Skip to main content

Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: «Ὁ σφυγμὸς τοῦ Ἁγίου Ὅρους»

Δημοσιεύεται κατωτέρω ἡ εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου στὴν παρουσίαση τοῦ πολύτομου ἔργου τοῦ Γέροντος Μωϋσῆ τοῦ Ἁγιορείτου μὲ τίτλο «Μέγα Γεροντικὸ ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος», στὴν αἴθουσα τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου «Παρνασσός», 7-2-2012. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο, τὸ ἔργο παρουσίασαν ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου Ἁγίου Ὅρους π. Μεθόδιος, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ὁ Ἱερομόναχος π. Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, καὶ ὁ Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φλωρίνης π. Ἰουστῖνος Μπαρδάκας. Τὴν ἐκδήλωση τίμησε μὲ τὴν παρουσία του καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμὸ ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμος.

«Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών τού εικοστού αιώνος», «Παρνασσός», 7-2-2012.

Ἔχω γράψει πολλὲς φορὲς σὲ βιβλία καὶ ἔχω μιλήσει σὲ διάφορα ἀκροατήρια γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ τὴν ζωή του, ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ ἕως τὴν δύση. Σὲ μιὰ ὁμιλία μου καὶ συζήτηση ποὺ ἔγινε σὲ Ὀρθοδόξους φοιτητὲς καὶ ἐπιστήμονες στὴν Δαμασκὸ τῆς Συρίας καὶ κράτησε περίπου μιὰ ὁλόκληρη μέρα (9 ὧρες) στὸ τέλος κάποιος ἀραβόφωνος Ὀρθόδοξος εἶπε μὲ δυνατὴ φωνή: «Μᾶς μέθυσες ἀπὸ τὸ κρασὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους». Πράγματι, τὸ Ἅγιον Ὅρος διαθέτει ἕνα δυνατὸ κρασί, ἄκρατον οἶνον, ἀνέδειξε μοναχοὺς ποὺ ἦταν μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν νηφάλια μέθη καὶ γι’ αὐτὸ ὡς μεθυσμένος μπορεῖ κανεὶς νὰ γράψη, νὰ μιλήση καὶ νὰ ἀκούση γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος.

Σὲ ἕνα ἄλλο τριήμερο σεμινάριο στὴν Τακόμα τοῦ Σιὰτλ τῆς Ἀμερικῆς ἄκουσαν γιὰ τρεῖς ἡμέρες περίπου 200-300 προσήλυτοι στὴν Ὀρθοδοξία γιὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ μὲ ἐνδιαφέρον, προσευχὴ καὶ κατάνυξη, σὲ συσχετισμὸ μὲ τὴν σύγχρονη ζωὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ εἶπαν ὅτι ὀσφράνθηκαν τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Παντοῦ ὁ λόγος περὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους προκαλεῖ ἐνδιαφέρον καὶ προσευχή.

Ἡ συγγραφὴ τοῦ τρίτομου ἔργου τοῦ π. Μωϋσῆ μὲ τίτλο «Μέγα Γεροντικὸ ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος» μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀγάπη μου γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος ποὺ γνώρισα καὶ τὴν σημασία του γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γενικότερα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, γιατί παρουσιάζει ἕναν τρόπο ζωῆς ποὺ εἶναι δυσεύρετος. Γιὰ νὰ καταλάβη κανεὶς τὸ Ἅγιον Ὅρος χρειάζεται νὰ τὸ προσεγγίση μὲ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς, μὲ τὸν ἔσω ἄνθρωπο, τὴν ὁρμὴ τοῦ πνεύματος, γιατί τὸ φῶς του εἶναι τόσο δυνατὸ ποὺ τυφλώνει τὸν ἄρρωστο ὀφθαλμὸ καὶ ἡ ἀκοὴ τόσο ἰσχυρὴ ποὺ σπάζει τὰ τύμπανα, τὰ ὁποία εἶναι συνηθισμένα νὰ ἀκοῦνε συμβατικὲς φωνές.

1. Ἡ προσωπική μου προσέγγιση τοῦ Ἁγίου Ὅρους

Ἄκουγα γενικὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος ἀπὸ τὴν μικρή μου παιδικὴ ἡλικία, ἀφοῦ ὁ πατέρας μου πρὶν παντρευτῇ εἶχε ἰσχυρὰ ἐπιθυμία νὰ μονάση στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἔκτοτε ζοῦσε συνεχῶς μὲ τὴν ἀναφορά του σὲ αὐτό. Διάβαζε βιβλία ποὺ ἐξέφραζαν τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ τὴν ἁγιορείτικη ζωὴ καὶ μᾶς μεγάλωσε μὲ ἁγιασμένες διδασκαλίες καὶ ἱστορίες ἀσκητῶν. Ἀπὸ μικρὸς γνώρισα ἕναν ἁγιορείτη Μοναχὸ ποὺ μόναζε στὰ Ζαγοροχώρια, τὸν π. Ἰάκωβο Βολοδῆμο, ποὺ μοῦ μίλησε πρώτη φορὰ γιὰ τὴν εὐχή.

