Skip to main content

Κύριο θέμα: Μιὰ θαυμαστὴ σύγχρονη ἱστορία: «Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

 «Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

«Το σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

Τὴν 3η Ἰουνίου 2005 φονεύθηκε σὲ αὐτοκινητικὸ δυστύχημα ἡ ἀγαπητή μας Στέλλα, ποὺ εἶχε στοιχεῖα «κατὰ Χριστὸν σαλότητος», μὲ μιὰ ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ πνεύματος.

Ἦταν μὲ τὴν θέλησή της ἄστεγη, ζοῦσε στοὺς δρόμους, κοιμόταν τὰ βράδυα, χειμῶνα-καλοκαίρι, στὰ παγκάκια, στὰ ὑπόστεγα καὶ τὰ σαλόνια τῶν Νοσοκομείων, ἀλλὰ ἦταν γεμάτη ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δυστυχισμένους ἀνθρώπους. Τὰ ροῦχα της ἦταν πάντα καθαρά. Τὶς οἰκονομίες της τὶς διέθετε γιὰ ἀγαθοεργοὺς σκοπούς. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἐπαινῇ κανείς, καὶ ὅταν τὴν ἐπαινοῦσαν, ἔκανε τὴν «χαζή».

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, εἶχε λάβει μιὰ καλὴ παιδεία, χειριζόταν πολὺ καλὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, καθὼς ἐπίσης ἐγνώριζε τὴν γαλλικὴ γλῶσσα καὶ τελευταία προσπαθοῦσε νὰ μάθη καὶ ἰταλικά.

Ὁ τρόπος ἐξόδου της ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ ἔγινε ὅπως τὸ ἤθελε. Μὲ μαρτυρικὸ θάνατο, ἄγνωστη ἐν μέσῳ ἀγνώστων. Κανεὶς δὲν τὴν ἀνεγνώρισε. Τὴν ἐνταφίασαν χωρὶς ἐξόδιο ἀκολουθία, γιατί δὲν γνώριζαν τὰ στοιχεῖα της. Ὅλα αὐτὰ μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἔγιναν γνωστὰ μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο. Τότε ἔγινε καὶ ἡ κηδεία της. Ἀξιώθηκα νὰ τῆς κάνω καὶ τὸ μνημόσυνό της. Μετὰ τὸ μνημόσυνό της, στὸ ἀρχονταρίκι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πελαγίας, ἡ κ. Μηλίτσα Πισιμίση-Λουκίδου, νομικός, καὶ ἡ κ. Χρυσούλα Μαντᾶ, ὀδοντίατρος, μᾶς διηγήθηκαν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Στέλλα ποὺ ἦταν πράγματι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.

Στὸ τεῦχος αὐτὸ δημοσιεύουμε ἕνα κείμενο τῆς κ. Μηλίτσας Πισιμίση-Λουκίδου, ποὺ γράφηκε μὲ τὴν συνεργασία καὶ τῆς κ. Χρυσούλας Μαντᾶ καὶ παρουσιάζει ἕνα τμῆμα τῆς εὐλογημένης ζωῆς της, καὶ στὸ ἑπόμενο τεῦχος θὰ δημοσιεύσουμε τὶς ἀναμνήσεις τῶν Μοναχῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πελαγίας γιὰ τὴν Στέλλα, «τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ», τὴν ἄγνωστη στὸν κόσμο, ἀλλὰ γνωστὴ στὸν Θεό, ποὺ ἔζησε «μόνη μόνῳ Θεῷ». Νομίζω ὅτι ἡ διήγηση αὐτὴ θὰ βοηθήση τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν μὲ τὸν ἄκρατο εὐδαιμονισμό, μὲ ἀγχώδη νοοτροπία καὶ διαρκῶς παραπονοῦνται γιὰ πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἤθελαν νὰ ἔχουν.

Στὴν περίπτωσή της ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτὰ· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;» (Μάτθ. ς, 26).

Τελικά, ὁ ἄνθρωπος δὲν «εἶναι» αὐτὸ ποὺ «ἔχει», ἀλλὰ «ἔχει» αὐτὸ ποὺ «εἶναι».

Ἡ ἀείμνηστη Στέλλα, ποὺ εἶχα τὴν ἐξαιρετικὴ εὐλογία νὰ γνωρίσω, εἶναι μιὰ θετικὴ διαμαρτυρία γιὰ κάθε «ἀσφαλισμένο».

Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

***

«Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ»

ΤΗΣ ΜΗΛΙΤΣΑΣ ΠΙΣΙΜΙΣΗ-ΛΟΥΚΙΔΟΥ, ΝΟΜΙΚΟΥ-ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ ΥΠ. ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Μὲ τὴν Στέλλα γνωριστήκαμε τὸ καλοκαίρι τοῦ 1979 στὴν Σοκολατοποιΐα. Ἦταν ἐργάτρια, ἐργαζόταν πολὺ σκληρά, ὑπερέβαινε τὶς 9 ὧρες καθημερινά. Ὅλοι τὴν ἐκμεταλλευόντουσαν, ὅλοι τὴν διέταζαν καὶ αὐτὴ ὑπήκουε ἄμεσα καὶ μὲ χαμόγελο. Στέλλα, ἐδῶ, Στέλλα, ἐκεῖ. Ὁ ἰδιοκτήτης-ἐργοδότης τὴν ἀγαποῦσε γιὰ τὴν ὑπακοή της καὶ τὴν ἐργατικότητά της.

Γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς ἐργαζομένους ἦταν «ἡ Στέλλα ἡ χαζή». Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε, τὰ χείλη της ψέλλιζαν. Ὅταν τὴν ἀφουγκραζόσουν ἄκουγες τὸ «Δόξα σοι, ὁ Θεός».

Πολὺ συχνὰ ὁ προϊστάμενος μᾶς ἀνέθετε νὰ διεκπεραιώσουμε ἀπὸ κοινοῦ κάποια ἐργασία καὶ ἔτσι μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ δεχθῶ τὴν καλωσύνη της, τὴν ἀγάπη της. Θυμᾶμαι ὅτι μονίμως ἔλεγε τὴν εὐχή, ξαφνικὰ γέλαγε, σήκωνε τὸ κεφαλάκι της πρὸς τοὺς οὐρανούς. Τότε ἔλαμπε.

«Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

«Δόξα σοι, ὁ Θεὸς» ἄκουγες συχνὰ ἀπὸ τὸ στόμα της.

Ἡ Σοκολατοποιΐα αὐτὴ ἔκανε διάφορα εἴδη σοκολατάκια. Τὰ δεύτερης κατηγορίας τὰ ἐξήγαγε σὲ χῶρες τῆς Ἀφρικῆς. Αὐτὸ στενοχωροῦσε τὴν Στέλλα πάρα πολύ. Κάποτε ποὺ ἐργαζόμασταν στὴν συσκευασία μαζί, θυμᾶμαι τὴν Στέλλα πάνω ἀπὸ τὰ κουτιὰ συγκεντρωμένη νὰ εὔχεται «γιὰ τὰ ἀραπάκια ποὺ θὰ ἔτρωγαν τὰ σοκολατάκια».

Σὲ ὁποιαδήποτε ἀδικία ποὺ συνέβαινε στὸ χῶρο τῆς ἐργασίας –μᾶς «τρώγανε» μεροκάματα– δὲν ἀπαντοῦσε, δὲν κατέκρινε, δὲν ἀντιδροῦσε. Ἐκείνη τὴν περίοδο ἡ Στέλλα ἦταν γιὰ μένα ἕνα λιμανάκι θαλπωρῆς, ἐγὼ ἀντιδροῦσα σὲ κάθε ἀδικία. Ἐκείνη στὰ σχόλιά μου ἀπαντοῦσε μὲ ἕνα γέλιο, μὲ μιὰ λέξη «Ἄ! Μηλίτσα». Δὲν τὴν θυμᾶμαι ποτὲ νὰ ἔβαλε ἕνα σοκολατάκι στὸ στόμα της (ὑπενθυμίζω ὅτι ἐργαζόμασταν σὲ ἐργοστάσιο σοκολατοποιΐας!). Ἂν καὶ οἱ πιὸ πολλοὶ ἐργαζόμενοι τὴν θεωροῦσαν «χαζή», ἐν τούτοις τὴν σέβονταν καὶ διερωτῶντο πὼς κατόρθωνε νὰ ἐργάζεται τόσο ἀποτελεσματικά.

Ἡ Στέλλα δὲν συμμετεῖχε σὲ συζητήσεις ποὺ κάναμε· ἦταν μαζί μας, ἀλλὰ συγχρόνως μακριὰ ἀπὸ σχόλια, μακριὰ ἀπὸ περιττὲς κουβέντες. Πολλὲς φορές, ὅταν τὴν ρωτοῦσαν νὰ πῇ τὴ γνώμη της, ἔκανε τὴν παλαβή. Τὸ εἶχα προσέξει ὅτι τὸ ἔκανε ἐπίτηδες. Γιὰ ὅλα τὰ τοῦ κόσμου ἦταν τρελή, παλαβή, ὅταν ὅμως τῆς ζητοῦσες βοήθεια στὴν ἐργασία, τὰ χεράκια της κινιόντουσαν μὲ στοργὴ νὰ βοηθήσουν, εἰ δυνατὸν καὶ νὰ δουλέψουν γιὰ σένα.

Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ περιβάλλον γνωριστήκαμε. Τὴν σεβόμουν τόσο ποὺ ποτὲ δὲν τὴν ρώτησα γιὰ τὴν προσωπική της ζωή. Ἀπὸ μόνη της μοῦ εἶπε ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση ὅτι ὅλοι ὅσοι τὴν γνώριζαν τὴν χαρακτήριζαν λίαν ἐπιεικῶς «τρελή», ἐνῷ ἐγὼ ἔνιωθα ὅτι κάνουν λάθος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πολὺ νωρὶς κατάλαβα ὅτι ἡ Στελλίτσα ἤθελε νὰ τὴν θεωροῦν «τρελή». Κάποιες φορὲς τύχαινε νὰ εἴμαστε οἱ δυό μας καὶ νὰ μιλᾶμε φυσιολογικὰ καὶ ὅταν πλησίαζε κάποιος ἄρχιζε καὶ ἔλεγε ἄλλα ἀντὶ ἄλλων. Ἐμένα μοῦ δημιουργοῦσε αἴσθημα γαλήνης καὶ μὲ ἄφηναν ἀδιάφορη οἱ κρίσεις τῶν ἄλλων.

