Skip to main content

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ὡς χῶρος ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου (Α')

Ἂν κάποιος θέλη νὰ ζήση τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ νὰ μάθη τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, πρέπει νὰ εἰσέλθη στὴν λατρευτική της ζωὴ μὲ ταπείνωση καὶ εὐλάβεια. Εἶναι γνωστὸν ὅτι στὸ Ἅγιον Ὅρος ἔχουν μεγάλες ἀκολουθίες καὶ οἱ μοναχοὶ διήρεσαν τὸ εἰκοσιτετράωρο σὲ τρεὶς περιόδους, ἤτοι ὀκτὼ καὶ περισσότερες ὧρες προσευχὴ τὴν ἡμέρα στὸν Ναό, περίπου ὀκτὼ ὧρες παραμονὴ στὸ κελλὶ γιὰ κανόνα, ἀνάγνωση καὶ ξεκούραση, καὶ ὀκτὼ ὧρες στὸ διακόνημα, τὸ ὁποῖο γίνεται μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς προσευχῆς.

Μέσα στὸν Ναὸ οἱ μοναχοὶ περνοῦν πολλὲς ὧρες τὴν ἡμέρα, στὴν πραγματικότητα παραμένουν τὸ μεγαλύτερο χρονικὸ διάστημα τῆς ζωῆς τους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες ἔχουν συχνὰ καὶ ὁλονύκτιες ἀκολουθίες-ἀγρυπνίες- τὶς ὁποῖες ἀγαποῦν πολύ. Θυμᾶμαι ὅτι, ὅταν πῆγα κάποτε σὲ κάποια Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, συνάντησα τοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι χαρούμενοι. Καὶ στὴν σχετικὴ ἐρώτησή μου γιὰ τὸ ποῦ ὀφειλόταν αὐτὴ ἡ ψυχικὴ εὐφορία, μοῦ ἀπάντησαν ὅτι τὸ βράδυ εἶχαν ἀγρυπνία. Ἡ ἀγρυπνία εἶναι τὸ πνευματικὸ γλέντι τοῦ μοναχοῦ.

Κάποτε ἕνας προσκυνητὴς ρώτησε ἕναν ἁγιορείτη μοναχό, γιατί οἱ μοναχοὶ παραμένουν τόσες ὧρες μέσα στὸν Ναὸ καὶ χάνουν τὸν χρόνο τους. Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι ὁμοιάζουν μὲ ἔμβρυα. Ὅπως τὸ ἔμβρυο κάθεται μέσα στὴν μήτρα τῆς μητέρας του γιὰ ἐννέα μῆνες, χωρὶς νὰ κάνη τίποτε, ἀλλὰ μεγαλώνει ἕως ὅτου ἔλθη ἡ ὥρα νὰ γεννηθῇ, ἔτσι καὶ αὐτοὶ παραμένουν μέσα στὴν λατρευτικὴ μήτρα τῆς Ἐκκλησίας ἕως ὅτου κάποια μέρα ἀναγεννηθοῦν πνευματικά, ἢ ἕως ὅτου ἔλθη ἡ ἡμέρα νὰ φύγουν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ὁδηγηθοῦν στὴν πραγματικὴ πατρίδα, τὸν οὐρανό. Δὲν εἶναι χαμένος χρόνος, ἀλλὰ δημιουργικὸς γιὰ τὴν γέννησή τους στὸ αἰώνιο.

Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ δείχνει ὅτι μέσα στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνεται κανεὶς τὴν θαλπωρὴ καὶ τὴν ζεστασιὰ τῆς μητέρας Ἐκκλησίας καὶ χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεται ὡριμάζει πνευματικὰ καὶ κάποτε γεννιέται ἐκκλησιαστικά. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τρία εἶναι τὰ στοιχεῖα κάθε θρησκείας, ἤτοι ἡ πίστη, ἡ λατρεία καὶ τὸ ἦθος, καὶ ἐπιδιώκεται αὐτὰ νὰ εἶναι ἑνωμένα μεταξύ τους. Ἡ πίστη ἀναφέρεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο νοεῖται ὁ Θεὸς κάθε θρησκείας, ἡ λατρεία εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐκφράζεται ὁ σεβασμὸς τῶν πιστῶν στὸν συγκεκριμένο Θεὸ καὶ τὸ ἦθος ἀναφέρεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο προσαρμόζεται ἡ ζωὴ καὶ ἡ κοινωνία στὶς ἐπιταγὲς τοῦ συγκεκριμένου Θεοῦ.

Αὐτὰ τὰ τρία γνωρίσματα συναντῶνται καὶ στὸν Χριστιανισμό, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι θρησκεία, ὅπως νοεῖται ἡ θρησκεία στὰ ἄλλα θρησκεύματα, ἀλλὰ Ἐκκλησία καὶ ἔχει πραγματική, προσωπικὴ κοινωνία καὶ σχέση μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ αὐτὸ μεταμορφώνει ὅλη τὴν ὕπαρξή του καὶ ἔτσι διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὶς ἄλλες θρησκεῖες ὡς πρὸς τὴν πίστη, τὴν λατρεία καὶ τὸ ἦθος.

Στὴν συνέχεια θὰ ἀναπτυχθοῦν τέσσερα χαρακτηριστικὰ σημεῖα γιὰ τὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῶν μελῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ αὐτὸ θὰ προσδιορίση καὶ τὴν διαφορὰ τῆς μὲ ἄλλες Θρησκεῖες καὶ θρησκευτικὲς παραδόσεις, ἤτοι ὁ ὀρθόδοξος Ναός, ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, ἡ λειτουργικὴ καὶ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἔσω τῆς καρδίας ἄνθρωπος, ὅπου γίνεται ἡ νοερὰ λατρεία.

