Skip to main content

Φιλοκαλικές Σελίδες - «Ἕνας ἄϋλος ἄνθρωπος»

Φιλοκαλικές Σελίδες

Μία συνάντηση μέ τόν ὅσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ


Κατά τόν ιη΄ αἰῶνα ἡ γῆ τῆς Ρουμανίας, ἀποτελούμενη ἀπό τίς ἡγεμονίες τῆς Μολδαβίας καί τῆς Βλαχίας, διέθετε τό μεγάλο προνόμιο νά εἶναι ἡ μοναδική αὐτόνομη ὀρθόδοξη χώρα ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Λόγῳ διαφόρων συγκυριῶν τήν περίοδο αὐτή οἱ ἡγεμόνες της ἐπιλέγονται ἐκ τῶν ἑλληνικῶν Φαναριώτικων οἰκογενειῶν. Οἱ νέοι "γοσποδάροι" ἐρχόμενοι στίς Παραδουνάβειες Ἡγεμονίες, φέρνουν μαζί τους Φαναριῶτες συγγενεῖς καί φίλους, στούς ὁποίους καί ἀναθέτουν καίριες διοικητικές θέσεις, τά λεγόμενα «ὀφφίκια». Πρόκειται γιά τίς μοναδικές περιοχές τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας στίς ὁποῖες οἱ Ὀρθόδοξοι μποροῦσαν τόσο ἐλεύθερα νά ἐπιτελοῦν τά «χριστιανικά τους καθήκοντα».Γιά τόν λόγο αὐτό, ἡ Ρουμανία γίνεται κατά τήν ὡς ἄνω περίοδο ἕνα πολύ σημαντικό πολιτιστικό καί θρησκευτικό κέντρο πού προσελκύει ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων, ἀλλά καί τοῦ πνεύματος. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ὑπῆρξε καί ὁ περίφημος κοινοβιάρχης, ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (†15 Νοεμβρίου).

Φιλοκαλικές Σελίδες - «Ἕνας ἄϋλος ἄνθρωπος»Ὁ ὅσιος Παΐσιος ζώντας στήν Σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλιού Ἁγίου Ὄρους, μέ τήν συνεχῶς αὐξανόμενη συνοδεία του,βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ πολλές πρακτικές δυσκολίες οἱ ὁποῖες ἀπειλοῦσαν νά διαταράξουν τό ἡσύχιο καί ἀπερίσπαστο τῆς ἐκεῖ ζωῆς τους. Ἀφ' ἑνός μέν ἡ δυσχέρεια στήν ἐξεύρεση τῶν ἀναγκαίων γιά μία τόσο μεγάλη καί πολυπληθῆ ἀδελφότητα, ἀφ' ἑτέρου δέ ὁ φόβος ὅτι οἱ Τοῦρκοι θά τοῦ ἐπέβαλαν, καθώς φημολογεῖτο, δυσβάστακτους φόρους, τόν ἀνάγκασαν νά μεταβῆ «εἰς τήν ὀρθόδοξον καί θεοφρούρητον χριστιανικήν χώραν» τῆς Ρουμανίας, ὅπως ὁ ἴδιος τήν ἀποκαλεῖ στό Τυπικό πού συνέγραψε γιά τήν Μονή Ντραγκομίρνα. Ἡ ἔλευση τοῦ Ὁσίου στίς Παραδουνάβειες Ἡγεμονίες δέν ἔμεινε ἀπαρατήρητη. Οἱ Φαναριῶτες ἄρχοντες τόν εὐλαβοῦντο ἰδιαιτέρως καί τόν βοηθοῦσαν ποικιλοτρόπως στίς ὑλικές ἀνάγκες τῆς πολυπληθοῦς του ἀδελφότητος καί ὁ Ὅσιος μέ τήν σειρά του ἔδειχνε τήν εὐγνωμοσύνη του πρός αὐτούς καθώς τοῦ προσέφεραν τήν πολύτιμη εἰρήνη καί ἀσφάλεια, στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ὁμαλή ἀνάπτυξη τῆς κοινοβιακῆς μοναχικῆς ζωῆς• «ἵνα ἤρεμον καί ἡσύχιον βίον διάγουσι ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καί σεμνότητι». (πβλ. Α΄ Τιμ. β΄, 2)

