Skip to main content

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: «Ἡ εἰκόνα στὴν ὀρθόδοξη καὶ τὴν δυτικὴ παράδοση (Α')»

(Εἰσήγηση στὸν 2ο Εἰκαστικὸ κύκλο τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τοῦ Δήμου Ἀγρινίου, βλ. τ. 175)

Ἀπόστολος Παῦλος

Εἶναι γνωστὸν ὅτι γενικὰ ἡ τέχνη ἐκφράζει τὸν πολιτισμικὸ τρόπο ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ὁπότε καὶ ἡ θρησκευτικὴ τέχνη κάθε λαοῦ εἶναι μέρος τοῦ πολιτισμοῦ του. Μέσα στὸ πλαίσιο αὐτὸ πρέπει νὰ ἐνταχθῇ καὶ ἡ θεολογία τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰκόνας, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν θεολογικὴ καὶ πολιτισμικὴ διαφορὰ μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει πολλὲς διαστάσεις. Θὰ προσπαθήσω ὅμως νὰ παρουσιάσω, ὅσο τὸ δυνατὸν σύντομα, μερικὲς ἀπὸ αὐτές, ποῦ δὲν εἶναι πολὺ συνηθισμένες.

Θὰ χωρίσω τὸ θέμα μου σὲ τρεὶς ἑνότητες. Στὴν πρώτη θὰ γίνη λόγος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς εἰκόνας, ὅπως διατυπώθηκε στὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν δεύτερη γιὰ τὸ πῶς ὁ Καρλομάγνος καὶ γενικότερα οἱ Φράγκοι ἀπέρριψαν καὶ καταδίκασαν τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπότε ἄρχισε ἡ διαφοροποίηση τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας στὴν Δύση καὶ στὴν τρίτη ἑνότητα θὰ δοῦμε τὴν διαφορὰ τῆς θρησκευτικῆς εἰκόνας στὴν Δύση ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου εἰκόνας ποῦ ἐπικράτησε στὴν Ἀνατολή.

1. Ἡ ἀπόφαση τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων

Στὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας γιὰ 120 περίπου χρόνια (726-843) δημιουργήθηκε μεγάλη ἔνταση γύρω ἀπὸ τὶς εἰκόνες, καὶ συνεκλήθησαν πολλὲς Σύνοδοι γιὰ νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Οἱ Νεστοριανοὶ καὶ οἱ Παυλικιανοὶ ἀπέρριπταν τὶς ἱερὲς εἰκόνες, ὁ δὲ Νακωλείας τῆς Φρυγίας Κωνσταντῖνος μὲ ἄλλους ἀνωτέρους Κληρικούς, ἦταν εἰκονομάχοι. Ὁ Λέων Γ' Ἴσαυρος μὲ τὴν συμβουλὴ τοῦ Νακωλείας Κωνσταντίνου ἐξέδωκε δύο διατάγματα τὰ ἔτη 726 καὶ 730 μὲ τὰ ὁποία διέτασσε τὴν καταστροφὴ τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ ἀπαγόρευσε τὴν προσκύνησή τους ὡς εἰδωλολατρικὴ πράξη. Ὁ υἱὸς τοῦ Κωνσταντῖνος Κοπρώνυμος καταπολέμησε ὀξύτερα τὶς εἰκόνες καὶ συγκάλεσε τὸ 754 Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, χωρὶς τὴν συμμετοχὴ τῶν Πατριαρχείων Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, μὲ συμμετοχὴ εἰκονομάχων Ἐπισκόπων, ἡ ὁποία Σύνοδος καταδίκασε τὴν προσκύνηση τῶν εἰκόνων καὶ μάλιστα τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς νεστοριανικὴ καὶ μονοφυσιτικὴ αἵρεση.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Οἱ κάτοικοι τῆς Αὐτοκρατορίας χωρίσθηκαν σὲ δύο παρατάξεις, ἀφοῦ ἡ μία ἦταν οἱ λεγόμενοι εἰκονόφιλοι ποῦ ἀγαποῦσαν τὶς εἰκόνες καὶ ἤθελαν νὰ ὑπάρχουν στοὺς Ἱεροὺς Ναούς τους καὶ ἡ ἄλλη παράταξη ἦταν οἱ λεγόμενοι εἰκονοκλάστες ἢ εἰκονομάχοι ποῦ ἀρνοῦνταν τὶς εἰκόνες καὶ τὶς ἀπέβαλαν ἀπὸ τοὺς Ἱεροὺς Ναούς. Τὴν περίοδο ἐκείνη ἀναπτύχθηκαν πολλὰ ἐπιχειρήματα, κυρίως θεολογικά, γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἐγράφησαν πολλὰ καὶ ἀξιόλογα κείμενα, ἀναδείχθηκε ὡς μεγάλη μορφὴ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός. Τελικά, ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 787 μ.Χ. ἀποφάνθηκε γιὰ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὅμως, χρειάσθηκαν πολλὰ ἀκόμη χρόνια γιὰ νὰ γίνη ἡ ἀναστήλωσή τους, ποῦ πραγματοποιήθηκε τὸ 843 καὶ ἔκτοτε τὴν ἑορτάζουμε ὡς ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὁ ὅρος τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι σημαντικὸς καὶ συνοψίζει ὁλόκληρη τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὶς εἰκόνες. Θὰ σημειωθοῦν δύο βασικὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα τὰ ὁποία δείχνουν τὴν θεολογία τῆς ἱερῆς εἰκόνας, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι οἱ εἰκόνες, οἱ ὁποῖες ὀνομάζονται «ἱεραὶ καὶ ἅγιαι», ποῦ κατασκευάζονται ἀπὸ χρώματα, καὶ ψηφῖδες καὶ ἀπὸ ἄλλη ὕλη, καὶ οἱ ὁποῖες τίθενται «παραπλησίως τὼ τύπῳ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ», θεσπίσθηκε νὰ τοποθετοῦνται στὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ, στὰ σκεύη καὶ τὰ ἐνδύματα, στοὺς τοίχους καὶ τὶς σανίδες, στοὺς οἴκους καὶ τὶς ὁδούς. Πρόκειται γιὰ τὶς εἰκόνες τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου, τῶν τιμίων ἀγγέλων καὶ «πάντων ἁγίων καὶ ὁσίων ἀνδρῶν». Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, καθὼς οἱ πιστοὶ θὰ βλέπουν «δι’ εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως» τὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους θὰ «διανίστανται πρὸς τὴν τῶν πρωτοτύπων μνήμην τε καὶ ἐπιπόθησιν».

