Skip to main content

Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Μηνός: Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ

Πρωτοπρεσβύτερου Π. Γεώργιου Παπαβαρνάβα

Ἔχει λεχθεῖ ὅτι ἡ διαφορά τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης ἀπό τήν τρέλλα εἶναι πολύ μικρή καί τά σύνορα μεταξύ των δύο δυσδιάκριτα. Πράγματι αὐτός πού ἀγαπᾶ πολύ, ὑπάρχει ἐνδεχόμενο νά κάνη πράγματα πού μοιάζουν στά μάτια τῶν ἄλλων, κυρίως ὅσων ἔχουν μάθει νά ἐξετάζουν τά πάντα μέ τήν ψυχρή λογική, ὑπερβολικά, τρελλά. Μερικά ἀπό αὐτά ἴσως καί νά εἶναι? ἀλλά κάθε τί πού δέν συμβιβάζεται μέ τήν δική μας λογική δέν εἶναι κατ’ ἀνάγκη παράλογο. Μπορεῖ νά εἶναι καθ’ ὅλα λογικό ἤ καί ὑπερλόγο, ὅπως λ.χ. ἡ ζωή τῶν ἁγίων. Ὅ,τι ἔκανε στήν ζωή τοῦ ὁ ὅσιος Ἀλέξιος εἶναι ἀδύνατο νά ἐξηγηθῆ μέ τήν λογική του βολέματος καί τῆς καλοζωΐας. Ἐγκατέλειψε πλούσιους γονεῖς, συγγενεῖς καί φίλους καί πέρασε ὅλη τήν ζωή τοῦ ἀπέναντι ἀπό τό πατρικό του σπίτι, σέ μιά καλύβα, φτωχός καί ἀγνώριστος ἀπό ὅλους, περιφρονημένος ἀπό τούς δούλους καί τούς ὑπηρέτες του. Τῶν ἁγίων ὅμως ἡ τρέλλα δέν εἶναι ἄλογη, αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη διαφορά, ἀλλά εἶναι λογική τρέλλα, δηλαδή τόλμη καί ἀνδρεία πνευματική. Ὁ Θεός εἶναι ἔρωτας “Σύ εἰ ἔρως” (Ἀναβαθμοί πλαγίου πρώτου ἤχου), πού μεθᾶ ὅσους τόν γεύονται, “καί τό ποτήριόν Σου μεθύσκον μέ ὡσεί κράτιστον”, αὐτή ὅμως ἡ μέθη εἶναι νηφάλια. Κάποτε ἕνας ἐρημίτης ἀσκητής στό ἅγιο Ὅρος, στήν ἐρώτηση ἑνός προσκυνητή “τί εἶναι αὐτό πού τόν κάνει νά κάθεται τόσα χρόνια μόνος του σέ ἕνα κελλί στήν ἐρημιά” ἀπάντησε ὅτι “εἶναι ἕνα κρασί πού σέ γλυκαίνει καί σέ κάνει καί μεθᾶς καί δέν θέλεις μέ τίποτε νά φύγης”. Στήν παράκληση τοῦ ἐπισκέπτη νά τοῦ δώση νά γευτῆ λίγο ἀπό αὐτό τό κρασί, ὁ γέροντας χαμογελαστά του εἶπε “θά μεθύσης καί θά σέ ψάχνει ἡ γυναίκα σου”.

Ὁ ὅσιος Ἀλέξιος, ὁ πραγματικά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τόν ἀποκαλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, εἶχε ὅλες τίς προϋποθέσεις νά ζήση μιά “πετυχημένη” ζωή. Καταγόταν ἀπό πλούσια οἰκογένεια, ἦταν μοναχοπαίδι καί νέος ἄνθρωπος, εἶχε ὅλη τήν ζωή μπροστά του, ὅπως συνηθίζουμε νά λέμε, κι’ ὅμως ἔδειχνε νά μήν εἶναι εὐχαριστημένος μέ ὅλα αὐτά. Ἔψαχνε κάτι ἄλλο πού θά γέμιζε τόν ἐσωτερικό του κόσμο. Αὐτό τό κάτι, τό ὁποῖο ἔκανε τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά θεωρῆ ὅλα τα ἄλλα σκύβαλα, σκουπίδια, αὐτό τό κάτι πού τόν τραβοῦσε τόσο πολύ, ὥστε ἔφθασε νά λέγει “ἐπιθυμῶ ἀναλύσαι καί σύν Χριστῷ εἴναι”.