 

«Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

Στο ἐργοστάσιο αὐτὸ τῆς Σοκολατοποιΐας ἐργάσθηκα γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα. Τὴν Στελλίτσα τὴν συναντοῦσα συχνὰ στοὺς δρόμους καὶ πάντα εἶχε στὴν καρδιά της, στὰ χείλη της τὴν εὐχή. Συνήθιζε νὰ τὴν λέη ἐκφώνως, ἀλλὰ πολὺ σιγά. Ποὺ καὶ ποὺ ἐρχόταν στὸ σπίτι μου. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ κατοικοῦσε στὸ πλυσταριὸ μιᾶς διώροφης κατοικίας.

Τὰ χρόνια πέρασαν, τὴν ἔχασα, μὰ πάντα τὴν θυμόμουν μὲ μιὰ γλυκειὰ ἀνάμνηση καὶ νοσταλγία.

Μετὰ παντρεμμένη πιὰ θὰ τὴν συναντοῦσα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Ὁσίας Πελαγίας) στὸ Ἀκραίφνιο. Εἴχαμε πάει μὲ τὸν ἄνδρα μου καὶ θὰ διανυκτερεύαμε στὴν Μονὴ γιὰ τὴν πρωϊνὴ Θεία Λειτουργία. Οἱ μοναχὲς μὲ πολλὴ στοργὴ καὶ εὐγένεια μοῦ ζήτησαν συγγνώμη, ἐπειδὴ λόγῳ τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν δὲν εἶχαν χῶρο νὰ μὲ φιλοξενήσουν καὶ ἀναγκαστικὰ ἔπρεπε νὰ μοιραστῶ τὸ κελλί, ὅπου ἐφιλοξενεῖτο «μιὰ ἰδιόρρυθμη γυναῖκα». Δέχθηκα. Μὲ ὁδήγησαν στὸ κελλί, ὅπου μὲ κατάπληξη διεπίστωσα ὅτι «ἡ ἰδιόρρυθμη γυναῖκα» ἦταν ἡ στοργική μου Στελλίτσα, ποὺ εἶχα χρόνια νὰ τὴν ἰδῶ. Ἡ χαρά μου δὲν περιγράφεται. Μείναμε ἀγκαλιασμένες γιὰ ἀρκετὴ ὥρα καὶ ξαφνικὰ ἀκούω τὶς ἀδελφὲς νὰ φωνάζουν: «Ἐλάτε, Γερόντισσα, νὰ δῆτε τὴν Στελλίτσα μὲ τὴν Μηλίτσα ἀγκαλιά». Ὅλοι χαρήκαμε. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἡ Στελλίτσα ἔκανε σὰν παιδάκι ἀπὸ τὴν χαρά της. Χτυποῦσε παλαμάκια, γελοῦσε, σταυροκοπιόταν...

-Μηλίτσα μου, πολὺ χάρηκα ποὺ παντρεύτηκες. Ξέρεις πολὺ προσευχήθηκα γιὰ νὰ παντρευτῇς. Χαίρομαι, χαίρομαι. Στενοχωριέμαι ποὺ ὑποφέρεις ἀπὸ τὰ ποδαράκια σου. Ξέρω ἔχεις πρόβλημα. Ὑπομονή, προσευχή. (Ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Στελλίτσα δὲν γνώριζε ὅτι μοῦ εἶχε ἐμφανισθῇ ἕνα χρόνιο ἐπώδυνο πρόβλημα ὑγείας στὰ πόδια μου). Ὁ ἄνδρας σοῦ θ’ ἀλλάξη χῶρο, μὴν ἀνησυχῇς, θὰ εἶναι καλύτερα. (Πράγματι, τελείως ξαφνικά, ἀναγκάσθηκε νὰ μεταφέρη σὲ ἄλλο χῶρο τὸ κτηνιατρεῖο του).

«Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

Ἐκείνο τὸ βράδυ εἰπώθηκαν πολλά. Τὴν ἄλλη μέρα καὶ ἐνῷ ἡ Στέλλα ἦταν μακριά, εἶπα στὶς ἀδελφὲς ὅ,τι εἶχα ἀντιληφθῆ γι’ αὐτήν, ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ ἁγία ψυχή... Τὴν ἑπόμενη μέρα ἡ Στέλλα ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τὸ κατάλαβε. Δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἐπαινῇς. Ὅταν ἀργότερα συναντηθήκαμε, μὲ αὐστηρὸ τρόπο μὲ ἐπέπληξε γιὰ τὸ ὅτι τὴν ἐπαινῶ. Ξαφνιάστηκα, γιατί μπροστά της δὲν εἶχα πῇ τίποτε. Κι ὅμως τὸ ἤξερε...

