Skip to main content

Ἐπίκαιροι Σχολιασμοί: Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, τύπος προσευχομένου

τοῦ Πρωτοπρεσβύτερου Θωμᾶ Βαμβίνη


Ὡς ἐπίκαιρο σχολιασμό παραθέτω τρεῖς εἰκόνες ἤ σκηνές ἀπό τόν βίο τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἀποσπασμένες ἀπό σχετική ὁμιλία μας κατά τήν φετινή Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἡ προσευχή, ἄλλωστε, εἶναι πάντα ἕνα ἐπικαίρο καί ἀκανθῶδες θέμα στόν ἀκανθώδη βίο τῶν σημερινῶν Χριστιανῶν.

Ἡ πρώτη εἰκόνα εἶναι ἀπό τήν «προσκυνηματική ἐκδρομή» κάποιων Λίβυων καί Αἰγυπτίων πιστῶν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια γιά τά Ἱεροσόλυμα, στήν ὁποία συμμετεῖχε ἡ Ὁσία —νεαρή πόρνη τότε— ὄχι γιατί ἤξερε ποιός ἦταν ὁ σκοπός αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ, ἀλλά γιατί τό θεώρησε εὐκαιρία γιά τήν ἱκανοποίηση τοῦ πάθους της.

Σ’ αὐτό τό προσκυνηματικό ταξίδι παρέσυρε πολλούς νέους προσκυνητές στήν ἁμαρτία.

Οἱ «ἱερές ἀποδημίες» τώρα ὀνομάζονται «προσκυνηματικές ἐκδρομές» καί ἐπί τό κοσμικότερον «θρησκευτικός τουρισμός». Γιά πολλούς εἶναι μιά ἔξοδος ἀναψυχῆς. Καλή καί ὠφέλιμη, ἀλλά ὄχι ὅπως τήν περιγράφει ὁ Ζακύνθιος λόγιος μοναχός τοῦ 16ου αἰῶνα Παχώμιος Ρουσάνος, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τό ἐκκλησιαστικό νόημα αὐτῶν τῶν ἀποδημιῶν. Ὁ Παχώμιος Ρουσάνος «θεωρεῖ τίς ἱερές ἀποδημίες στούς Ἁγίους [ἰδιαίτερα] Τόπους “ἀρετήν”, διότι “ὁ εἰς προσκύνησιν ἀπερχόμενος, οὐ τό ἴδιον θέλημα ἐκπληροῖ, ἀλλά τό τοῦ Θεοῦ”». Θεωρεῖ θέλημα Θεοῦ τήν προσκύνηση στούς Ἁγίους Τόπους. Καί ὅλη αὐτή ἡ «ἀποδημία» γινόταν μέ προσευχή, πνευματική προετοιμασία καί ἐξομολόγηση. Ἦταν (καί πρέπει νά εἶναι) μιά κίνηση ἐμποτισμένη μέ προσευχή, μιά τελετουργία προσευχητική, ὅπως οἱ λιτανεῖες.

Δυστυχῶς, γιά πολλούς, οἱ «προσκυνηματικές ἐκδρομές», δέν ἔχουν εὐωδία θυμιάματος προσευχῆς. Ἀκραῖο παράδειγμα εἶναι ἡ ὁσία Μαρία. Ἡ «ἱερή ἀποδημία» στήν ὁποία συμμετεῖχε, γι’ αὐτήν, ἀλλά καί γιά τούς νέους πού παγίδευσε στήν ἀσωτία, ἦταν μιά φοβερή ἁμαρτία καί ὄχι ἀρετή· δέν ἦταν πρό παντός τελετουργία προσευχητική.

Ὅμως, παρά τήν ἀσωτία τοῦ ταξιδιοῦ ὁ ἱερός τόπος ἐκδικήθηκε τήν Μαρία σωτήρια. Ἔφερε σ’ αὐτήν πνευματικό καρπό. Τήν μετέθεσε, μέ τήν μετάνοια, ἀπό τήν ἀσωτία στήν ἁγιότητα.