Τὴν δεκαετία τοῦ ’60 γνώρισα προσωπικὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἡ προετοιμασία μου ἔγινε στὸ Πανεπιστήμιο μὲ τὴν ἐκμάθηση τῆς παλαιογραφίας, δηλαδὴ διδάχθηκα νὰ διαβάζω τοὺς κώδικες μὲ τὰ βιβλικὰ καὶ πατερικὰ κείμενα. Μὲ αὐτὸ τὸ κίνητρο ἐξωτερικά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καρδιακή μου ἀναζήτηση πλησίασα τὸ Ἅγιον Ὅρος γιὰ νὰ μελετήσω μαζὶ μὲ ὁμάδα συμφοιτητῶν μου καὶ Καθηγητῶν στὶς Βιβλιοθῆκες τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους, μόλις εἶχε γιορτασθῆ ἡ χιλιετηρίδα τοῦ (1963), καὶ τότε ὑπῆρχαν κοσμικοὶ ἄνθρωποι ποὺ περιέγραφαν τὶς γιορτὲς ἐκεῖνες ὡς τὸν ἐπιθανάτιο ρόγχο του. Ὅμως τὸ Ἅγιον Ὅρος δὲν πεθαίνει εὔκολα, γιατί διαθέτει ἄλλους ρυθμούς, καὶ τότε ποὺ φαίνεται ὅτι τελειώνει στὴν πραγματικότητα τελειοῦται, ἀνασταίνεται καὶ ζωογονεῖται.

Πλησίασα τὸ Ἅγιον Ὅρος ἕνα πρωϊνό –βαθὺ ὄρθρο– τοῦ Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1966. Τὰ μάτια τοῦ σώματος μου μαγεύονταν ἀπὸ τὸ καταπληκτικὸ τοπίο ποὺ ἔβλεπαν καὶ τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς μου προσπαθοῦσαν νὰ συλλάβουν αὐτὸ ποὺ δὲν φαινόταν ἐξωτερικά, νὰ αἰσθανθοῦν τὸν τόπο τοῦ μυστηρίου ἐκστατικά. Ξεκίνησα ἀπὸ τὶς βιβλιοθῆκες τῶν Ἱερῶν Μονῶν, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς ἁγιορείτικες ἀκολουθίες, ποὺ μοῦ φαίνονταν σὰν μιὰ νεκροαναστάσιμη ζωὴ κουβέντιαζα μὲ τοὺς μοναχοὺς καὶ καταλάβαινα ὅτι εἶχαν ἄλλο ἦθος καὶ χρησιμοποιοῦσαν ἄλλη γλῶσσα ἄκουγα τὶς συνομιλίες τους, ποὺ εἶχαν μιὰ ἰδιαίτερη χάρη καὶ ἀναφέρονταν σὲ ἄλλα ζητήματα ἔβλεπα ἕναν κόσμο ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ παλαιὰ καὶ ἐξέφραζε μιὰ ἄλλη παράδοση πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν στοχαστική-ἀκαδημαϊκὴ νοοτροπία καὶ τὴν ἠθικίστικη γνώση ποὺ συναντοῦσα ἕως τότε ἔβλεπα μιὰ νεκροαναστάσιμη πολιτεία. Σὰν νὰ ξυπνοῦσα ἀπὸ ἕναν ὕπνο καὶ ἔβλεπα ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ κάποιο ἄλλον πλανήτη, μὲ ἄλλα χαρακτηριστικά, ἄλλη νοοτροπία, ἄλλη βιοτή.

Ἀπὸ τὶς βιβλιοθῆκες καὶ τοὺς κώδικες, πέρασα στὴν ζωὴ τῶν κοινοβιακῶν καὶ ἰδιορρύθμων Μονῶν –ποὺ τώρα ἐξέλιπαν- ἀνοίχτηκα στὴν σκητιώτικη ζωὴ καὶ τὴν ἔρημο περπάτησα ὧρες ὁλόκληρες μέσα στὰ ἥσυχα καὶ ἁγιασμένα μονοπάτια τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ συνδέουν ὅλες τὶς Ἱερὲς Μονὲς πέρασα ἀπὸ ἀπότομους, κρημνώδεις βράχους γνώρισα σοφοὺς καὶ ἁπλοὺς μοναχούς, λογάδες καὶ σιωπηλούς, κατὰ Χριστὸν σαλούς, ἀνυπόδητους καὶ μονοχίτωνες, ἀλλὰ καὶ σοφοὺς καὶ εὐπαιδεύτους, ποὺ στέκονταν θαυμάσια σὲ κοσμικὰ ἀκροατήρια εἶδα μάτια ἔντονα καὶ διεισδυτικά, ἁγνά, ἤρεμα, γλυκά, ἀλλὰ καὶ μερικὰ πονηρὰ ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴν παραφωνία τοῦ Ὅρους μοιράστηκα τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτό τους, ἀλλὰ καὶ τὸν γλυκύτατο λόγο τους ἄκουγα λόγους γιὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν ζωὴ ἀγάπησα τὴν νύκτα καὶ τὸν ὄρθρο, τὶς ἀγρυπνίες μὲ τὸ παιχνιδιάρικο ψάλσιμο προσευχήθηκα στὰ μονοπάτια καὶ κάτω ἀπὸ τὰ δένδρα, στοὺς βράχους καὶ τὶς σπηλιὲς ξαγρύπνησα σὲ ὁλονύκτιες ἀκολουθίες, ἀλλὰ καὶ σὲ μικρὰ ἐκκλησάκια, καὶ μάλιστα στὶς ἀπλωταριές, σὲ καλοκαιρινὲς ὀλόφεγγες βραδιές.

