Skip to main content

Γερόντισσα Μακρίνα Μοναχή - Ἱερεὺς Σπυρίδων Κάκκος - Κώστας Καρακώστας - Βενιζέλος Σιμιανόπουλος

Γερόντισσα Μακρίνα Μοναχή

Γερόντισσα Μακρίνα Μοναχή

Ἐκοιμήθη πλήρης ἡμερῶν, σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν, ἡ Μοναχὴ Μακρίνα, κατὰ κόσμον Ἑλένη Κομπούγια, κατὰ σάρκα ἀδελφὴ τοῦ Γέροντος Ἀρσενίου καὶ Γερόντισσα τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Γοργοεπηκόου. Ἤδη, στὸ προηγούμενο τεῦχος γράψαμε γιὰ τὴν κατ' εὐχὴν ἀλλαγὴν στὴν ἠγουμενία τοῦ Ἡσυχαστηρίου, λόγῳ τῆς ἀσθένειας τῆς ἀείμνηστης Γερόντισσας.  Νὰ ὑπενθυμίσουμε, λοιπόν, ὅτι τὸ 1948, ὅταν ὁ π. Ἀρσένιος ἀνέβηκε στὸ χωριό του, τὸ Καταφύγιο, ὡς Ἱερεύς, ὅπου ἱερούργησε καὶ κήρυξε, ἡ ἀδελφή του Ἑλένη ζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήση ὡς μοναχή. Τὸ 1955, μετὰ ἀπὸ μερικὲς μετακινήσεις, ὁ π. Ἀρσένιος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ναύπακτο ὁριστικά. Τὸ 1956, ἦλθε καὶ ἡ ἀδελφή του κοντά του.

Ὅταν κοιμήθηκε ὁ Μητροπολίτης Ναυπακτίας Χριστοφόρος, ἐξελέγη Μητροπολίτης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος καὶ τέλεσε τὴν κουρὰ τῶν πρώτων μοναζουσῶν (τῆς Μακρίνας, τῆς Χριστοφίλης, τῆς Δαμασκηνῆς, τῆς Διονυσίας καὶ ἀργότερα τῆς Φιλοθέης). Ἡ Ἀδελφότητα ἐγκαταστάθηκε στὸ Ἡσυχαστήριο ποὺ κτιζόταν μὲ χρήματα καὶ προσωπικὴ ἐργασία τοῦ π. Ἀρσενίου καὶ ποὺ τότε ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὸ μικρὸ ναΐδριο καὶ τὰ πρῶτα Κελλιά.  Ἡ μοναχὴ Μακρίνα Κομπούγια κατεστάθη Ἡγουμένη τῆς ἀδελφότητος καὶ διηκόνησε ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ σχεδὸν 45 ἔτη. Ὅπως λέγει ὁ π. Ἀρσένιος σ' αὐτὴν ὀφείλεται κατὰ κύριον λόγο ἡ ὕπαρξη τῆς γυναικείας Ἀδελφότητος. Πρὶν δύο περίπου ἔτη, ὅμως, προσεβλήθη ἀπὸ ζάχαρο, ἔχασε τὴν ὅρασή της καὶ παρέμεινε κατάκοιτη. Τὴν περιποιόντουσαν μὲ ἀγάπη ὅλες οἱ μοναχές, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως ἡ ἀδελφὴ Δαμασκηνή, ποὺ δὲν ἔφευγε ἀπὸ κοντά της.

Ἡ Γερόντισσα ἔφυγε ἀθόρυβα τὸ μεσημέρι τῆς Τρίτης 17 Ἰανουαρίου, ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου, καὶ ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθίας της ἐψάλη τὴν ἑπομένη, ἑορτὴ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία ἐτέλεσε ὁ Μητροπολίτης μας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν ἐπικήδειο λόγο του ἀναφέρθηκε στὴν κεκοιμημένη, μὲ τὴν φράση τῆς Ἀποκαλύψεως «μακάριοι οἱ νεκροὶ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ ἄρτι». Τόνισε τὰ χαρίσματά της, ποὺ ἦταν ἡ ἀοργησία της, ἡ προσήνεια, ἡ ἁπλότητα, ἡ σιωπή, ἡ ὑπακοή, ἔφερε ὡς μάρτυρες τῆς θεοφιλοῦς πολιτείας της ὅσους τὴν γνώρισαν καὶ τὴν ἔζησαν, ἀπὸ τὶς μοναχὲς καὶ τοὺς προσκυνητὲς μέχρι τὸν Ἐπίσκοπο, καὶ ἐξέφρασε τὸν δίκαιο ἔπαινο τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς μέσῳ τῆς μοναχικῆς τῆς βιοτῆς.