Ἕνας ἀπό τούς πολλούς ὀφφικιάλους Φαναριῶτες πού διατηροῦσαν ἐπικοινωνία μέ τόν ὅσιο Παΐσιο εἶναι καί ὁ Κωνσταντῖνος Καρατζᾶς ὁ Μπάνος ἤ Πάνος, γόνος γνωστῆς Φαναριώτικης οἰκογενείας. Ὁ Καρατζᾶς διετέλεσε γραμματεύς τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μολδαβίας Γρηγορίου Ἀλεξάνδρου Γκίκα. Τό ἔτος 1777 προβιβάσθηκε στόν βαθμό τοῦ «μεγάλου κομίσου». Σύντομα διορίζεται συνεπίτροπος τῆς ἡγεμονίας παρά τοῦ νέου ἡγεμόνος Κωνσταντίνου Μουρούζη. Τό ἔτος 1778 προβιβάζεται στό ἀξίωμα τοῦ «μεγάλου σπαθαρίου» ἕως τό ἔτος 1780, ὅταν καί ἀπαλλάσσεται τοῦ ὡς ἄνω ὀφφικίου. Συζεύγνυται μετά τῆς Ῥαλήτζας Γκίκα (Αὔγουστο τοῦ 1779) καί προβιβάζεται στό ἀξίωμα τοῦ «χατμάνου», ἐνῶ ἀποστέλλεται εἰς Κωνσταντινούπολιν ὡς «καπουκεχαγιᾶς», ἤτοι ἀντιπρόσωπος τῆς ἡγεμονίας παρά τῇ Ὑψηλῇ Πύλῃ.

Ὁ Καρατζᾶς, «ὡς γραμματεύς ἐν Οὐγγροβλαχίᾳ καί ὀφφικιοῦχος ἐν Μολδαβίᾳ ἐζήλωσε προτέρους Ἕλληνας ἡγεμονικούς γραμματεῖς [οἷος ἦτο καί Καισάρειος ὁ Δαπόντες], οἵτινες ἐξήσκουν καί τό ἔργον χρονογράφων τῶν ἐν ταῖς ἡγεμονίαις καί ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ συμβαινόντων». Οἱ σημειώσεις του ὀνομάζονται «ἰδιόχειραι ἐφημερίδες Κωνσταντίνου Καρατζᾶ τοῦ Πάνου». Στίς ἰδιόχειρες ἐφημερίδες του, πέραν τῶν πολλῶν πολιτικῶν εἰδήσεων, περιέχεται καί μία πολύ ἐνδιαφέρουσα συνάντησή του μέ τόν μεγάλο κοινοβιάρχη, ὅσιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ. Ἡ συνάντηση συνέβη τό ἔτος 1780 στήν Μονή Νεάμτς, λίγους μόλις μήνες ἀφ' ὅτου ὁ Ὅσιος παρέλαβε, κατόπιν πιέσεων τοῦ Ἡγεμόνος, τό ἱστορικό αὐτό παλλάδιο πού εἶχε περιέλθει σέ παρακμή. Ὁ ὅσιος Παΐσιος κατέφθασε στήν Μονή Νεάμτς «τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ ἔτους 1779, στίς 14 Αὐγούστου». Ὁ νεόνυμφος Κωνσταντῖνος, τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1780, «καθήμενος ἀργός εἰς τό Γιάσι καί μήν ἔχοντας ὀφφίκιον» ζήτησε ἄδεια ἀπό τόν Μουρούζη νά ταξιδεύση μέχρι τό Πασκάνι. Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες συνέπεσε καί ἡ Δεσποτική ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως τήν ὁποία καί ἑόρτασε στήν Ἱ. Μονή Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος Νεάμτς καί τήν περιγράφει στό παρακάτω γλαφυρό κείμενό του. Τό ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τοῦ ἀποσπάσματος δέν ἔχει νά κάνη τόσο μέ τά ἱστορικά-βιογραφικά στοιχεῖα πού δίνει ὁ Καρατζᾶς γιά τόν Ἅγιο, καθώς ἐν πολλοῖς εἶναι ἐλλιπῆ. Τό ἐνδιαφέρον του ἔγκειται κατ' ἀρχάς στήν ἄμεση καί ζωντανή περιγραφή τῆς προσωπικότητος τοῦ ὁσίου Παϊσίου, μία ἐκ τῶν σπανίων, καί δευτερευόντως σέ κάποιες λεπτομέρειες τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς τῆς Μονῆς Νεάμτς.