Τὸ δεύτερο σημεῖο εἶναι ὅτι στὶς ἱερὲς εἰκόνες ἀπονέμεται «τιμητικὴ προσκύνησις», ὄχι ὅμως, καὶ «ἀληθινὴ λατρεία», ἡ ὁποία ἀποδίδεται «μόνη τὴ θεία φύσει». Ἡ τιμὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν τιμὴ ποῦ ἀποδίδεται στὸν τύπο τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὰ ἅγια Εὐαγγέλια καὶ τὰ λοιπὰ ἱερὰ ἀναθήματα, θυμιάματα καὶ φῶτα. Καί, βέβαια, ἡ τιμητικὴ προσκύνηση δὲν ἀποδίδεται στὴν εἰκόνα, ἀλλὰ στὸ πρωτότυπο, διότι «ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν», ἀφοῦ, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, «ἡ γὰρ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει»

Φώτης Κόντογλου "Ἔκφρασις"

Ἔκτοτε τιμᾶμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες, τὶς ἀσπαζόμαστε καὶ ζητᾶμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων. Ὁ ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε πολὺ στὴν ἐπαναφορὰ στὴν Ἑλλάδα τῆς ἁγιογραφήσεως τῶν Ναῶν μὲ βάση τὴν βυζαντινὴ τεχνοτροπία, καὶ ἀποβλήθηκαν οἱ λεγόμενες φράγκικες εἰκόνες, οἱ ὁποῖες ζωγραφίζονταν τότε ἀκόμη καὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος, ἔχει ἀναφερθῇ στὴν ἀξία τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ στὸν τρόπο ἁγιογραφήσεώς τους. Θὰ παραθέσω μερικὰ χαρακτηριστικά του σημεῖα.

Ἡ λειτουργικὴ εἰκόνα κατὰ τὸν Φώτη Κόντογλου ἔχει «θεολογικὴν ἔννοιαν. Δὲν εἶναι, ὡς εἴπαμεν, μία ζωγραφία ὁποὺ γίνεται διὰ νὰ τέρπη τοὺς ὀφθαλμούς μας, ἢ ἀκόμα διὰ νὰ μᾶς ἐνθυμίζη ἁπλῶς τὰ ἅγια πρόσωπα, ὅπως γίνεται μὲ τὰς εἰκόνας ὁποὺ ἔχομεν διὰ νὰ φέρνωμεν εἰς τὴν μνήμην μᾶς τοὺς ἀγαπημένους συγγενεῖς καὶ φίλους μας, ἀλλὰ εἶναι κατὰ τέτοιον τρόπον ζωγραφισμένη, ὥστε νὰ μᾶς ἀνυψώνη ἀπὸ τὸν φθαρτὸν κόσμον τοῦτον, καὶ νὰ μᾶς κάμνη νὰ ὀσφρανθῶμεν ἐκεῖνον τὸν καινὸν ἀέρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ὁμοιότητα μὲ τὰς ζωγραφίας ὁποὺ παριστάνουν μὲ ὑλικὸν τρόπον κάποια πρόσωπα, ἀκόμα καὶ Ἁγίους, ὅπως γίνεται εἰς τὴν θρησκευτικὴν τέχνην τῆς Δύσεως. Εἰς τὴν λειτουργικὴν εἰκόνα τὰ ἅγια πρόσωπα εἰκονίζονται ἐν ἀφθαρσίᾳ».

Ἡ τέχνη τῶν εἰκόνων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «λέγεται ἁγιογραφία ὡς ζωγραφίζουσα ἅγια πρόσωπα καὶ ἁγίας ὑποθέσεις». Ἔτσι, «ἡ λειτουργικὴ τέχνη τρέφει τὸν πιστὸν μὲ πνευματικὰ ὁράματα καὶ ἀκούσματα, διϋλίζουσα τὰ εἰσερχόμενα διὰ τῶν πυλῶν τῶν αἰσθήσεων, φαιδρύνουσα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ μὲ τὸν οὐράνιον οἶνον, καὶ δωρουμένη εἰς αὐτὸν τὴν εἰρήνην τῆς διανοίας».

Ἐπειδὴ ἡ τέχνη αὐτὴ εἶναι λειτουργικὴ καὶ προορίζεται γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν λατρεία γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἁγιογράφος «δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας τεχνίτης ὁποὺ κάμνει μίαν ἀναπαραστατικὴν ζωγραφίαν ἐπάνω εἰς κάποια θέματα θρησκευτικά, ἀλλὰ ἔχει πνευματικὸν ἀξίωμα καὶ πνευματικὴν διακονίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιτελεῖ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὡς ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ ἱεροκῆρυξ».

Ἀλλὰ ὁ ἁγιογράφος χρησιμοποιεῖ καὶ τὰ κατάλληλα μέσα γιὰ νὰ ἁγιογραφήση μιὰ εἰκόνα. Ὅλα πρέπει νὰ εἶναι διαφορετικὰ καὶ ὅλα πρέπει νὰ ἀποβλέπουν στὴν λειτουργικὴ ζωὴ καὶ τὴν πνευματικότητα. «Καὶ αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ὅπου μεταχειρίζεται ὁ ἁγιογράφος, εἶναι εὐλογημένα, ταπεινά, εὔοσμα, λεπτά. Οὕτω, διὰ νὰ κάμη κάρβουνα μὲ τὰ ὁποία νὰ σχεδιάζη, μεταχειρίζεται ξύλον ἄσηπτον ξηρᾶς λεπτοκαρυὰς ἢ μυρσίνης διὰ νὰ κάμη σανίδα, ἐπάνω εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ζωγραφίση τὴν εἰκόνα, μεταχειρίζεται τὴν κυπάρισσον, τὴν καρυδέαν, τὴν καστανέαν, τὴν πεύκην ἢ ἄλλο δένδρο εὐωδιάζον. Τὰ χρώματα εἶναι τὰ περισσότερα χώματα τῆς γῆς ὁποὺ μοσχοβολοῦν ὅταν βραχοῦν ἀπὸ τὸ νερόν, ἰδίως εἰς τὴν ζωγραφικὴν τοῦ τοίχου, καὶ εὐωδιάζουν ὅπως τὰ βουνὰ κατὰ τὰ πρωτοβρόχια ἢ ὡσὰν ἕνα καινούριον κανάτι μὲ δροσερὸν νερόν. Εἰς τὸ αὐγὸν βάζει ὁ τεχνίτης ὀλίγον ὄξος, διὰ νὰ τὸ διατηρήση. Τὰ δὲ βερνίκια μοσχοβολοῦν ὡσὰν τὸ θυμίαμα, καὶ ὁ ἀσπαζόμενος τὴν εἰκόνα αἰσθάνεται ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς. Τὰ ὑλικὰ τῆς εἰκόνος εἶναι τὰ χρώματα ὁποὺ τὰ περισσότερα εἶναι χώματα, τὸ αὐγὸν μὲ τὸ ὄξος, τὸ νερόν, ὁ κηρός, τὸ ρετσίνι τῶν πεύκων, ἡ εὔοσμος σαντράκα, τὸ μαστίχι, τὸ μέλι, τὸ κομμίδι τῆς μυγδαλιᾶς. Μὲ ἕνα σύντομον λόγον, ἡ ἁγιασμένη τούτη τέχνη δὲν μεταχειρίζεται χονδροειδῆ καὶ πηκτὰ ὑλικά, ὅπως ἡ κοσμικὴ ζωγραφικὴ ὁποὺ μεταχειρίζεται λινέλαια κάκοσμα καὶ χρώματα πηκτὰ καὶ βοῦρτσες χονδρότριχες».