Ἅγιον ὍροςΤὸ κυριότερο εἶναι ὅτι στὶς ἐπανειλημμένες ἐπισκέψεις μου ἄκουσα τὴν μυστικὴ κραυγὴ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τὸν ἐσωτερικὸ κτύπο τῆς καρδιᾶς του, τὸν ρυθμὸ τῆς ἐσωτερικῆς μυστικῆς ζωῆς του. Εἶδα τὸ Ἅγιον Ὅρος ὡς ἕναν ζωντανὸ ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει πνευμόνια μὲ τὰ ὁποία ἀναπνέει τὸ ὀξυγόνο τῆς αἰωνιότητας στόμα γιὰ νὰ κραυγάζη ἀκατάπαυστα καὶ νὰ βρυχᾶται ἀπὸ πεῖνα καὶ δίψα γιὰ Θεὸ καρδιὰ ποὺ ἔχει τὸν ρυθμὸ τῆς ἐσωτερικῆς νοερᾶς προσευχῆς, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία βγαίνει μιὰ δυνατὴ φωνὴ μὲ τὴν ἐπένδυση τῆς σιωπῆς σῶμα πολυόμματο, σὰν τὰ Χερουβείμ, ποὺ βλέπουν μακρυά. Ὅλα αὐτὰ ἂν καὶ φαίνωνται ἀντίθετα μεταξύ τους, ἐν τούτοις εἶναι ἀρμονισμένα.

Σὲ ὅλες τὶς μετέπειτα ἐπισκέψεις μου, στὶς δεκατίες τοῦ 60, 70, 80, εἶχα κέντρο τὴν Νέα Σκήτη, μιὰ εὐλογημένη ἀπὸ κάθε πλευρὰ περιοχή, μένοντας στὸ καλύβι τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος (Ξένου), ποὺ τὸν εἶχα Διευθυντὴ στὸ οἰκοτροφεῖο τοῦ Ἀγρινίου, κατὰ τὰ μαθητικά μου χρόνια, μιὰ ἰσχυρὴ φυσιογνωμία, ποὺ ἐξέφραζε τὴν ἀρρενωπότητα τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων, μὲ τὸν αὐθόρμητο, διεισδυτικό, ἐλεγκτικὸ λόγο, ἀλλὰ καὶ τὴν μητρικὴ καρδιά, ὅταν χρειαζόταν. Ἀπὸ τὴν Νέα Σκήτη, ὅπου ἀσκοῦνταν εὐλογημένοι Πατέρες καὶ διατηρῶ συγκινητικὲς ἀναμνήσεις στὴν καρδιά μου, ὡς πολύτιμο θησαυρό, ξανοιγόμουν, ὡς σὲ ὁρμητήριο πνεύματος, στὴν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὅρους.

Στὸ Ἅγιον Ὅρος γνώρισα ἕναν ἄλλον κόσμο, μιὰ ἄλλη Ἤπειρο, γύρισα στὸ παρελθὸν καὶ αἰσθανόμουν τὸ μέλλον, εἶδα πὼς περίπου ζοῦσε ὁ Ἀδὰμ πρὸ τῆς πτώσεως, πὼς θρηνοῦσε μετὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν Παράδεισο, πὼς ζοῦσε μέσα στὸν ἅδη καὶ πὼς ζῆ τώρα στὸν Παράδεισο. Γνώρισα πολλοὺς ἁγιορεῖτες ποὺ ζοῦσαν ὅλες τὶς φάσεις τῆς ἀδαμικῆς ζωῆς, δηλαδὴ τῆς προπτωτικῆς, τῆς μεταπτωτικῆς, καὶ τῆς ἐσχατολογικῆς. Τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι σὲ σμικρογραφία ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ αὐτοβιογραφία τῆς ἀνθρωπότητας, μὲ τὶς πτώσεις καὶ τὶς ἀναστάσεις, τὴν κοινωνικότητα καὶ τὴν ἀναρχία, τὴν ἠθικὴ καὶ τὴν ἀσκητική, τὴν λογικὴ καὶ τὴν ὑπερλογική, τὸν βίο καὶ τὴν ζωή.

2. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος

Ἀπὸ φοιτητὴς ἀσχολήθηκα ἰδιαίτερα μὲ τὸν βίο καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ σὲ αὐτὸ ὀφείλω μεγάλη εὐγνωμοσύνη στὸν μακαριστὸ Καθηγητή μου Παναγιώτη Χρήστου καὶ τοὺς τότε συνεργάτες του, γιατί μᾶς ἄνοιξαν τὰ μάτια σὲ αὐτὴ τὴν διδασκαλία ποὺ εἶναι ἡ καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἀλλὰ καὶ μᾶς συνέδεσαν μὲ τὸ Ἀγιώνυμο Ὅρος.

Στὶς περίφημες τριάδες του, τὸ γνωστότερο ἔργο τοῦ περὶ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ὑπάρχει καὶ μιὰ θαυμάσια ἀναφορὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἀναφερόμενος ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸν ὅσιο καὶ ὁμολογητὴ Νικηφόρο γράφει: «Βίον αἱρεῖται καὶ ἀκριβέστερον, δηλαδὴ τὸν μονήρη, τόπον δὲ πρὸς κατοικίαν τὸν τῆς ἁγιωσύνης ἐπώνυμον, ἐν μεθορίῳ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων (Ἄθως οὗτός ἐστιν, ἡ τῆς ἀρετῆς ἑστία), ἐνδιαιτάσθαι προθυμηθεῖς». Ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ καὶ τὰ ὅσα προηγοῦνται καὶ ἕπονται μποροῦμε νὰ σχολιάσουμε δύο σημεῖα.

Ἅγιον Ὅρος

Τὸ πρῶτον ὅτι ὁ Ἄθως εἶναι τὸ ἐπώνυμο τῆς ἁγιωσύνης, δηλαδὴ τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι ὁ ἁγιασμένος τόπος, ἀφοῦ εἶναι τὸ μεθόριον μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων, ἡ ἑστία τῆς ἀρετῆς. Εἶναι ἐπώνυμος τῆς ἁγιότητος, γιατί ἐκεῖ κατοικοῦν μοναχοὶ ποὺ ἁγιάζονται. Ἄλλωστε, γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ψυχὴ διαπορθμεύεται στὸ σῶμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση. Τὰ πάντα ἁγιάζονται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ ἁγιασμένου ἀνθρώπου. Τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι ἕνας τόπος μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων, ἀφοῦ σὲ αὐτὸ μένουν ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι. Εἶναι μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Παραδείσου, στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ προθάλαμος, ὁ πρόναος τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ τελεῖται στὸν οὐρανό, ὅπως τὴν περιγράφει τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Εἶναι ἑστία τῶν ἀρετῶν, γιατί ἐκεῖ ἐξασκεῖται ἡ πρακτικὴ φιλοσοφία, ἡ ἄσκηση μὲ τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν προσευχή, ποὺ εἶναι ἡ ἐπίβαση τῆς θεωρίας.

Τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἑνότητα καταγράφεται σαφέστατα ἡ διαφορὰ τῆς θεολογίας καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς μεταξὺ τοῦ ὁσίου Νικηφόρου καὶ τοῦ δυτικόφρονος Βαρλαάμ.

Ὁ Νικηφόρος ἦλκε τὸ γένος «ἐξ Ἰταλῶν», κατέρριψε τὴν κακοδοξία τους καὶ προσεχώρησε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὀρθοτομεὶ τὸν λόγο τῆς ἀληθείας. Πῆγε στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὑποτάχθηκε στοὺς ἐγκρίτους τῶν Πατέρων, δείχνοντας γιὰ πολὺ χρόνο τὴν ταπείνωσή του, προσέλαβε ἀπὸ ἐκείνους τὴν τέχνη τῆς εἰρήνης, δηλαδὴ τὴν πεῖρα τῆς ἡσυχίας, καὶ ἔγινε ἀρχηγὸς αὐτῶν ποὺ ἀγωνίζονται μὲ τὸν κόσμο τῆς διανοίας, δηλαδὴ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς φαντασίες, καὶ παλεύουν μὲ τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας, ὁπότε ἔγινε διδάσκαλος τῶν μοναχῶν στὴν ἡσυχαστικὴ παράδοση. Ἐπειδὴ ἔβλεπε ὅτι πολλοὶ ἀρχάριοι δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν οὔτε μετρίως τὴν ἀστάθεια τοῦ νοῦ τους, ὁ ὅσιος Νικηφόρος πρότεινε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν δυνατὸν νὰ συστείλουν μετρίως «τὸ πολυπόρευτον καὶ φαντασιῶδες» τοῦ νοῦ. Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναφερόμενος στὸν ὅσιο Νικηφόρο, γράφει ὅτι γιὰ πολὺ καιρὸ πέρασε «ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἡσυχία», ἔπειτα εἰσῆλθε στὰ ἐρημικότερα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὅρους, καὶ ἀφοῦ συγκέντρωσε διάφορα πατερικὰ χωρία «τὴν νηπτικὴν ἡμῖν αὐτῶν παρέδωκεν πρᾶξιν».