Ἰδιόχειραι Ἐφημερίδες Κωνσταντίνου Καρατζᾶ τοῦ Πάνου

͵ΑΨΗῳ. ΑΠΡΙΛΙΟΣ.

 

 307 12 a
 Ἡ Θεοτόκος ἡ «Λυδδιάνκα» τῆς Μονῆς Νεάμτς

«Ἐν ὅσῳ δέ διέτριβα εἰς τό Πασκάνι, συνέπεσε καί ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, ἡ ὁποία ἐκτελεῖται εἰς τό ἱερόν μοναστήριον τοῦ Νιάμτζου, τό ὁποῖον ἐδόθη παρά τοῦ θεοφρουρήτου ὕψους του τῷ πανοσιωτάτῳ καί σεβασμιωτάτῳ περιφήμῳ κύρ Παϊσίῳ, ἀφ' οὗ ἀνεχώρησεν ἀπό ἕν ἄλλο μοναστήριον, τό ὁποῖον καί ἐκεῖνο ἦτον εἰς τό Νιάμτζο• εἶχεν ἀπεράσει ὅμως εἰς τήν ἐξουσίαν τῆς Ἀουστρίας μέ τό περισσότερον μέρος τοῦ καδιλικίου, μετά τάς συνθήκας τῆς εἰρήνης, ὁποῦ ἔγιναν μετά τῶν Ῥώσσων εἰς τό Καϊναρτζίκι ἐπί τοῦ φελδ-μαρεσάλου Ῥώμαντζοβ. Ἡ πανοσιότης του εἶχε μετ' ἐμοῦ κορισπονδέντζαν διά γραμμάτων πρό καιροῦ, μέ τό νά ἔμαθεν ὅτι ὁ φιλοστοργότατος πατήρ μου ἔχει ἕν χειρόγραφον βιβλίον περιφήμου τινός ἀσκητοῦ, τό ὁποῖον διελάμβανεν διαταγάς τινας ἀξιολόγους περί τῆς μοναδικῆς ζωῆς, καί μάλιστα περί τῶν βουλομένων συστῆσαι κοινόβιον• τό ὁποῖον καί ἀξιοῦσεν ἐπιμένων νά τῆς τό προμηθεύσω• ὅπερ καί ἐκατώρθωσα, γράφοντας καί παρακαλώντας τήν εὐγενεία του νά μοι τό στείλῃ, διά νά τό ἐξαποστείλω τῇ πανοσιότητί του• ἡ εὐγενεία του δέ, διά νά μήν ὑστερηθῇ τό πρωτότυπον, τό ἀντέγραψε μόνος του (ὁ ὁποῖος εἶχε καί ἕν γράψιμον θαυμάσιον, τό ὁποῖον δέν εἶχε διαφοράν ἀπό τόν πλέον ὡραιότερον τύπον) καί μοι τό ἐξαπέστειλεν• ἀνυπερθέτως δέ καί ἐγώ τῆς τό προεξαπέστειλα. Ὅθεν τόσον διά νά γνωρίσω προσωπικῶς ἓν τοιοῦτον ἀξιολογώτατον ὑποκείμενον, μᾶλλον δέ καί διά νά προσκυνήσω τήν θαυματουργόν καί ἀξιόλογον εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τό ῥηθέν ἱερόν μοναστήριον• εἶναι δέ μία ἀπό ἐκείνας ὁποῦ εἶχον οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων καί ἐκκρεμῶντες αὐτάς εἰς κοντάρια ἐν εἴδει παϊρακίων, περιήρχοντο τά τείχη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κάμνοντες λιτανείας.

