Skip to main content

Στυλιανοῦ Γερασίμου: «Τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καὶ ἡ σχέση της μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο»

Στυλιανού Γερασίμου: «Τό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καὶ ἡ σχέση της μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο»

Στυλιανοῦ Γερασίμου, Θεολόγου-Μουσικοῦ

Πολὺς λόγος ἔγινε τελευταῖα γιὰ τὸν τρόπο διεξαγωγῆς τῶν Ἀρχιεπισκοπικῶν ἐκλογῶν στὴν Κύπρο. Ἡ ἄποψη ἡ ὁποία ἀπὸ ἕνα τμῆμα τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλλαδικοῦ λαοῦ κακόηχα ἀκούστηκε στὰ αὐτιά μας ἦταν : Πρῶτον ὅτι ἐπεμβαίνοντας τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο διαταράσσεται τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας καὶ δεύτερον ἀρκετοὶ θέτουν τὸ ἐρώτημα «τί σχέση ἔχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου μὲ τὴν Μητέρα Ἑλλάδα;»

Στὸ σημεῖο αὐτό, βέβαια, πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ Μητέρα Ἐκκλησία δὲν ἐπενέβη αὐθαίρετα στὰ ἐσωτερικὰ τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου μὲ ἀντιπροσώπους της κάποιους Ἀρχιερεῖς ζήτησε τὴν ἄμεση παρέμβασή της γιὰ νὰ λυθῇ ἕνα μεῖζον θέμα τὸ θέμα τῶν Ἀρχιεπισκοπικῶν ἐκλογῶν. Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἀναφέρω λίγα λόγια γιὰ τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καθὼς καὶ τὴ σχέση της μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.

Τὸ θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου ἐγέρθηκε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας, τὸ ὁποῖο ζήτησε νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας νὰ χειροτονῇ καὶ νὰ διορίζη τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς Ἐπισκόπους τῆς Κύπρου. Ἡ ἀξίωση αὐτὴ ποὺ διατυπώθηκε σὲ ἐναρμόνιση μὲ τὶς εὐρύτερες πολιτικὲς καὶ διοικητικὲς ἀναπροσαρμογὲς στὸ Ἀνατολικὸ Ρωμαϊκὸ Κράτος, συζητήθηκε στὸ πλαίσιο τῆς Γ` Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 431 μ.Χ. στὴν Ἔφεσο καὶ ἀπορρίφθηκε γιατί «μηδὲ ἔθος παρηκολούθησεν» τὸ αἴτημα τῶν Ἀντιοχέων, ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸν ὄγδοο Κανόνα.

Πάντως στὸν αἰῶνα αὐτό, ὅπως διευκρινίζει ὁ Βενέδικτος Ἐγγλεζάκης «Εἴκοσι Μελέται διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου», (Ἀθήνα 1996), ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλος δὲν ὑφίστατο ὡς ἐκκλησιαστικός, ἀλλὰ ὡς ἐπίθετο τὸ ὁποῖο δήλωνε «τὸν τινὶ μὴ ὑποκείμενον καὶ ἰδιόρρυθμον». Αὐτὸ ποὺ ἐπιβεβαιώθηκε, λοιπόν, στὴ Ἔφεσο ἦταν τὸ δικαίωμα χειροτονίας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ «ἀφ' ἑαυτῆς κρίνειν» τῆς Συνόδου τῶν Κυπρίων. Τὸ θέμα τέθηκε στὸν Αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Ζήνωνα καὶ ὑποστήριξε ὅτι ἐφ' ὅσον ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εἶναι Ἀποστολική, δικαιοῦται νὰ εἶναι Αὐτοκέφαλη. Ἔτσι ὁ Αὐτοκράτορας παραχώρησε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου τὰ ἀκόλουθα προνόμια: Νὰ φορᾶ κόκκινο μανδύα, νὰ κρατᾶ βασιλικὸ σκῆπτρο καὶ νὰ ὑπογράφη μὲ κόκκινο μελάνι. Τοπικὴ Σύνοδος ποὺ συνεκλήθη γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 488 μ.Χ. ἐπικύρωσε τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου θέτοντας τέρμα στὴ διαμάχη μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας.