Ἡ περίπτωσή της μᾶς δείχνει πόσο δραστική εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ σέ τόπους ἱερούς, ἰδιαίτερα στίς τελετουργίες πού γίνονται ἐντός τῶν Ἱερῶν Ναῶν. Ὁπότε, ἡ προσέλευσή μας σ’ αὐτούς πρέπει νά γίνεται μέ ἐπίγνωση, πνεῦμα μετανοίας καί προσευχή, γιατί ἔτσι, τελικά, ἄνοιξαν οἱ θύρες τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Χάριτος γιά τήν μέχρι τότε πόρνη Μαρία.

Αὐτή εἶναι ἡ δεύτερη εἰκόνα πού θά μελετήσουμε.

Ἡ Μαρία, μιμούμενη τούς ἄλλους προσκηνυτές, ἤθελε νά εἰσέλθη στόν Ναό καί νά προσκυνήση. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὅμως ἀνέκοψε τήν θρασύτητα τοῦ ἐκκλησιασμοῦ της. Τῆς φανέρωσε ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν (ὅπως καί ἡ προσέλευση στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας) εἶναι πράξη στήν ὁποία πρέπει νά εἶναι σύμφωνη ὅλη ἡ ζωή μας. Προσκυνᾶ ὅλος ὁ ἑαυτός μας, μέ ὅλο τόν βίο μας, τόν ὁποῖο ἀναθέτουμε στόν Χριστό γιά ἀνακαίνιση.

Ἔκανε τέσσερεις ἀπόπειρες. Ἀποκαμωμένη κάθησε σέ μιά γωνιά τῆς αὐλῆς τοῦ Ναοῦ καί ἐκεῖ, καθώς στήν σκέψη της ἦταν μόνον ὁ ἀποκλεισμός της ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι τό πάθος της, βρῆκε δίοδο στήν ψυχή της καί τήν ἐπισκέφθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἴδια εἶπε στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ: «Ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας μου λόγος σωτήριος, ὑποδεικνύων μοι, ὅτι ὁ βόρβορος τῶν ἔργων μου ἦν, ὁ τήν εἴσοδον κλείων μοι».

Ἔχοντας αὐτόν τόν λόγο μέσα της ἄρχισε νά κλαίη βγάζοντας στεναγμούς ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς της. «Κλαίουσα» εἶδε, «ἐπάνω τοῦ τόπου» στόν ὁποῖο στεκόταν «εἰκόνα τῆς παναγίας Θεοτόκου», καί ἄρχισε «πρός αὐτήν ἀκλινῶς ἀτενίζουσα» μιά προσευχή, πού ἦταν δοξολογία μέσα ἀπό αὐτοκατάγνωση καί αὐτομεμψία, ἀλλά καί γέννημα πίστης πού ἔδινε ὑπόσταση σέ ὅσα ἤλπιζε νά λάβη. Βάζει κατόπιν τήν Θεοτόκο ἐγγυητή τῆς μετανοίας της.

Μετά τήν προσευχή της ἡ δύναμη πού προηγουμένως τήν ἐμπόδιζε νά μπῇ στόν Ναό, τήν ὠθοῦσε στά ἐνδότερα. Προσκύνησε «τό ζωοποιόν ξύλον» καί ὅπως ἡ ἴδια διηγήθηκε, μέ τήν θέα τοῦ σταυροῦ εἶδε «τοῦ Θεοῦ τά μυστήρια, καί οἷός ἐστιν ἕτοιμος τοῦ δέχεσθαι τήν μετάνοιαν».