Ἦτον δέ μία πῆχυ τό ὕψος, μέ ἀνάλογον πλάτος, καί ἄνωθεν εἶχε μίαν τρύπαν, εἰς τήν ὁποίαν ἦτον ἀπερασμένος ἕνας χαλκάς σιδηροῦς καί ἐξ αὐτοῦ τήν ἐξήρτηαν εἰς τά κονδάρια• καί ἀπό μέν τό ἓν μέρος ἦτο ἡ εἰκών τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου μέ κάμποσαις ἀράδες γράμματα (τά ὁποῖα καί ἀντιγράψας ἐξαπέστειλα τῷ πατρί μου), ἀπό δέ τό ἄλλο μέρος ἦτον ἡ εἰκών τοῦ ἁγίου Γεωργίου . Ἐμισεύσαμεν λοιπόν ἀπό τό Πασκάνι μετά τῆς φιλτάτης μοι Ῥαλήτζας, μαζί καί οἱ δύο μέσα εἰς τήν ποῦτκάν μου μέ ἓξ ἄλογα καί μόνον μέ ἕνα δοῦλον, καί ἀπερνῶντες ἀπό τάς πλέον θαυμασίας τοποθεσίας, ἀπό βουνάκια δηλαδή στολισμένα μέ διάφορα εἴδη δένδρων καρπίμων, ἀκάρπων τε καί ἀειθαλῶν, καί ἀπό πεδιάδας ὄχι ἐκτεταμένας, καταστολισμένας ἀπό πολυποίκιλα διάφορα εἴδη ἀνθέων καί ποτιζομένας ἀπό νερά θαυμάσια, γλυκύτατα καί πότιμα, ἐκαταντήσαμεν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ περί ἑσπέραν εἰς τό ἱερόν μοναστήριον, ὅπου ἐτράβηξαν ἀμέσως τάς καμπάνας (τιμή ἐξιδιασμένη, ὁποῦ ἀποδίδεται εἰς τούς ἡγεμόνας καί εἰς τούς πρώτους τῶν ἀρχόντων)• εὕρομεν δέ καί τόν σεβασμιώτατον κύρ Παΐσιον ἱστάμενον ἔξω τῆς πόρτας τοῦ μοναστηρίου μέ τό ἐπανωκαλύμμαυχον καί ῥάσον του καί μέ καμμιά πενηνταριά ὑποτακτικούς αὐτοῦ, ἐνδεδυμένους παρομοίως οἵτινες ἐστέκοντο ἀραδιασμένοι διά νά μᾶς σελαμλαδίσουν . Ὅθεν ἀμέσως ἐκατέβημεν ἀμφότεροι ἀπό τήν ποῦτκαν μέ ἄκραν βίαν, καί πλησιάσαντες κατησπάσθημεν τήν σεβασμίαν του δεξιάν, λέγοντες ὅτι αὐτή ἡ τιμή ὁποῦ μᾶς ἔκαμεν εἶναι ἀνάρμοστος καί πέρα τοῦ δέοντος εἰς τά πνευματικοπαίδια του• ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπεδέχθη μέ ἄκραν χαράν ψυχῆς, μᾶς ὑπερευχήθη. Ἔπειτα ἐμβήκαμεν εἰς τήν ἐκκλησίαν μετά τῆς ῥηθείσης παρατάξεως, ψαλλόντων τῶν ψαλτῶν τό «Ἄξιον ἐστί», καί ἀφοῦ ἠσπάσθημεν τάς ἁγίας εἰκόνας ἐκατηντήσαμεν εἰς τό κελλίον τῆς σεβασμιότητός του.