Ἀργότερα τὰ προνόμια καὶ τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ἐπικυρώθηκαν στὸ πλαίσιο τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ἄρθρο 39) τὸ 692 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, κάτι ποὺ κρίθηκε ἀναγκαῖο ἐξ αἰτίας τῆς Μετοικεσίας τῶν Κυπρίων τὸ 691 μ.Χ. στὴν Κύζικο. Στὴν Σύνοδο αὐτὴ δόθηκαν ἐπίσης προνόμια στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου παρόμοια μὲ αὐτὰ τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως τῆς σύγκλησης Μείζονος Συνόδου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο στὴν συγκεκριμένη περίπτωση ἐφαρμόζεται ἀφοῦ ζητήθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου νὰ συγκληθῇ γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ συγκεκριμένου προβλήματος. Στὴν συγκεκριμένη περίπτωση ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μὲ ἀντιπροσώπους μεταβαίνει στὸ Φανάρι, γιὰ νὰ ζητήση τὴ βοήθεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια ἡ μισὴ Σύνοδος τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ γίνουν ἐκλογὲς καὶ ἡ ἄλλη μισὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνουν. Στὴν προκειμένη περίπτωση δὲν σημαίνει ὅτι μειώνεται τὸ Αὐτοκέφαλο. Μάλιστα σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις, οἱ ὁποῖες δὲν ἀφοροῦν μόνο τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἀλλὰ καὶ ἄλλα Πατριαρχεῖα χωρὶς νὰ ἀλλοιωθοῦν οἱ Κανόνες, ἀλλὰ γιὰ τὴν καλὴ λειτουργία τῆς Διοίκησης ἐπενέβη ἡ πρώτη στὴν τάξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Πρέπει ὅμως νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι τὸ Αὐτοκέφαλο νοεῖται μόνο διοικητικὰ καὶ δὲν σχετίζεται οὔτε μὲ τὸ δόγμα οὔτε μὲ τὰ θεμέλια τῆς λατρείας καὶ τῶν ἐθίμων, γι' αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ λειτουργῇ ἐντὸς τῆς ἑνότητας τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὴν Ἱερὰ Παράδοση, τῆς ὁποίας τμῆμα εἶναι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ διαφυλάσσουν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡγεῖται φυσικῶς ὡς ἡ πρώτη ἀνάμεσα σὲ ἴσες Ἐκκλησίες αὐτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία πάντοτε σέβεται καὶ βοηθᾶ τὸ Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅταν αὐτὸ νοεῖται καὶ ἀσκεῖται στὰ πλαίσια τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας. Συνεπῶς, τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου τιτλοφορήθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου μεταξὺ τῆς Δ` (451) καὶ τῆς Ἔ` (553) Οἰκουμενικῆς Συνόδου φέροντας τὸν τίτλο «Ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ἰουστινιανὴς καὶ Πάσης Κύπρου», ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ ἕδρευε στὴν Πάφο, στὰ τέλη τοῦ Δ` αἰῶνα στὴ Σαλαμῖνα, τὴν μετέπειτα Κωνσταντία, καὶ μετά, ἐξ αἰτίας τῶν ἀραβικῶν ἐπιδρομῶν, στὴν Ἀμμόχωστο (Ἀρσινόη) καὶ τέλος ἀπὸ τὴν Σολιά, στὴν περίοδο τῆς Φραγκοκρατίας, στὴν Λευκωσία.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν σχέση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἶναι μία σημαντικὴ πτυχὴ τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας. Οἱ σχέσεις τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὑπῆρξαν ἄμεσες καὶ στενές. Πολλοὶ ἀρνούμενοι αὐτὴν τὴν ἄποψη διερωτῶνται «Γιατί τὸ Πατριαρχεῖο νὰ ἀναλάβη μιὰ τέτοια εὐθύνη παρέμβασης γιὰ τὸ θέμα τῶν ἐκλογῶν;». Ὅπως ὅμως καὶ παραπάνω προείπαμε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ποτὲ δὲν ἔχει παρέμβει αὐθαίρετα, ἀλλὰ πάντοτε στέκεται ἀρωγὸς καὶ ἐπεμβαίνει μόνο ὅταν αὐτὸ ἀπὸ τὴν Κυπριακὴ Ἐκκλησία ζητηθῇ. Ἂς δοῦμε ὅμως ποιά γεγονότα στήριξαν τὶς σχέσεις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καὶ θὰ ἀποκομίσουμε τὰ συμπεράσματά μας γιὰ τὸ σημερινὸ πρόβλημα. Οἱ σχέσεις ἀνάγονται στὸν 5ο αἰῶνα, ὅταν ἐπὶ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Ἀνθεμίου ἀναγνωρίστηκε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας. Σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση τὸ Πατριαρχεῖο ἔθεσε νέα πορεία στὴν ἱστορία τοῦ νησιοῦ.