Ἀπὸ τὶς ἀναφορὲς αὐτὲς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ φαίνεται ἡ μέθοδος τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Προηγεῖται ἡ ὑπακοὴ στοὺς πεπειραμένους Πατέρας, μέσα σὲ ζωὴ ὑπακοῆς, ἡσυχίας καὶ ἠρεμίας, καὶ ἀκολουθεῖ ἡ παραλαβὴ τῆς τέχνης τῆς εἰρήνης τῶν λογισμῶν. Μὲ τὴν εἰδικὴ αὐτὴ τέχνη τῆς νοερᾶς ἡσυχίας οἱ μοναχοὶ συστέλλουν τὸν νοῦ ἀπὸ τὶς φαντασίες καὶ τὴν διάχυσή του στὸ περιβάλλον, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν νικοῦν τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας καὶ λαμβάνουν τὸ στεφάνι τῆς νίκης.

Ἀντίθετα, ὁ φιλόσοφος Βαρλαάμ, ἐνῷ ἦλθε καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ἐν τούτοις κράτησε τὴν «κακοδοξία». Καὶ «ὁ φιλόσοφος οὗτος τὴν ἑαυτοῦ φαντασιώδη πολύνοιαν ἐπαφῆκεν, οἴὸν τί πῦρ, τῷ κωλύοντι καθάπερ ὕλη χρησάμενον» ἐναντίον τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς διδασκαλίας του. Δὲν σεβάσθηκε τὴν ὁμολογία του καὶ τὴν ἐξορία του, δὲν σεβάσθηκε ἐκείνους ποὺ ἐκπαιδεύθηκαν ἀπὸ αὐτὸν στὰ θεῖα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς στόλισε καὶ συνεκρότησε τὴν Ἐκκλησία Του. Ἔτσι, ἐνῷ ὁ ὅσιος Νικηφόρος ἀκολούθησε τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο, ὁ φιλόσοφος Βαρλαὰμ στηρίχθηκε στὴν φιλοσοφία καὶ τὸν φαντασιώδη νοῦ ἐνῷ ὁ Νικηφόρος ὑποτάχθηκε στοὺς Πατέρας, παραλαμβάνει τὴν τέχνη τῆς ἡσυχίας καὶ γεννᾶ λαμπροὺς μαθητάς, ὁ Βαρλαὰμ προσβάλλει καὶ ἀτιμάζει τὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων καὶ τὴν μέθοδο μὲ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ. Δύο κόσμοι διάφοροι μεταξύ τους, ὁ ἕνας κόσμος εἶναι τῆς ὀρθόδοξης ζωῆς, ὁ ἄλλος κόσμος εἶναι τῆς ζωῆς τῆς στοχαστικῆς καὶ σχολαστικῆς.

Ὁ π. Μωϋσῆς στὸ τρίτομο ἔργο του περιγράφει τοὺς ἁγιορεῖτες Πατέρες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι ἀκολούθησαν τὴν ζωὴ καὶ τὴν μέθοδο τοῦ ὁσίου Νικηφόρου καὶ ὄχι τοῦ Βαρλαάμ. Καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικὸ γιατί αὐτὴν τὴν διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἀνθρώπων τὴν συναντᾶμε καὶ σήμερα στὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή. Ὑπάρχουν μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ποὺ ἀγαποῦν τὴν ὀρθόδοξη ἡσυχαστικὴ παράδοση καὶ ἄλλοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν βαρλααμικὴ παράδοση, ἡ ὁποία εἶναι στὴν πραγματικότητα ἡ σύγχρονη λεγόμενη μεταπατερικὴ θεολογία. Γι’ αὐτὸ τὸ ἔργο τοῦ π. Μωϋσῆ εἶναι σημαντικό, ἀφοῦ μᾶς δείχνει τὸ Ἅγιον Ὅρος ὡς τὸ μεθόριο μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τῶν ὑπερκοσμίων, ὡς ἑστία τῆς ἀρετῆς καὶ ὡς τὸ ἐπώνυμο τῆς ἁγιότητος, ποὺ συνεχίζει τὴν παράδοση τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας.

3. Τὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ τὰ μάτια τοῦ π. Μωϋσῆ

Τὸν π. Μωϋσῆ τὸν γνώρισα στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Μονὴ τῆς Σίμωνος Πέτρας. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε ὅτι μὲ συνάντησε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ καράβι ποὺ πηγαίναμε στὸ Ἅγιον Ὅρος ἐγὼ ἤμουν Κληρικὸς καὶ ἐκεῖνος λαϊκός. Δὲν θυμᾶμαι αὐτὴν τὴν σκηνὴ οὔτε καὶ τὸν π. Μωϋσῆ. Ὅμως ἤμουν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σιμωνόπετρας τὸ ἔτος 1979, ὅταν τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ π. Παΐσιος γιὰ νὰ μιλήση μὲ τοὺς μοναχούς. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀναζητοῦσα τὸν π. Παΐσιο γιὰ νὰ συζητήσω μαζί του κάποιο θέμα καὶ τὸν βρῆκα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὁσίου Γρηγορίου. Ἀνέβηκα μαζί του στὴν Σιμωνόπετρα καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ μὲ δῆ ἐκεῖ, μὲ προσέλαβε στὴν συνοδεία του, βαδίζοντας περίπου τέσσερεις ὧρες γιὰ νὰ πᾶμε στὸ Κελλί του, τὴν Παναγούδα, καὶ νὰ μιλήσουμε ἐκεῖ, ὅπου καὶ διανυκτέρευσα καὶ ἀξιώθηκα νὰ γίνω αὐτήκοος μάρτυρας τοῦ τρόπου τῆς νυκτερινῆς προσευχῆς του. Στὴν Σιμωνόπετρα, λοιπόν, ἄκουσα τὴν διήγηση τοῦ π. Παϊσίου γιὰ τὸν πειρασμικὸ νυκτερινὸ ἐπισκέπτη, τὸ «ταγκαλάκι» ποὺ ἐνόχλησε τὸν π. Παΐσιο, ποὺ κοιμόταν δίπλα ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ π. Μωϋσῆ.