1. Ὁ ὀρθόδοξος Ναός

Ἡ λατρεία τελεῖται μέσα σὲ ἕναν συγκεκριμένο χῶρο, ποῦ λέγεται Ναός. Ἡ λέξη ναὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ναίω καὶ δηλώνει κατοικῶ, ὁπότε ὁ Ναὸς σημαίνει τὸν χῶρο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο κατοικεῖ ὁ Θεός. Μὲ τὴν φράση κατοικεῖ ὁ Θεὸς δηλώνουμε τὸν χῶρο ἐκεῖνο στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἐκδηλώνει τὴν ἐνέργειά Τοῦ, ὅπου οἱ πιστοὶ μετέχουν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ὁ Ναὸς λέγεται καὶ Ἐκκλησία γιατί ἐκεῖ συναθροίζεται ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία, ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ σῶμα, ὁ Χριστὸς καὶ τὰ μέλη τοῦ Σώματός Τοῦ, καὶ συναντῶνται πραγματικὰ καὶ ὄχι ἰδεατά. Γι’ αὐτὸ ἡ φράση «πηγαίνω στὸν Ναὸ» ταυτίζεται ἐννοιολογικὰ μὲ τὴν φράση «πηγαίνω στὴν Ἐκκλησία». Καὶ ἡ πραγματικὴ σύναξη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ὀρθόδοξος Ναός

Ὁ ὀρθόδοξος Ναὸς ἔχει διαμορφωθῇ βάσει τῆς σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου καὶ τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος. Ὅπως εἶναι γνωστόν, ὁ τρόπος κατασκευῆς τῆς σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου ἔγινε μὲ ὑπόδειξη τοῦ Μωϋσέως, ὕστερα ἀπὸ τὴν θεοπτία ποῦ εἶχε στὸ ὅρος Σινᾶ, δηλαδὴ ἦταν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ποῦ δόθηκε στὸν Μωϋσή, κατὰ τὴν θεοπτικὴ ἐμπειρία τοῦ τελευταίου. Ὁ Μωϋσὴς εἰσῆλθε στὸν γνόφο, γνώρισε τὴν ἄκτιστη πραγματικότητα καὶ στὴν συνέχεια μετέφερε αὐτὴν τὴν ἐμπειρία μὲ κτιστὰ εἰκονίσματα. Νὰ σκεφθοῦμε ὅτι ὁ λαὸς ἦταν στὶς ὑπώρειες τοῦ Σινᾶ, ὁ Ἀαρῶν ἀνέβηκε μέχρις ἑνὸς σημείου, ἀλλὰ ὁ Μωϋσὴς εἰσῆλθε στὸν γνόφο (Ἔξοδος, κέφ. ἰθ' καὶ κ').

Ἡ σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου καὶ ὁ Ναὸς δημιουργήθηκαν μέσα σὲ αὐτὴν τὴν διάταξη, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του. Γράφει: «Εἶχε μὲν οὔν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ἅγιον κοσμικόν». Στὸ πρῶτο μέρος τῆς σκηνῆς, ποῦ λεγόταν ἅγια, ὑπῆρχαν ἡ λυχνία, ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεση τῶν ἄρτων. Μετὰ ἀπὸ τὸ δεύτερο καταπέτασμα ἦταν τὸ δεύτερο μέρος τῆς σκηνῆς, ποῦ λεγόταν «ἅγια ἁγίων» καὶ εἶχε μέσα τὸ χρυσοῦν θυμιατήριο καὶ τὴν κιβωτὸ τῆς Διαθήκης, ἡ ὁποία ἦταν σκεπασμένη ἀπὸ χρυσάφι, μέσα στὴν ὁποία ὑπῆρχε ἡ χρυσῆ στάμνα μὲ τὸ μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρῶν καὶ οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης. Στὸ πρῶτο μέρος τῆς σκηνῆς εἰσέρχονταν μόνον οἱ Ἱερεῖς ποῦ ἐπιτελοῦσαν τὶς ἱεροτελεστίες, ἐνῷ στὸ δεύτερο μέρος τῆς σκηνῆς εἰσερχόταν ὁ Ἀρχιερεὺς «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ».

Ἡ διάταξη τῆς σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου ἔγινε κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸν γιὰ νὰ δηλωθῇ ὅτι ἡ πρώτη σκηνὴ συμβολίζει τὶς θυσίες καὶ τὰ δῶρα ποῦ προσφέρονται στὸν Θεὸ καὶ τὰ ὁποία ἀναφέρονται στὶς καθάρσεις, ἐνῷ στὴν δεύτερη σκηνή, τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ποῦ εἶναι μεγαλύτερη καὶ τελειότερη, εἰσῆλθε ὁ Χριστός, πρσφέροντας θυσία μὲ τὸ αἷμα Τοῦ, τὸ ὁποῖο καθαρίζει τὴν συνείδησή μας ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἔργα ποῦ ὁδηγοῦν στὸν θάνατο, «εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι» (Ἐβρ. ἡ', 1-14). Ἡ λατρεία τοῦ ζῶντος Θεοῦ γίνεται στὰ ἅγια τῶν ἁγίων.

