Skip to main content

Γεωργίου Ἀναστασίου Γαλανοπούλου: Τὸ Μοναστῆρι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ στὴν Ἀράχωβα (Γ)

Γεωργίου Ἀναστασίου Γαλανοπούλου, Δικηγόρου στὸν Ἄρειο Πάγο

(συνέχεια ἀπὸ τὸ προηγούμενο)

Ὡς τελευταῖος του ἡγούμενος ἀναφέρεται ὁ Γρηγόριος (ἐπιλήψιμης ἠθικῆς) καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὸν στὸν Ἀη-Νικόλα μὲ τόνομά του, χωρὶς ὅμως χρονολογία), ποὺ μετὰ τὴ διάλυση τοῦ Μοναστηριοῦ ἔγινε Ἐφημέριος τοῦ Νεοχωρίου. Τὰ κειμήλιά του μετὰ τὴ διάλυσή του μεταφέρθηκαν στὸ μοναστήρι τοῦ Προυσσοῦ (Εὐαγγέλιο καὶ ἡ κᾶρα σὲ ἀργυρὸ ὀρθογώνιο κουτὶ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας, ποὺ ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 12 Νοεμβρίου). Στὴν ἁγία κᾶρα ἀναφέρεται ὡς δωρητὴς ὁ ἱερομόναχος Νεόφυτος καὶ καθηγούμενος ὁ Νικηφόρος. Στοὺς τέσσερις τελευταίους του μοναχοὺς ἀναφέρεται καὶ ὁ Διονύσιος, 55 χρόνων, ποὺ κατέφυγε στὴν Κόνισκα.

Καὶ στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγιᾶς στὸ Νεοχώρι δωρήθηκε ἐπίχρυσος Σταυρὸς ἀπ' τὸ μοναστήρι μας τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ μὲ χρονολογία 1817, στὸ κέντρο τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε ξυλόγλυπτος σταυρὸς ὡραίας μικροτεχνικῆς ἐργασίας, ἐνιαύσιο βιβλίο ἔκδοσης Λειψίας 1761, δερματόδετο Εὐαγγέλιο ἔκδοσης Ἐνετίας 1793 καὶ ὀρειχάλκινη λειψανοθήκη μὲ 12 ἅγια λείψανα. Τὸ ἀξιολογώτερό του ὅμως κειμήλιο (ἕνας ξύλινος Σταυρὸς μὲ χρονολογία 1110, ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ κάποτε ὁ ἀείμνηστος Ἱερέας Παπα-Δημήτρης Παπαδημητρίου), χάθηκε τὰ τελευταῖα χρόνια, καθὼς καὶ ἕνα Εὐαγγέλιο τοῦ 1619 καὶ ἡ Ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ ἁγίου Μανδηλίου (1624), ποὺ εἶχαν μεταφερθῆ στὸν Ἀη-Νικόλα. Τὶς χρονολογίες αὐτὲς τὶς θυμᾶμαι καλά, γιατί τὶς εἶχα γράψει κατὰ τὴν ζωντανὴ συζήτηση ποὺ εἶχα, ἔφηβος τότε, μὲ ἔντονο ζῆλο μὲ τὸν προαναφερόμενο ἅγιο Παππούλη, ποὺ μὲ ὑπεραγαποῦσε καὶ ὅσο ζοῦσε ἐπικοινωνούσαμε πολὺ συχνά. Τὸ χειροποίητο ξύλινο σκαλιστὸ τέμπλο τοῦ μοναστηριοῦ, ἀνεκτίμητης ἀξίας, κοσμεῖ σήμερα τὸν ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πολιούχου τῆς Ἀράχωβας.

Ὅπως ἀναφέρεται σὲ ἔγγραφα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοζίτσας μὲ ἡμερομηνίες 20-2-1863 καὶ 2-3-1872, ποὺ ὑπογράφουν οἱ ἡγούμενοι Νικόδημος Δημητρίου καὶ Κύριλλος Κομνηνός, δόθηκαν στὴ Μονὴ Προυσσοῦ ἀντὶ τῆς Κοζίτσας ἀπὸ τὸ διαλυμένο Μοναστῆρι τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ Ἀράχωβας, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω καὶ τὰ ἀκόλουθα ἱερὰ λείψανα καὶ σκεύη : Ἀργυροῦν κιβώτιο μὲ τεμάχια τῆς Ἁγίας Κάρας τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου μὲ ἀργυρὸ Σταυρό. Ὅμοιο κιβώτιο μὲ λείψανα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου καὶ ἄλλο ὅμοιο μὲ λείψανα τοῦ Ἁγίου Τρύφωνα. Ἀργυρὸ Θυμιατὸ καὶ Δισκοπότηρο, χρυσοὶ σταυροί, 4 ἀργυρὲς ζῶνες καὶ 4 ζεύγη χρυσοΰφαντα ἄμφια. Πάντως στὴν καταγραφὴ τῶν κειμηλίων τοῦ (8-6-1834) τὰ ὑπάρχοντα μαρτυροῦν τὴν ἱστορική του παρουσία καὶ σημασία τοῦ μοναστηριοῦ μας. Ὑπῆρχαν γιατί δὲν ξέρουμε σήμερα ποὺ βρίσκονται, ἀργυρὸς σταυρὸς μὲ Τίμιο Ξύλο, 8 ἀργυρᾶ κανδήλια, ἕνα φαιλόνι μποχασένιο καὶ δύο ἐπιτραχήλια παλαιότατα, 69 ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ ἄλλα σημαντικὰ κειμήλια.

