Skip to main content

Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου: Οἱ ἀληθινές ἐκκλησιαστικές εἰδήσεις

Ὑπάρχει στόν τόπο μας μία σύγχυση γιά τίς λεγόμενες ἐκκλησιαστικές εἰδήσεις πού δημοσιεύονται στίς ἐφημερίδες καί τά περιοδικά. Πολλοί νομίζουν ὅτι εἰδήσεις εἶναι ἐκεῖνες πού ἀφοροῦν τήν ἐκλογή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῶν Ἀρχιερέων, ἤ ἐκεῖνες πού ἔχουν σχέση μέ τά οἰκονομικά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας ἤ τέλος πάντων ἀναφέρονται σέ μερικές δραστηριότητες πού κάνει ἡ Ἐκκλησία, ζωντας σέ αὐτόν τόν μεταβαλλόμενο κόσμο.

Κανείς, βέβαια, δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ καί αὐτήν τήν πραγματικότητα. Καί τό ὅτι ὑπάρχει ἐνδιαφέρον ἀπό τόν λαό γιά ἐκκλησιαστικά θέματα εἶναι σημαντικό, ὅταν δέν γίνεται χάριν μιᾶς ἁπλῆς ἐξωτερικῆς περιεργείας, γιατί ἔτσι φανερώνεται ὅτι θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὡς τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνδιαφέρεται γιά τήν ζωή καί τήν δράση της.

Ὅμως, οἱ ἀληθινές ἐκκλησιαστικές εἰδήσεις εἶναι ἐκεῖνες πού ἀναφέρονται στήν ἱερά ἱστορία, τήν λεγομένη “ἱστορία τῶν γεγονότων”, πού εἶναι ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τήν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι γνωστή ἡ πατερική ρήση, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά κάνη τόν ἄνθρωπο θεό. Κάθε φορᾶ, λοιπόν, πού κάποιος ἄνθρωπος, βιώνοντας τούς καρπούς τῆς θείας ἐνανθρωπίσεως, γίνεται κατά χάριν θεός, θεούμενος, αὐτό ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη εἴδηση, γιατί ἀναφέρεται στήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ μικρή αὐτή εἰσαγωγή ἔγινε γιά ἕναν συγκεκριμένο λόγο. Τήν ἑβδομάδα πρίν τήν Πεντηκοστή, ἤτοι 9 ἕως 15 Ἰουνίου, ἔγιναν συνταρακτικά γεγονότα. Στίς Συνεδριάσεις τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου γίνονταν συζητήσεις γιά τήν ἀξιοποίηση, κατά τόν καλύτερο δυνατό τρόπο, τῶν οἰκονομικῶν της Ἐκκλησίας. Ὑπῆρχαν ἔντονες συζητήσεις καί μέσα στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο καί γενικά στό Σῶμα τῆς Ἱεραρχίας. Στόν χῶρο ἔξω ἀπό τήν Βουλή γίνονταν διαμαρτυρίες γιά τήν Συνθήκη τοῦ Σένγκεν, πού ψηφιζόταν ἀπό τήν ἑλληνική Βουλή. Οἱ ἐφημερίδες, καί οἱ ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί κάλυπταν ὅλες αὐτές τίς ἐκδηλώσεις καί γράφτηκαν διάφορα ἐπίκαιρα ἄρθρα.

Δέν ἀρνοῦμαι καί τόν ἀγώνα πού πρέπει νά γίνεται καί γιά τά σοβαρά αὐτά θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλλά ἐκεῖνο πού θά ἤθελα νά ὑπογραμμίσω εἶναι ὅτι αὐτήν τήν περίοδο, πού γινόταν τόσο ἔντονη διαμάχη σέ ὅλα τα ἐπίπεδα σχετικά μέ τά θέματα πού ἀνέφερα, σέ μιά κλινική των Ἀθηνῶν περέδιδε τήν ψυχή της στόν Θεό μιά νέα ἔγγαμη γυναίκα, 53 ἐτῶν, ἡ ὁποία ἔζησε μέ ὁσιότητα καί εἶχε ὀσιακό τέλος. Καί αὐτό γιά μένα ἀποτελεῖ τήν μεγαλύτερη εἴδηση τῶν ἡμερῶν αὐτῶν.