Στήν περίπτωσή της βλέπουμε ὅτι ἡ εἰκόνα βοήθησε τήν προσευχή καί τήν μετάνοιά της, ἀφοῦ προηγουμένως λόγος σωτήριος ἀκούμπησε τά μάτια τῆς ψυχῆς της. Ὅταν ὑπάρχη μέσα μας ἐνεργός ἕνας τέτοιος σωτήριος λόγος, πού ἔρχεται ἀπευθείας ἀπό τόν Θεό ἤ μέσα ἀπό ἀναγνώσματα ἱερῶν κειμένων, τότε προσκυνώντας τίς ἱερές εἰκόνες ἤ προσευχόμενοι μπροστά σ’ αὐτές, ἡ προσευχή καί ἡ προσκύνησή μας μεταβαίνουν στό πρωτότυπο, δηλαδή στόν Χριστό, τήν Παναγία ἤ τούς Ἁγίους καί μᾶς δίνουν καρπό σωτήριο.

Ἡ τρίτη εἰκόνα προσευχῆς εἶναι ἀπό τήν ἔρημο.

Οἱ σκληροί ἀγῶνες της διήρκεσαν δεκαεπτά ἔτη. Ἐκεῖ δέν εἶχε κάποιο τυπικό τελετουργιῶν, ὅπως ἔχουν οἱ Ἱερές Μονές. Εἶχε τήν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας καί τό νά εἶναι ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μέ τόν Θεό. Ἔτσι, στίς ἔντονες μνῆμες ἀπό τήν παλαιά ζωή της πού τήν πολεμοῦσαν μέ ρυπαρούς λογισμούς, τοποθετοῦσε νοερά τὸν ἑαυτὸ της μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τῆς ἀναδόχου της, καὶ ἔκλαιγε ζητώντας νὰ διώξη τοὺς λογισμοὺς πού τήν ταλαιπωροῦσαν. «Ἀεί τό ὄμμα τῆς διανοίας μου πρός τήν ἐγγυητήν ἀκαταπαύστως ἀνέπεμπον, αἰτοῦσα βοήθειαν τῇ κινδυνευούσῃ κατά τό τῆς ἐρήμου πέλαγος καί γε βοηθόν ἔσχον, καί τῆς μετανοίας συλλήπτορα». Εἶναι πολύ σημαντικό τό «ἀκαταπαύστως ἀνέπεμπον». Τό ὄμμα τῆς διανοίας, τήν προσοχή της, σήκωνε ἀκατάπαυστα πάνω ἀπό τίς μνῆμες τῆς Αἰγύπτου, τούς πειρασμικούς λογισμούς καί τό προσήλωνε στήν Θεοτόκο. Τήν εἶχε «συλλήπτορα» (βοηθό), ἀλλά γιά νά δέχεται τήν βοήθειά Της ἔπρεπε ἀκατάπαυστα νά ἀναπέμπη τό ὄμμα τῆς διανοίας της — νά προσηλώνη δηλαδή ὅλη τήν προσοχή της— πρός Αὐτήν.

Μετά ἀπό πολλά δάκρυα, καί χτυπώντας τό στῆθος της, ὅσο τῆς ἦταν δυνατὸν, ἔβλεπε, ὅπως διηγεῖται, «φῶς πάντοθεν περιαστράπτόν με· καί ἐντεῦθεν λοιπόν γαλήνη τις σταθηρά ἐκ τρικυμίας ἐγένετό μοι». Τό τέλος τῆς προσευχῆς της ἦταν ἡ ἔλευση τῆς Χάριτος, πού τῆς δώριζε σταθερή γαλήνη.

Σ’ αὐτούς τούς ἀγῶνες, μέ πυκνές ἐπισκέψεις τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ, ἀπέκτησε δύναμη προσευχῆς πού σήκωνε καί τό σῶμα της πάνω ἀπό τό ἔδαφος τῆς γῆς, ἀλλά τῆς ἔδωσε καί βαθειά ταπείνωση, χωρίς ἀπελπισία καί καταθλιπτικούς λογισμούς. Ὁμολογοῦσε: «τί γάρ καί ἔχω καυχήσαθαι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ διαβόλου γενομένη;».

Τό πῶς ἡ προσευχή ἀπορροφοῦσε ὅλο τόν ἑαυτό της, τήν ψυχή καί τό σῶμα της, φαίνεται στήν πρώτη συνάντησή της μέ τόν ὅσιο Ζωσιμᾶ.