Τελικά, ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ, τῶν Ἱερέων καὶ ἡ ἐμπειρία τοῦ Μωϋσέως μέσα στὸν γνόφο ἔγιναν πρότυπο γιὰ τὴν σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου καὶ αὐτὴ χρησιμοποιήθηκε ὡς πρότυπο γιὰ νὰ κτισθῇ ὁ περίφημος Ναὸς τοῦ Σολομῶντος. Παρατηρῶντας τὸ σχεδιάγραμμα τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομῶντος βλέπουμε ὅτι στὸ κέντρο, ὄχι στὸ μέσον, θὰ λέγαμε στὸν πυρῆνα του, ἦταν τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ τὸ ἱερό, ὅπου εἰσερχόταν μιὰ φορὰ ὁ Ἀρχιερεὺς τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὁ χῶρος ποῦ περιέβαλλε τὰ ἅγια τῶν ἁγίων ἦταν ἡ αὐλὴ τῶν ἱερέων, ὅπου ὑπῆρχε τὸ θυσιαστήριο καὶ ὁ χάλκινος νιπτήρ. Ὁ ἀμέσως εὐρύτερος χῶρος ὀνομαζόταν αὐλὴ τοῦ Ἰσραήλ, μὲ τὸν ἰδιαίτερο χῶρο γιὰ τὶς γυναῖκες. Καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὸν ποῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὴν ὡραία πύλη ὑπῆρχεν ἡ αὐλὴ τῶν ἐθνῶν. Δηλαδή, οἱ Ἑβραῖοι εἰσέρχονταν στὸν Ναό, ἀνάλογα μὲ τὴν θέση ποῦ εἶχαν στὴν ἰουδαϊκὴ κοινότητα.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ Παναγία εἰσῆλθε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἔζησε ἐκεῖ γιὰ δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, μὲ τὴν τροφὴ ποῦ λάμβανε ἀπὸ τὸν ἄγγελο, κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, δείχνει τὰ θαυμαστὰ γεγονότα ποῦ ἔζησε ἡ Παναγία στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Διῆλθε τὸν χῶρο τῶν Ἰσραηλιτῶν, τὸν χῶρο τῶν Ἱερέων καὶ εἰσῆλθε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων.

Αὐτό, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων μας, ἰδίως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, δηλώνει ὅτι ἡ Παναγία εἰσῆλθε στὴν θέωση, καὶ τρεφόταν ἀπὸ τὴν οὐράνια τροφή, ποῦ εἶναι ἡ ἄκτιστη Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός. Μάλιστα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἑρμηνεύει τὴν ζωὴ τῆς Παναγίας μέσα στὸν Ναὸ ὡς τύπο τοῦ ἡσυχαστοῦ, ποῦ ζοῦσε ἡσυχαστικά, προσευχόταν νοερά, ἀφοῦ ὁ νοὺς τῆς ἀνέβηκε μέχρι τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔφθασε στὴν θέωση. Ἡ διαίρεση αὐτὴ τοῦ ἑβραϊκοῦ Ναοῦ χρησιμοποιήθηκε ἀναλογικῶς καὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀπαρτισθῇ ὁ ὀρθόδοξος Ναός, ποῦ διαιρεῖται στὸν Νάρθηκα, τὸν κυρίως Ναὸ καὶ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Στὸν Νάρθηκα παραμένουν οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ μετανοοῦντες, στὸν κυρίως Ναὸ προσεύχονται οἱ πιστοὶ καὶ στὸ Ἱερὸ Βῆμα εἰσέρχονται οἱ Κληρικοί.

Αὐτὸ τὸ βλέπουμε κατὰ τὴν Προηγιασμένη θεία Λειτουργία. Στὴν θεία αὐτὴ Λειτουργία συμμετέχουν οἱ πιστοί, καὶ λέγονται πιστοὶ γιατί ἔχουν τὴν πίστη ἐκ θεωρίας, καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν πίστη ἐξ ἀκοῆς. Ἀντίθετα, οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ πρὸς τὸ φώτισμα ἀποχωροῦν ἀπὸ τὴν θεία Λειτουργία μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Ἱερεὺς προτρέπει τοὺς κατηχουμένους νὰ ἀπέλθουν ἀπὸ τὸν Ναό. «Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οἱ κατηχούμενοι προέλθετε». Ἔπειτα, προτρέπονται νὰ ἀπέλθουν καὶ ὅσοι ἑτοιμάζονται νὰ βαπτισθοῦν, δηλαδὴ οἱ πορευόμενοι πρὸς τὸ φώτισμα, ἀφοῦ τὸ ἅγιο Βάπτισμα λέγεται φώτισμα. Ἡ προτροπὴ εἶναι: «ὅσοι πρὸς τὸ φώτισμα προέλθετε».

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς κατηχήσεως οἱ κατηχούμενοι μάθαιναν νὰ καθαρίζουν τὴν καρδιά τους ἀπὸ τὰ πάθη. Μὲ τὸ Βάπτισμα ἀποκτοῦσαν τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, ποῦ λέγεται φώτισμα. Ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ φωτισμοῦ τοῦ νοῦ γινόταν μὲ τὸ Χρῖσμα, γι’ αὐτὸ στὰ λατινικὰ τὸ χρῖσμα λέγεται confirmatio-ἐπιβεβαίωση. Στὴν συνέχεια προχωροῦσαν στὴν μετάληψη τῆς θείας Κοινωνίας, μὲ τὴν ὁποία γεύονταν τὴν θέωση.

Αὐτὸ τὸ βλέπουμε πολὺ χαρακτηριστικὰ στὸν ζ' Κανόνα τῆς Β' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ γράφει:

«Τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τὴ τρίτη ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε βαπτίζομεν αὐτούς».

Δηλαδή: «Τὴν πρώτη μέρα τοὺς κάνουμε Χριστιανούς, τὴν δεύτερη κατηχουμένους ἔπειτα τὴν τρίτη τοὺς ἐξορκίζομε φυσῶντας ταυτόχρονα τρεὶς φορὲς στὸ πρόσωπό τους καὶ στ’ ἀφτιά τους, καὶ ἔτσι τοὺς κατηχοῦμε καὶ τοὺς κάνουμε νὰ περιμένουν στὴν ἐκκλησία πολὺ καιρὸ καὶ ν’ ἀκοῦνε τὶς Γραφὲς καὶ τότε τοὺς βαφτίζουμε».

