Skip to main content

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Μηνός: Εὐαγγελιστής Μάρκος, 25 Ἀπριλίου ἤ Τρίτη ἡμέρα τοῦ Πάσχα

Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος ὀνομαζόταν Ἰωάννης “το δέ ὄνομα Μάρκος εἶναι ρωμαϊκόν ἐπώνυμον, τό ὁποῖον προσετέθη κατόπιν εἰς τό κύριον ὄνομα Ἰωάννης”. Στό σπίτι τῆς μητέρας του, ὅπου “συνηθροίζοντο” καί ἐλάτρευαν τόν Θεόν οἱ πρῶτοι Χριατιανοί”, γνωρίστηκε μέ τόν Ἀπόστολο Πέτρο ὁ ὁποῖος, ὅπως φαίνεται, ἦταν διδάσκαλος καί πνευματικός του πατέρας, γι’ αὐτό καί τόν ἀποκαλεῖ υἱό του. “Ασπάζεται ὑμᾶς ... Μάρκος ὁ υἱός μού” (Ἅ’ Πέτρ. ε’, 13). Αὐτή ἡ σχέση τούς φαίνεται καί ἀπό τό ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος στό Εὐαγγέλιό του διέσωσε τό κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τοῦ ὁποίου ὀνομάζεται καί ἑρμηνευτῆς. “Όταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκήρυξε στήν Ρώμη ἡ διδασκαλία τοῦ προκάλεσε τόν θαυμασμό καί οἱ ἐκεῖ πιστοί θέλησαν νά τά ἔχουν καί γραμμένα τά ὅσα ἄκουσαν, γι’ αὐτό καί παρακάλεσαν τόν Μάρκο πού ἦταν μαζί του νά τούς τά γράψη” (Ἄγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης).

Συνεργάζεται καί μέ τούς Ἀποστόλους Βαρνάβα καί Παῦλο. Τοῦ πρώτου ἦταν καί ἀνεψιός “ἤ ἀπό ἀδελφόν ἤ ἀπό ἀδελφήν, ἴσως ὅμως ἀνεψιός νά σημαίνη καί πρῶτος ἑξάδελφος”. Τόν βλέπουμε μαζί μέ τούς δύο αὐτούς Ἀποστόλους στήν Κύπρο. Στήν συνέχεια, ὅταν αὐτοί μεταβαίνουν στήν Μικρά Ἀσία, τούς ἐγκαταλείπει καί γυρίζει στά Ἱεροσόλυμα. Τό γεγονός αὐτό γίνεται αἰτία νά διαφωνήσουν ἔντονα οἱ δύο Ἀπόστολοι. “Εγένετο οὔν παροξυσμός, ὥστε ἀποχωρισθῆναι αὐτούς ἀπ’ ἀλλήλων”. Ἀκριβῶς, ἐπειδή τούς ἐγκατέλειψε, ὁ Παῦλος ἀρνεῖται νά τόν δεχθῆ στήν δεύτερη Ἀποστολική περιοδεία. Ὁ Βαρνάβας ἐπιμένει, ἀλλά ὁ Παῦλος μέ κανένα τρόπο δέν δέχεται τόν “ἀποστάτη” καί ἔτσι οἱ δρόμοι τούς χωρίζουν. Ὁ Βαρνάβας μέ τόν Μάρκον πηγαίνουν στήν Κύπρο, ἐνῶ ὁ Παῦλος μαζί μέ τόν Σίλα “διέρχεται τήν Συρίαν καί Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τάς Ἐκκλησίας” (Πράξ. ἴε’, 41). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας τό περιστατικό αὐτό λέγει μεταξύ ἄλλων: “Καί στούς προφῆτες βρίσκομε νά ὑπάρχουν διάφορες γνῶμες καί διάφοροι χαρακτῆρες• ὅπως, ὁ Ἠλίας ἦταν αὐστηρός, ὁ Μωϋσῆς πράος. Καί ἐδῶ λοιπόν ὁ Παῦλος εἶναι αὐστηρότερος... Ἐάν κάποιος ἀπό αὐτούς ἐξοργιζόταν ἐπιζητώντας τό δικό του καί τήν τιμή γιά τόν ἑαυτό του, σωστά θά ἦταν αὐτό κακό, ἐάν ὅμως θέλοντας ὁ καθένας νά παιδεύση καί νά διδάξη ὁ μέν ἕνας βάδιζε αὐτόν τόν δρόμο, ὁ δέ ἄλλος ἐκεῖνον, ἦταν κακό αὐτό; Πολλές ἐνέργειές τους γίνονταν καί μέ ἀνθρώπινη σκέψη, διότι δέν ἦταν λίθοι ἤ ξύλα... Διαφωνία ἔντονη συνέβηκε ὄχι ἔχθρα οὔτε φιλονικία. Τόσο καί μόνο κατόρθωσε ἡ διαφωνία, τό νά ἀποχωριστοῦν. Ἐγώ ἔχω τήν γνώμη ὅτι ὁ χωρισμός ἔγινε καί μέ σύνεση καί λέγοντας ἀναμεταξύ τους• ἐπειδή ἐγώ δέν θέλω νά ρθῆ μαζί μας, σύ δέ θέλεις, γιά νά μή φιλονεικοῦμε, ἅς διαμοιράσομε τούς τόπους. Ὥστε αὐτό τό ἔκαναν δείχνοντας μεγάλη ὑποχώρηση ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλο. Διότι ἤθελε ὁ Βαρνάβας νά πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Παύλου, γι’ αὐτό καί ἀναχώρησε• ἤθελε καί ὁ Παῦλος ὅμοια νά γίνη τό θέλημα ἐκείνου, γι’ αὐτό καί αὐτός κάνει τό ἴδιο καί ἀναχωρεῖ.