Ἀργότερα, κάποια ἄλλη στιγμή, μοῦ εἶχε πῇ: «Δὲν ἀντέχω τὴν τιμὴ ποὺ μοῦ κάνει ἡ Γερόντισσα. Νά, κοίτα νὰ δῇς· τελευταῖα μὲ ἔβαλε νὰ φάω μαζί τους· μὲ τὶς ἀγίες ψυχές! Ποιά εἶμαι ἐγώ... Πῶ, πῶ, πῶ, Μηλίτσα!».

Γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα χάσαμε τὰ ἴχνη της. Ἡ Γερόντισσα μᾶς τηλεφωνοῦσε καὶ μᾶς ρωτοῦσε ἂν τὴν εἴδαμε. Ἐκεῖνο τὸ διάστημα κατάλαβα ὅτι, ἂν θέλω νὰ τὴ δῶ δὲν πρέπει νὰ μιλῶ γι’ αὐτήν.

Τώρα ἡ Στελλίτσα ἦταν ἄστεγη, ἀπὸ τὴν ἐργασία της εἶχε συνταξιοδοτηθῇ μὲ τὸ πιὸ μικρὸ ποσὸ τῆς σύνταξης τοῦ ΙΚΑ (411 εὐρὼ μηνιαίως), τὰ ὁποῖα μοίραζε σὲ φτωχούς, φυλακισμένους, στὴν Ἐξωτερικὴ Ἱεραποστολὴ κ.α. Τώρα πλέον ζοῦσε στὰ παγκάκια, στὰ ὑπόστεγα, στὰ ἐρημοκκλήσια, στὶς σκάλες, σὲ οἰκοδομές. Μοῦ το ἐμπιστεύθηκε.

Κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῆς Γερόντισσας καὶ τὴ δική μου, ἦλθε κάποιες φορές, ὅταν ἔκανε βαρυχειμωνιά, καὶ ἔμεινε κοντά μας. Ζητοῦσε νὰ μείνη στὸ πιὸ ταπεινὸ μέρος τοῦ σπιτιοῦ.

«Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

Θυμᾶμαι μὲ πολλὴ νοσταλγία, ὅταν τὴν φιλοξενούσαμε στὸ σπίτι ἐπικρατοῦσε γαλήνη, φῶς, ὅλα εἰρηνικά. Ὅταν στὴν παρέα μας ἐρχόταν ὁ ἄνδρας μου, ἡ Στελλίτσα ἔφευγε καὶ ὅταν τῆς μιλοῦσε δὲν τὸν κοιτοῦσε ποτέ. Χαρά της ἦταν νὰ τρώη ἀλάδωτες ντοματόσουπες. Συνέχεια δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ καὶ ἡ ψυχή της ξεχείλιζε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη μὲ ἕνα ἀδιάκοπο «σ’ εὐχαριστῶ, σ’ εὐχαριστῶ».

Πολλὲς φορὲς τὸ βράδυ, προφασιζόμενη ὅτι εἶμαι κουρασμένη, τῆς ζητοῦσα νὰ κάνη αὐτὴ τὸ Ἀπόδειπνο. Ἀδύνατον νὰ περιγράψω τί συνέβαινε, ὅταν ἄρχιζε τὴν προσευχή. Σιγά-σιγὰ ἀλλοιωνόταν ἡ ἔκφρασή της, τὸ προσωπάκι της φωτιζόταν, ξεχνιόταν στὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἄφηνα καὶ πήγαινα γιὰ ὕπνο.

Κάποια φορά, ἐνῷ τὴν σκεπτόμουν μὲ συμπόνοια «πὼς γυρνάει σὰν σπουργιτάκι στοὺς δρόμους» ξαφνικὰ μὲ κοιτάζει καὶ μοῦ λέει: -«Μὴ στενοχωριέσαι, θέλημα Θεοῦ εἶναι νὰ κοιμᾶμαι στὰ παγκάκια. Εἶμαι πολὺ καλά, εἶμαι εὐτυχισμένη. Ξέρεις ἐκεῖ στὰ παγκάκια ράβω καὶ τὰ ροῦχα μου. (Ἡ Στέλλα ἦταν καὶ πολὺ καλὴ ράπτρια). Νά, τὸ Πάσχα πέρασα πολὺ ὡραῖα. Τὸ Μ. Σάββατο πῆγα καὶ πῆρα λίγο ἀρνάκι, τὸ ἔβαλα σὲ ἕνα ταψάκι ἀπὸ μπακλαβᾶ, τὸ ἔδωσα στὸ φοῦρνο καὶ μοῦ τὸ ἔψησαν. Τὸ ἔκρυψα στὸ παγκάκι καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἔκανα Πάσχα στὸ παγκάκι μου, χαρούμενη καὶ εὐτυχισμένη, γιατί ὁ Ἱερέας μου εἶχε δώσει κι ἕνα κόκκινο αὐγό. Μὴ στενοχωριέσαι γιὰ μένα. Ὄχι, ὄχι, γιατί εἶμαι ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς Παναγίας μας».