Πρόκειται γιά τήν Αἰκατερίνη Χαραμόγλη, ἀπόφοιτό της Σχολῆς Καλῶν Τεχνῶν, μέ εἰδίκευση καί Master στήν Ἀμερική πάνω στήν χαρακτική, Καθηγήτρια στήν Μαράσλειο Παιδαγωγική Ἀκαδημία καί εἰδικό ἐπιστήμονα - συντονίστρια τῶν καλλιτεχνικῶν μαθημάτων σέ ὅλα τα Σχολεῖα τῆς Φιλεκπαιδευτικῆς Ἑταιρείας (Ἀρσάκεια καί Τοσίτσια) καί συνεργάτιδα τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου, ὑπεύθυνη γιά τήν ἔκδοση βιβλίου “Εἰκαστική Ἀγωγή”, ἔγγαμη γυναίκα μέ ἕνα παιδί, ἡ ὁποία κοιμήθηκε μέ ὁσιότητα τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τῆς ἔγινε τήν Δευτέρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία της.

Τήν γνώριζα ἐδῶ καί δέκα χρόνια, ὅταν ἦλθε γιά ἐξομολόγηση σέ μιά κρίσιμη καμπή τῆς ζωῆς της. Ἀπό τότε ἔβλεπα συνεχῶς νά ἀλλοιώνεται πνευματικά, νά χαριτώνεται μέρα μέ τήν ἡμέρα ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀγαποῦσε ἔντονα τήν ἐσωτερική πνευματική ζωή, μέ ὅλη τήν ἡσυχαστική της ἔκφραση καί προσπαθοῦσε νά ζήση ὅ,τι διάβαζε στά βιβλία τῶν ἁγίων Πατέρων καί στό Γεροντικό.

Δέν εἶναι δυνατόν νά γράψω πολλά πράγματα γι’ αὐτήν τήν ἐκλεκτή καί εὐγενική ψυχή, ἀπό τήν φύση της, ἀλλά κυρίως ἀπό τήν ἀλλοίωση, τήν εὐπρεπεστάτη, πού τῆς προξένησε τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά θά μποροῦσα νά σημειώσω μερικά μόνο παραδείγματα.

Ὅταν πρίν περίπου ἕνα χρόνο κατάλαβε ὅτι ἡ ἀσθένειά της θά τήν ὁδηγοῦσε στόν θάνατο, ἄρχισε νά προετοιμάζεται γιά τήν καλύτερη ἀντιμετώπισή του. Ἡ προσευχή τῆς ἦταν πιό ἐντατική, ἡ μελέτη πατερικῶν κειμένων ἐντονώτερη. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἔντονης ζωῆς τῆς ἦταν καί μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά, τά ὁποῖα μπορῶ νά ἀποκαλύψω, γιατί ὑπάρχουν καί ἄλλα γιά τά ὁποῖα δέν μπορῶ νά μιλήσω.

Λίγους μῆνες πρό τοῦ θανάτου της καί ἐνῶ γνώριζε καλά ὅτι ἔρχεται τό τέλος τῆς ζωῆς της, εἶχε μιά ἀνέκφραστη χαρά, γιατί θά φύγη ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί θά πορευθῆ στήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, γιά νά προσεύχεται ἀκατάπαυστα στόν Θεό. Μοῦ ἔλεγε: “Μπαίνω μέσα στήν Ἐκκλησία καί τήν θεία Λειτουργία καί ἔχω μιά χαρά μεγάλη, ὅταν σκέπτομαι ὅτι ἦλθε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου καί θά συναντήσω τούς ἁγίους”.