Ἔχει μεγάλη σημασία καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἁγιογραφεῖ ὁ ἁγιογράφος. Καὶ αὐτὸς ὁ τρόπος ἔχει σχέση μὲ τὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἀφοῦ «τὸ κάλλος εἰς τὴν λειτουργικὴν ζωγραφικὴν εἶναι κάλλος πνευματικόν, καὶ οὐχὶ σαρκικόν». Ὁπότε καὶ ὁ ἁγιογράφος πρέπει νὰ διαθέτη τὸ ἀσκητικὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.

«Ἡ τέχνη αὕτη εἶναι νηστευτικὴ καὶ λιτή, ἐκφράζουσα τὴ πτωχεία τὰ πλούσια, καὶ ὅπως εἶναι τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη συνοπτικὰ καὶ συντομόλογα, οὕτω καὶ ἡ Ὀρθόδοξος ἁγιογραφία εἶναι ἁπλή, χωρὶς περιττὰ στολίδια καὶ ματαίας ἐπιδείξεις. Οἱ παλαιοὶ ἐκεῖνοι ἁγιογράφοι ἐνήστευαν, δουλεύοντας, καὶ ὀπόταν ἄρχιζαν μίαν εἰκόνα, ἄλλαζαν τὰ ἐσώρουχά των, διὰ νὰ εἶναι καθαροὶ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν, καὶ ἐργαζόμενοι ἔψαλλαν, διὰ νὰ γίνεται τὸ ἔργον των μὲ κατάνυξιν καὶ διὰ νὰ μὴν μετεωρίζεται ὁ νούς των εἰς τὰ ἐγκόσμια».

Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποῦ ἀσπάζεται τὴν ἱερὴ εἰκόνα πρέπει νὰ δαπνέεται ἀπὸ ἀνάλογα νηστευτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ βιώματα, γιατί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ διὰ τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση αὐτῶν ποῦ τὶς ἀσπάζονται.

«Ὅσην εὐλάβειαν καὶ ταπείνωσιν καὶ πίστιν εἶχαν οἱ ἁγιογράφοι ὁποὺ ἐποίησαν τὰς σεβασμίας καὶ ἁγίας εἰκόνας, ἄλλην τόσην εὐλάβειαν καὶ ταπείνωσιν καὶ πίστιν πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ὁποὺ τὰς προσκυνοῦμεν, διὰ νὰ ἀξιωθῶμεν τὴν μυστικὴν χάριν ὅπου διαχύνεται ἀπὸ αὐτάς».

Ὅσοι δὲν διαθέτουν αὐτὴν τὴν κατάσταση δὲν μποροῦν νὰ αἰσθανθοῦν τὴν θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων. «Δι’ αὐτό, αἱ κατ’ ἐξοχὴν λειτουργικαὶ καὶ κατανυκτικώτεραι Εἰκόνες φαίνονται δύσμορφοι εἰς ὅσους ἔχουν τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, τὰ δὲ πρόσωπα δὲν ἔχουν κατ’ αὐτοὺς "εἶδος οὐδὲ κάλλος", καθ’ ὅσον "τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεὸν" (Ρώμ. ἡ', 7)».

Ἑπομένως, ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θέσπισε τὴν θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ποῦ ἀποτελεῖ δόγμα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ ὁ Φώτης Κόντογλου, ἁγιογράφος ὁ ἴδιος, ἔδειξε πῶς ἐφαρμόζεται στὴν πράξη αὐτὸ τὸ δόγμα, πὼς συμπεριφέρονται τόσο ὁ ἁγιογράφος ὅσο καὶ ὁ προσκυνητὴς τῶν ἱερῶν εἰκόνων.

2. Τὰ Libri Carolini καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης τοῦ 794

Libri Carolini

Γιὰ νὰ δοῦμε τὴν διαφορὰ μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως στὸ θέμα τῶν ἱερῶν εἰκόνων πρέπει νὰ ἀνατρέξουμε σὲ ἕνα κομβικὸ σημεῖο, στὸ πῶς ἀντέδρασε ὁ Καρλομάγνος στὴν ἀπόφαση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποῦ ἀποκατέστησε τὰ πράγματα στὸ θέμα τῆς τιμητικῆς καὶ ὄχι λατρευτικῆς προσκυνήσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Στὴν πραγματικότητα ὁ Καρλομάγνος ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εὐκαιρία αὐτὴ γιὰ νὰ στραφῆ ἐναντίον τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Παλαιᾶς καὶ Νέας Ρώμης) καὶ νὰ ὑλοποιήση τὰ δικά του σχέδια γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ φαίνεται τὸ πῶς συνδέεται στενὰ ἡ ἱστορία μὲ τὴν θεολογία.

Γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἱστορία ὅτι μετὰ τὴν μεταφορὰ τῆς Πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν Δύση στὴν Ἀνατολή, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Ρώμη στὸ μέρος ἐκεῖνο ποῦ βρισκόταν μιὰ μικρὴ πολίχνη μὲ τὴν ὀνομασία Βυζάντιο, ποῦ ἔγινε ἀπὸ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο καὶ ὀνομάσθηκε Νέα Ρώμη καὶ ἀργότερα Κωνσταντινούπολη, τὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἀποδυναμώθηκε σταδιακὰ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναπτυχθοῦν δύο βασικὰ κέντρα, τὸ ἕνα (θρησκευτικὸ) μὲ κέντρο τὸν Πάπα, καὶ μάλιστα ἱδρύθηκε καὶ τὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ, καὶ τὸ ἄλλο (πολιτικὸ) μὲ κέντρο τὸν Καρλομάγνο (Κάρολος Μέγας) καὶ τοὺς ἀπογόνους του.