Μιὰ ἄλλη φορά, ὅπως μοῦ διηγήθηκε, πῆγε καὶ λούστηκε στὴν τουαλέτα τῶν Ἰατρείων τοῦ Δήμου. Τὴν εἶδαν οἱ ἐργαζόμενοι καὶ τὴν ἐπέπληξαν αὐστηρά. Ἡ Στέλλα δὲν δέχθηκε τὴν παρατήρηση λέγοντάς τους ὅτι δὲν κλέβει τίποτα, οὔτε νερό, οὔτε σαπούνι, γιατί ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχει πληρώσει εἰσφορὲς στὸ ΙΚΑ ὡς ἐργαζόμενη. Τοὺς μίλησε ἄσχημα καὶ αὐτοὶ κάλεσαν τὴν Ἀστυνομία κι ἔτσι ἡ Στέλλα ὁδηγήθηκε στὸ Ἀστυνομικὸ Τμῆμα. Κάπως ἔτσι μοῦ διηγήθηκε τὸν διάλογο μὲ τὸν Διοικητή:

«Κύριε Διοικητᾶ, συγχωρέστε μὲ ποὺ σᾶς κουράζω, ἀλλὰ ἀκοῦστε με, σᾶς παρακαλῶ. Εἶμαι ἄστεγη, δὲν ἔχω τίποτα δικό μου. Νὰ μόνο αὐτὸ τὸ βιβλιάριο ἀσθενείας τοῦ ΙΚΑ, ποὺ βεβαιώνει ὅτι ἔχω πληρώσει εἰσφορές. Τὰ Ἰατρεῖα ποὺ λούστηκα εἶναι τοῦ ΙΚΑ, ἄρα ἀνήκουν καὶ σὲ μένα. Ὅταν βρίσκομαι μέσα στὸ ΙΚΑ, νιώθω ὅτι εἶμαι μέσα στὸ σπίτι μου. Συγχωρέστε με».

Διοικητής: «Πήγαινε τώρα, ἀλλὰ τὴν ἄλλη φορὰ ποὺ θὰ λουστῇς νὰ προσέξης νὰ μὴ σὲ δοῦν. Ἄντε στὸ καλό».

Ἔφυγε δοξάζοντας τὸν Θεὸ καὶ εὐγνωμονῶντας τὸν Διοικητή.

«Τὸ σπουργιτάκι τοῦ Θεοῦ» (Στέλλα Μιτσακίδου)

Πολλά βράδια κοιμόταν σὲ σαλόνια Νοσοκομείων, καλύτερα νὰ ποῦμε προσποιόταν ὅτι κοιμόταν, γιατί ὅταν ἡσύχαζε τὸ Νοσοκομεῖο, ἔτρεχε κοντὰ σὲ μοναχικοὺς ἀσθενεῖς, ποὺ εἶχαν ἀνάγκη βοηθείας καὶ τοὺς συνέτρεχε, ἀλλά, ὅταν καταλάβαινε ὅτι κάποιο τρίτο πρόσωπο τὴν ἀντιλαμβανόταν, τότε ἄρχιζε τὰ «παλαβά» της.

Πολλὰ πρωϊνὰ πηγαίνοντας γιὰ τὴν ἐργασία μου (γύρω στὶς 6,30-7π.μ.) τὴν συναντοῦσα νὰ βγαίνη ἀπὸ τὸ Νοσοκομεῖο ΚΑΤ καὶ στὴν ἐπιμονή μου γιατί δὲν ἔρχεται νὰ κοιμηθῇ στὸ σπίτι μας μοῦ ὁμολόγησε: Ἀγαποῦσε πολὺ τοὺς Ἁγίους, τοὺς θεωροῦσε φίλους της, συγγενεῖς της, ἔτρεχε στὴν ἑορτή τους, στὰ πανηγύρια, χαιρόταν ὅταν μοίραζαν καὶ φαγητό, ὅπως μοῦ ἔλεγε. Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους γύριζε σὲ διάφορα προσκυνήματα. Τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων στὸ Μανταμάδο γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Αἴγινα, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὴν Ναύπακτο κ.α. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς: Μιὰ φορὰ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς πῆγε στὴν Ναύπακτο καὶ ἔκανε σὰν μικρὸ παιδί, ὅπως μοῦ το διηγήθηκε. Ἀγαποῦσε τὸν Σεβασμιώτατο Ἰερόθεο, τὸν θεωροῦσε δικό της ἄνθρωπο, χαιρόταν ποὺ τὸν ἔβλεπε νὰ χοροστατῇ μὲ τὰ λαμπρά του ἄμφια καὶ νὰ μιλάη τόσο ὡραῖα. Τοῦ εἶχε μεγάλο σεβασμό. Καμάρωνε πολὺ ποὺ τῆς εἶχε μιλήσει καὶ τῆς ἔδωσε τὴν εὐχή του στὸ μοναστήρι στὸ Ἀκραίφνιο. Τὸν χαιρόταν, ὅπως ἔλεγε.