Ὁ Ὅσιος πῆγε σέ διάφορα προσκυνήματα καί τέλος σκέφτηκε νά ξαναγυρίση στόν τόπο του καί τελείως ἀλλαγμένος, ἔτσι πού νά μή τόν ἀναγνωρίσουν οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς του, ἔστησε, ὅπως καί πιό πάνω ἀναφέραμε, μιά καλύβη ἀπέναντι ἀπό τό πλούσιο πατρικό του σπίτι καί ἐκεῖ ἔζησε ὅλα του τά χρόνια φτωχός καί περιφρονημένος.

Οἱ πρώην ὑπηρέτες του πού τόν σέβονταν καί ὑποκλίνονταν μπροστά του, τώρα τόν χλεβάζουν γιατί τόν θεωροῦν ἕναν φτωχό ξένο. Τό πνευματικό ἐπίπεδο ἑνός ἀνθρώπου καί ἑνός λαοῦ γενικότερα, ἔχει σχέση μέ τήν συμπεριφορά του πρός τούς ἁπλούς ἀνθρώπους, πού δέν διαθέτουν χρήματα καί ἀξιώματα, ἀλλά καί μέ τήν φιλοξενία, τό πῶς συμπεριφέρεται, δηλαδή, στούς ξένους. Οἱ πνευματικά καλλιεργημένοι ἄνθρωποι ἔχουν ἀνεπτυγμένο τό αἴσθημα τῆς φιλοξενίας. Γνωρίζουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι ὁ Ἀβραάμ ἐσώθη καί μάλιστα ἔγινε τύπος τῶν σωζομένων, ἐπειδή ἦταν φιλόθεος καί φιλόξενος. Ἀκόμα, θά ἔλεγα ὅτι οἱ ἀληθινοί Χριστιανοί δέν κάνουν καν αὐτή τήν διάκριση μεταξύ ξένων καί μή, ἀφοῦ γνωρίζουν ὅτι ἐδῶ στήν γῆ εἴμαστε ὅλοι ξένοι καί πάροικοι. Ἀληθινή πατρίδα μας εἶναι “ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ”. Οἱ Χριστιανοί “πατρίδας οἰκούσιν, ἀλλ’ ὡς πάροικοι, ἀφοῦ πάσα ξένη πατρίς αὐτῶν ἐστι καί πάσα πατρίς ξένη” (Πρός Διόγνητον ἐπιστολή). Προφανῶς οἱ δοῦλοι καί οἱ ὑπηρέτες θά ἤσαν ἄξεστοι καί ὁ ὅσιος ὑπέφερε τά πάνδεινα, ἔκανε ὅμως μεγάλη ὑπομονή. Ἄλλωστε χωρίς ὑπομονή ἡ ζωή δέν βγαίνει. Οἱ Πατέρες τήν ὀνομάζουν (τήν ὑπομονή) “δακρύβρεκτη πορφύρα τῶν ἀσκητών”, δηλαδή ὅσων προσπαθοῦν νά ἐναρμονίζουν τήν ζωή τους μέ τό Εὐαγγέλιο.

Ἡ ζωή τοῦ ὁσίου Ἀλεξίου εἶναι εἰρηνική ἐπανάσταση κόντρα στό κατεστημένο τοῦ βολέματος καί τῆς καλοπέρασης. Εἶναι πυρηνική βόμβα πού κονιορτοποιεῖ τήν αὐτάρκεια, τήν ἀξιοπρέπεια καί τόν καθωσπρεπισμό. Εἶναι λογική τρέλλα “ποῦ θεραπεύει τήν δική μας ἄλογη τρέλλα”.

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

  • Προβολές: 2787