Στὴν πραγματικότητα, ἀπὸ τὸν 6o αἰῶνα καὶ μετά, πολλὰ βαρβαρικὰ φῦλα κατέβαιναν ἀπὸ τὸν Βορρᾶ καὶ καταλάμβαναν τμήματα τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως οἱ Γότθοι, οἱ Βησιγότθοι, οἱ Ὀστρογότθοι, οἱ Βάνδαλοι, οἱ Λογγοβάρδοι, οἱ Φράγκοι καὶ κατέστρεφαν μνημεῖα πολιτισμοῦ, ἤτοι Ναοὺς καὶ Μοναστήρια, καὶ ἀφάνιζαν καὶ τὸν Ρωμαίϊκο-ὀρθόδοξο πληθυσμό. Οἱ Γότθοι, Βάνδαλοι, Λογγοβάρδοι ἦταν ἀρειανοί –ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου– ποῦ πίστευαν ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ ἄνθρωπος, τὸ πρῶτο κτίσμα καὶ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ οἱ Φράγκοι ἦταν μὲν τυπικὰ ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ στὴν οὐσία εἶχαν ἀναμείξει τὴν πίστη μὲ δεισιδαιμονίες, καὶ τὸ βασικότερο εἶχαν πολιτικὲς βλέψεις, ἀφοῦ ἤθελαν, ὅπως καὶ τὸ κατόρθωσαν, νὰ ἐπικρατήσουν στὴν Εὐρώπη. Ἔτσι, ὁ Καρλομάγνος μὲ συνεχεῖς πολέμους κυριάρχησε στὸ δυτικὸ τμῆμα, ἵδρυσε τὴν ἁγία Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους, καὶ ἀπέκτησε ἐπιρροὴ στὸν τότε Ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἀργότερα δὲ οἱ Φράγκοι ἐπέβαλαν Φράγκο Ἐπίσκοπο στὴν Ρώμη, ὁπότε εἰσῆλθε ἡ αἵρεση τοῦ Filioque στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ ἔτσι οἱ δυτικοὶ Χριστιανοὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία.

Αὐτὴ ἡ στάση τοῦ Καρλομάγνου, ποῦ ἀκόμη θεωρεῖται ὡς ὁ ἱδρυτὴς τῆς ἑνιαίας Εὐρώπης, εἶχε συνέπεια καὶ στὶς εἰκόνες. Στὴν πραγματικότητα ὁ Καρλομάγνος, ποῦ εἶχε βλέψεις στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, ἐκμεταλλεύθηκε τὴν εἰκονομαχικὴ ἔριδα, γιὰ νὰ ὑλοποιήση τὰ πολιτικά του σχέδια. Ἔτσι, προέβη σὲ δύο ἐνέργειες. Ἡ πρώτη ἦταν νὰ δώση ἐντολὴ στοὺς θεολόγους τοῦ νὰ ἀντικρούσουν τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπότε ἐγράφησαν τὰ λεγόμενα Libri Carolini. Καὶ ἡ δεύτερη ἦταν νὰ συγκαλέση στὴν Φραγκφούρτη τὸ 794 μ.Χ. Σύνοδο ἡ ὁποία καταδίκασε τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὑπάρχουν ἀναφορὲς στὰ δύο αὐτὰ θέματα σὲ βιβλία συγχρόνων ἑλλήνων ἐρευνητῶν, κυρίως στὰ κείμενα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ἀλλὰ θὰ δοῦμε τὸ τί γράφουν γι’ αὐτὰ μερικὰ δυτικὰ κείμενα. Εἶναι σημαντικὸ νὰ δοῦμε τὶς ἀπόψεις τῶν δυτικῶν ἱστορικῶν καὶ ἐρευνητῶν, ὥστε τὰ ὅσα θὰ ἀναλυθοῦν νὰ γίνουν δεκτὰ ἀπὸ ὅσους τυχὸν ἀμφιβάλλουν.

Libri Carolini

Τὰ Libri Carolini εἶναι τέσσερα βιβλία τὰ ὁποία συνετάγησαν στὴν αὐλὴ τοῦ Καρλομάγνου καὶ καταφέρονται ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Οἱ πράξεις τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐξετάσθηκαν προσεκτικὰ στὴν αὐλὴ τοῦ Καρλομάγνου «καὶ καταγράφηκε ἕνας κατάλογος σημείων στὰ ὁποία ὁ Καρλομάγνος ἐπιθυμοῦσε νὰ δώση μιὰ ἀπ' εὐθείας ἀντίκρουση αὐτὸς ὁ κατάλογος, προφανῶς ἴδιος μὲ τὶς ἀρχικὲς ἐπικεφαλίδες τῶν κεφαλαίων τῶν Libri Carolini στάλθητε στὸν Πάπα». Ὁ Πάπας Ἀδριανός, ὅμως, ὑπερασπίσθηκε τὴν Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴν ὁποία παρευρέθηκαν καὶ ἐκπρόσωποί του, ποῦ ὑπέγραψαν τὰ Πρακτικά.

Ἡ Ann Freeman ποῦ θεωρεῖται ὡς κορυφαία ἐρευνήτρια στὰ Libri Carolini ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ βιβλία αὐτὰ δὲν εἶναι πλαστὰ ἢ κατασκευασμένα, ὅπως ὑποστήριζαν μερικοί, ἀλλὰ αὐθεντικά. Βέβαια κάποιο χρονικὸ διάστημα ὑποστηριζόταν ἀπὸ Καθολικοὺς ὅτι ἦταν χαλκευμένα κείμενα ἀπὸ σύγχρονους Λουθηρανοὺς καὶ μερικοὶ προσπάθησαν νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι τὸ παρισινὸ χειρόγραφο ποῦ βρέθηκε τὸν 16ο αἰῶνα, ὅπως θὰ γραφὴ παρακάτω, ἦταν ἔργο ἑνὸς πλαστογράφου τοῦ 18ου αἰῶνος ποῦ εἶχε τελειοποιήσει τὸν τρόπο γραφῆς τῆς Καρολίγγειας περιόδου. Ὅμως, ὅπως ἡ ἴδια ἰσχυρίζεται, μετὰ τὸ 1865 ποῦ ἐπανακαλύφθηκε τὸ χειρόγραφο τοῦ Βατικανοῦ, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὸ πρωτότυπο τοῦ παρισινοῦ χειρογράφου, «κανεὶς δὲν ἔχει ἐπιχειρήσει νὰ ὑποστηρίξη ὀτι τὰ LC εἶναι πλαστὰ ἢ κατασκευασμένα. Εἶναι ἀποδεκτὸ ἀπὸ ὅλους ὅτι τὸ ἔργο ἀπορρέει ἀπὸ τὸν στενὸ κύκλο γύρω ἀπὸ τὸν Καρλομάγνο δηλαδὴ στὴν πράξη εἶναι προϊὸν τῆς ‘’Ἀκαδημίας’’ του». Στὴν συνέχεια ἡ ἴδια διερευνᾶ τὴν ταυτότητα τοῦ συγγραφέα καὶ καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι συγγραφέας τῶν βιβλίων αὐτῶν ἦταν ὁ Θεοντούλφ, ἕνας λόγιος βησιγοτθικὴς καταγωγῆς ποῦ βρισκόταν στὴν αὐλὴ τοῦ Καρλομάγνου, πρᾶγμα ποῦ ἔγινε ἀποδεκτὸ εὐρύτερα. Ὅπως ὑποστηρίζει ὁ John Contreni τὸ ἔργο αὐτὸ χρειάσθηκε γιὰ νὰ συνταχθῇ τρία χρόνια καὶ δὲν δημοσιοποιήθηκε ποτέ, μόνο ἡ δημοσίευσή του ἔγινε πρόσφατα ἀπὸ τὴν Ann Freeman.

