Skip to main content

Χριστίνας Καρανικόλα-Σχοινᾶ: “Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου (Α)”

Μία προσέγγιση στὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

τῆς φιλολόγου Χριστίνας Καρανικόλα-Σχοινᾶ

Δὲν γνωρίζουμε πῶς, ἀλλὰ ἔχει ἐπικρατήσει, δυστυχῶς, ἡ περίφημη πιὰ κινέζικη (;) παροιμία, ὅτι μία εἰκόνα, λέγει, ἀξίζει ὅσο χίλιες λέξεις. Οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι, ὅμως, ἄλλη γνώμη σχημάτισαν, τὴν ὁποία μᾶλλον συμμεριζόμαστε καὶ ἐμεῖς: "ὁ γραμμάτων ἄπειρος, οὐ βλέπει βλέπων" (Μένανδρος)· ὁ ἀγράμματος, λέγει, ἔστω κι ἂν ἔχει μάτια, δὲν βλέπει. Δὲν ἔχουν ἀξία, λοιπόν, τὰ ἄπειρα ἐρεθίσματα τοῦ φωτὸς ποὺ πλημμυρίζουν τὴν ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ ἀξία ἔχει ὁ λόγος τοῦ δέκτη ποὺ τὰ δέχεται, τὰ καταγράφει, τὰ ἀξιολογεῖ, τὰ ἱεραρχεῖ, τὰ περιγράφει, τὰ κοσμεῖ, τὰ ζωντανεύει πάλι μὲ τὸ θαῦμα τοῦ λόγου, ἀφοῦ τὸ μέγιστο θαῦμα δὲν εἶναι ἡ ἄψυχη καὶ ἡ ἄλογη δημιουργία, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Τὸ βλέπουμε στὶς ἡμέρες μας, ποὺ ἡ πλημμυρίδα τῶν εἰκόνων –φυσικῶν, τεχνικῶν, φανταστικῶν– δὲν συμπορεύεται πάντα μὲ τὴν ποιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ εἰκόνες, ὅμως, τὶς ὁποῖες ἔβλεπε καὶ κατέγραφε ὁ μέγας Ἀλέξανδρος, ὁ Παπαδιαμάντης, ἀπέκτησαν ἀξία, μεγάλη ἀξία, ἐπειδὴ διηθήθησαν ἀπὸ τὸ παραδοσιακό του φίλτρο, ἐκλεπτύνθησαν ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη καρδιά του, ντύθηκαν μὲ τὸν ποιητικό του λόγο, ποὺ "ψηφιοποιοῦσε" τὶς εἰκόνες σὲ γράμματα, καὶ τὰ γράμματα σὲ βιώματα, καὶ ἀνέτεμε τὶς ψυχὲς καὶ συνέθετε πρόσωπα καὶ ζωές.

Ἔτσι, λοιπόν, μία παπαδιαμαντικὴ λέξη, ἀξίζει ὅσες χίλιες ἄλογες εἰκόνες...

Καλοκαίρι· ἕνεκεν τοῦ "Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ" καὶ τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰς μνήμη του κυρ-Ἀλέξανδρου, καὶ πρὸς τέρψη τῶν ἀναγνωστῶν μας, ἡ κ. Χριστίνα Καρανικόλα-Σχοινὰ ἐπιχειρεῖ μιὰ φιλολογικὴ προσέγγιση στὸν "Ρεμβασμὸ τοῦ Δεκαπενταύγουστου". Ἡ ἐργασία αὐτὴ θὰ δημοσιευθῇ σὲ δύο συνέχειες.