Αὐτὴ ἡ διάταξη σημαίνει ὅτι προκειμένου κανεὶς νὰ βαπτισθῇ διερχόταν ἀπὸ διαδοχικὲς καθάρσεις, ἀφοῦ ἡ κατήχηση στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία δὲν ἦταν μιὰ ἁπλὴ διδασκαλία, ἀλλὰ μιὰ ὁλόκληρη θεραπευτικὴ ἀγωγή, μὲ τὴν ὁποία καθαριζόταν ἡ καρδιὰ καὶ φωτιζόταν ὁ νοὺς τοῦ ἀνθρώπου. Τοὺς κατέτασσαν στὴν τάξη τῶν κατηχουμένων, τοὺς μάθαιναν πῶς νὰ πολεμοῦν τὸν διάβολο στὸν χῶρο τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν, τοὺς συνιστοῦσαν νὰ παραμένουν στὸν Ναὸ μέχρι τὸ Ἀποστολικὸ καὶ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα καὶ τὸ κήρυγμα ποῦ ἀκολουθοῦσε, καὶ στὸν κατάλληλο καιρό, ὅταν εἶχαν ὡριμάσει πνευματικά, τοὺς βάπτιζαν.

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στὶς Κατηχήσεις του ἀναφέρεται σὲ αὐτό. Στὴν προκατήχησή του στοὺς φωτιζομένους λέγει: «Ὀνοματογραφία τέως ὑμῖν γέγονε, καὶ στρατείας κλῆσις». Τοὺς συνιστᾶ νὰ προετοιμάζωνται κατάλληλα: «Καιρὸς ἐξομολογήσεως ὁ παρών. Ἐξομολόγησαι τὰ πεπραγμένα, τὰ ἐν λόγῳ, τὰ ἐν ἔργῳ, τὰ ἐν νυκτί, τὰ ἐν ἡμέρᾳ... Σχόλασον εἰς τοὺς ἐπορκισμοὺς παρέδρευε ταὶς κατηχήσεσιν, καὶ μέμνησο τῶν λεχθησομένων... Πᾶσαν μέριμναν ἀνθρωπίνην ἐξάλειψον ἀπὸ σοῦ... εἰς προσευχὰς ἕτοιμος ἔσο. Δεῖξον ἐν ἀσκήσει τῆς καρδίας σου τὸ νενευρωμένον. Καθάρισόν σου τὸ ἄγγος, ἵνα πλείονα δέξη τὴν Χάριν».

Μαζὶ μὲ τοὺς κατηχουμένους ἀποχωροῦσαν ἀπὸ τὸν Ναὸ καὶ οἱ μετανοοῦντες, δηλαδὴ οἱ Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι ποῦ διέπρατταν κάποια ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἔνδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει φωτισμένο νοῦ, γιατί ἐὰν τὸν εἶχε φωτισμένο δὲν θὰ ἀρνεῖτο τὸν Χριστό, μὲ τὴν διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι ἡ ἁμαρτία εἶναι, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὑστέρηση τῆς δόξης, τῆς λαμπρότητος τοῦ Φωτὸς τοῦ Θεοῦ. «Πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρώμ. γ', 23).

Ὁ Μ. Βασίλειος κανονίζει νὰ περνοῦν οἱ μετανοοῦντες μέσα ἀπὸ διάφορα στάδια μετάνοιας, ὥστε νὰ διαπιστωθῇ ἡ μετάνοιά τους. Ἄλλωστε, ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μιὰ διανοητικὴ καὶ συναισθηματικὴ κατάσταση, ἀλλὰ μιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπῆρχαν τὰ ἑξῆς στάδια μετανοούντων: οἱ προσκλαίοντες, ποῦ ὄφειλαν νὰ παραμένουν ἔξω ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ Ναοῦ ἐξομολογούμενοι τὴν ἁμαρτία τοὺς καὶ νὰ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς εἰσερχομένους νὰ προσευχηθοῦν γι’ αὐτοὺς οἱ ἀκροώμενοι τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα, ποῦ ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸν Ναὸ μαζὶ μὲ τοὺς κατηχουμένους οἱ ὑποπίπτοντες ποῦ προσεύχονταν γονατιστοὶ καὶ ἐξέρχονταν τοῦ Ναοῦ μαζὶ μὲ τοὺς κατηχουμένους οἱ συνιστάμενοι οἱ ὁποῖοι παρέμεναν μαζὶ μὲ τοὺς πιστοὺς μέχρι τὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, χωρὶς ὅμως νὰ κοινωνοῦν τῶν Τιμίων Δώρων καὶ τέλος οἱ κοινωνοῦντες τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μετανοοῦντες παρέμειναν σὲ αὐτὲς τὶς κατηγορίες διαδοχικὰ καὶ σὲ κατάλληλο χρονικὸ διάστημα.

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀρχαία συνήθεια, τὴν ὁποία συναντᾶμε σὲ Κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου, φαίνεται ὅτι ἡ μετάνοια τῶν πιστῶν συνδέεται μὲ τὴν παρουσία τους μέσα στὸν Ἱερὸ Ναό, κατὰ τὴν θεία Λειτουργία, καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ μετάνοια συναισθηματική, ἀτομική, ἀλλὰ πνευματικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα μετέχει στὴν μετάνοια τῶν Χριστιανῶν. Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ δοῦμε καὶ τὸν καθορισμὸ τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὡς περιόδου μετανοίας καὶ προσευχῆς.