Τὰ Libri Carolini, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Ann Freeman, ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης καὶ μετά, περιέπεσαν σὲ λήθη ἕως ὅτου στὰ μέσα τοῦ 16ου αἰῶνα ἀνακαλύφθηκαν σὲ Παρισινὸ χειρόγραφο σὲ ἕνα γαλλικὸ καθεδρικὸ ναὸ ἀπὸ τὸν Ζὰν ντὲ Τιγιὲ (Jean de Tillet) μετέπειτα ἐπίσκοπο τοῦ Meaux, ὁ ὁποῖος τὸ δημοσίευσε τὸ 1549 μὲ ψευδώνυμο. «Ἀμέσως οἱ Προτεστάντες ἅρπαξαν τὸ ἔργο ὡς μιὰ ἐντυπωσιακὴ πηγὴ ὑποστήριξης τῆς ἀντίθεσής τους πρὸς τὶς εἰκόνες, κυρίως ὁ Καλβίνος, ὁ ὁποῖος παρέπεμψε σὲ αὐτὸ σὲ ὅλες τὶς ἐκδόσεις τῶν Institutes τοῦ ποῦ ἐξέδωσε στὴν Γενεύη. Κυκλοφόρησε μεταξὺ τῶν Προτεσταντῶν οὐμανιστῶν». Ἔτσι, οἱ Καθολικοὶ ἀπέρριψαν τὰ Libri Carolini, ἐνῷ οἱ Προτεστάντες τὰ ἀποδέχονταν.

Τὰ Libri Carolini ἀρχίζουν ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀρχίζει τὸ ἔργο τοῦ ἐπιφανεστάτου καὶ ἐνδοξοτάτου Καρόλου, μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ βασιλιᾶ τῶν Φράγκων, τῶν Γαλατῶν, τῆς Γερμανίας κλπ. ἐναντίον τῆς Συνόδου ἡ ὁποία σὲ Γραικικὰ μέρη διακήρυξε σταθερὰ καὶ περήφανα ὑπὲρ τῆς λατρείας (adorandis) τῶν εἰκόνων». Εἶναι περίεργο ποῦ τὰ Libri Carolini κάνουν λόγο γιὰ ὅτι ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφάσισε γιὰ τὴν λατρεία τῶν ἱερῶν εἰκόνων, γιατί πουθενὰ δὲν ὑπάρχει στὰ Πρακτικὰ τῆς αὐτὴ ἡ λέξη (λατρεία), ἀντίθετα γινόταν διάκριση μεταξὺ τιμητικῆς προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ ἀληθινῆς λατρείας ποῦ ἀποδίδεται μόνον στὴν θεία Φύση, ὅπως εἴδαμε πιὸ πάνω.

Ἐπίσης, στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Libri Carolini κατηγορεῖται ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὅτι δῆθεν εἶπε: «ὅπως ἀκριβῶς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου περνᾶνε ἀπὸ γεννήματα τῆς γῆς σὲ ἕνα ἐπιφανὲς μυστήριο, τὸ ἴδιο καὶ οἱ εἰκόνες, φτιαγμένες μὲ δεξιότητα τοῦ τεχνίτη, περνᾶνε στὸ σεβασμὸ τῶν προσώπων τὴν εἰκόνα τῶν ὁποίων φέρουν». Ὅπως ἐπισημαίνεται, «αὐτὸ δὲν εἰπώθηκε οὔτε διδάχθηκε ποτὲ στὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας, ἐνῷ κάτι παραπλήσιο μὲ αὐτὸ διακηρύχθηκε στὴ σύνοδο τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 754 (ποῦ ἦταν ἡ Σύνοδος τῶν εἰκονομάχων). Οἱ ἀκριβεῖς λέξεις ποῦ παρατίθενται δὲν ἐμφανίζονται στὶς πράξεις οὔτε τῆς μιᾶς οὔτε τῆς ἄλλης συνόδου. Πάντως, ἡ ὑπολανθάνουσα ἰδέα ἐκφράσθηκε καθαρὰ ἀπὸ τὴν εἰκονομαχικὴ σύνοδο τοῦ 754 καὶ ἀπορρίφθηκε ἐξ’ ἴσου καθαρὰ ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη σύνοδο τοῦ 787». Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἔγινε πλαστογράφηση καὶ ἀλλοίωση τῶν Πρακτικῶν γιὰ νὰ εἶναι εὐάλωτα σὲ ἀρνητικὴ κριτική.

Ἡ Καθηγήτρια τοῦ Boston College Willemien Otten στὸ συλλογικὸ ἔργο, μὲ ἐπιμελήτρια τὴν Irena Backus, «Ἡ πρόσληψη τῶν Πατέρων τῆς ἐκκλησίας στὴν δύση ἀπὸ τοὺς Καρολίγγειους ἕως τοὺς Maurists» λέγει ὅτι στὴν Καρολίγγεια περίοδο «βρίσκει κάποιος μιὰ ἐκπληκτικὴ ἄγνοια ὁρισμένων σημαντικῶν πατερικῶν συγγραφέων». Ἔτσι, «τὰ Libri Carolini ἀπορρίπτουν τὴν μαρτυρία τοῦ Καππαδόκη Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας Γρηγορίου Νύσσης, ἁπλῶς ἐπειδὴ τὰ γραπτά του εἶναι ἄγνωστα σὲ αὐτούς, καὶ συνεπῶς τὰ θεωροῦν ἄσχετα».

