Skip to main content

Κύριο ἄρθρο: Χωρισμὸς ἤ ἀναθεώρηση τῆς σχέσης;

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

(δημοσιεύθηκε στὴν Κυριακάτικη Ἐλευθεροτυπία, στὶς 13-11-2005)

Γιὰ πολλὰ χρόνια ἀκούω τὸ σύνθημα «χωρισμὸς Ἐκκλησίας - Πολιτείας», τὸ ὁποῖο ἔρχεται πολλὲς φορὲς στὴν ἐπικαιρότητα ἀπὸ διάφορες ἀφορμές. Συμμετεῖχα σὲ πολλὲς συζητήσεις, διάβασα ἀρκετὰ κείμενα, ἀλλὰ τελικά, χωρὶς νὰ γίνεται κάτι, παρατηρῶ ὅτι συνεχίζεται ἡ συζήτηση.

Στὴν συνέχεια θὰ τονίσω ἐπιγραμματικὰ καὶ τηλεγραφικὰ μερικὲς θέσεις μου.

1. Κατὰ καιροὺς ἔχω γράψει ὅτι ἡ φράση «χωρισμὸς Ἐκκλησίας - Πολιτείας» εἶναι ἀδόκιμη. Καὶ αὐτὸ γιατί Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση, Πολιτεία δὲν εἶναι μόνον ἡ κρατικὴ διοίκηση, καὶ «χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας» δὲν νοεῖται σὲ μιὰ δημοκρατικὴ χώρα, ἀφοῦ κάθε ὀργανωμένη κοινότητα πρέπει νὰ ἔχη κάποια σχέση μὲ τὸ Κράτος (βλ. ἄρθρα 12, 13 Συντάγματος). Πὼς μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ χωρισμό; Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ Βυζάντιο δὲν γινόταν λόγος γιὰ σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, ἀλλὰ γιὰ σχέση καὶ διαφορὰ μεταξὺ «Ἱερωσύνης καὶ Βασιλείας». Ἀκριβῶς γι' αὐτὸν τὸν λόγο πρέπει νὰ ἀντικαταστασθὴ ἡ φράση «χωρισμὸς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας» μὲ τὴν φράση «ἀναθεώρηση –ἐνδεχομένως– τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς διοίκησης».

2. Τὸ τρίτο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφέστατο καὶ καθορίζει τὶς σχέσεις μεταξὺ ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς διοίκησης. Ὅταν τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἑρμηνευθῇ μὲ νηφαλιότητα, τότε θὰ διαπιστωθῇ ὅτι περιγράφει τὴν διακριτότητα τῶν ρόλων μεταξὺ ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς διοίκησης. Ἐνδεχομένως σὲ μερικὰ σημεῖα (π.χ. Καταστατικὸ Χάρτη, Ἐκκλησιαστικὰ Δικαστήρια) μπορεῖ νὰ γίνη μιὰ ἐπὶ πλέον ἑρμηνευτικὴ διασάφιση μέσα ἀπὸ ἕναν ἤρεμο διάλογο, χωρὶς ἰδεολογικὲς ἀντιπαλότητες γιὰ τὸ καλὸ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας καὶ γενικὰ τοῦ λαοῦ.

3. Ἡ ἀναθεώρηση τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς διοίκησης, καὶ μάλιστα στὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα τονίζονται ἀπὸ πολλὲς ὁμάδες ἀνθρώπων, πρέπει νὰ εἶναι καρπὸς πολυεπίπεδης ἀναζήτησης. Γιὰ παράδειγμα, ἐπειδὴ στὴν ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὲς Περιφέρειες ποὺ ὑπάγονται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, μὲ διαφορετικὲς μορφὲς διοίκησης (Ἅγιον Ὅρος, Κρήτη, Δωδεκάνησα, «Νέες Χῶρες») ἡ συζήτηση πρέπει νὰ γίνη καὶ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουν συνθῆκες (Λωζάνης, Λονδίνου) ποὺ καθορίζουν τὴν νομικὴ ὑπόσταση τῶν Μουσουλμανικῶν Κοινοτήτων τῆς Θράκης καὶ τῶν Ἰσραηλιτικῶν Κοινοτήτων, ὁ διάλογος πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ πρὸς τὸν τομέα αὐτόν, ὥστε ἡ τυχὸν τροποποίηση νὰ μὴ ἐκληφθῇ ὡς παραθεώρηση τῶν σχετικῶν συνθηκῶν!!

4. Ἡ συζήτηση μεταξὺ Ἱερὰς Συνόδου καὶ Κυβέρνησης, ὅταν τεθῇ ἐπισήμως τὸ θέμα, γιὰ τὴν ἐνδεχόμενη ἀναθεώρηση τῶν σχέσεων, θὰ πρέπη νὰ γίνη μὲ νηφαλιότητα, σεβασμὸ καὶ δικαιοσύνη. Κατὰ τὴν γνώμη μου, ἡ συζήτηση θὰ πρέπη νὰ ἐπικεντρωθῇ σὲ δύο σημεῖα, τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ ἀποδεχθοῦν οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς.