Ἡ ὅλη διάρθρωση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ διάφορες κατηγορίες Χριστιανῶν θὰ παρευρίσκονταν στὴν θεία Λειτουργία. Ἂν διαβάση κανεὶς προσεκτικὰ τὶς εὐχὲς τοῦ Ἱερέως, ὅπως τὶς ἔχει συνθέσει ὁ Μ. Βασίλειος, θὰ διαπιστώση ὅτι ἡ εἴσοδος τοῦ Ἱερέως στὸ Ἱερὸ Βῆμα γιὰ νὰ τελέση τὴν θεία Λειτουργία ὁμοιάζει μὲ τὴν ἄνοδο τοῦ Μωϋσέως στὸ ὅρος Σινᾶ: «ἵνα ἀκατακρίτως στάντες ἐνώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου, προσάγωμέν σοι θυσίαν αἰνέσεως». «Ὁ στήσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σοῦ κατ' ἐνώπιον τῆς δόξης σοῦ λειτουργεῖν τὴν ἀναίμακτον θυσίαν». Τὸ ἴδιο φαίνεται καὶ στὶς εὐχὲς στὴν θεία Λειτουργία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Ὑπῆρχε, ὅμως, περίοδος κατὰ τὴν ὁποία ἐκκοσμικεύθηκαν οἱ Χριστιανοί, χάθηκαν αὐτὰ τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὁπότε εἰσέρχονταν μέσα στὸν Ἱερὸ Ναὸ ὅλοι οἱ βαπτισμένοι, ἀνεξάρτητα, ἂν ἦταν μετανοοῦντες διαφόρων βαθμῶν ἢ ἀμετανόητοι. Αὐτὸς φαίνεται εἶναι ὁ λόγος ποῦ ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση αὐτὴν τὴν κατάσταση ἔκανε τρεὶς ἀλλαγές. Ἡ πρώτη ἀλλαγὴ εἶναι ὅτι ἀπαγόρευσε ὄχι μόνον στὶς γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄνδρες, χωρὶς εὐλογία, νὰ εἰσέρχωνται στὸ Ἱερὸ Βῆμα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει στὸ Μέγα Εὐχολόγιο εἰδικὴ εὐχὴ ποῦ διαβάζεται ἀπὸ τοῦ Ἀρχιερεῖς «Εἰς τὸν εἰσερχόμενον εἰς διακονίαν ἐκκλησιαστικήν».

Ἡ δεύτερη ἀλλαγή, ὅπως λέγει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, εἶναι ὅτι ὕψωσε τὰ τέμπλα τῶν Ἱερῶν Ναῶν, ὥστε οἱ εὑρισκόμενοι στὸν Ναὸ νὰ μὴ βλέπουν μὲ τὰ μάτια τους αὐτὰ ποῦ γίνονται μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Στοὺς παλαιότερους Ἱεροὺς Ναοὺς δὲν ὑπῆρχαν τέμπλα καὶ δὲν ὑπῆρχε διαχωριστικὸς τοῖχος μεταξὺ τοῦ χώρου ποῦ βρίσκονταν οἱ πιστοὶ καὶ τοῦ χώρου τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἀλλὰ μόνον μερικὰ κολονάκια καὶ χαμηλὲς εἰκόνες μὲ τὰ Βήλα, δηλαδὴ ἕνα μικρὸ καταπέτασμα. Ἔτσι ὑπῆρχε ἕνα χώρισμα, ἀλλὰ ὑπῆρχε ὀπτικὴ θέα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποῦ στὸν κυρίως Ναὸ εἰσέρχονταν καὶ οἱ κατηχούμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ μετανοοῦντες, χωρὶς νὰ περνοῦν τὰ διαδοχικὰ στάδια μετανοίας, ὅπως τὰ εἴδαμε πιὸ πάνω, ἡ Ἐκκλησία ἀνύψωσε τὰ τέμπλα, μέχρι σχεδὸν τὴν ὀροφὴ τοῦ Ναοῦ, γιὰ νὰ κρύψη ἀπὸ τὰ μάτια τῶν Χριστιανῶν ὅλα ὅσα θὰ τελοῦνταν στὸ Ἱερὸ Βῆμα.

Ἡ τρίτη ἀλλαγή, ποῦ συνδέεται μὲ τὴν ἐκκοσμίκευση τῶν Χριστιανῶν, εἶναι ἡ καθιέρωση τῆς μυστικῆς ἀναγνώσεως τῶν εὐχῶν τῆς λατρείας. Στὴν χειρόγραφη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔντυπη παράδοση φαίνεται καθαρὰ ὅτι ἄλλοτε ὁ Ἱερεὺς ἀπαγγέλλει τὶς εὐχὲς ἐκφώνως, ὅπως γίνεται μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καὶ τὶς ἀκροτελεύτιες ἐκφωνήσεις, ἄλλοτε μυστικῶς ἢ χθαμαλὴ τὴ φωνὴ γιὰ νὰ ἀκοῦνε μόνον οἱ συλλειτουργοῦντες Κληρικοί.

Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὰ ὅσα γράφει ὁ ἱερὸς Νικόλαος Καβάσιλας στὴν ἑρμηνεία του «Εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν» γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Διακρίνει σαφῶς τὶς δεήσεις τοῦ Διακόνου ἀπὸ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς ἐκφωνήσεις τοῦ Ἱερέως. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου «εὔξασθαι μὲν κελεύει τὸ πλῆθος ὁ διάκονος», ἀλλὰ «εὔχεται δὲ αὐτὸς ὁ ἱερεὺς ἔνδον καθ' ἑαυτὸν ἠσυχὴ τὰς εὐχὰς ἐκείνων ὑπὸ τοῦ Θεοῦ προσδεχθῆναι». Ὁ λαός, ὕστερα ἀπὸ τὴν προτροπὴ τοῦ Διακόνου, προσεύχεται στὸν Θεὸ καὶ ὁ Ἱερεὺς εὔχεται στὸν Θεὸ «ἔνδον καθ' ἑαυτὸν ἠσυχή», ἤτοι προσεύχεται μόνος του μέσα στὸ ἱερὸ Βῆμα σιωπηλῶς γιὰ νὰ γίνουν δεκτὲς οἱ προσευχὲς τῶν παρευρισκομένων. Μόλις τελειώση τὶς δεήσεις ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἱερεὺς τὶς εὐχές, τότε ὁ Ἱερεὺς «τὸν Θεὸν δοξολογήσας μεγάλη βοή, κοινωνοὺς καὶ αὐτοὺς τῆς δοξολογίας λαμβάνει». Οἱ προσευχὲς τοῦ Ἱερέως ἐναλλάσσονται μεταξὺ τῆς δοξολογίας ποῦ ἐκφωνεῖται δυνατά («δοξολογίαν ἀναβοήσας»), «μετὰ τοῦ πλήθους», «κατὰ τὸ εἰωθὸς» καὶ τῆς «ἐφ' ἑαυτοῦ» προσευχῆς «καὶ τοῦ πλήθους».

Κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς κεφαλοκλισίας πρὸ τῆς ἐκφωνήσεως «τὰ ἅγια τοὶς ἁγίοις», γράφει ὁ ἱερὸς Νικόλαος Καβάσιλας: «Πάντων δὲ κλινόντων τὰς κεφαλάς, ὁ ἱερεὺς ἐφ' ἑαυτοῦ τὼ Θεῷ χάριτας τῆς τῶν ὄντων δημιουργίας ὁμολογήσας εὔχεται τὰ συμφέροντα πᾶσι... Εἶτα δοξολογίαν προσθεὶς εἰς ἐπήκοον τοῦ περιεστῶτος πλήθους, ὑμνεῖ τὴν παναγίαν Τριάδα» καὶ ἀφοῦ λάβει κοινωνοὺς τῆς δοξολογίας τοὺς πιστούς, «εἶτα πάλιν εἰς ἑαυτὸν ἐπιστρέφει καὶ ἠσυχὴ καθ' ἑαυτὸν εὔχεται».

Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειωθῇ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται πάντοτε ἐπιστημονικά. Δηλαδή, δὲν προσεύχεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ νὰ δίνη στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματική του κατάσταση. Ἄλλη εἶναι ἡ δέηση τοῦ Ἱερέως γιὰ τοὺς πιστούς, ποῦ βρίσκονται στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση, ἄλλη εἶναι ἡ δέηση γιὰ τοὺς κατηχουμένους καὶ φωτιζομένους, ὥστε νὰ καθαρισθοῦν καὶ νὰ βαπτισθοῦν, ἄλλη εἶναι ἡ δέηση γιὰ τοὺς ἁγίους, ἄλλη εἶναι ἡ δέηση γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἄλλη εἶναι ἡ δέηση γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ ἄλλη εἶναι ἡ δέηση γιὰ τοὺς αἱρετικοὺς ὥστε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἐκκλησία.

Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ πρέπει νὰ δοῦμε τὸ γιατί ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ὅπως ὑποστηρίζει καὶ πάλι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλοι νὰ ἀκοῦμε τὶς ἴδιες προσευχές, γιατί εἶναι διαφορετικὴ ἡ πνευματικὴ κατάσταση κάθε ἀνθρώπου. Οἱ πιστοὶ πιστεύουν ὀρθόδοξα στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ οἱ αἱρετικοί, ποῦ ἔχουν πεπλανημένη διδασκαλία, πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἀληθινὴ πίστη γιὰ νὰ ἐνταχθοῦν στὴν κοινότητα τῶν προσευχομένων Ὀρθοδόξων.

Ἑπομένως, ἡ διάταξη καὶ ἡ διάρθρωση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ συνδέεται πολὺ στενὰ μὲ τὸ ὅλο συνοδικὸ καὶ ἱεραρχικὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει σχέση τόσο μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τῶν Χριστιανῶν, ὅσο καὶ μὲ τὴν ἰδιαίτερη θέση καὶ διακονία τους στὴν Ἐκκλησία.

2. Ἡ ἁγιογράφηση τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ

Ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴν προοπτικὴ ποῦ εἴδαμε μέχρι τώρα, ἁγιογράφησε καὶ τοὺς Ἱεροὺς Ναούς, ποῦ σημαίνει ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἁγιογραφήσεως τῶν Ἱερῶν Ναῶν εἶναι καθαρὰ θεολογικός, καὶ ὁ κάθε ἁγιογράφος δὲν αὐτοσχεδιάζει καὶ δὲν αὐθαιρετεῖ, δὲν κάνει ὅ,τι θέλει καὶ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Ἔχει καθορισθῇ ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τί ἁγιογραφεῖται σὲ κάθε μέρος τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καὶ ποιός εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἁγιογραφίας.

Στὸν Νάρθηκα τοποθετοῦνται οἱ φιλόσοφοι τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἰδίως ἀπὸ τὸν 16ον αἰῶνα καὶ μετά, γιατί ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ δείξη ὅτι εἶχαν ψήγματα ἀληθείας, δηλαδὴ δὲν βρίσκονταν στὸ ἴδιο ἐπίπεδο θεογνωσίας μὲ τοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ εἶχαν τὸν λεγόμενο «σπερματικὸν λόγον», ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος, ὁ μάρτυς καὶ φιλόσοφος, στὴν β' ἀπολογία του.