Τὰ Libri Carolini διαιροῦνται σὲ τέσσερα βιβλία. «Ἡ κεντρικὴ σκέψη στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τοῦ ἔργου τονίζει τὴν ἀνάγκη ἑνότητας στὴν Ἐκκλησία. Οἱ Καρολίγγειοι θεωροῦν τὴν εἰκονόφιλη στάση τοῦ Βυζαντίου ἀπειλὴ κατ’ αὐτῆς τῆς ἑνότητας καὶ τοὺς ἑαυτούς τους ὑπεύθυνους γιὰ τὴν προστασία της. Εἶναι σημαντικὸ ὅτι τὰ Libri Carolini ἀντιμετωπίζουν ὄχι μόνον τὴν δεύτερη Σύνοδο τῆς Νικαίας τοῦ 787, ποῦ διακήρυξε τὴν λατρεία (τὴν προσκύνηση) τῶν εἰκόνων, ἀλλὰ καὶ τὴν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινούπολης τοῦ 754, ἡ ὁποία ἀπέρριψε τὸν σεβασμὸ πρὸς τὶς εἰκόνες ὡς εἰδωλολατρική. Ἀπορρίπτοντας τόσο τὴν εἰκονόφιλη ὅσο καὶ τὴν εἰκονομαχικὴ θέση, τὰ Libri Carolini ἐπέλεξαν μιὰ ἀμυντικὴ στρατηγικὴ στὴν ὁποία ἡ ἑνότητα τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας κρίνεται ἀνάλογα μὲ τὸ κατὰ πόσο ἀκολουθεῖται μιὰ μέση ὁδός». Τὰ Libri Carolini ὑποστήριζαν τὴν ἄποψη ὅτι «καθόριζαν μιὰ μέση ὁδό, μεταξὺ τῶν δύο ἄκρων: τῆς ὁλικῆς καταστροφῆς (εἰκονομαχία) καὶ τῆς χονδροειδοῦς λατρείας (εἰκονοφιλία) τὰ ὁποία ἀντιπροσώπευαν οἱ δύο σύνοδοι τοῦ 754 καὶ τοῦ 787».

Ἀφοῦ ἐγράφησαν τὰ βιβλία αὐτά, καὶ προετοιμάσθηκε στὴν αὐλὴ τοῦ Καρλομάγνου ὅλο τὸ σκεπτικὸ ἐναντίον τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ παρανοήσεις καὶ παραποιήσεις-ἀλλοιώσεις καὶ μὲ σαφεῖς πολιτικὲς σκοπιμότητες, στὴν συνέχεια ὁ Καρλομάγνος συγκάλεσε στὴν Φραγκφούρτη, τὸ 794, μιὰ Σύνοδο ἡ ὁποία καταδίκασε τὴν Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καί, βεβαίως, καταδίκασε τὶς ἀποφάσεις της γιὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Θὰ δοῦμε μερικὰ χαρακτηριστικὰ σημεῖα αὐτῆς τῆς Συνόδου.

Ὅπως γράφει ἡ Καθολικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια «ἡ Σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης τὸ 794 ἐπίσημα καταδικάζει τὴν Δεύτερη Σύνοδο τῆς Νικαίας ἐπιδεικνύοντας ταυτόχρονα ὅτι παρανοεῖ ἐντελῶς τὴν ἀπόφαση τῆς Νικαίας. Ἡ οὐσία τῆς ἀπόφασης τῆς Φραγκφούρτης βρίσκεται στὸ δεύτερο κανόνα της: " Ἔχει τεθῇ τὸ ἐρώτημα σχετικὰ μὲ τὴν ἑπομένη Σύνοδο τῶν Γραικῶν ἡ ὁποία διεξήχθη στὴν Κωνσταντινούπολη (σημείωση τῆς Καθολικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας "οἱ Φράγκοι δὲν γνωρίζουν κὰν ποῦ διεξήχθη ἡ Σύνοδος τὴν ὁποία καταδικάζουν", ἀφοῦ συνεκλήθη στὴν Νίκαια), ἀναφορικὰ μὲ τὴν λατρεία τῶν εἰκόνων, στὴν ὁποία σύνοδο γράφεται ὅτι ὅσοι δὲν ἀπονέμουν λατρεία στὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων ἴση μὲ αὐτὴν ποῦ ἀπονέμουν στὴν Ἁγία Τριάδα θὰ ἀναθεματίζονται. Ἀλλὰ οἱ ἁγιότατοι Πατέρες μας τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα παρατέθηκαν πιὸ πάνω ἀρνοῦνται τὴν λατρεία καὶ καταφρονοῦν καὶ καταδικάζουν αὐτὴν τὴν σύνοδο», ἐννοεῖται ἡ Σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης.

Ἡ Judith Herrin παρατηρεῖ ὅτι τὸ 794 στὴν Φραγκφούρτη «οἱ ἐκκλησίες τῆς ἐπικράτειας τοῦ Καρόλου πέτυχαν τὴν αὐτονομία ἡ ὁποία τὶς χώρισε τόσο ἀπὸ τὴ Ρώμη ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν προσυπέγραψαν τὰ Libri Carolini καταδίκασαν καὶ τὴν Σύνοδο τοῦ 787 καὶ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Πάπα Ἀδριανοῦ πρὸς αὐτήν, καὶ ἔτσι κέρδισαν στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα μιὰ φωνὴ κριτικὴ γιὰ τὴν παπωσύνη, ἂν καὶ ἀκόμη μὲ σεβασμὸ πρὸς τὴν Πέτρεια ἐξουσία».