Ἔκτοτε ὁ π. Μωϋσῆς εἶχε πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ ὅλους τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ θάρρος, ὑπομονή, σιωπή, ἡσυχία καὶ προσευχή. Μιλᾶ καὶ γράφει μέσα ἀπὸ πόνο καὶ χαρά, μὲ ποίηση καὶ λόγο, μὲ ἐπιχειρήματα σοβαρὰ καὶ ἀποφατικά, πάντως, ὅμως, μέσα ἀπὸ τὴν μυστικὴ ἀκρόαση τοῦ ἐσωτερικοῦ σφυγμοῦ τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Ἀξιώθηκε καὶ αὐτὸς νὰ γνωρίση τὸν κτύπο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τὴν μυστικὴ καὶ ἀπόρρητη ἀγρυπνία του, τὸ δυνατό του κρασί. Δὲν παραμένει στὸ ἐξωτερικὸ περίβλημα, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι σὰν τὸ σκληρὸ καρύδι, ἀλλὰ εἰσέρχεται φιλάνθρωπα στὴν ψύχα, τὸν καρπό, ποὺ τρώγεται εὐχάριστα, θερμαίνει καὶ ζωογονεῖ. Ὁ λόγος του εἶναι ποιητικὸς καὶ ἐκφαντικός, βγαλμένος μέσα ἀπὸ τὸν δικό του πόνο, τὴν μυστική του προσευχή, τὸν ἀλάλητο στεναγμό, τὴν ἀναζήτηση τὴν καρδιακή, τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἡσυχία τοῦ νοσοκομείου, τὸ ἄγγιγμα τοῦ θανάτου καὶ τὴν βίωση τῆς ἀναστάσιμης ζωῆς, τὴν δεύτερη ζωὴ ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς μὲ τὴν συνέργεια τῶν γιατρῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄλλη ζωὴ τῆς αἰωνίου ἀπαρχή. Εἶναι μιὰ μαρτυρία ζωντανὴ καὶ εὐεργετική. Θαυμάζω τὴν δραστηριότητά του, τὴν κινητικότητά του, τὸν λόγο του καὶ τὴν μαρτυρία του, τὰ πετάγματα καὶ τὴν ἰσορροπία του, τὴν ἀρρενωπότητα καὶ τὴν μητρικότητά του. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ συγγραφή, ποὺ τὴν ἐκλαμβάνει ὡς εὐλογία θεϊκή.