Ὅλες οἱ διηγήσεις τῆς Στελλίτσας ἦταν γιὰ μένα ἀπόλαυση, ξεκούραση. Ἔβλεπα μιὰ μεγάλη γυναῖκα νὰ νιώθη καὶ νὰ ἐκφράζεται σὰν μικρὸ παιδί.

Κάποτε εἴχαμε γιορτὴ στὸ σπίτι μας μὲ ἀρκετοὺς καλεσμένους. Ξαφνικὰ ἦλθε ἡ Στελλίτσα. Κάθισε καὶ ἀκριβῶς δίπλα της ἐγώ. Μεταξὺ τῶν καλεσμένων καὶ ἕνα ζευγάρι μὲ πολλὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα γνώριζα. Ἡ Στελλίτσα «στὸν κόσμο της» ψιθύριζε τὴν εὐχὴ καὶ συγχρόνως πολὺ χαμηλόφωνα ἔλεγε τί συμβαίνει μὲ αὐτὸ τὸ ζευγάρι, τί φταίει, ἐνῷ στοὺς ἄλλους ἔλεγε ἄσχετα ἡ τοὺς χαμογελοῦσε. Πάντα ὅμως συγκεντρωμένη στὴν εὐχή. Οἱ πιὸ πολλοὶ τὴν θεώρησαν «παλαβή», ἄλλο ποὺ δὲν ἤθελε ἡ Στέλλα, γιὰ νὰ μὴν τὴν καταλαβαίνουν.

Ἦταν 12 Αὐγούστου 2004, ἤμουν στὸ γραφεῖο μου καὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἦταν νὰ ταξιδέψω γιὰ Λέσβο γιὰ τὶς καλοκαιρινὲς διακοπές μου. Ἀπὸ τὸ πρωΐ βασανιζόμουν ἀπὸ μιὰ ἀσήμαντη σκέψη, κοινῶς εἶχα «κολλήσει». Δὲν εἶχα ἕνα μπρελὸκ νὰ βάλω τὰ κλειδιὰ ποὺ θὰ ἄφηνα στοὺς γείτονες νὰ ποτίζουν τὸν κῆπο. Ξαφνικὰ γύρω στὸ μεσημέρι ἀνοίγει ἡ πόρτα καὶ ἐμφανίζεται ἡ Στελλίτσα, καταϊδρωμένη, κουρασμένη, ἀσθμαίνουσα καὶ μοῦ λέει: «Νά, πάρτο. Ἤμουν στὴν Ὁμόνοια καὶ μοῦ εἶπε νὰ σπεύσω νὰ σοῦ φέρω τὸ μπρελόκ». Τὰ ἔχασα. Στὴν ἐρώτηση ποιός τῆς εἶπε νὰ μοῦ τὸ φέρη στὴν ἀρχὴ ψέλλισε «ἡ Παναγία», μετὰ ἄρχισε τὰ δυσνόητα, τὰ «παλαβά» της. Τὸ μπρελὸκ τὸ εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ παρίστανε τὸ γενέσιο τῆς Παναγίας μας. Στὴν ἐπιμονή μου νὰ μείνη λίγο κοντά μου νὰ ξεκουραστῇ, νὰ πιὴ κάτι, νὰ δροσιστῇ κάθισε στὸν καναπὲ καὶ ἄρχισε νὰ μιλάη γιὰ τὸν ἑαυτό της. Καὶ τότε μοῦ εἶπε: «Μηλίτσα μου, ἐγὼ θὰ πεθάνω στοὺς δρόμους μόνη μου. Κανένας δὲν θὰ τὸ μάθη, κανείς, κανείς». Αὐτὸ μὲ πόνεσε πολὺ καὶ τῆς εἶπα μὲ ἀπαίτηση: «Στελλίτσα μου, σὲ παρακαλῶ θέλω νὰ τὸ μάθω. Θέλω νὰ μάθω τὸ φευγιό σου». Καὶ τὴν ἀγκάλιασα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ σταμάτησε νὰ μιλάη γιὰ ἀρκετὰ λεπτά. Ξαφνικὰ μὲ κοιτάζει μὲ ἕνα στοργικὸ βλέμμα γεμᾶτο ἀγάπη καὶ μοῦ λέει: «Μηλίτσα μου, θὰ τὸ μάθης, θὰ τὸ μάθης».

Γιὰ τελευταία φορὰ ἔμεινε στὸ σπίτι μου τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2004. Τότε τῆς πονοῦσε τὸ πόδι καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ περιορίση τὶς πεζοπορίες. Ἔτυχε τότε νὰ χρειασθῇ νὰ φιλοξενήσω κάποιο πρόσωπο ποὺ δυσκολευόταν ἀπὸ τὴν παρουσία της καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν βραδινὴ προσευχή, διότι ἔπεφτε γιὰ ὕπνο νωρὶς καὶ σηκωνόταν ἀργὰ τὴ νύχτα καὶ προσευχόταν ψάλλοντας δυνατά. Πολλὲς φορὲς ἀκούγαμε νὰ ἐπαναλαμβάνη το: «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός».

