, ὡς ἰσοκράτημα, ὡς ἱκετευτική ἐπικρότηση, κάποιος ἀναστεναγμός. Ἴσως κάποιος γέροντας στενάζει κάτω ἀπό τό βάρος τῶν δεκαετιῶν πού βαραίνουν τούς ὤμους του. Ἴσως κάποια μάνα θυμᾶται τό παληκάρι της, πού κεῖται δίπλα ἀπό τήν ἐκκλησία, στό κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ, στό ὁποῖο θά τρέξη ἀμέσως μετά τήν θ. Λειτουργία γιά νά τοῦ πῆ ποιός ξέρει τί!

Καί μέσα στήν ἐρημιά τῶν ἐλατοσκέπαστων Ναυπακτιακῶν βουνῶν ἡ παρουσία αὐτῶν πού ἔφυγαν, καί ὅμως μένουν ἐκεῖ, δίπλα στήν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ, εἶναι τόσο ἔντονη γιά τούς ἐναπομείναντες κατοίκους. Εἶναι αὐτή ἡ παρουσία πού κάνει τούς Ναυπακτίους νά μήν αἰσθάνονται τά χωριά τούς ἔρημα. Καί ὅταν γυρίζουν στό χωριό τους, δέν γυρίζουν μόνο γιά ξεκούραση ἀπό τήν ἀφύσικη ζωή τῆς μεγαλούπολης, ἀλλά γιά νά ἐπισκεφθοῦν τό κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ τους, τήν Ἐκκλησία τους, τά σπιτάκια, τούς δρόμους, τ’ ἀμπελάκια στίς λιθιές. Ὅλα αὐτά ἔχουν τόσα πολλά νά τούς διηγηθοῦν. Δέν πηγαίνουν νά ζήσουν στό χωριό τους, ἀλλά νά ζήσουν τό χωριό τους.

Ὁ Σεβασμιώτατος γνωρίζει αὐτήν τήν “ἀδυναμία” τῶν Ναυπακτίων. Οἱ ἐξαντλητικές περιοδεῖες τοῦ ὀφείλονται, κατά ἕναν λόγο, στήν ἐπιθυμία του νά μήν λείπη ἡ Ἐκκλησία ἀπό τό ζωντάνεμα αὐτό τῶν χωριῶν.

Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο τῶν περιοδειῶν –μετά τό λειτουργικό, κατά τό ὁποῖο ὅλος ὁ χῶρος ἐξαγιάζεται μέ τήν τέλεση τῆς θ. Λειτουργίας καί τήν εὐλογία τοῦ Ἀρχιερέως– εἶναι αὐτό τῆς προσωπικῆς συνάντησης μέ τούς Ναυπακτίους. Συναντᾶ τούς κατοίκους, μετά τήν Ἐκκλησία, στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ ἤ στό προαύλειο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ, μέσα σέ ἕνα εἰδυλλιακό τοπίο, συζητάει μαζί τους, ἀκούει τά προβλήματά τους, τούς διηγεῖται ἱστορίες καί περιστατικά ἤ καί ἀκούει ἱστορίες καί περιστατικά τοῦ χωριοῦ. Μιλάει μέ τούς γερόντους καί τίς γερόντισσες πού ἔχουν ἀπομείνει στό χωριό, μέ μόνη παρέα τίς ἀναμνήσεις τους καί τήν ἀγαθή τους καρδιά, τήν ἥσυχη συνείδησή τους, πού ἀποδεικνύεται στίς ἡμέρες μᾶς μεγάλο ἐφόδιο στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Μιλάει γιά τά παιδιά τους πού εἶναι στά ξένα, γιά τήν ζωή τούς τόν χειμώνα, γιά τήν δύναμη τῆς πίστης, γιά ὀ,τιδήποτε ἄλλο τούς πονάει ἤ τούς χαροποιεῖ.

