Skip to main content

Ποιμαντορικὴ Ἐγκύκλιος - Πάσχα 2006

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Καὶ πάλιν φέτος, μετὰ τὴν κατανυκτικὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀξιωθήκαμε νὰ πανηγυρίσουμε λαμπρῶς τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι μόνον γεγονὸς τῆς φύσεως (ἄνοιξη), οὔτε ἕνα πολιτιστικὸ γεγονός, ἀλλὰ κατ ἐξοχὴν ἐκκλησιαστικό, θεολογικὸ καὶ ἀνθρώπινο, ἀφοῦ ἀναφέρεται στὴν ἐλπίδα τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως.

Πράγματι, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι «ἀρχηγὸς τῆς πίστεως καὶ τελειωτὴς» μᾶς (βλ. Ἐβρ. ἰ , 2), ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἡ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς (βλ. Ἐφ. ἄ , 22), ἀναστήθηκε τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατό Τοῦ. Ὅταν κάνουμε λόγο γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἐννοοῦμε τὴν ἀνάσταση τοῦ Σώματός Τοῦ ποὺ εἶχε πεθάνει στὸν Σταυρό.

Κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς συλλήψεως προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν καθαρὰ καὶ ἁγία, ἀλλὰ μὲ τὴν φθαρτότητα καὶ τὴν θνητότητα, προκειμένου νὰ νικήση τὸν θάνατο καὶ τὴν φθορά. Ἔτσι, κατὰ τὴν μαρτυρία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴν τρίτη ἡμέρα, μετὰ τὸν θάνατο καὶ τὸν ἐνταφιασμὸ Τοῦ, ἀνέστησε τὸ σῶμα Τοῦ, μὲ τὴν θεότητά Τοῦ. Στὴν πραγματικότητα ἡ ψυχὴ Τοῦ μαζὶ μὲ τὴν θεότητα κατέβηκε στὸν Ἅδη, καὶ τὸ σῶμα Τοῦ, μαζὶ μὲ τὴν θεότητα, παρέμενε στὸν τάφο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ σῶμα Τοῦ παρέμεινε ἄφθαρτο, ἀδιάλυτο. Αὐτὸ τὸ σῶμα ἀναστήθηκε ἀπὸ τὴν θεότητά Τοῦ καὶ ἔτσι οἱ Μαθητές, τὸ εἶδαν, τὸ ἐψηλάφησαν καὶ βεβαίως «ἐχάρησαν ἰδόντες τὸν Κύριον» (Ἰω. κ ,20).

Κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ φθορὰ δὲν ἄγγιξε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ὅσο βρισκόταν στὸν τάφο, γιατί ἦταν ἑνωμένο μὲ τὴν θεότητά Τοῦ. Μετὰ τὴν Ἀνάστασή Τοῦ ἀποβλήθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα ἡ φθαρτότητα καὶ ἡ θνητότητα, ἀλλὰ τὸ σῶμα δὲν ἐτράπη ἀπὸ τὴν οἰκεία φύση του. Ἔτσι, τὸ ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καίτοι ἀπέβαλε τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη, τὴν θνητότητα καὶ τὴν φθαρτότητα, παρέμεινε σῶμα περιγραπτό, ὀμόθεο, πνευματικό, διήνυε μεγάλες ἀποστάσεις σὲ δευτερόλεπτα, ἐξερχόταν τοῦ ἐσφραγισμένου μνήματος καὶ εἰσερχόταν κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, τὸν ἀνεγνώρισαν οἱ Μαθητές.

Τὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονὸς ἔγινε στὸν Χριστό, τὸν Ὁποῖο πιστεύουμε καὶ τιμοῦμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Βεβαίως καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὑπῆρχαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν αὐτὸ τὸ γεγονός, ἀλλὰ δισεκατομμύρια ἄνθρωποι τὸ πίστευσαν καὶ ἐβεβαίωσαν προσωπικά, δίδοντες αὐτὴν τὴν μαρτυρία τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καὶ ὑφιστάμενοι τὸ μαρτύριο. Πώς, ἄλλωστε, ἐξηγεῖται το ὅτι ἑκατομμύρια μάρτυρες ὁμολόγησαν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια καὶ θυσίασαν καὶ αὐτὴν τὴν ζωή τους;

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἡ ἀνάσταση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ βασικότερο σημεῖο τῆς πίστεώς μας. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς Χριστιανός, ὅταν ἀρνεῖται αὐτὸ τὸ βασικὸ γεγονός. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁμολογεῖ: «εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται ματαία ἡ πίστις ὑμῶν» καὶ τότε εἴμαστε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων» (Ἂ Κόρ. ἰε , 17-19). Μάλιστα, στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε «καὶ ἀναστάντα τὴ τρίτη ἡμέρα κατὰ τὰς Γραφάς».

Ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἴμαστε συγχρόνως μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, καθημερινῶς ἀποκτοῦμε βεβαιότητα αὐτῆς τῆς Ἀναστάσεώς Τοῦ. Καὶ αὐτὸ γιατί κάθε φορὰ ποὺ κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, κοινωνοῦμε τοῦ ἀναστημένου Σώματός Τοῦ, ποὺ ἔχει χαρακτηρισθῇ «φάρμακον ἀθανασίας». Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μποροῦμε νὰ ὑπερβοῦμε ὅλα τὰ προβλήματα τῆς φθαρτότητος καὶ τῆς θνητότητος τοῦ ἀνθρωπίνου βίου μας. Ἔπειτα, στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων ποὺ εἶναι τὰ πραγματικὰ μέλη τοῦ ἀναστημένου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ οἱ ἅγιοι ἑνώθηκαν μὲ τὸν Χριστό.

Βεβαίως, κάνοντας λόγο γιὰ λείψανα τῶν ἁγίων, ἐννοοῦμε τὰ λείψανα τῶν μεμαρτυρημένων ἁγίων μέσα στὰ ὁποῖα κατοικεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκδηλώνεται μὲ ποικίλους τρόπους, καὶ ὄχι ὁποιαδήποτε μέλη, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ θεολογικὰ κριτήρια καὶ τελικὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ὄχι ἀπὸ ὁποιουσδήποτε μεμονωμένους ἀνθρώπους.

Πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο μέσα στοὺς αἰῶνες εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ πραγματικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτὸ εἶναι ὁ χῶρος τῶν μυστηρίων καὶ τῶν πνευματικῶν ἀλλοιώσεων, μὲ τὰ μυστήρια, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἁγιασμένη ζωή. Δὲν περιμένουμε ἔξωθεν μαρτυρίες γιὰ νὰ πιστεύσουμε στὸν ἀναστάντα Χριστό, ἀλλὰ ἔχουμε ἡ μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε δική μας πείρῆ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Ἀναστὰς καὶ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ χαρίζει καὶ στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Τιμοῦμε, βέβαια, καὶ τοὺς ἁγίους, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ποτὲ αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀντικαταστήσουν καὶ νὰ ὑποκαταστήσουν τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ κεφαλή μας καὶ ἡ ζωή μας καὶ στὸν Ὁποῖο ἀποδίδουμε τὴν λατρεία μας.

Αὐτὸν τὸν ἀναστάντα Χριστὸ ἑορτάζουμε κάθε Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, Αὐτὸν ἑορτάζουμε καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες, Αὐτὸν βιώνουμε ὅταν μετανοοῦμε καὶ ἁγιαζόμαστε, Αὐτὸν ἀκοῦμε νὰ μᾶς παρηγορῇ στὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς μας, ὅταν, διὰ πρεσβειῶν τῶν ἁγίων μας, ἰδίως τῆς Θεοτόκου, τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς βοηθήση, Αὐτὸς εἶναι ἡ ζωή μας καὶ ἡ ἐλπίδα μας, Αὐτὸς εἶναι ἡ πίστη καὶ ἡ προσδοκία μας, Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, Αὐτὸν θὰ ἀνυμνοῦμε στοὺς αἰῶνες, «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», ἂν μᾶς ἀξιώση αὐτῆς τῆς μεγάλης χαρᾶς.

Στὸν ἀναστάντα Χριστὸ πρέπει νὰ πιστεύουμε καὶ νὰ ἐλπίζουμε καὶ μὲ Αὐτὸν νὰ ζοῦμε. Τότε ἡ ζωή μας θὰ ἀποκτήση βαθύτατο πνευματικὸ νόημα.

Ἀδελφοί, «Δόξα τὴ τριημέρω Αὐτοῦ ἐγέρσει». «Προσκυνοῦμεν Αὐτοῦ τὴν τριήμερον ἔγερσιν».

«Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».

Μὲ θερμὲς ἀναστάσιμες εὐχές

Ὁ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

Ὁ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ

  • Προβολές: 3003