Τότε πρώτην φοράν εἶδον καί ἐγώ ὀφθαλμοφανῶς σεσωματωμένην τήν ἀρετήν, τήν ἀπάθειαν καί τό πάντῃ ἀνυπόκριτον• ἡ φυσιογνωμία του γλυκυτάτη, τό πρόσωπόν του λευκότατον καί χωρίς νά ἔχῃ παραμικρόν ἴχνος αἵματος• τά γένια του ἄσπρα καί κατάχρυσα ἀπό τήν πάστραν, ὁμοίως καί τά ἐνδύματά του τετραπάστρικα καί τά στρωσίδια τοῦ ὀδᾶ του, συγκείμενα ὅλα ἀπό κάπαις. Ἦτον γλυκύτατος εἰς τήν ὁμιλίαν καί χωρίς παντελῶς ὑπόκρισιν, καί σχεδόν ἔβλεπε τινάς ἕνα ἄϋλον ἄνθρωπον. Ἡ πανοσιότης του κατήγετο ἀπό τήν Μικράν Ῥωσσίαν καί πρό τεσσαράκοντα χρόνων ἔκλεξε τόν μοναδικόν τῳόντι βίον• διό καί ἐπῆγεν εἰς τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου διέτριψε περίπου τά τριάκοντα ἔτη • ὅπου συνανεστράφη μέ τούς ἐκεῖσε τῳόντι μονάζοντας ἀξιολόγους μοναχούς (οἵτινες καί ἐκεῖ εἶναι σπανιώτατοι), καί χρηματίσας ὑποτακτικός εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν ἐγυμνάσθη τήν μοναδικήν ζωήν, σπουδάσας αὐτήν ἀπό Ἑλληνικά παλαιά συγγράμματα. Ἔπειτα ἀπεφάσισε νά ἐπιστρέψῃ εἰς τήν πατρίδα του, ἤ εἰς ὅποιον ἄλλο μέρος ἤθελεν ἐγκρίνῃ, διά νά συστήσῃ κοινόβιον, καί οὕτως ἐν τῇ ἐπιστροφῇ ἐκατήντησεν εἰς τό καδιλίκι τῆς Μολδαβίας Νιάμτζον, ὅπου καί ἔγινεν ἡγούμενος εἰς ἓν μοναστῆρι . Μεταταῦτα δέ μήν ἠμπορώντας νά ἐξασκηθῇ ὡς ἤθελεν διά τήν ἀλλαγήν τῆς ἐξουσίας, ὡς προεῖπον, μετέβη εἰς αὐτό τό μοναστήριον δι' ἀδείας καί προσκλήσεως τοῦ θεοφρουρήτου ὕψους του, καί ἠκολούθησαν μαζί του περίπου τριακόσιοι μοναχοί , οἵτινες ζῶσιν ἕνα θεάρεστον καί ὄχι ἐν ὑποκρίσει βίον, μέ μίαν κοινήν ἀδελφότητα καί ὁμόνοιαν καί μέ ἄκραν ὑποταγήν. Ἴδιον πρᾶγμα δέν ἔχει κανένας, ἀλλά ὅλα κοινά. Εἶναι ἐξ αὐτῶν διωρισμένοι ἄλλοι μέν ἐπιστάται, ἄλλοι δουλεύοντες, ἄλλοι ἐργαζόμενοι τήν γῆν, ἄλλοι μήν ἐξερχόμενοι παντελῶς ἀπό τό μοναστήριον καί ἄλλοι περιερχόμενοι εἰς τό Γιάσι καί ἀλλαχοῦ διά τάς ὑποθέσεις τοῦ μοναστηρίου.