Ἀπό τά πρῶτα λόγια πού εἶπε ἡ Ὁσία στόν ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἦταν: «πῶς τό Χριστιανικόν φῦλον πολιτεύεται σήμερον; Πῶς οἱ βασιλεῖς; Πῶς τά τῆς Ἐκκλησίας ποιμαίνεται;». Ὁ ὅσιος Ζωσιμᾶς τῆς εἶπε ὅτι ὁ Χριστός «εἰρήνην σταθηράν ἐχαρίσατο», ἀλλά τῆς ζήτησε νά προσευχηθῆ «ὑπέρ τοῦ κόσμου παντός» καί τοῦ ἰδίου. Ἐκείνη τοῦ εἶπε ὅτι αὐτό εἶναι δικό του ἔργο ὡς «ἱερέως ἀξίωμα ἔχοντα». Στήν ἐπιμονή του ὅμως ὑπάκουσε. Στράφηκε ἀνατολικά, σήκωσε τά μάτια καί τά χέρια της ψηλά καί «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίζουσα· φωνή δέ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Ὅλος ὁ νοῦς της ἦταν στόν Θεό, πρεσβευτής ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ὁ ὅσιος Ζωσιμᾶς στεκόταν σύντρομος, σιωπηλός, μέ τό κεφάλι σκυμμένο στήν γῆ. Σάν εἶδε ὅμως ὅτι ἡ Ὁσία ἀργοῦσε στήν εὐχή, σηκώνοντας λίγο τό πρόσωπό του, τήν εἶδε «ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπό τῆς γῆς καί τῷ ἀέρι κρεμαμένην καί οὕτω προσεύχεσθαι». Ἀπό τό θέαμα αὐτό τοῦ μπῆκε λογισμός, μήπως ἡ γυναίκα πού ἔβλεπε δέν ἦταν ἄνθρωπος, ἀλλά πνεῦμα πού ὑποκρινόταν ὅτι προσεύχεται. Ἡ Ὁσία, ὅμως, χωρίς αὐτός νά πῆ τίποτε, τόν καθησύχασε: «Τί σε, ἀββᾶ, οἱ λογισμοί συνταράττουσι σκανδαλισθέντα, ἐπ’ ἐμοί, ὡς ὅτι πνεῦμα ὑπάρχω καί τήν εὐχήν ὑποκρίνομαι; Πληροφορήθητι, ἄνθρωπε, ὅτι ἁμαρτωλόν εἰμι γύναιον, πλήν τῷ βαπτίσματι τῷ ἁγίῳ τετείχισμαι».

Ὅλοι οἱ ὀρθοδοξοι Χρστιανοί εἴμαστε «τετειχισμένοι τῷ ἁγίῳ Βαπτίσματι». Θά πρέπει ὅμως νά μήν ἀφήνουμε νά δραπετεύη ὁ νοῦς μας ἔξω ἀπ’ αὐτό τό σωστικό τεῖχος, τήν μεγάλη Χάρη τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά νά ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά ἀκουμπᾶ τούς ὀφθαλμούς τῆς καρδιᾶς μας μέ λόγους σωτήριους, ὥστε οἱ ἱερές εἰκόνες, οἱ Ναοί, οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ «ἱερές ἀποδημίες» σέ τόπους ἁγίους, νά καθιστοῦν διαρκῶς ἐνεργό τήν Χάρη τοῦ Βαπτίσματος καί νά ἀνεβάζουν μέ τήν πίστη, τήν μετάνοια, τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή ὅλη τήν ψυχή καί τό σῶμα μας πάνω ἀπό τόν χοϊκό βίο, καθοδηγώντας τό φρόνημα καί τήν πράξη μας στίς βαθμίδες τῆς κλίμακας πρός τόν ἐν Χριστῷ δοξασμό, «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» καί ταῖς πρεσβείαις τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΙ

  • Προβολές: 1447