Ἡ Γερόντισσα ἐτάφη, κατὰ τὸ μοναχικὸ τυπικό, στὸ κοιμητήριο τῆς Μονῆς, δίπλα στὴν κατὰ σάρκα μητέρα της καὶ κατὰ πνεῦμα συμμονάστριά της, Θεοκτίστη, καὶ τὴν ἐπίσης συμμονάστριά της Διονυσία. Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη της καὶ ἐμεῖς ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή της.

Α.Κ.

Ἱερεύς Σπυρίδων Κάκκος

Ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 95 ἐτῶν ὁ Ἱερεὺς Σπυρίδων Κάκκος.

Ιερεύς Σπυρίδων Κάκκος

Ὁ π. Σπυρίδων γεννήθηκε τὸ 1912 στὸ χωριὸ Καλαβρούζα ἀπὸ τοὺς γονεῖς Σταῦρο καὶ Σταυρούλα Κάκκου. Τελείωσε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τοῦ Ἀγραπιδόκαμπου καὶ ἐργάσθηκε ὡς γεωργός. Τὸ 1944 νυμφεύθηκε τὴν Ἑλένη Ἀναγνωστοπούλου ἀπὸ τὴν Ἐλατόβρυση Ναυπακτίας. Τὸν γάμο τους εὐλόγησε ὁ ἀείμνηστος Ἱερεὺς Ἀθανάσιος Κάρμας. Ἀπέκτησαν τέσσερα παιδιά, τὸν Σταῦρο, τὸν Ἀντώνιο, τὸν Χρῆστο καὶ τὴν Ἀναστασία. Φοίτησε στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Φροντιστήριο Κορίνθου τὸ 1952-1953. Χειροτονήθηκε Διάκονος στὶς 25-5-1952, στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Παρασκευῆς Ναυπάκτου, καὶ Πρεσβύτερος μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Μητροπολίτη Χριστοφόρο.

Τοποθετήθηκε Ἐφημέριος στὴν Ἐνορία Ἁγίου Νικολάου Γρηγορίου Ναυπακτίας, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς τὸ 1969.  Ἀπὸ τὸ 1969 ἕως τὶς 30-11-1987 ποὺ συνταξιοδοτήθηκε, ὑπηρέτησε στὴν Ἐνορία Ἁγίου Γεωργίου Νεοκάστρου, ἐξυπηρετῶντας καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ Συνοικισμοῦ Ἁγίου Θωμᾶ. Στὶς 20-11-1984 χειροθετήθηκε Πνευματικὸς ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἀλέξανδρο.  Κοιμήθηκε στὶς 10 Ἰανουαρίου ε.ε.

Τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία ἐτέλεσε ὁ Σεβασμιώτατος κ. Ἰερόθεος, ὁ ὁποῖος μίλησε γιὰ τὶς ἀρετές του π. Σπυρίδωνος, γιὰ τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν εὐσέβειά του, γιὰ τὴν ἠθικὴ ἀκεραιότητα, τὸ λειτουργικό του ἦθος καὶ τὴν ἀγάπη του στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὶς ὁποῖες ἀρετὲς μαρτυροῦν οἱ παλαιότεροι λαϊκοὶ καὶ Ἱερεῖς, ὅπως ὁ Γέροντας π. Ἀρσένιος, ποὺ τὸν ἐξομολογοῦσε καὶ μαρτυρεῖ γιὰ τὴν εὐσέβειά του, οἱ οἰκεῖοι του ποὺ τὸν σέβονταν καὶ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν ἐπένθησαν σὰν νὰ ἦταν νέος. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μητροπολίτης τὸν ἐγνώρισε σὲ μεγάλη ἡλικία ποὺ ἐκκλησιαζόταν καὶ κοινωνοῦσε ἀνελλιπῶς στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Σπυρίδωνος μέχρι καὶ τὴν τελευταῖα στὴν γῆ ὀνομαστική του ἑορτή, λίγες ἡμέρες πρὶν τὸν θάνατό του, ὅταν ἦλθε πολὺ καταβεβλημένος στὸν Ἱερὸ Ναὸ γιὰ νὰ ἐκκλησιαστὴ καὶ νὰ κοινωνήση.

Εὐχόμαστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύση.

Α.Κ.

Κώστας Καρακώστας

Ἐκοιμήθη λίγο μετὰ τὴν εἴσοδο τοῦ νέου ἔτους ὁ Ἐκκλησιαστικὸς Ἐπίτροπος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ Καθηγητὴς Κώστας Καρακώστας σὲ ἡλικία 49 ἐτῶν. Ὁ ἀείμνηστος ἄφησε ἀγαθὲς ἀναμνήσεις ὡς οἰκογενειάρχης, Καθηγητὴς καὶ Ἐκκλησιαστικὸς Ἐπίτροπος. Τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τέλεσε ὁ Σεβασμιώτατος, ὁ ὁποῖος παρηγόρησε τὴν οἰκογένειά του, τὴν σύζυγο καὶ τὰ τέσσερα παιδιά του, καὶ μίλησε γιὰ τὴν προσωπικότητά του. Στὴν ἐξόδιο ἀκολουθία συμμετεῖχαν οἱ ἐνορῖτες, οἱ συνάδελφοί του καὶ οἱ μαθητὲς τοῦ 3ου Γυμνασίου ὅπου ἐργαζόταν.–

Βενιζέλος Σιμιανόπουλος.

Ἐκοιμήθη πλήρης ἡμερῶν, στὶς 14-12-2005, ὁ ἀγαπητὸς Ναυπάκτιος δικηγόρος, δημοσιογράφος καὶ λογοτέχνης Βενιζέλος Σιμιανόπουλος.  Ὁ Β. Σιμιανόπουλος γεννήθηκε τὸ 1913 καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Βενιζέλος πρὸς τιμὴν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ. Ἦταν κατηρτισμένος στὴν ἐπιστήμη του, στὴν συναναστροφή του πρόσχαρος καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν Ναύπακτο, γι' αὐτὸ καὶ τῆς χάρισε τὰ βιβλία του ποὺ μιλοῦν γι' αὐτή. Ἐπίσης σεβόταν τοὺς θεσμοὺς καὶ ἐξέφραζε τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Μητροπολίτη. Ὡς μνημόσυνο τοῦ ἀγαπητοῦ συμπολίτη μας παραθέτουμε παραπλεύρως ἕνα κείμενό του μὲ μερικὲς ἐκκλησιαστικὲς ἀναμνήσεις της Ναυπάκτου.–

ΙΕΡΟΨΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΗΟΥ ΕΠΑΧΤΟΥ

«Δύο ἐνορίες εἴχαμε στὴ Ναύπακτο ἐκείνη τὴν ἐποχῇ. Τὴν ἐνορία του Ἀη Δημήτρη, στὴν ὁποία ὑπαγόντουσαν οἱ Ναυπάκτιοι τῆς μέσα γειτονιᾶς καὶ τοῦ Ἀη Γιώργη στὴν ὁποία ὑπαγόντουσαν οἱ Ναυπάκτιοι τῆς ὄξω γειτονιᾶς καὶ τοῦ καινούργιου χωριοῦ.  Ὁ Ἀη Στέφανος λειτουργοῦσε μόνο τὴν τρίτη μέρα τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα, ἡ Ἁγία Παρασκευὴ ἀνήμερα στὴ χάρη της, ὁ Ἀη Λιας ἐπίσης, καὶ ὁ Ἀη Διονύσης δὲν εἶχε ἀκόμα χτιστεῖ.