Ἐμβαίνει τινάς εἰς ἕνα ὀδᾶν καί βλέπει ἄπειρα βρακοϋποκάμισα τετραπάστρικα, καλοδιπλωμένα, κάπαις, ῥάσα καί ἀπανωκαλύμμαυχα, ὅπου πηγαίνει ὁ καθείς μίαν φοράν τήν ἑβδομάδα καί ἀλλάζει καί ἀναχωρεῖ• οἱ δέ ἐπιστατοῦντες φροντίζουν διά νά τά πλύνουν καί διά νά ἔμβουν πάλιν εἰς τόν τόπον τους. Ἡ τράπεζά των εἶναι μία καί στέκεται πάντοτε στημένη εἰς τό τραπεζαρεῖον, ὅπου συνάζονται ὅλοι οἱ πατέρες κάθε Σαββατοκύριακον • προηγεῖται δέ ὁ λειτουργός ἐκείνης τῆς ἡμέρας καί κάθεται εἰς τό κεφαλοτράπεζον, καί τρώγουσι μόνον τότε λάδι καί ἰχθύας• πίνουν καί κρασί, μάλιστα πίνουν καί εἰς ὑγείας, μέ τάξιν ὅμως καί ὅλοι ὁμοῦ• καί πρῶτον ὁ ἀρχηγός λέγει «Εἰς δόξαν Θεοῦ», ἔπειτα «Εἰς ὑγιείαν τοῦ αὐθέντου», κατόπι «Εἰς ὑγιείαν ὅλων τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν» καί καθεξῆς. Ἑν ᾧ δέ τρώγουσιν, ἕνας τῶν ἀδελφῶν κάθεται εἰς ἕνα εἶδος ἄμβωνος καί ἀναγινώσκει βίους ἁγίων• περιττολογίαι δέν εἶναι παντελῶς, ἀλλά ἄκρα ἡσυχία καί ἄκρα πάστρα καί λιτότης εἰς τά τῆς τραπέζης. Εἶναι δέ διωρισμένοι καί τέσσαρες ἐκλελεγμένοι πνευματικοί, οἵτινες περιέρχονται κάθε ἡμέραν εἰς τά κελλία καί ἐξετάζουσι τούς λογισμούς ἑκάστου. Ἀφ' οὗ δέ ἐκαθήσαμεν ἱκανήν ὥραν εἰς τό κελλίον τοῦ σεβασμιωτάτου κύρ Παϊσίου, τοῦ ὁποίου τήν γλυκυτάτην καί καρποφόρον ὁμιλίαν δέν ἠμπορούσαμεν νά χορτάσωμεν, ἀνεχωρήσαμεν εἰς τόν ὀδᾶν ὁποῦ μᾶς ἐδιώρισεν• ὁ ὁποῖος ἦτον τετραπάστρικος , στρωμένος καί αὐτός μέ κάπαις. Εἶχαν ἔλθει δέ ἀπό τό Γιάσι καί ἄλλοι ἄρχοντες μέ τάς συζύγους αὐτῶν χάριν εὐλαβείας, δηλαδή ἡ κυρία δομνήτζα Σουλτάνα Μουρούζη, νεόνυμφος, μετά τοῦ ἄρχοντός της ἀγα Σκαρλατάκη Στούρζα, καί ἡ μικροτέρα αὐταδέλφη της κυρία δομνήτζα Κατίνκω Μουρούζη μετά τοῦ ἄρχοντός της δευτέρου ποστελνίκου Σαντουλάκη Στούρζα, ὁ ἄρχων σπαθάρης Κωνσταντῖνος Παλλάδης μετά τῆς ἀρχοντίσσης του καί ἄλλοι• εἰς ὅλους δέ ἐδόθησαν ὀδᾶδες παστρικοί, στρωμένοι, προσέτι καί ταϊνάτια , ἤγουν κρέας, ὄρνιθες, πουλία, ψάρια, ψωμιά ἄσπρα ἐξαίρετα, κρασί καί σικεριά ἀνάλογα κατά τούς ἀκολούθους ὁποῦ εἶχεν ὁ καθείς.

Ἐδίδοντο δέ καί εἰς ὅλους τούς συναχθέντας ἔξω ἀπό τό μοναστήρι, οἵτινες συνεποσοῦντο παράνω ἀπό τρεῖς χιλιάδες, ψωμιά, ψάρια καί κρασί μέτριον χωρίς πληρωμήν, εἰ μή μετά τήν πανήγυριν ὅσοι ἀνεχωροῦσαν ἔδιδον εἰς τό μοναστῆρι ὁ καθείς ὅ,τι προαιρεῖτο, εἰς καιρόν ὁποῦ ἄλλοτε ἐπί τῶν ἄλλων ἡγουμένων αὐτή ἡ πανήγυρις ἐγίνετο αἰτία αἰσχροκερδείας καί ἐπωλοῦντο ὅλα μέ διπλασίας τιμάς, μάλιστα τό κρασί, τό ὁποῖον ἐσυμποσοῦτο εἰς δέκα χιλιάδας ὀκάδες καί ἐπέκεινα, καί ἑπομένως ἡ μέθη καί κραιπάλη καί ὄργανα μουσικά καί ὅλαι αἱ λοιπαί ἀταξίαι. Ἰστέον καί τοῦτο, ὅτι ἐπί τῶν ἄλλων ἡγουμένων ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς πανηγύρεως εὐγάζοντες οἱ ἱερεῖς τήν ἁγίαν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς τόν ἁγιασμόν, τήν ἥρπαζαν ἀπό τάς χεῖράς των δύο ἐνθουσιασμένοι καί ἔτρεχαν εἰς τά βουνά, λέγοντες οἱ παριστάμενοι καί οἱ μοναχοί ὅτι εἶναι τερατούργημα τῆς ἁγίας εἰκόνος, καί ἐπροξενοῦσαν σκάνδαλον εἰς τούς ξένους ὁποῦ ἤρχοντο, Λέχους καί ἄλλους, καί ἐγίνετο παίγνιον ἡ ἁγία πίστις μας • ἐπί δέ τοῦ κύρ Παϊσίου τοῦτο τό ἄτοπον δέν ἠκολούθησε, μέ τό νά τήν εὔγαλε μόνος του μετά τοῦ διαδόχου του, καίτοι προβεβηκώς τῇ ἡλικίᾳ καί πάσχων ἀπό ποδάγραν . Ἔγινε δέ καί ὁ ἁγιασμός μέ ἄκραν ἡσυχίαν, καί οὕτως πανηγυρίσαντες καί ἡμεῖς ἐμείναμεν δύο νύκτας εἰς τό μοναστῆρι καί τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐπεστρέψαμεν εἰς τά ὀσπίτια μας.(A. Papadopulos-Kerameus, Texte grecești privitoare laistoria Românească, σελ. 108-110)