Ἐν ὄψει αὐτοῦ τοῦ προβλήματος, λοιπόν, προσφέρθηκε μιὰ φίλη μας, ἡ Χρυσούλα, νὰ τῆς παραχωρήση ἕνα διαμερισματάκι, ποὺ ἦταν ἄδειο μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων της. Χάρηκε ποὺ ἔμενε σὲ σπιτάκι κοντὰ σὲ ἀνθρώπους μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση, τώρα μάλιστα ποὺ δυσκολευόταν ἀπὸ τοὺς πόνους τῶν ποδιῶν της. Ἐκεῖ ἔμεινε μέχρι τὸν Μάϊο τοῦ 2005. Τὴν 1η Ἰουνίου 2005 ἡ Χρυσούλα τὴν εἶδε νὰ φεύγη ἀπὸ τὸ σπίτι. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη χάθηκαν τὰ ἴχνη της.

Ἀργότερα ἀνησυχήσαμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ συνήθιζε νὰ ἐξαφανίζεται, πιστεύαμε ὅτι θὰ ἐμφανισθῇ. Κάθε τόσο ἐπικοινωνούσαμε μὲ τὴν Γερόντισσα ἡ Χρυσούλα καὶ ἐγὼ γιὰ νὰ μάθουμε γιὰ τὴν Στέλλα. Ἡ Γερόντισσα ἔλεγε συνέχεια: «Ψάξτε νὰ τὴν βρῆτε». Ἐμεῖς ὅμως πιστεύαμε ὅτι εἶχε φύγει γιὰ κάποιο ταξίδι καὶ ὅτι θὰ ἐπέστρεφε.

Μετὰ τὸ Πάσχα τοῦ 2006 ἕνα βράδυ, πολὺ ἀργὰ καὶ ἐνῷ ἡ οἰκογένειά μου εἶχε ἀποκοιμηθῇ, ξάπλωσα κι ἐγὼ καὶ ἀποκοιμήθηκα ἀμέσως, πρᾶγμα παράδοξο γιὰ μένα, καὶ ξύπνησα ἀμέσως (τὸ διεπίστωσα βλέποντας τὸ ξυπνητήρι) ἀπὸ ἕνα δυνατὸ ὄνειρο: Εἶδα τὴν Στελλίτσα κάτω ἀπὸ ἕνα ὡραῖο δένδρο, ὄρθια νὰ ἀκουμπάη ἐλαφρὰ στὸν κορμό του, σὲ νεανικὴ ἡλικία, πανέμορφη, γλυκύτατη καὶ μὲ κοιτοῦσε μὲ ἕνα βλέμμα γεμᾶτο ἀπέραντη θαλπωρή. Ἔνιωσα τὴν ψυχή μου νὰ βγάζη μιὰ οὐρανομήκη κραυγή, ποὺ αἰσθανόμουν νὰ μοῦ ξεσχίζη τὸ στέρνο: «Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου...» Κι ἔτρεξα νὰ τὴν ἀγκαλιάσω, προτείνοντας τὰ χέρια μου, ἀλλὰ ὅταν ἔφτασα στὸ δένδρο ἐξαφανίστηκε καὶ στὴν θέση της ἔκαιγε μιὰ ὁλόλευκη πασχαλιάτικη λαμπάδα, ποὺ ἔχυνε γύρω ἕνα ὑπέροχο φῶς καὶ ἡ φλόγα της ἀνέβαινε ὀλόϊσα στὸν οὐρανό. Ἀμέσως βλέπω στὸ χῶμα, δίπλα στὴ λαμπάδα, ἕνα ἀπόκομμα ἐφημερίδας ποὺ ἔδειχνε ἕνα ἐξαιρετικὰ κακοποιημένο σῶμα σὰν ἀπὸ τρομακτικὸ αὐτοκινητικὸ δυστύχημα.

Ἕνα βαρὺ μήνυμα κατέκλυσε τὸ εἶναι μου: «Ἡ Στέλλα πέθανε!». Ξύπνησα κυριευμένη ἀπὸ ἀμφιθυμία αἰσθημάτων: Χαρὰ μεγάλη ἀπὸ τὴν παρουσία τῆς Στέλλας καὶ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας καὶ φόβο ἀπὸ τὴν φωτογραφία τῆς ἐφημερίδας. Ἤθελα νὰ ξυπνήσω τὸν Δημήτρη, τὸν ἄνδρα μου, νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὴν Στέλλα, «τὸ σπουργιτάκι», ὅπως τὴ λέγαμε, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ζοῦσε «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος», ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ τὸ βάδισμά της θύμιζε σπουργίτι. Κάτι δυνατὸ ὅμως μὲ ἀπέτρεψε νὰ τὸν ξυπνήσω. Τὴν ἑπομένη τηλεφώνησα στὴν Γερόντισσα καὶ στὴν Χρυσούλα καὶ τοὺς εἶπα τὸ ὄνειρο. Καὶ οἱ δυό μου συνέστησαν νὰ ψάξουμε γιὰ τὴν Στέλλα. Ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἄρχισε ἡ ἀγωνιώδης ἀναζήτηση. Τροχαῖα, Νοσοκομεῖα, Στρατονομία, Νεκροτομεῖα....