Στὸ τρίτομο αὐτὸ ἔργο μοῦ ἄρεσαν πολλὲς ἐκφράσεις καὶ χαρακτηρισμοὶ ποὺ δίνει σὲ διάφορους ἁγιορείτας ποὺ βιογραφεῖ. Παραθέτω μερικοὺς ἀπὸ αὐτούς: «Ἐξασκῶν τὴν νοερὰν ἐργασίαν καὶ ἐσθίων τῆς θείας ἀγάπης τὸ μέλι, γενόμενος καὶ εἰς ἄλλους ὠφέλιμος». «Ἡ προσευχὴ τὸν ἀνέβαζε σὲ θεῖες θεωρίες». «Ἱερὸς βλαστὸς καὶ εὐώδης ἀνθός... τὴν εὐωδία του εὐφράνθησαν πολλοί». «Δόθηκε μετὰ δακρύων στὴν φίλη προσευχή». «Ὑπέταξε τὸν ἀντάρτη νοῦ, τὴν δέσποινα κοιλία καὶ ἀπέκτησε χρηστοήθεια». «Γέρασε μόνος καὶ δὲν εἶχε καμιὰ βοήθεια». «Ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὅρος στὴν περιβότητη Χερσόνησο τῶν ἁγίων. Ἡ τριετὴς φοίτησή του στὸ ἀθωνικὸ φροντιστήριο τῆς ὁσιότητος... τοῦ ἔδωσε ἰσχυρὴ δύναμη, γιὰ ν’ ἀρχίσει ἱεραποστολικὸ ἔργο». «Τὶς ἀσθένειες τοῦ σώματος θεωροῦσε ὑγεία τῆς ψυχῆς καὶ πηγὴ ταπεινώσεως». «Ἕνα σπάνιο εὐῶδες ἄνθος τοῦ Περιβολιοῦ τῆς Παναγίας. Ἐπὶ 70 ἔτη μούντζωνε τὴν κοσμικὴ ματαιότητα, κάθε ἀνθρώπινη παρηγοριά». «Ἄδολος, ἁπλός, εὐθύς, πρᾶος, ὑπάκουος, ἀκτήμων, σπάνιος ἀγωνιστής, εὐλαβέστατος, εἰλικρινής, ἀπονήρευτος». «Ἑκούσια καὶ ἀκούσιος πεῖνα, φτώχεια, στέρηση, κακουχία, καὶ ταλαιπωρία. Πυκνὲς ἀσθένειες καὶ πολλοὶ πειρασμοὶ τὸν κούρασαν ἀλλὰ δὲν τὸν ἀπογοήτευσαν. Τὰ δεχόταν ὅλα ὡς ἀπὸ Θεοῦ». «Ὑπῆρξε ἀσκητικὸς καὶ βιαστὴς στὴν καλογηρική του». «Οἱ ἔνθεες ἀρετὲς στόλιζαν τὴν ἁγνή του καρδιά.... Τὸ νοῦ του εἶχε μόνιμα στραμμένο στὰ οὐράνια. Εἶχε χάρη τὸ προσωπό του. Γαλήνευε κανεὶς μόνο ποὺ τὸν ἔβλεπε. Εἶχε παιδικὴ ψυχή, ἁπλότητα, ἀκακία, ἀγαθότηττα. Τὴν ἀρετή του τὴν ἔκρυβε ἐπισταμένως. «Ζεῖ ἁπλά, λιτά, καλογερικά, ἀναπτύσσοντας τὴν ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας». «Ἕως τῆς κοιμήσεώς του διατήρησε ἀκμαῖα τὴ φιλοθεΐα, τὴ φιλαγιότητα, τὸ φιλάρετο, τὸ φιλάδελφο, φιλάρετο καὶ φιλοαθωνικὸ πνεῦμα».

Πρὶν τελειώσω αὐτὴν τὴν σύντομη εἰσήγησή μου δὲν μπορῶ νὰ ἀγνοήσω τὴν ἄποψη τοῦ π. Μωϋσῆ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπως τὴν διατύπωσε μὲ ποιητικὸ τρόπο.

«Καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ κατάρτι τὸν Ἄθωνα, σημαία τὴν Μεταμόρφωση κι ἄγκυρα τὴν Παναγία, στ’ ἀμπάρια κουβαλάει νᾶμα, μέλι, κερὶ καὶ λιβάνι γιὰ τοὺς πεινασμένους τοῦ νάρθηκα, γιὰ τοὺς λαβωμένους τῶν στασιδιῶν».

Καράβι εἶναι τὸ Ἅγιον Ὅρος σὰν τὴν Ἐκκλησία –ναῦς– ποὺ πλέει μέσα στὴν νεκρὰ θάλασσα τοῦ βίου τούτου, γιὰ νὰ ἀποβιβάση τοὺς ἐπιβάτες του στὸ εὔδιο λιμάνι, τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ ζωντανὸ καὶ ζωηφόρο καράβι δέχεται πολλοὺς πειρασμούς, ἀπὸ πειρατὲς καὶ διαφόρους ἑσμούς, ἀπὸ κύματα καὶ ὀνειδισμούς, βράχια καὶ πάθια καὶ ὅμως αὐτὸ πορεύεται γιὰ νὰ ἐλλιμενισθῆ στὸν προορισμό του, στὸ πέρας τοῦ μυστηρίου. Κατάρτι του εἶναι ὁ περιώνυμος Ἄθως, τὸν ὁποῖο στολίζει τὸ ἁγιορείτικο Θαβώρ, ποὺ κρύβει μεταμορφωμένους ἁγιορείτας, φανεροὺς καὶ ἀφανεῖς, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, θεατοὺς καὶ ἀθεάτους, ἐνδεδυμένους καὶ γυμνούς. Ἄγκυρα εἶναι ἡ Παναγιά, ἡ ἄγκυρα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας, τὰ μητρόθεα σπλάχνα ποὺ ἀγκαλιάζουν ὅλον τὸν κόσμο, ποὺ παραμένει σιωπηλὴ καὶ εὔλαλη μητέρα, ἡ ὁποία ἀγαπᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἰδιαιτέρως ὅσους γίνονται πνευματικὲς μητέρες τοῦ Υἱοῦ της.