Μέσα ἀπό τό ἁπλοϊκό αὐτό κείμενο ἐμφανίζεται ἡ ἀνεπιτήδευτη μορφή τοῦ μεγάλου Ὁσίου καθώς καί τό πνεῦμα πού ὁ ἴδιος θέλησε νά ἐμφυσήση στήν πολυπληθῆ ἀδελφότητά του.

Ὁ πόθος του να συνεχίση τήν Ἁγιορειτική ζωή καί ἐκτός τοῦ Ἀθωνος φαίνεται στίς διάφορες λεπτομέρειες τῆς λειτουργίας τῆς Μονῆς Νεάμτς καθώς καί στήν αὐστηρή τήρηση τῶν κοινοβιακῶν ἀρχῶν, κάτι πού ἔκανε τούς ἐκεῖ πατέρες νά «ζῶσιν ἕνα θεάρεστον καί ὄχι ἐν ὑποκρίσει βίον, μέ μίαν κοινήν ἀδελφότητα καί ὁμόνοιαν καί μέ ἄκραν ὑποταγήν». Ἀκόμη σημαντικότερη εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς καθημερινῆς ἐξαγόρευσης λογισμῶν, ἀφοῦ γιά τόν λόγο αὐτό «εἶναι διωρισμένοι τέσσαρες ἐκλελεγμένοι πνευματικοί, οἵτινες περιέρχονται κάθε ἡμέραν εἰς τά κελλία καί ἐξετάζουσι τούς λογισμούς ἑκάστου», ἡ ἀνύστακτος καθοδήγηση τῆς ποίμνης του μέσα ἀπό τούς λόγους τῶν Πατέρων τούς ὁποίους ὁ ἴδιος ἀναζήτησε μέσα «ἀπό Ἑλληνικά παλαιά συγγράμματα» καί ἡ μέριμνά του γιά τήν «ἐσωτερική ἐργασία» κάθε ἑνός ἀπό τούς ἀδελφούς.

Τελικά ἡ φωτεινή καί ἀσκητική μορφή τοῦ ὁσίου Παϊσίου ζωγραφίζεται θαυμάσια μέσα ἀπό τήν «ἰδιόχειρο ἐφημερίδα» τοῦ Καρατζᾶ, ὁ ὁποῖος εἶδε «ὀφθαλμοφανῶς σεσωματωμένην τήν ἀρετήν, τήν ἀπάθειαν καί τό πάντῃ ἀνυπόκριτον». Εἶδε τήν θεολογική ἀρετή τῆς ἁγίας ἁπλότητος στήν συμπεριφορά καί τίς κινήσεις του πού ἦταν «χωρίς παντελῶς ὑπόκρισιν». Γνώρισε ἕναν πραγματικό ἀσκητή πού παρά τό φιλάσθενο τοῦ σώματός του κράτησε μέχρι τέλους τήν περιεκτική ἐγκράτεια, ὥστε στό πρόσωπό του νά μήν ὑπάρχη καί τό «παραμικρόν ἴχνος αἵματος». Ἦταν «γλυκύτατος εἰς τήν ὁμιλίαν» καί τούς τρόπους καί αὐστηρός στά μοναχικά ἤθη, καί ἐν κατακλεῖδι ἦταν σάν νά «ἔβλεπε τινάς ἕνα ἄϋλον ἄνθρωπον».-

δ.Π.

ΦΙΛΟΚΑΛΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

  • Προβολές: 1157