Ἡ νοσταλγία εἶναι μία διάθεση ποὺ διαπερνᾶ τὸ ἔργο του Παπαδιαμάντη στὸ σύνολό του. Εἶναι ἡ ἔμπνευσή του, τὸ κίνητρο τῆς δημιουργίας του. Νοσταλγεῖ καὶ ρεμβάζει. Ρεμβάζει καὶ νοσταλγεῖ. Καὶ ἀπὸ κάθε ρεμβασμό του ἀνασύρει βιώματα τοῦ παρελθόντος, ποὺ ἔχουν σφραγίσει τὴν ψυχή του καὶ τὰ μορφοποιεῖ σὲ διήγημα, ἄλλοτε πιὸ ὁρμητικό, ἄλλοτε πιὸ σιγανό, πάντα ὅμως πραγματικό, ἀληθινό, αὐθεντικό, ζωντανό, μὲ μιὰ ζωὴ πλούσια σὲ εἰκόνες καὶ μὲ μιὰ τέχνη ταπεινοῦ καὶ σεμνοῦ ἀνώνυμου ἁγιογράφου.

Ὁ Παπαδιαμάντης ρεμβάζει καὶ νοσταλγεῖ, δὲν ὀνειροπολεῖ. Ὅλα, ὅσα γράφει, τοποθετοῦνται σὲ τόπο καὶ χρόνο, ὅλα ἔχουν ὄνομα ἥρωες, τόποι, ἀκόμη καὶ τὰ ζῶα καὶ βέβαια ὅλα ἐντάσσονται στὸ εὐρύτερο σκιαθίτικο πλαίσιο. Ἄλλωστε μὲ τὴ ζωὴ τῆς Σκιάθου, τὶς παραδόσεις της, τὰ καφενεῖα καὶ τὰ ἔθιμα τῶν ἀνθρώπων της, τὰ ταπεινά τους ἐπαγγέλματα καὶ τοὺς καημούς τους εἶναι ζυμωμένη ἡ ψυχή του, οἱ "ἀπορρῶγες βράχοι", οἱ θαλασσόδαρτες ἀκτὲς καὶ οἱ "ναΐσκοι" τῆς ὑπαίθρου εἶναι χαρακτηριστικὲς καὶ ἀγαπημένες του εἰκόνες, ποὺ προβάλλουν ποιητικὰ στὰ ἔργα του.

Κανένας ἄλλος λογοτέχνης δὲν περιέγραψε μὲ τόση λεπτομέρεια, εὐλάβεια καὶ ἀγάπη τὰ φτωχὰ ξωκκλήσια τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, ὅσο ὁ Παπαδιαμάντης. Μιὰ περιγραφὴ ποὺ τὸν θέλγει ἰδιαίτερα, ποὺ μοσχοβολᾶ θυμίαμα, κερὶ καὶ ἀγριολούλουδο καὶ ποὺ στὸ ἀμυδρὸ φῶς ἀπὸ τὸ καντηλάκι τῆς Παναγίας ἢ τὸ λιανοκέρι τῆς χαροκαμμένης μάνας ξεπροβάλλουν μέσα στὴ σιωπή τους οἱ ἀσκητικὲς μορφὲς τῶν Ἁγίων, τὰ σκαλιστὰ τέμπλα, τὰ καντήλια, τὰ μανουάλια.

Καὶ στὸ διήγημα "Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου" ὑπάρχει ὁ "ναΐσκος" τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὴν κεντρικὴ ἀναφορά του Παπαδιαμάντη, ὅπως καὶ στὰ περισσότερα διηγήματά του. "Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καὶ καλὰς εἰκόνας - καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ".

Ὁ Παπαδιαμάντης ἀπεικονίζει τὰ ξωκκλήσια τῆς Παναγίας πάνω σὲ ἀπόκρημνους βράχους, ποὺ τοὺς μαστίζουν οἱ θύελλες, θέλει τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ νὰ ἐποπτεύη τὰ ἀνθρώπινα καὶ νὰ σκέπη μὲ ἄπειρη στοργὴ τὴν κτίση ὁλόκληρη, ἀλλὰ καὶ νὰ δείχνη στὸν κόσμο τὴν πνευματικὴ ὁδό, τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο πρὸς τὸ ὕψος τῆς θέωσης.

Ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας εὑρίσκετο "ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκών, μορεὼν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον". Ὁ Παπαδιαμάντης ἀγαπᾶ τὴ φύση καὶ τὴν περιγράφει ἀριστουργηματικά, γοητευτικά. Μὲ ὅλες τὶς προσωποιημένες δυνάμεις της καὶ τοὺς θρύλους γιὰ φαντάσματα κι ἀγερικά, ποὺ ἔπλασε μὲ ἀφέλεια ἀλλὰ καὶ χάρη ἡ λαϊκὴ φαντασία, ὅταν μὲ δέος προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήση "τὰ συντρίμματα καὶ τὰ ἐρείπια....".

Στὸ ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἑστιάζει ὁ "φακός" του Παπαδιαμάντη. Στὸ προαύλιο ὑπάρχει μιὰ μικρὴ προχειροκτισμένη καλύβα, ὅπου μόνος θλιμμένος κάθεται ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας, καπνίζοντας τὴν πίπα του καὶ ἀναπολῶντας τὴν περασμένη του ζωή. Ὅλα εἶναι ἔρημα γύρω του, γκρεμισμένα ἐρειπωμένα. Κι ἐκεῖνος ἀκίνητος παρακολουθεῖ τὸν "καπνὸν ποὺ ἀνέθρωσκε ἀπὸ τὸν λουλὰν καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενὸν καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ΄ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;"

Αὐτὴ ἡ εἰκόνα, ποὺ παρουσιάζεται μπροστά μας, καθὼς ἡ τεχνήτρα πέννα τοῦ Παπαδιαμάντη ἀνοίγει τὴν "αὐλαία" τοῦ διηγήματος, εἶναι ἡ μόνη παροντική, ἐκ τοῦ φυσικοῦ. Καμία κίνηση, καμία δράση, ἐξωτερικὰ τοὐλάχιστον. Γιατί στὴν ψυχή του ὑπάρχει μεγάλη τρικυμία, μεγάλος πόνος, ἀπέραντος θρῆνος. Μοιάζει μὲ τὸ ἐρειπωμένο χωριό, ἐρείπιο κι αὐτός, τσακισμένος ἀπὸ τὶς συμφορές, βασανισμένος, τραγικὴ προσωπικότητα καὶ ὁλομόναχος τώρα ἐπὶ "γήρατος οὐδῷ". Ἀναπολεῖ τὸν χαμένο κόσμο του, τὴ ζωὴ ποὺ τοῦ πῆρε ὅ,τι ἀγαποῦσε..

Ξεκίνησε καλὰ τὴ ζωή του. Ἦταν μεγαλοκτηματίας, ἀρχοντάνθρωπος, καλοκαμωμένος. "Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χοντρὰ χείλη προέχοντα. ΄Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος". Εἶχε παντρευτεῖ ἀπὸ ἔρωτα "τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην" καὶ μολονότι ἀπόκτησαν ἑπτὰ παιδιὰ μαζί, χώρισαν καὶ φίλιωσαν τρεῖς φορές. Αἰτία, ὁ θυμώδης χαρακτῆρας του. "Ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενὴς· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει...΄Ηγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν..... Εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης τῆς καρδίας την Σινιωρίτσαν του..... Ἀλλ΄ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. ῏Ὦ ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!"