Δευτέρα Παρουσία

Στὸν διαχωρισμὸ μεταξὺ τοῦ Νάρθηκος καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ ἁγιογραφεῖται ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ γίνη μιὰ ἀνάλυση αὐτῆς τῆς εἰκόνος ἐπειδὴ παρουσιάζει τὴν οὐσία τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἔπρεπε οἱ κατηχούμενοι νὰ μάθουν ποιός εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Ἐκκλησίας, ποιό εἶναι τὸ ἔργο της καὶ τί σημαίνει Παράδεισος καὶ Κόλαση.

Στὴν κορυφὴ τῆς παραστάσεως βρίσκεται ὁ ἔνθρονος Χριστὸς καὶ πέριξ Αὐτοῦ οἱ δώδεκα θρόνοι τῶν Ἀποστόλων, ἀφοῦ αὐτοὶ θὰ κρίνουν τὸν κόσμο. Ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ ἐξέρχεται τὸ θεῖο Φῶς ποῦ φωτίζει τοὺς δικαίους ἀνθρώπους, ποῦ σημαίνει ὅτι αὐτοὶ ἀπέκτησαν πνευματικὸ ὀφθαλμὸ καὶ βλέπουν τὸν Θεὸ ὡς Φῶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ ἐκπορεύεται τὸ πύρ, ποῦ κατακαίει τοὺς ἀμετανοήτους ἁμαρτωλούς, ἐπειδὴ δὲν ἀπέκτησαν πνευματικὸ ὀφθαλμό, ὁ νοὺς τοὺς ἦταν σκοτεινός. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τόσο τὸ Φῶς ὅσο καὶ τὸ πὺρ εἶναι ἄκτιστα. Δὲν εἶναι τὸ Φῶς ἄκτιστο καὶ τὸ πὺρ κτιστό.

Οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ μετανοοῦντες πρέπει νὰ βλέπουν αὐτὴν τὴν παράσταση γιὰ νὰ καταλάβουν τὸν σκοπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ποῦ ἀποβλέπει στὴν κάθαρση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐκκλησία δὲν «κόβει» εἰσιτήρια γιὰ τὸν Παράδεισο, ἀλλὰ προετοιμάζει τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς θεραπεύει, ὥστε, ὅταν θὰ δοὺν τὸν Θεό, ὁ Θεὸς νὰ γίνη Παράδεισος-Φῶς καὶ ὄχι Κόλαση-πύρ. Οἱ εἰσερχόμενοι ἐντὸς τοῦ Ναοῦ ἔπρεπε νὰ βλέπουν αὐτὴν τὴν διπλῆ ἰδιότητα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ποῦ φωτίζει καὶ κατακαίει, ὅπως καὶ τὸ κτιστὸ φῶς ἔχει τὴν φωτιστικὴ ἐνέργεια καὶ τὴν καυστικὴ ἐνέργεια. Ὁπότε, ὁ Παράδεισος καὶ ἡ Κόλαση δὲν ὑφίστανται ἐξ ἐπόψεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὑφίστανται ἐξ ἐπόψεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀμετάνοητοι θὰ δοὺν τὸν Θεὸ ὡς πύρ, ἐνῷ οἱ δίκαιοι θὰ δοὺν τὸν Θεὸ ὡς Φῶς.

Μιὰ ἀντιπαραβολὴ τῆς ὀρθοδόξου εἰκόνος τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν δυτικὴ εἰκόνα τῆς κρίσεως ἐντοπίζει τὴν διαφορὰ μεταξὺ τῆς ὀρθοδόξου καὶ δυτικῆς θεολογίας. Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸ παπικὸ παρεκκλήσι Καπέλα Σιξτίνα, τὴν ὁποία ζωγράφισε ὁ διάσημος ζωγράφος τῆς Ἀναγεννήσεως Μιχαὴλ Ἄγγελος, δημιουργεῖ φόβο. Εἶναι μιὰ ἐπίγεια καὶ κοσμικὴ παράσταση, ποῦ παρουσιάζει τὸν Χριστὸ ὡς ἕναν «πρωταθλητὴ» ποῦ σηκώνει μὲ ὀργὴ τὸ χέρι Τοῦ καὶ ὅλη ἡ δεξιὰ πλευρὰ τῆς παραστάσεως ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν κίνηση τοῦ ἀπειλητικοῦ καὶ φοβεροῦ χεριοῦ τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ποῦ ἦταν ἁγιογράφος, ἑρμήνευσε μέσα ἀπὸ τὰ κριτήρια τῆς ὀρθοδόξου ζωῆς τὶς ζωγραφιές, ἀλλὰ καὶ τὴν παράσταση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὸ παπικὸ παρεκκλήσι Καπέλα Σιξτίνα. Γράφει: «ἡ ψυχὴ δὲν διατίθεται καθόλου γιὰ προσευχή, ἀλλὰ μόνον γιὰ διαφόρους καλλιτεχνικοὺς καὶ φιλοσοφικοὺς στοχασμούς». Εἰδικὰ γιὰ τὴν παράσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς Κριτοῦ, ἔγραψε: «Λὲς καὶ εἶναι κάποιος ‘’πρωταθλητὴς’’ ποῦ ἐκσφενδονίζει στὴν ἄβυσσο τοῦ ἅδη ὅλους ἐκείνους ποῦ τόλμησαν νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν. Ἡ χειρονομία του εἶναι ‘’ἐκδικητικη’’, ὠμή...Καί εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ὁ αὐθεντικὰ εὐαγγελικὸς Χριστός».