Πρῶτον. Πρέπει νὰ γίνη κατανοητὸ ἀπὸ ὅλους τοὺς Κληρικοὺς ὅτι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ σεβόμαστε τὴν ἐλευθερία τῶν πολιτῶν, ἀκόμη καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔχουν ἄλλες ἀπόψεις γιὰ τὸν γάμο, τὴν κηδεία, κλπ. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία σεβάστηκε πάντοτε τὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου, τὴν ὁποία σέβεται καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀλλὰ διαφοροποιεῖται ἡ ποιμαντικὴ ἀντιμετώπιση.

Δεύτερον. Πρέπει νὰ γίνη σαφὲς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐλέγχεται καὶ νὰ καθορίζεται ἀπὸ νόμους τῆς Πολιτείας ἡ ἐσωτερικὴ δομὴ λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε, ὁ τρόπος διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ τρόπος ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης τῶν Κληρικῶν εἶναι ἐσωτερικὴ ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν πρέπει νὰ ρυθμίζεται ἀπὸ πολιτειακὲς παρεμβάσεις. Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία γιὰ κοινωνικὰ ζητήματα ἀνήκει στὴν Πολιτεία, ἡ ὁποία θὰ λαμβάνη ὑπ' ὄψη της τὴν βούληση τοῦ λαοῦ.

Στὰ δύο αὐτὰ σημεῖα μπορεῖ νὰ ἀρχίση ἕνας οὐσιαστικὸς καὶ γόνιμος διάλογος, ὅταν τὸ ζητήση ἡ Κυβέρνηση. Σὲ ἄλλα θέματα, ὅπως μισθοδοσία Κληρικῶν, μάθημα θρησκευτικῶν, παραδόσεις τοῦ λαοῦ, ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι πιὸ πολύπλοκα, γιατί ἐμπλέκονται συμβάσεις τοῦ Κράτους μὲ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς ἐπίσης πρέπει νὰ γίνεται σεβαστὴ ἡ ἐπιθυμία τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργοῦνται κοινωνικὲς ἀναταραχὲς ἀπὸ βίαιες παρεμβάσεις.

Πάντως, ὅταν ἡ Κυβέρνηση θέση ἐπισήμως τὸ θέμα, τότε εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θὰ τὸ ἀντιμετωπίση μὲ σοβαρότητα καὶ ρεαλισμό.

5. Μέσα μου ὅμως ἔχει δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωση, καὶ μακάρι νὰ σφάλλω, ὅτι πολλοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅταν κάνουν λόγο γιὰ «χωρισμὸ Ἐκκλησίας – Πολιτείας», τὸ κάνουν μόνον γιὰ λόγους ἐπιφανειακούς, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἤθελα νὰ συγκεκριμενοποιήσω. Ὅμως, οἱ ἴδιοι παράγοντες στὴν πραγματικότητα δὲν θὰ ἤθελαν μιὰ Ἐκκλησία –ποὺ εἶναι τόσο δυνατὴ καὶ ρωμαλέα καὶ ἔχει μεγάλη πρόσβαση στὸν λαό– νὰ εἶναι «ἐλεύθερη» καὶ «ἀνέλεγκτη». Καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι πολλὲς φορὲς καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους, ἐμμέσως ἡ ἀμέσως, πολλοὶ ἐπιδιώκουν νὰ ἐλέγξουν τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, ἡ νὰ τὰ ἐκμεταλλευτοῦν.  Πάντως, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Κληρικοὺς εἴμαστε ὑπέρμαχοι μιᾶς πιὸ «ἐλεύθερης Ἐκκλησίας», ποὺ νὰ μὴ δεσμεύεται ἀπὸ πολιτειακοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι πολλὲς φορὲς εἰσέρχονται καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν, γιὰ παράδειγμα, προσβάλλονται στὸ Ἀνώτατο Ἀκυρωτικὸ Δικαστήριο ἐκλογὲς Ἀρχιερέων ἡ ἀποφάσεις Ἐκκλησιαστικῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας ποὺ δὲν ἐξασκεῖ πολιτική, ἀλλὰ λειτουργεῖ ὡς πνευματικὸ θεραπευτήριο καὶ εἶναι μάνα ὅλων. Ἐνδιαφερόμαστε συγχρόνως καὶ γιὰ τὴν ἰδιαιτερότητα καὶ τὴν εἰρήνη τοῦ λαοῦ. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ κάνω διαφήμιση, θεωρῶ ὅτι ὅταν θὰ γίνη ἕνας οὐσιαστικὸς διάλογος, θὰ πρέπη νὰ ἔχη ὡς βάση πολλὲς σκέψεις, οἱ ὁποῖες διατυπώνονται στὸ βιβλίο τοῦ Εὐαγγέλου Βενιζέλου μὲ τίτλο «Σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Κράτους».

Τελειώνοντας, ἐπανέρχομαι στὸ ἀρχικὸ θέμα, ἐπειδὴ τὸ θεωρῶ πολὺ σημαντικό, ὅτι θὰ πρέπη νὰ ἀλλάξη ἡ ὁρολογία, δηλαδὴ νὰ μὴ ὁμιλοῦμε γιὰ «χωρισμὸ Ἐκκλησίας – Πολιτείας», ἀλλὰ γιὰ «ἀναθεώρηση σχέσεων ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς διοίκησης». Ἂν αὐτὸ γίνη κατανοητό, τότε θὰ ἀποφύγουμε τὶς μικροπολιτικὲς σκοπιμότητες, τὶς ἰδεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις καὶ τὶς ἐπιφανειακὲς ἐντυπώσεις.–

ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ

  • Προβολές: 3350