Δύο ἄνθρωποι μέ διαφορετικούς χαρακτῆρες, νοοτροπία καί συνήθειες εἶναι κατά πάντα φυσικό νά διαφωνοῦν σέ κάποια θέματα καί ἴσως αὐτή ἡ διαφωνία νά ἐκφράζεται, καμμιά φορᾶ, καί μέ τρόπο ἔντονο. Αὐτό πού εἶναι παρά φύσιν εἶναι ἡ μνησικακία καί ὁ φθόνος πού δημιουργοῦν οἱ ἐντάσεις καί οἱ διαφωνίες. Οἱ Ἅγιοι, ἐπειδή ἀγαποῦν ἀληθινά, δέν μνησικακοῦν καί ἡ φιλία τους δέν διακόπτεται. Ἀντέχει σέ ὅλες τίς δοκιμασίες σάν τό χρυσάφι μέσα στήν φωτιά τό ὁποῖο μάλιστα γίνεται καθαρότερο καί λαμπρότερο. Ἔτσι οἱ ἀγαθές σχέσεις μεταξύ του Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν καί τοῦ ἱδρυτῆ καί προστάτη τῆς “κατά τήν Ἀλεξάνδρειαν” Ἐκκλησίας παραμένουν. Εἶναι πάντα φίλοι καί συνεργάτες. Κατά τήν πρώτη φυλάκιση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Ρώμη ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος εἶναι κοντά του. Καί ἡ παρουσία τοῦ τοῦ εἶναι τόσο εὐχάριστη καί χρήσιμη, ὥστε κατά τήν δεύτερη φυλάκισή του γράφει στόν μαθητή τοῦ Τιμόθεο: “Μάρκον ἀναλαβῶν ἄγαγε μετά σεαυτού• ἔστι γάρ μοί εὔχρηστος εἰς διακονίαν” (Β’ Τιμ. δ’, 13).
Ἐδῶ θά πρέπη νά προσθέσουμε ὅτι γιά νά ὑπάρχη φιλία χρειάζεται νά ὑπάρχη ἀνταπόκριση καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Ἔχει πολύ σωστά γραφεῖ ὅτι, γιά νά εἴμαστε φίλοι μέ κάποιον πρέπει καί αὐτός νά τό θέλει καί νά δείχνη τήν ἀνάλογη στάση, ὅμως γιά νά τόν ἀγαποῦμε δέν εἶναι ἀπαραίτητο νά ὑπάρχη ἀνταπόκριση ἀπό μέρους του, ἀφοῦ ἡ ἀληθινή ἀγάπη, πού “οὐδέποτε ἐκπίπτει” (Ἅ’ Κορ. ἰγ’, 8), ἀγκαλιάζει καί τούς ἐχθρούς. Ἄλλωστε δέν θά δώσουμε λόγο γιά τό ἄν μᾶς ἀγαποῦσαν οἱ ἄλλοι, ἀλλά γιά τό ἄν ἐμεῖς ἀγαπήσαμε τούς ἄλλους ἀληθινά καί ἀνυπόκριτα.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 2833