Οἱ συζητήσεις πολλές φορές ἀποκτοῦν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γιατί συχνά ἀνάμεσα στούς χωρικούς καί τούς ἐπισκέπτες βρίσκονται ἄνθρωποι μέ εὐρεία μόρφωση, μέ μεγάλη κοινωνική πείρα, κυρίως μέ ἔντονες ἀναζητήσεις καί ἀνησυχίες. Αὐτό εἶναι ἀναμενόμενο ἄλλωστε, ἀφοῦ ἡ Ναυπακτία ἔχει γεννήσει μεγάλες προσωπικότητες, καί πάρα πολλοί Ναυπάκτιοι εἶναι ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων, μέ πολύ ἀνεπτυγμένη τήν κριτική σκέψη. Ἔτσι, στό ἀκροατήριο τοῦ Σεβασμιωτάτου βρίσκονται ἄνθρωποι ὅλων των μορφωτικῶν βαθμίδων: ἄνθρωποι τοῦ μόχθου πού δέν ἔχουν ἐγκαταλείψει ποτέ τήν γῆ τους, ἀστοί τῶν μεγαλουπόλεων, ἄνθρωποι μορφωμένοι πού ὑπηρετοῦν τόν τόπο τους ὡς Πρόεδροι, ὡς Γραμματεῖς κλπ., θεολόγοι, Κληρικοί, Νομικοί, Καθηγητές Πανεπιστημίου μέ παγκόσμια πολλές φορές ἀναγνώριση. Εἶναι ἄνθρωποι πού τούς συνδέει ἡ ἀγάπη γιά τόν τόπο τους, ἡ νοοσταλγία τῶν πανέμορφων χωριῶν τους, ἡ προσπάθεια καί ἡ ἐργατικότητα πού ἐπιδεικνύουν στήν ξενιτειά, ὥστε νά ἀποτελοῦν διαφήμιση τῆς πατρίδας μας.

Δεχόμενοι, ἐκεῖ στίς μεγαλουπόλεις καί στά ξένα, τήν σύγχρονη προβληματική, παρακολουθώντας τίς θεολογικές καί φιλοσοφικές συζητήσεις, τίς κοινωνικές ζυμώσεις σέ ἐθνικό καί παγκόσμιο ἐπίπεδο, συμμετέχοντας ἐνίοτε στά πολιτιστικά δρώμενα, ὀξύνουν τό πνεῦμα τους καί γίνονται, στήν πλατεία τοῦ χωριοῦ τους, ἀπέναντι στόν Σεβασμιώτατο, ἄριστοι συζητητές. Οἱ συζητήσεις μέ τόν Σεβασμιώτατο ἀναπτύσσονται γύρω ἀπό τά ἐθνικά μας ὀνόματα, τήν σχέση τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας μέ τήν Ρωμηοσύνη, τήν θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στόν κόσμο, τήν μεταφυσική, τά ἀποτελέσματα τοῦ διαφωτισμοῦ στήν θεολογική σκέψη τῆς ἐποχῆς μας καί στήν ἀλλοίωση τῆς ταυτότητός μας, τήν ἐπανάσταση τῆς μετανεωτερικότητος στήν δύση, τήν δύναμη τοῦ πατερικοῦ λόγου, τό βιολογικό ὑπόβαθρο διαφόρων ἐνεργειῶν τῆς ψυχῆς, κ.α. Τό ἐνδιαφέρον τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι, σύμφωνα καί μ’ αὐτά πού προαναφέραμε, οἱ συζητητές ἀντιμετωπίζουν αὐτά τά θέματα βιωματικά, μέσα στό γίγνεσθαι τῶν κοινωνιῶν ὅπου ζοῦν καί ἐργάζονται, καί ὄχι ὡς στοχαστικό συμπλήρωμα τοῦ κοινωνικοῦ τους ρόλου. Ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι εἶναι πολύ ἔντονες οἱ “ζυμώσεις” πού γίνονται μέσα στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν μέ τίς συζητήσεις αὐτές, ἔτσι ἁπλά, κάτω ἀπό τό πλατάνι τοῦ χωριοῦ τους, ἀναπνέοντας τήν δροσιά τοῦ ἔλατου, μέσα στήν ἔντονη παρουσία τῶν προγόνων τους. Καί μεταφέρουν αὐτές τίς ζυμώσεις στά ἄκρα τῆς γῆς.

Ἔτσι, αἰσθανθήκαμε καί ζήσαμε τίς φετεινές περιοδεῖες τοῦ Σεβασμιωτάτου στήν ὀρεινή Μητρόπολή μας. Περιοδεῖες ποιμαντικές, πού περιορίζονται μέν γεωγραφικῶς σέ ἕναν μικρό χῶρο –ἄν καί ἀπό ἄποψη χρόνου μετάβασης ἀπό χωριό σέ χωριό θά ἔλεγε κανείς ὅτι εἴμαστε ἀπό τίς πιό μεγάλες Μητροπόλεις, ἀφοῦ χρειάζονται δύο καί τρεῖς ὧρες γιά τήν μετάβαση σέ ὁρισμένα χωριά, μέ ταχύτητα 8 χιλιόμετρα τήν ὥρα!– ἀποκτοῦν ὅμως παγκόσμιες διαστάσεις, μέ τήν θεία Λειτουργία καί μέ τήν μεταφορά τῆς ὀρθόδοξης προοπτικῆς στίς ἄκρες του κόσμου, ἅμα τῷ τέλει τοῦ καλοκαιριοῦ.

Ν.Γ.

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

  • Προβολές: 3044