Ὅταν γιά τελευταία φορά εἰσαγόταν στήν Κλινική, καί τελικά ἀποδείχθηκε ὅτι ἀπό ἐκεῖ θά τήν ἔβγαζαν νεκρή, μέ πῆρε στό τηλέφωνο γιά νά μοῦ πῆ: “Μπαίνω στήν Κλινική καί φαίνεται ὅτι τελειώνω. Σᾶς τηλεφωνῶ γιά νά σᾶς ἀποχαιρετήσω καί νά σᾶς εὐχηθῶ καλή ἀντάμωση στόν Οὐρανό”. Μοῦ τό εἶπε τόσο ἁπλά, ὅπως ἀκριβῶς τό λέγει κάποιος ὅταν πρόκειται τήν ἄλλη ἡμέρα νά ταξιδεύση γιά κάποια μακρυνή χώρα.

Λίγες ἑβδομάδες πρίν κοιμηθῆ μέ παρακάλεσε νά τήν ἐπισκεφθῶ στήν Κλινική γιά νά μοῦ ἀναφέρη ἕνα πρόβλημα πού τήν ἀπασχολοῦσε πολύ.

Μέ εἶπε: “Προετοιμάζομαι γιά τόν θάνατο. Μέσα στά πλαίσια αὐτά θέλω νά μέ κείρεται μοναχή. Θέλω νά παρουσιασθῶ στόν Θεό ὡς μοναχή καί νά ἐνταφιασθῶ στόν χῶρο τῆς Μονής”. Ὅταν τῆς ἀπήντησα ὅτι αὐτό εἶναι λίγο δύσκολο, τουλάχιστον αὐτήν τήν στιγμή, καί ὅτι τελικά ἐγώ πιστεύω ὅτι ὁ Θεός θά τήν δεχθῆ ὡς μοναχή, γιατί ἀκριβῶς ἔτσι ἔζησε τά τελευταῖα χρόνια της ζωῆς της, ἐκείνη καθησύχασε, ἀλλά αἰσθανόταν ὅμως κάτι τό ἀνεκπλήρωτο. Ὅταν πάλι μετά ἀπό λίγες ἡμέρες μου ξαναθέσε τό θέμα καί τῆς ἀπάντησα ὅτι “σέ θεωρῶ ὡς δόκιμη μοναχή της Μονής”, τότε ἐκείνη καθησύχασε καί ἐδόξασε τόν Θεό.

Μιά ἑβδομάδα πρίν κοιμηθῆ, ἤτοι τήν Δευτέρα 9 Ἰουνίου 1997, μοῦ ζήτησε ἐπίμονα νά τήν ἐπισκεφθῶ γιά νά μοῦ ἐκφράση τήν τελευταία της ἐπιθυμία. Μοῦ εἶπε: “Σᾶς παρακαλῶ πολύ διαβάστε μου τήν ἀκολουθία σέ ψυχοραγούντα”. Τό εἶπε αὐτό γιατί ἤδη καταλάβαινε ὅτι φεύγει. Τήν ρώτησα γιατί τό θέλει αὐτό. Μοῦ ἀπάντησε: “Θέλω νά φύγω καί νά πάω νά συναντήσω τούς φίλους μού”. Σέ ἐρώτησή μου ποιούς θεωρεῖ ὡς φίλους της, μοῦ ἀπήντησε: “Τόν Χριστό καί τούς ἁγίους τού”. Καί συνέχισε: “Λαχταράω πολύ νά τούς συναντήσω. Ὅταν πρίν μερικούς μῆνες πῆγα στήν Ἐκκλησία τῶν ἁγίων Πάντων αἰσθάνθηκα μεγάλη χαρά. Καί εἶπα: Ἄν χαιρόμαστε τόσο ἐδῶ στήν κάτω Ἱερουσαλήμ, πόσο μεγάλη χαρά θά ἔχουμε στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Τότε κοίταξα τήν εἰκόνα τῶν ἁγίων Πάντων καί θάμπωσα ἀπό τό φῶς πού ἔβγαινε ἀπό τήν εἰκόνα. Τό μόνο ὅμως πού μέ ἀπασχολεῖ εἶναι μήπως δέν εἶμαι ἄξια νά συναντηθῶ μαζί τους, γιατί εἶμαι πολύ ἁμαρτωλή. Ἐπίσης, μέ ἀπασχολεῖ το ὅτι πονάω πολύ καί δέν γίνεται μέσα στήν καρδιά μου ἡ νοερά προσευχή, ἀλλά ὅμως ἀγαπῶ πολύ τόν Χριστό”. Τῆς εἶπα: “Μήν ἀνησυχῆς• δόξαζε τόν Θεό γιατί βρίσκεσαι σέ καλό δρόμο καί καλή προοπτική. Νομίζω ὅτι ὅλα θά ἐξελιχθοῦν καλά”. Τήν χαιρέτησα φεύγοντας μέ τήν βεβαιότητα ὅτι βρισκόμουν μπροστά σε μιά ἁγία ψυχή.

Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες συμμετεῖχα στίς συνεδριάσεις τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας, καθώς ἐπίσης, παρακολουθοῦσα ὅλες τίς ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ γιά τήν συνθήκη τοῦ Σένγκεν, ἀλλά ἤμουν ἀπορροφημένος πολύ ἀπό τήν διαδικασία τοῦ θανάτου ἤ μᾶλλον διαδικασία τῆς ὑπέρβασης τοῦ θανάτου ἀπό μιά ἁγία γυναίκα, καί τό θεωροῦσα ὡς τήν μεγαλύτερη καί αὐθεντικότερη εἴδηση, ἡ ὁποία βέβαια δέν μποροῦσε νά περάση στά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης. Καί ἐπειδή ἦταν ἡ ἑβδομάδα πρό τῆς Πεντηκοστῆς σκεπτόμουν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ διά τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ: “καί δώσω ὑμίν καρδίαν καινήν, καί πνεῦμα καινόν δώσω ὑμίν• καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ὑμῶν καί δώσω ὑμίν καρδίαν σαρκίνην”. Θυμήθηκα τό ὑπέροχο τροπάριο τῆς Πεντηκοστῆς: “ὄσοις ἐπνευσεν ἡ θεορρυτος χάρις, λάμποντες, ἀστράπτοντες, ἠλλοιωμένοι, ὀθνείαν ἀλλοίωσιν εὐπρεπεστάτην...”.

Συμμετεῖχα στήν ἐξόδιο ἀκολουθία ἔχοντας μέσα μου συνεχῶς τήν φράση: “Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς του Ὑψίστου”, καί ἔχοντας τήν βεβαιότητα ὅτι αὐτό τό γεγονός ἀποτελοῦσε τήν μεγαλύτερη εἴδηση τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ἀφοῦ μιά ἁγία γυναίκα, πού ἀντιμετώπισε τήν ζωή, τήν ἀρρώστια καί τόν θάνατο μέ χαρά, ἀνδρεία καί ἀκλόνητη πίστη στόν Θεό καί ὑπερέβη τόν θάνατο, εἰσῆλθε ὡς πολύτιμος λίθος στήν οὐράνια πόλη τήν ὁποία περιγράφει ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου. Ἡ ἴδια τῆς ἀντιμετώπισε τό θηρίον τῆς Ἀποκαλύψεως στά ὅρια τῆς προσωπικῆς της ζωῆς καί ἑνώθηκε μέ τό Ἀρνίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Βίωσε τό βαθύτερο νόημα τῆς Ἀποκαλύψεως καί τήν κατακλείδα της, δηλαδή ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ: “ναί ἔρχομαι ταχύ”, καί ἀπήντησε: “ἀμήν, ναί ἔρχου, Κύριε Ἰησού”.

  • Προβολές: 2718