Οἱ Ἀραχωβίτες τὰ ζήτησαν μὲ ἔγγραφό τους γιὰ νὰ μείνουν στὸν ἐνοριακό τους ναό, ἐπειδὴ τὰ τιμοῦσαν μὲ πατροπαράδοτο σέβας, ἀλλὰ δὲν εἰσακούστηκαν.

Ὁ ἀφανισμὸς τῶν μοναστηριῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ δικοῦ μας, ἦταν ἔργο τῆς Βαυαροκρατίας, τῶν πολιτικῶν μας, τῶν Ἀρχιερέων καὶ τοῦ τουρκοπιασμένου Κωνσταντινουπολίτη Κων/νοῦ Σχοινά, γιὰ νὰ ρημάξουν τοὺς ναούς τους καὶ νὰ πλιατσικολογήσουν πουλῶντας τὰ ἱερά τους καὶ κάθε ἄλλο περιουσιακὸ στοιχεῖο (βλ. Ἀπομνημονεύματα Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, σέλ. 364-365).

Ἡ ἀρχικὴ θέση τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος ἐπεκτεινόταν 300 μ. πιὸ κάτω ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶναι σήμερα, δηλ. ἦταν καὶ κάτω ἀπὸ τὸν ἀμαξητὸ δρόμο τὸ βουρδουναριὸ καὶ ἄλλα κτίσματα.

Γιὰ τὸ κύριο οἴκημα τοῦ Μοναστηριοῦ (ἀρχονταρίκι), ποὺ ἦταν ΒΔ. τοῦ ἐξωκκλησιοῦ καὶ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν, ΒΑ πάνω ἀπὸ τὸ μοναστήρι δὲν ὑπῆρχαν ἴχνη. Κατὰ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ, ὅταν ἀφαιρέθηκε ὁ πρόναος καὶ μίκρυνε ὁ ναός, βρέθηκαν μάντρες ἀπὸ τὰ κτίσματά του καθὼς καὶ τάφος πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερό του ποὺ χαλάστηκε.

Σήμερα στὴ θέση τοῦ Καθολικοῦ τοῦ μοναστηριοῦ, ποὺ εἶναι ἱστορικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ μνημεῖο, ἔχει ἀπομείνει τὸ ἀνακαινισμένο ξωκκλήσι τοῦ Ἀη-Λια ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Σούλα Σισμάνη καὶ τὸν ὁμώνυμο ἀδελφὸ Σύλλογο τῶν Ἀραχωβιτῶν τῆς Λαμίας μετὰ τὸν θάνατό του, ποὺ λειτουργεῖται στὴ μνήμη του στὶς 20 Ἰουλίου κάθε χρόνο.

Ἡ ἱστορικὴ οἰκογένεια Σισμάνη πάντοτε προστάτευε τὸ μοναστήρι, ἔκανε δωρεὲς καὶ ἀνακαινίσεις, τὸ ἔχτισε πάλι μετὰ τὴν πυρπόληση καὶ τὴν καταστροφή του στὰ Ὀρλωφικὰ καὶ τὸ βοηθοῦσε σὲ κάθε δυσκολία του. Ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας ὅταν πέρασε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔτος 1890, τὸ βρῆκε ἐρειπωμένο μὲ τὴν κτητορικὴ εἰκόνα τοῦ ἄρχοντα Σισμάνη μισοκατεστραμμένη καὶ τὰ κελλιά του μισογκρεμισμένα. Παρὰ τὶς προσπάθειες τοῦ Νικολάκη Σισμάνη πρὸς τὸν βασιλιᾶ Ὄθωνα στὰ 1838 γιὰ τὴν ἐπανασύσταση τῆς ἱστορικῆς Μονῆς δὲν εἰσακούστηκε τὸ δίκαιο αἴτημά του καὶ ἡ προαναφερθεῖσα ἀναφορὰ τοῦ Νομάρχη Ν. Σουΐδα ἀδικεῖ τὸν Νικόλαο Σισμάνη καὶ τὴν ἱστορικὴ φιλόθρησκη οἰκογένεια.–

  • Προβολές: 2323