Στὰ ἀμπάρια του αὐτὸ τὸ εὐλογημένο καράβι, ὡς πολύτιμους θησαυροὺς δὲν κουβαλάει ἁπλῶς τοὺς καρποὺς τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς ἁγιογραφίας, τῆς παλαιογραφίας, ἀλλὰ ὅ,τι πιὸ ταπεινό, φτωχὸ καὶ γλυκὸ διαθέτει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ εἶναι πέρα ἀπὸ τὰ ἀποκυήματα τῆς φαντασίας, τοὺς στοχασμοὺς καὶ τοὺς εὐσεβισμούς. Εἶναι τὸ νᾶμα, ποὺ γλυκαίνει καὶ τρελλαίνει τὸ μέλι, ποὺ γίνεται ἀπὸ τὶς μέλισσες τῆς ἡσυχίας καὶ προσφέρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὰ γλυκέα τῷ λάρυγγι λόγια τοῦ Θεοῦ, τὰ ἄρρητα ἢ καὶ ρητὰ ρήματα τὸ κερί, ποὺ φωτίζει κενωτικὰ καὶ παρηγορεῖ ἱλαρά, ὅπως ἱλαρὸ εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου τὸ λιβάνι, ποὺ εὐωδιάζει οὐρανὸ καὶ ἀνεβαίνει ὡς ὀσμὴ εὐωδίας θανάτου καὶ ζωῆς, εὐλογημένης θανατοζωῆς.

Καὶ τοὺς θησαυροὺς αὐτοὺς τοὺς φυλάει κρυφά, μυστικὰ γιὰ νὰ τοὺς δώση μὲ ἁπλοχεριὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ἀγαποῦν καὶ τὴν μυστικὴ φωνή του ἀκοῦν, σὲ ὅσους ἔχουν πονέσει ἐσχατολογικὰ καὶ ἔχουν πληγωθῇ βαθειά, σ’ αὐτοὺς ποὺ κάθονται στὸν Νάρθηκα καὶ πεινοῦν γιὰ ἄλλη δικαιοσύνη καὶ πονοῦν ἀπὸ τὶς πληγὲς ποὺ κανένα Νοσοκομεῖο δὲν θεραπεύει καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἀκουμπήση παρὰ μόνον ὁ αἰώνιος γιατρὸς ποὺ ἀγγίζει τρυφερά.

Τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι τόπος λόγου καὶ σιωπῆς, μυστηρίου καὶ φανέρωσης, ἄσκησης καὶ θεοπτίας, ἀνθρωπιᾶς καὶ θεϊκῆς φορᾶς, παρελθόντος καὶ ἐσχάτου. Ὅλο τὸ Ἅγιον Ὅρος βρίσκεται μέσα στὴν καρδιά του καὶ τὸ καταλαβαίνει αὐτὸς ποὺ ἀκούει τὸν μυστικὸ κτύπο της, ποὺ λέγει ἀκατάπαυστα τὴν εὐχή, τὴν οὐράνια ὠδή. Τὸ ἐξωτερικὸ πλησίασμα τοῦ Ἁγίου Ὅρους εἶναι οἱ λαμπρὲς ἀκολουθίες του, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του ἄγγιγμα εἶναι τὰ τερριρέμ, ὄχι τῆς ψαλτικῆς, ἀλλὰ τῆς ζωῆς τῆς καρδιακῆς. Ἂν μποροῦσε κανεὶς νὰ πλησιάση τὴν καρδιὰ ἑνὸς Ἀθωνίτου μοναχοῦ, ποὺ κάθεται στὸ στασίδι του σὲ στάση ὕπνου καὶ ξύπνιου, ὅταν ψάλλωνται τὰ τερριρέμ, αὐτὸς μπορεῖ νὰ δῆ τί εἶναι τὸ Ἅγιον Ὅρος. Αὐτὴν τὴν στάση τοῦ ἀγρυπνοῦντος κεκοιμημένου μοναχοῦ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ κραυγή του, ποὺ ὁρμᾶ πρὸς τὸν ἄναρχο Τριαδικὸ Θεό, σὲ μιὰ ἀεικίνητη στάση καὶ σὲ μιὰ στάσιμη κίνηση περιγράφει στὸ τρίτομο ἔργο του ὁ π. Μωϋσῆς.

Ἔτσι τὸ διάβασα καὶ αὐτὴν τὴν αἴσθηση διέκρινα. Αὐτὸ εἶναι τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ὅποιος γνώρισε κάποιο ἄλλο Ἅγιον Ὅρος, ἔχει σφαλερὴ αἴσθηση καὶ γνώμη ποὺ προσφέρεται γιὰ ταχύτατη ἀναθεώρηση, γιὰ νὰ προσεγγίση κάποιον ζωηφόρο ἐρημίτη. Τὸ Ἅγιον Ὅρος εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ πνεῦμα καὶ ζωή, ἀγάπη καὶ θαλπωρή, κομποσχοίνι καὶ προσευχή, ἀναμονὴ καὶ προσμονή, ὄνειρο καὶ κραυγή, λάδι καὶ κρασί, ὤσμωση καταπληκτικὴ καὶ αἰώνια εὐλογητή. Γιὰ νὰ μιλήσης γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος πρέπει νὰ εἶσαι καρδιακὸς ἀναζητητής, νηφάλια μεθυσμένος καὶ οἰνοχόος καλός, πονεμένος ἐραστὴς καὶ εὐαίσθητος ποιητής, ὅπως εἶναι ὁ π. Μωϋσῆς.

Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν δική σας προσοχή.

  • Προβολές: 2667