Ὁ Φραγκούλας εἶναι ἕνας ἄνθρωπος μὲ πάθη καὶ πάθια πολλά. Ὁρμητικὸς καὶ ἀσυγκράτητος, εὐαίσθητος καὶ τρυφερός. Ἀγαποῦσε καὶ πείσμωνε μὲ τὴν ἴδια ἔνταση. Ὁ Παπαδιαμάντης δὲν τὸν ὡραιοποιεῖ, δὲν τὸν ἐξιδανικεύει. Τὸν δείχνει ὅπως ἀκριβῶς εἶναι, ἀληθινό, πραγματικό, μὲ τὶς ἀρετὲς καὶ τὶς ἀδυναμίες του, τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά του. Δὲν τὸν κρίνει, δὲν τὸν προβάλλει, οὔτε τὸν προσβάλλει. Σέβεται τὶς ἀδυναμίες του καὶ τὰ ἐλαττώματά του καὶ μὲ ἐπιείκεια καὶ κατανόηση ἀφουγκράζεται τὸ δρᾶμα του. Ἁμαρτία καὶ μετάνοια ἦταν ἡ πορεία τῆς ζωῆς του. Ποιός ἀλήθεια εἶναι τέλειος; Κάπου νιώθει πῶς συμμετέχει κι ὁ ἴδιος σ΄ αὐτὴν τὴν πορεία, ταυτίζεται μαζί του, γι΄ αὐτὸ καὶ συμμερίζεται τὰ πάθια τοῦ καὶ μὲ εἰλικρίνεια ἀναφωνεῖ: "Ὦ ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!"

Ὁ Φραγκούλας ἀντιμετωπίζει καὶ σοβαρότατο οἰκονομικὸ πρόβλημα, ὅπως καὶ πολλοὶ ἀκόμη συντοπῖτες του. Δὲν ἦταν φτωχὸς ἀπὸ τὴν ἀρχή. ῎Ἰσα-ἴσα, ἦταν μεγαλοκτηματίας, ἀπὸ παλιὰ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια "ποτὲ δὲν τὸν ἔμελεν περὶ χρημάτων", ἀφοῦ εἶχε ἀρκετὸ εἰσόδημα. "Ἀλλ΄ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα τὸν "ἔτρωγαν"! Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ἠύξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν "δυστυχισμένες χρονιές", ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φορᾶ, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἀφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψη ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕναν τοκογλύφον τοῦ τόπου".

Ὁ Παπαδιαμάντης ἀφήνει ἐδῶ νὰ ἀναδυθῇ ἕνα ὀξὺ πρόβλημα τῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ του. Πρόκειται γιὰ τὴ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸ παλιό, τὸ παραδοσιακό, δοκιμασμένο καὶ παγιωμένο ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη στὸ νεωτερίστικο, τὸ πολλὰ ὑποσχόμενο καὶ γι΄ αὐτὸ ὁρμητικὸ καὶ ἀπαιτητικό, ποὺ ἄνοιγε νέες προοπτικὲς καὶ γοήτευε. Τὸ πρῶτο ἐκπροσωπεῖται στὸ διήγημα ἀπὸ τοὺς ντόπιους κατοίκους, οἱ ὁποῖοι "εἶχαν ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα" καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐργασία ἐξασφάλιζαν τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή τους, προνοῶντας βέβαια νὰ ἀποθηκεύσουν κάποια ἀποθέματα ἀπὸ τὰ γενήματά τους γιὰ ἐνδεχόμενη ἀκαρπία, κάτι ποὺ γινόταν συχνά. Πρόκειται γιὰ τὴν εἰκόνα καὶ τὴ δομὴ μιᾶς αὐτοκαταναλωτικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν ἔδινε σημασία στὸ χρῆμα καὶ τὸ κέρδος.

Τὸ καινούριο τὸ φέρνουν στὸ νησὶ οἱ "ἐπήλυδες". "Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι "φερτοί", ἀπ΄ ἔξω καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν......κανείς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς". Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἴσηγούντάν τη χρηματιστικὴ οἰκονομία, ἀσχολοῦνταν μὲ τὸ ἐμπόριο καὶ ἀξιοποιοῦσαν τὰ πάντα μὲ σκοπὸ τὸ χρῆμα. "Ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. ῎Ἠνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεία καὶ ἐμπορεύοντο καὶ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα..... οἱ ἐντόπιοι ἔλαβαν ἀνάγκην τῶν χρημάτων καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἕως ὅτου παρῆλθε μία γενεὰ ἢ μία καὶ ἡμίσεια καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ΄ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα". Πρόκειται γιὰ τὴν ἀρχὴ τῆς ἀστικοποίησης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ποὺ ἔφερε πολλὲς ἀνακατατάξεις στὶς ἀντιλήψεις, τὴ νοοτροπία, τὰ ἤθη καὶ γενικὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ κλονίστηκαν τὰ παραδοσιακὰ θεμέλια τῆς δομῆς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας.