Στὸν Ἀη Δημήτρη εἴχαμε δύο ψαλτάδες. Τὸ Θανάση τὸ Νικολάου δεξιό, καὶ τὸν Κώστα τὸν Κονταξὴ ἀριστερό. Ὁ Θανάσης ὁ Νικολάου, ποὺ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἦταν καὶ δυναμικὸς ἄνθρωπος, ἀποτελοῦσε τὸ βαρὺ πυροβολικὸ στὸ ψάλσιμο, ἔχοντας βοηθούς του τὰ δυό του παιδιά, τὸν Κώστα, σήμερα ἀνώτερο ἀξιωματικὸ καὶ τὸν Ἠλία, τὸν ἀποβιώσαντα δυναμικὸ Μητροπολίτη Ἐλευθερούπολης, καὶ ὁμάδα καλλίφωνων νέων τῆς πόλης μας.

Ἀναπόσπαστος συνοδὸς στὸν «ἴσο» ἦταν κι ὁ μόνιμος κάτοχος τοῦ παραπλεύρως στασιδιοῦ, ὁ παλιὸς καθηγητὴς Μῆτσος Λαούρδας, ποὺ ἔπρεπε πάντοτε νὰ συμμετέχει κι αὐτός, διαβάζοντας σὲ ρυθμὸ ἀπαγγελίας, τοὺς Ψαλμούς του Δαβίδ. Ὁ Θανάσης ὁ Νικολάου, ἐξαιρετικὸς ἄνθρωπος, ἀπ' τα Χώστια Θηβῶν, τῆς περιοχῆς Δόμβραινας, ἔγινε περισσότερο Ναυπάκτιος, ὅταν ἔγινε ἐσώγαμπρος στὸν Ἔπαχτο. Δάσκαλος τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς δὲν δεχόνταν μύγα στὸ σπαθί του καὶ πολλὲς φορὲς καὶ στὴν ὥρα ἀκόμη τῆς λειτουργίας τὰ' βαζε μὲ τὸ Μητροπολίτη Ἀμβρόσιο, ἂν αὐτὸς τολμοῦσε νὰ τοῦ κάνει καμιὰ ὑπόδειξη.

Ὁ Θανάσης ὁ Νικολάου ἦταν περίφημος στὴ Βυζαντινὴ μουσικὴ καὶ πολλὲς φορὲς παρουσίαζε ὡραιότατες μελωδικὲς ἐκπλήξεις, ἰδιαίτερα στὶς ἀκολουθίες τῶν Χαιρετισμῶν. Ὁ Κώστας ὁ Κονταξής, ἀριστερὸς ψάλτης, μᾶλλον πρακτικὸς παρὰ θεωρητικός, ὅπως ὁ πρῶτος, ἀκολουθοῦσε, ὅσο τοῦ ἦταν δυνατὸ αὐτόν, προσπαθῶντας νὰ βγάζει πέρα τὸ μέρος του, ὅσο τοῦ ἦταν δυνατό, ἀνώδυνα. Τὸ «χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ μάλιστα τὸ τελευταῖο ἔεεε προκαλοῦσε θυμηδία σὰν ἐπαναλαμβανόταν σὲ ρυθμὸ ποὺ θύμιζε βέλασμα προβάτου ἔεεεε!

Τακτικὸς στὴ θέση τοῦ πρωΐ ἡ ἀπόγιομα, ὁ Κώστας ὁ Κονταξὴς ἦταν ὑπόδειγμα ἥσυχου ἀνθρωπάκου. Ζοῦσε ἤρεμα μὲ τὴ γυναῖκα του τὴ Σπυριδούλα, στὸν ἰσόγειο ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ τῶν βουλευτῶν Φαρμάκη, κοντὰ στὸ παληὸ ἐργοστάσιο τῆς ἠλεκτρικῆς...»

(Βενιζέλου Σιμιανόπουλου «Ὁ Παλιὸς Ἔπαχτος»)

  • Προβολές: 3738