Ἔπειτα, ὁ κυρίως Ναός, ποῦ εἶναι ὁ χῶρος γιὰ τοὺς πιστούς, ἁγιογραφεῖται μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ δείξη τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἄθροισμα ἀνθρώπων γιὰ νὰ λύσουν κάποια προβλήματα, ἔστω καὶ ψυχολογικὰ καὶ πνευματικά, ἀλλὰ ἡ κοινωνία τους μὲ τὸν Θεό.

Στὸν τροῦλλο, ποῦ μᾶς ὑπενθυμίζει τὸν οὐράνιο χῶρο, ἁγιογραφεῖται ὁ Παντοκράτωρ, ποῦ εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κρατᾶ μὲ τὸ ἀριστερὸ Τοῦ χέρι τὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἐφαρμόζουμε στὴν ζωή μας καὶ μὲ τὸ δεξιὸ Τοῦ χέρι εὐλογεῖ τοὺς πιστούς. Ὁ Χριστὸς εἰκονίζεται αὐστηρὸς καὶ ἱλαρός, καὶ ὁμοιάζει μὲ τὸν Πατέρα, ἐπειδὴ εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ Χριστοῦ βλέπουμε τὸν Πατέρα, κατὰ τὸν λόγο Τοῦ «ὁ ἐωρακῶς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα» (Ἰωάν. ἰγ', 9). Πέριξ τοῦ Παντοκράτορος εἶναι οἱ χοροὶ τῶν ἀγγέλων καὶ σὲ ἄλλο κύκλο ὁ χορὸς τῶν Προφητῶν. Στὰ τέσσερα σφαιρικὰ τρίγωνα τοῦ τρούλλου εἰκονίζονται οἱ τέσσερεις εὐαγγελιστές, ποῦ συνέγραψαν τὰ Εὐαγγέλια.

Στὴν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ποῦ συνδέει τὸν τροῦλλο μὲ τὸν κυρίως Ναό, ἁγιογραφεῖται ἡ Παναγία, ποῦ κρατᾶ στὴν ἀγκάλη της τὸν Χριστὸ καὶ τὴν περιστοιχίζουν οἱ ἄγγελοι. Ἡ Παναγία εἶναι «ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». Κάτω καὶ πέριξ τῆς Ἁγίας Τραπέζης εἶναι ὁ λειτουργικὸς κύκλος, ἀφοῦ ἁγιογραφοῦνται οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες. Ὅλη αὐτὴ ἡ παράσταση μαζὶ μὲ τὴν εἰκογράφηση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου δείχνει τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, στὴν ὁποία συμμετέχουν οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ Ἅγιοι. Αὐτὸ μᾶς δείχνει τί εἶναι ἡ θεία Λειτουργία, καὶ ποιοὶ συμμετέχουν σὲ αὐτήν.

Στὸν κυρίως Ναὸ ἁγιογραφοῦνται σκηνὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ διάφοροι ἅγιοι. Πρόκειται γιὰ τὴν εἰκογράφηση ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, ποῦ ἀποτελεῖται ἀπὸ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους, ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους, Κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, Πατέρες καὶ Μάρτυρες. Ἔτσι, στὸν εἰκονογραφημένο Ναὸ συμπλέκονται οἱ Ἅγιοι μὲ τοὺς ἀνθρώπους, γιατί μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, οὐράνια καὶ ἐπίγεια.

Ἡ τεχνοτροπία τῆς βυζαντινῆς τέχνης παρουσιάζει τὴν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Οἱ Ἅγιοι βρίσκονται μέσα στὸ ἄκτιστο Φῶς, γιατί ὁ κάμπος πολλὲς φορὲς εἶναι χρυσίζων, ἀλλὰ τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τοὺς Ἁγίους, εἶναι μέσα τους. Ἐπειδὴ οἱ Ἅγιοι εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποῦ σημαίνει ταυτόχρονα εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ Φῶς αὐτὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα στοὺς Ἁγίους. Καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὴν μεταμόρφωση τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ φωτοστέφανο ποῦ περιβάλλει τὶς κεφαλές τους, ποῦ σημαίνει ὅτι οἱ Ἅγιοι βλέπουν τὸ ἄκτιστο Φῶς, ποῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὶς βυζαντινὲς ἁγιογραφίες δὲν ὑπάρχει καμμιὰ σκιά, γιατί τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ δὲν φωτίζει τοὺς Ἁγίους ἀπὸ ἔξω, ἀλλὰ ἐξέρχεται μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά τους καὶ τὸ σῶμα τους. Καὶ τὸ σῶμα εἶναι μεταμορφωμένο.

Ἀλλὰ καὶ ἡ ψαλμωδία ποῦ ἀκούγεται μέσα στοὺς ὀρθοδόξους Ναούς, ποῦ εἶναι ἡ λεγομένη βυζαντινὴ μουσική, ἔγινε ἀπὸ τοὺς Πατέρες κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ κατανύσση τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν βοηθήση νὰ προσεύχεται, καὶ ὄχι νὰ τὸν καταπλήξη. Εἶναι ψαλμωδία τῆς καρδιᾶς, τῆς κατανύξεως, ποῦ βοηθᾶ στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ. Μπορεῖ κανεὶς στὸν Ἱερὸ Ναό, ἀκούγοντας τὴν γνήσια βυζαντινὴ μουσική, νὰ κάνη καὶ τὴν νοερὰ λατρεία. Ἡ δυτικὴ μουσικὴ εἶναι συναισθηματικὴ καὶ ἐρωτικὴ μουσική, ἐνῷ ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι κατανυκτική, ποῦ ὁδηγεῖ στὴν μετάνοια.

(συνεχίζεται στὸ ἑπόμενο: Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ὡς χῶρος ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου (B'))

  • Προβολές: 3223