Βέβαια καὶ πολλὲς φορὲς χωρὶς νὰ παραβιαστῇ τὸ Αὐτοκέφαλο, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο παρενέβηκε εἴτε πρὸς εἰρήνευση τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας εἴτε πρὸς ἐπίλυση τῶν προβλημάτων της. Οἱ παρεμβάσεις αὐτὲς δὲν σήμαιναν παραβίαση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ἦταν καλοδεχούμενες καὶ δὲν θεωροῦνταν ὡς ἐπεμβάσεις, ἀφοῦ τὸ διοικητικὸ σύστημα τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἦταν τέτοιο ποὺ ἐπέτρεπε τὴν δημιουργία πολλῶν παρατυπιῶν στὶς διάφορες τοπικὲς Ἐκλησίες. Τὶς καθιστοῦσε ἀδύναμες νὰ ἐπιλύσουν τὰ μεγάλα προβλήματά τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὶς βοηθοῦν ἀδελφὲς Ἐκκλησίες νὰ τὰ ξεπεράσουν.

Ἀπὸ τὶς πολλὲς τέτοιες βοηθητικὲς παρεμβάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀναφέρονται ἐνδεικτικὰ αὐτὲς τοῦ Πατριάρχου Ἰωαννικίου τοῦ Β` στὰ 1651 γιὰ τὴν ἐπίλυση τῶν διαφορῶν ποὺ ὑπῆρχαν ἀνάμεσα στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Νικηφόρο καὶ τοὺς Ἐπισκόπους του, οἱ παρεμβάσεις τοῦ Πατριαρχείου ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Φιλοθέου στὰ 1759, καθὼς καὶ οἱ ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχη Εὐγενίου τοῦ Β` γιὰ τὴν ἐκλογὴ καὶ χειροτονία νέων ἐπισκόπων στὸ νησὶ μετὰ τὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυπριανοῦ καὶ τὴν σφαγὴ τῶν Μητροπολιτῶν στὰ 1821.

Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν Ἀγγλοκρατία (1878-1960) τὸ Πατριαρχεῖο ἐπενέβηκε σὲ κάποιες περιπτώσεις, ὥστε νὰ βοηθήση τὴν Κυπριακὴ Ἐκκλησία νὰ ξεπεράση τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπιζε. Ἀναφέρονται χαρακτηριστικὰ οἱ προσπάθειες τοῦ Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τοῦ Γ` νὰ ἐπιλύση τὸ λεγόμενο ἀρχιεπισκοπικὸ ζήτημα, ποὺ ταλαιπωροῦσε τὴν Κυπριακὴ Ἐκκλησία κατὰ τὴν πρώτη δεκαετία τοῦ αἰῶνα μας καὶ τὴν εἶχε ἀφήσει ἀκέφαλη. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως τὸ Πατριαρχεῖο κατηγορήθηκε γιὰ ἐπέμβαση καὶ παραβίαση ἀπὸ τὶς ἀντιμαχόμενες πλευρές, κάτι τὸ ὁποῖο συμβαίνει καὶ στὸ σημερινὸ ἀρχιεπισκοπικὸ ζήτημα.

Ἄλλη μιὰ παρέμβαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιὰ τὴν ἐπίλυση προβλημάτων τῆς Κυπριακῆς Ἐκκλησίας ἔγινε μετὰ τὴν ἐξέγερση τῶν Ὀκτωβριανῶν τοῦ 1931 καὶ τὴν ἐξορία τῶν Μητροπολιτῶν Κιτίου Νικοδήμου Μυλωνᾶ καὶ Κερύνειας Μακαρίου Μυριανθέα καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυρίλλου τοῦ Γ. Οὐσιαστικὰ τότε ἡ Ἐκκλησία τοῦ νησιοῦ εἶχε μείνει ἀκέφαλη καὶ τὸ Πατριαρχεῖο βοήθησε στὴν ἐπίλυση τῆς κατάστασης.