Δὲν διασώζονται τὰ πλήρη Πρακτικὰ τῆς Συνόδου τῆς Φραγκφούρτης τοῦ 794, ἀλλὰ ἀπὸ διάφορα ἄλλα διασωθέντα κείμενα μποροῦμε νὰ συνάγουμε μερικὲς σημαντικὲς πληροφορίες. Ἀπὸ αὐτὰ «εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ Κάρολος εἶχε ἡγετικὸ ρόλο. Συγκάλεσε καὶ προήδρευσε στὴν συνάντηση, ἡ ὁποία φαίνεται νὰ περιελάμβανε ἀντιπροσώπους ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐπισκόπους στὶς ἀπόμακρες περιφέρειές τους, συμπεριλαμβανομένων αὐτῶν ἀπὸ τὴν Ἀκουηλία καὶ δύο παπικῶν ἐκπροσώπων ποῦ ἔστειλε ὁ Ἀδριανός. Αὐτοὶ οἱ Κληρικοὶ συναντιόνταν χωριστὰ στὴν μεγάλη αἴθουσα τοῦ Παλατιοῦ στὴν Φραγκφούρτη καὶ ὁ Κάρολος τοὺς ἔβαζε νὰ ἀκούσουν τὴν διακήρυξη τοῦ Ἔλιπαντ γιὰ τὸν Adoptionsim (Μιὰ ἀπὸ τὶς αἰτίες τῆς σύγκλησης τῆς Συνόδου ἦταν ἡ καταδίκη τοῦ ἀdoptionsim, αἵρεσης ποῦ ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Χριστὸς «υἱοθετήθηκε» ἀπὸ τὸν Θεὸ) καὶ νὰ τὴν συζητήσουν. Ὁ ἴδιος δὲν ἐξέφερε κρίση. Τὰ Libri Carolini διαβάστηκαν πιθανῶς κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ἔτσι ὥστε οἱ φραγκικὲς ἀντιρρήσεις ἀπέναντι τόσο τὴν veneration (λατρεία) τῶν εἰκόνων ὅσο καὶ στὴν καταστροφή τους, καθὼς καὶ διάφορα ἄλλα ζητήματα, νὰ γίνουν δημοσίως γνωστά».

Στὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης ὄχι μόνον καταδικάσθηκαν οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ ὁ χαρακτῆρας τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Συνόδου, ὁπότε τὴν ἐξέλαβαν ὡς Τοπικὴ Σύνοδο. Οἱ Φράγκοι ἀνέπτυξαν μιὰ θεωρία ποῦ ἦταν ἀντίθετη μὲ τὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ποῦ καθορίσθηκε ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, περὶ τῆς πενταρχίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διοικεῖται συνοδικῶς ἀπὸ τοὺς πέντε Θρόνους (Παλαιᾶς Ρώμης, Νέας Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων). Ἡ νέα θεωρία ποῦ ἀνέπτυξε ἡ Σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης «ὑποστήριζε ὅτι ὑπῆρχαν δυὸ κρίσιμες πλευρὲς σὲ μιὰ ἀληθινὰ οἰκουμενικὴ σύναξη: ἡ πρώτη ἦταν ἡ συγκατάθεση ὅλων τῶν Χριστιανῶν (μιὰ ὁριζόντια συναίνεση), ἡ δεύτερη ἦταν ἡ συνέχεια μὲ τὶς προηγούμενες συνόδους, τῶν διαβουλεύσεων, παραδόσεων, καὶ κανόνων τους (κάθετη συναίνεση). Σὲ κανένα ἀπὸ τὰ δύο δὲν ἱκανοποιοῦσε τὰ κριτήρια τῆς οἰκουμενικότητας ἡ Σύνοδος τοῦ 787, διότι δὲν εἶχε διαβουλευθῇ μὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες γιὰ τὸ ζήτημα τῆς veneration (λατρείας) τῶν εἰκόνων, οὔτε εἶχε διατηρήσει τὶς ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων συνόδων».

Ὁ Chris Murray συνοψίζει γιὰ τὸ ποιά τελικὰ ἦταν ἡ Καρολίγγεια ἄποψη γιὰ «τὴν θρησκευτικὴ εἰκονιστικὴ τέχνη». «Οἱ εἰκόνες εἶναι ὑποδεέστερες ἀπὸ τὴν γλῶσσα ὡς μέθοδος διατύπωσης καὶ μετάδοσης τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης, ἀλλὰ εἶναι χρήσιμες γιὰ τὴν διδασκαλία τῶν ἀγραμμάτων. Οἱ εἰκόνες εἶναι ἐπίσης χρήσιμες ὡς τρόπος ἀπεικόνισης καὶ ἑορτασμοῦ σημαντικῶν γενονότων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τοῦ βίου τῶν ἁγίων. Οἱ εἰκόνες στολίζουν καὶ ὀμορφαίνουν τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Οἱ εἰκόνες δὲν πρέπει νὰ λατρεύονται, ἀλλὰ εἶναι ἀποδεκτὲς καὶ τιμῶνται ἐπειδὴ βοηθοῦν νὰ φέρνουν στὴν μνήμη τὶς ἀλήθειες τῆς θρησκείας. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ καταστραφοῦν».

Σαφέστατα ἐδῶ τίθεται ἡ λογικὴ ὡς κέντρο γνώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ θεωρεῖται ὅτι ἡ ἀρτιότερη γνώση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ διανόηση-λογική, καθὼς ἐπίσης ὅτι οἱ εἰκόνες εἶναι ἁπλῶς ἡ διδασκαλία τῶν ἀγραμμάτων. Προφανῶς οἱ ἐγγράμματοι, οἱ θεολόγοι, δὲν ἔχουν ἀνάγκη τῆς παρουσίας τῶν εἰκόνων καὶ φυσικὰ σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση οἱ εἰκόνες ἁπλῶς στολίζουν τοὺς Ἱεροὺς Ναούς. Ἀπορρίπτεται, δηλαδή, ὅλη ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν εἰκόνων περὶ τῆς τιμῆς ποῦ ἀνάγεται στὸ πρωτότυπο. Ἀπὸ ἐδῶ ἀρχίζει ὁ φραγκολατινικὸς σχολαστικισμὸς καὶ ἀργότερα ὁ προτεσταντικὸς εὐσεβισμός.

Ἡ Judith Herrin παρατηρεῖ ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Φραγκφούρτης τὸ 794 δημιούργησε ἄλλα δεδομένα στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Τελικά, οἱ Φράγκοι δὲν διαφώνησαν μόνον γιὰ τὶς εἰκόνες, ἀφοῦ δὲν κατάλαβαν ἢ ἐνσυνείδητα παραποίησαν, τὴν ἀπόφαση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ εἰκόνων, ἀλλὰ διαφώνησαν καὶ γιὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ὁποία σχετίζονται μὲ τὴν Σύνοδο αὐτή. Διαφώνησαν «ἰδιαίτερα μὲ τοὺς ἰσχυρισμοὺς γιὰ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία καὶ γιὰ τὴν ἀνάρρηση τοῦ Ταρασίου (στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο) ἀπὸ λαϊκό. Τὸ ὅτι οἱ ἀνατολικοὶ αὐτοκράτορες "βασίλευαν ἐν Θεῷ" καὶ προήδρευαν τῆς Συνόδου μὲ ἐξουσία ἴση μὲ αὐτὴν τῶν ἀποστόλων ("ἰσαπόστολος") ἀποτελοῦσε ἀπαράδεκτη ἀλαζονεία γιὰ τὴ δύση. Ὁ ρόλος τοῦ Καρόλου ὡς "ὑπερασπιστῆ τῆς ἐκκλησίας" ἀποτελοῦσε μιὰ πιὸ ταιριαστὴ σεμνότητα. Γινόταν ἐπίθεση στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ὅρους πολὺ ὅμοιους μὲ αὐτοὺς ποῦ χρησιμοποιοῦσε ὁ Ἰσίδωρος Σεβίλης (ὡς ἄντρο αἱρέσεων), ἐνῷ τὸ βασίλειο τῶν Φράγκων ἐξυμνεῖτο ὡς αὐτὸ ποῦ ἦταν προικισμένο μὲ ὅλες τὶς χριστιανικὲς ἀρετές. Ἡ αἴσθηση μιᾶς καινούργιας χριστιανικῆς πρακτικῆς στὴν Εὐρώπη προβαλλόταν σὲ κοντρὰστ μὲ τὴν παγανιστικὴ δεισιδαιμονία ἄψυχων ἀντικειμένων τὴν ὁποία ἀκολουθοῦσε ἡ ἀνατολή».

Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ παραδείγματος τοῦ Ταρασίου, ποῦ ἀνέβηκε στὸν θρόνο ἀπὸ λαϊκός, δὲν εἶναι εὔστοχη, γιατί ὁ Καρλομάγνος αὐτὸ τὸ ἔπραττε συχνά, ἀφοῦ «πολλοὶ λαϊκοὶ διορίζονταν σὲ ὑψηλὰ Ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα στὴν Δύση, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καρλομάγνο», γι’ αὐτὸ καὶ «οἱ ἀμφισβητήσεις γιὰ τὴν ἀκαταλληλότητα τοῦ Ταρασίου ἦταν ἀρκετὰ ἀμυδρές». Μὲ ὅλα αὐτά, ὅπως ὑποστηρίζει ἡ Judith Herrin, «ἡ φραγκοσύνη καθιέρωσε ἕνα ρῆγμα ὄχι μόνο μεταξὺ Δύσης καὶ Ἀνατολῆς, ἀλλὰ καὶ μέσα στὴν Δύση. Διότι ὁ διαχωρισμὸς τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ Καρόλου, ἐνθαρρυμένες ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς ἀνεξάρτητης Βησιγοτθικὴς πρακτικῆς καὶ θεωρίας (στὴν Ἱσπανία) μείωσε ἐπίσης τὸν ἔλεγχο τῆς Ρώμης ἐπὶ τῆς Δύσεως. Ἡ Σύνοδος στάθηκε μάρτυς τοῦ τέλους μιᾶς ἐποχῆς παπικῆς ἡγεμονίας στὶς δυτικὲς ἐκκλησίες. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ὕστερα, οἱ φράγκοι ἡγεμόνες υἱοθέτησαν μιὰ λιγότερη καὶ περισσότερη αὐταρχικὰ σχέση μὲ τὴν παπωσύνη. Εἶχαν ἀνακαλύψει μιὰ αὐτονομία ἡ ὁποία θὰ καθόριζε τὶς μεταγενέστερες χριστιανικὲς ἐξελίξεις στὴν Εὐρώπη».

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Καρλομάγνος μὲ τὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης καὶ τὴν καταδίκη τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔκανε μιὰ ἰδιαίτερη πρακτική, δηλαδὴ καταδίκασε τὴν Ζ' Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ἔτσι αὐτονομήθηκε τόσο ἀπὸ τὸν Πάπα ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο Αὐτοκράτορα. Ἀκόμη, καθιέρωσε νὰ ἀποκαλοῦνται οἱ Ὀρθόδοξοι Ρωμαῖοι ὡς Γραικοί, τοὺς θεώρησε αἱρετικούς, καὶ τέθηκαν τὰ βάθρα γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς λεγομένης ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Γερμανικοῦ ἔθνους. Ἀργότερα, ὅταν οἱ Φράγκοι τὸ 1009 κατέλαβαν καὶ τὸν παπικὸ θρόνο, τότε καὶ ἡ Παλαιὰ Ρώμη ἀποκαμακρύνθηκε ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ filioque.

Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι μέχρι τὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τὸ 794 οἱ Φράγκοι ἀποκαλοῦσαν τὴν Αὐτοκρατορία Ρωμαϊκή. Στὰ Libri Carolini γιὰ τελευταία φορὰ μνημόνευαν τὴν αὐτοκρατορία ὡς Imrerium Romanum. Ἔκτοτε, κυρίως ἀπὸ τὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης, ἔγινε ἡ πλαστογραφία καὶ οἱ Φράγκοι χρησιμοποιοῦν γιὰ πρώτη φορὰ τὰ ὀνόματα Graeci καὶ Graecia, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ εἰδωλολάτρου καὶ τοῦ αἱρετικοῦ. Ἀργότερα, οἱ συνεχιστὲς τῆς φραγκικῆς αὐτῆς νοοτροπίας ἀντικατέστησαν τὸ «Γραικὸς» μὲ τὸ «Βυζαντινὸς» καὶ τὸ «αἱρετικὸς» μὲ τὴν «ἀλλαγὴν Πολιτισμοῦ».. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τότε ἐγράφησαν διάφορα βιβλία μὲ τίτλο: Condra errores Graecorum (κατὰ τῶν αἱρέσεων τῶν Γραικῶν). Μὲ αὐτὴν τὴν ἐσκεμμένη πλαστογραφία τῶν ὀνομάτων διαφοροποιήθηκε ἡ πολιτισμικὴ παράδοση τοῦ δυτικοῦ τμήματος ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ποῦ φθάνει μέχρι τὶς ἡμέρες μας.

Πάντως, κατὰ τὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης ὁ Πάπας μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἀντέδρασαν στὶς ἀποφάσεις της καὶ ἀντέκρουσαν τὰ Libri Carolini, ἀλλὰ ὁ Καρλομάγνος ἐπέβαλε τὶς ἀπόψεις του στὴν περιφέρεια ποῦ κυριαρχοῦσε. Φαίνεται περίτρανα ὅτι ἐνεργοῦσε σκόπιμα, γιατί ἤθελε νὰ κατοχυρώση τὴν κυριαρχία του σὲ Δύση καὶ Ἀνατολή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο παραποίησε τὰ Πρακτικὰ τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, χαρακτήρισε τοὺς Ὀρθοδόξους Ρωμαίους ὡς αἱρετικοὺς γραικούς. Ἡ πολιτική του σκοπιμότητα εἶναι πασιφανής.

Β μέρος: Ἡ εἰκόνα στὴν ὀρθόδοξη καὶ τὴν δυτικὴ παράδοση (Β')

  • Προβολές: 3374