Ἡ Χρυσούλα ἔμαθε ὅτι στὶς 3 Ἰουνίου 2005 καὶ ὥρα 6,10 μ.μ. κοντὰ στὸ σπίτι της σκοτώθηκε σὲ αὐτοκινητικὸ μία γυναῖκα ἀγνώστων στοιχείων. (Τὰ πουλιὰ δὲν ἔχουν ὄνομα!). Ὁ θάνατος ἦταν ἀκαριαῖος. Ὅλη ἡ ἔρευνα ἀπέδειξε ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἦταν ἡ Στελλίτσα. Ἐνῷ διέσχιζε τὸν δρόμο, τὴν παρέσυρε ἕνα αὐτοκίνητο μὲ ὁδηγὸ ἀξιωματικὸ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἔτρεχε μὲ μεγάλη ταχύτητα. Τὴν συνέθλιψε. Μόνο τὸ προσωπάκι της ἦταν εὐδιάκριτο (ὅπως ἔδειξαν οἱ φωτογραφίες τῆς Τροχαίας).

Ἡ Στελλίτσα παρέμεινε μέχρι τὶς 18 Ἰουνίου 2005 στὸ Νοσοκομεῖο «Ἀσκληπιεῖον» καὶ μετὰ τὸ πτῶμα της μεταφέρθηκε στὸ Κεντρικὸ Νεκροτομεῖο τοῦ Λαϊκοῦ Νοσοκομείου, ὅπου παρέμεινε στὰ ἀζήτητα μέχρι τὶς 20 Ἰουλίου 2005, ὁπότε καὶ δόθηκε γιὰ ἐνταφιασμό. Τὸ Γραφεῖο ποὺ τὴν ἐνταφίασε μᾶς πληροφόρησε ὅτι Νεκρώσιμη Ἀκολουθία δὲν ἐψάλη, μόνο ἕνα Τρισάγιο ἐπὶ τοῦ τάφου.

Πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι ὅλοι ὅσοι ἀσχοληθήκαμε μὲ τὴν ἀνεύρεσή της, στὴν προσευχή μας τῆς μιλούσαμε καὶ τῆς λέγαμε: «Ἐὰν μᾶς ἀκοῦς, ἐὰν ἔχης παρρησία στὸ Θεό, ὁδήγησέ μας, βοήθησέ μας». Καὶ πράγματι μᾶς βοήθησε καὶ φθάσαμε μέχρι τὸν χορταριασμένο «ἀνύπαρκτο» τάφο της, στὴν ἀνατολικὴ ἄκρη τοῦ Νεκροταφείου τοῦ Ζωγράφου, μὲ τὸ νούμερο 8915.

Τὴν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν κοίμησή της, ἐψάλη ἡ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία τῆς Στέλλας, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου συνήθιζε νὰ ἐκκλησιάζεται κατὰ τὴν Πασχάλιο Περίοδο. Ὁ Ἱερέας εἶπε γιὰ τὴν Στέλλα: «Ἔκανε τὰ παλαβά της, ἀλλὰ ἔλεγε σωστὰ πράγματα καὶ πάντα ἐρχόταν γεμάτη τρόφιμα γιὰ τοὺς πτωχούς, πρόσφορο, λάδι, νᾶμα γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία... Μάλιστα ἔχει παραγγείλει νὰ ἁγιογραφηθῇ ἡ Ἁγία Μαρίνα στὸν Ναό μας.....».

Στὶς 3 Ἰουνίου 2006 ἔγινε τὸ ἐτήσιο μνημόσυνό της χοροστατοῦντος τοῦ λίαν προσφιλοῦς της Ἐπισκόπου, π. Ἱεροθέου, στὸ Μοναστήρι τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Ὁσίας Πελαγίας) στὸ Ἀκραίφνιο.

Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες μας συναντήσεις μου εἶπε: «Νιώθω γεμάτη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Ὅλα μου τὰ ἔχει δώσει ὁ Κύριος. Μόνο μιὰ ἐπιθυμία μου δὲν ἔχει ἐκπληρωθῇ: Ἤθελα νὰ βαπτίσω δυὸ παιδάκια, ποὺ νὰ τοὺς ἔδινα τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ τῆς Παναγίας μας, ἀλλὰ κανεὶς δὲ μὲ θέλησε γιὰ κουμπάρα». Ὅταν τῆς πρότεινα ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ βαπτίσω ἐγὼ τὰ δυὸ παιδάκια στὴ θέση της καὶ μάλιστα, ὅταν μεγαλώσουν θὰ τοὺς μιλήσω γιὰ τὴν «πραγματικὴ νονά τους», καταχάρηκε καὶ ἀναφώνησε: «Τώρα ἡσύχασα. Εἶμαι ἕτοιμη νὰ φύγω».–

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ

  • Προβολές: 5413