Ἔτσι τὸ κυνήγι τοῦ κέρδους ἀντιπαραβάλλεται μὲ τὶς παραδοσιακὲς ἀσχολίες καὶ ἡ φιλαργυρία καὶ πλεονεξία τῶν ἀνθρώπων, ὑπερβαίνοντας τὶς ἠθικὲς ἀναστολὲς τῶν παλαιῶν καιρῶν, διαβρώνουν τὶς συνειδήσεις καὶ ὑποσκάπτουν τὰ θεμέλια τῆς παραδοσιακὰ ὀργανωμένης ζωῆς, κλονίζοντας τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις καὶ ἐκφυλλίζοντας τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ πιὸ ψηλὰ τοποθετεῖται τὸ ἀτομικὸ συμφέρον.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἔμμεσα ἐπικρίνει αὐτὴν τὴν κατάσταση. Μεγαλωμένος καὶ γαλουχημένος μὲ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση πιστεύει ἀπόλυτα πῶς μόνο αὐτὴ νοηματοδοτεῖ μὲ πληρότητα καὶ αὐθεντικὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί εἶναι ἡ μόνη ποὺ μεταποιεῖ τὸ κακὸ καὶ κρατᾶ σώα τὴν ψυχή, ἀκόμη κι ἂν ὅλα γύρω καταρρέουν. Δὲν εἶναι ἀρνητικὸς σὲ ὅ,τι νέο φέρνει ἡ φυσιολογικὴ πορεία μέσα στὸ χρόνο καὶ ἡ ἐξέλιξη. Θέλει ὅμως αὐτὸ τὸ νέο νὰ ἔχη ἀναφορὰ στὰ ριζώματα καὶ τὰ ἀρχέτυπα τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης, τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὸ χαρακτῆρα καὶ τὸν ψυχισμὸ τοῦ λαοῦ. Μόνο τότε τὸ νέο εἶναι αὐθεντικό, ζωντανό, ἀληθινό. Γι΄ αὐτὸ καὶ ἐπικρίνει τὸ πνεῦμα, ποὺ κουβαλοῦν οἱ νέες οἰκονομικὲς δραστηριότητες: τὴν τοκογλυφία, τὴν ἰσοπέδωση ποὺ προκαλεῖ ἡ ἀπανθρωπιὰ καὶ ἡ ἐκμετάλλευση, τὴ διαφθορὰ τῶν ἠθῶν, τὸ ψέμα καὶ τὸ δόλο ποὺ ἐπιστρατεύονται γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος. Καὶ ἐν τέλει τὸν ἐκφυλισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ἀξίας.

Θῦμα μιᾶς τέτοιας κατάστασης ἦταν καὶ ὁ Φραγκούλας. Τὰ τρία δάνεια, ποὺ χρειάστηκε νὰ πάρη τὰ τελευταῖα τρία χρόνια ἀπὸ τοκογλύφους, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἀπώλεια τῆς οἰκονομικῆς ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς του ἐπιφάνειας. Ἔτσι τώρα ζεῖ μὲ τὶς πιέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς τῶν δανειστῶν του, μὲ τὸ παράπονο τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς του καὶ χωρισμένος ἀπὸ τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του.

(συνεχίζεται στὸ ἑπόμενο)

  • Προβολές: 2402