Μιὰ ἄλλη πτυχὴ τῶν σχέσεων Κύπρου καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἡ στελέχωσή του μὲ Κυπρίους Ἱεράρχες. Οὔτε αὐτὸ πρέπει νὰ λησμονοῦμε! Ἀναφέρονται ἀνάμεσα σ' ἄλλους Πατριάρχες ὁ Γρηγόριος ὁ Β` τὸν 13ο αἰῶνα καὶ Γεράσιμος ὁ Γ` τὸν 18ο αἰῶνα, οἱ Ἀρχιερεῖς Ἀγκύρας Σεραφεὶμ ὁ Πισσίδιος τὸν 18ο αἰῶνα καὶ Νικομηδείας Ἀθανάσιος Καρύδης, ὁ Ἐθνομάρτυρας, τὸν 19ο αἰῶνα, ὁ ἐπίσης Νικομηδείας Πανάρετος τὸν 19ο αἰῶνα, ὁ Μητροπολίτης Μεσημβρίας Χαρίτων Εὐκλείδης στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, ὁ Ἀγκύρας Ἀγαθάγγελος Μυριανθούσης τὸν 19ο αἰῶνα καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο ἀνέβηκε ἀκόμη καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου τὸν 12ο αἰῶνα Νικόλαος ὁ Δ` ὁ Μουζάλων, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἦταν Κυπριακῆς καταγωγῆς. Πολλοὶ ἦταν ἐπίσης οἱ Κύπριοι ἀπόφοιτοι τῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης.

Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ ἀγνοήσουμε τὴν συμβολὴ τῶν Μητροπολιτῶν Περγάμου Ἀδαμαντίου καὶ Σάρδεων Μαξίμου στὴν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Μετὰ τὴν πρὸς Κύριον ἐπιδημίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Λεοντίου, ὁ μόνος ἐναπομείνας στὴ ζωὴ ἦταν ὁ Κυρηνείας Μακάριος. Τότε ὁ Τοποτηρητὴς τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου ἀποτάνθηκε στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ ἀποσταλοῦν δύο Ἀρχιερεῖς γιὰ τὸν ἀπαρτισμὸ νέας κανονικῆς ἐκλογικῆς Συνόδου. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πρόθυμα ἀνταποκρίθηκε στὴν παράκληση τῆς Κύπρου καὶ ἔστειλε τοὺς Μητροπολῖτες Περγάμου Ἀδαμάντιο καὶ Σάρδεων Μάξιμο. Ἡ ἄφιξη τῶν δύο Μητροπολιτῶν στὸ νησὶ γιὰ τὸν σκοπὸ τῆς ἀνασυγκρότησης τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας «ἀπέβη πρόξενος εἰλικρινοῦς χαρᾶς σύμπαντος τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος», αὐτὸ τόνισε ὁ Τοποτηρητὴς τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος.

Ἀπὸ τὰ γραφόμενα ἀντιλαμβανόμαστε ἡ Σεπτὴ Μητέρα Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν μακραίωνη παράδοση καὶ τάξη εἶχε τὸ καθῆκον νὰ σπεύδη καὶ νὰ βοηθᾶ στὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, ὅταν μάλιστα αὐτό Της τὸ ζητήσουν. Στὴν σημερινὴ περίπτωση τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ προβλήματος ἡ παρέμβαση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἔχει ζητηθεῖ ἀπὸ τμῆμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ σίγουρα ἐκφράζει τμῆμα λαοῦ, θὰ πρέπη νὰ γίνη σεβαστή, γιατί εἶναι λεπτὴ καὶ κοπιώδης. Αὐτὴ ἡ ἀρωγὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου σίγουρα θὰ βοηθήση στὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων.

Ἂς ἐκτιμήσουμε τὸ γεγονὸς γιὰ τὸ καλὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἂς τὸ ἀφήσουμε στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιατί Αὐτὴ κατευθύνει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἰδικὰ ὅταν ὑπάρχουν καίρια προβλήματα.

  • Προβολές: 2653