Skip to main content

Χριστόφορος Ἀλεξανδρόπουλος (1945-1958) 

ΜΕΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ 

τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Εἰρηναίου Κουτσογιάννη

Μετά τήν μετάθεση τοῦ Μητροπολίτη Γερμανοῦ Γκούμα στήν Ἠλεία (1945), ἀνῆλθε στό θρόνο τῆς ἱστορικῆς Μητροπόλεως Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας ὁ ἀείμνηστος Ἱεράρχης Χριστοφόρος, κατά κόσμον Γεώργιος Ἀλεξανδρόπουλος. Γεννήθηκε στό Ἀγρίνιο καὶ ἡ µητέρα του Βασιλική καταγόταν ἀπό τὀν Πλάτανο Ναυπακτίας. Μετά τίς γυμνασιακές του σπουδές στό Ἀγρίνιο, σπούδασε στὴν Θεολογική καί στήν Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν, ἀπ᾿ ὅπου ἐξῆλθε πτυχιοῦχος τό ἔτος 1922. 

Ὑπηρέτησε ἀρχικά ὡς Διευθυντής Ἑλληνικοῦ Σχολείου Πλατάνου Ναυπακτίας καί ἀκολούθως καθηγητής τοῦ Γυμνασίου Ἀγρινίου, ὅπου συνέστησε τήν «Χριστιανικήν Ἔνωσιν», καθὼς καί τήν «Φιλανθρωπικήν Ἑταιρείαν». Στή συνέχεια δίδαξε στό Ἱεροδιδασκαλεῖο Κορίνθου καί στό Γυμνάσιο Μεσολογγίου, ὅπου διετέλεσε βοηθός Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Στὶς 20 Μαρτίου 1942 ἐκάρη µοναχός στην ἱστορική Ἱερά Μονή Ἀμπελακιωτίσσης Ναυπακτίας. Μετά ἀπό μιά ἡμέρα χειροτονήθηκε διάκονος ἀπό τὸν τότε Μητροπολίτη Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας καί μετέπειτα Ἠλείας Γερμανό. Τήν ἑπομένη (22 Μαρτίου) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος Ἀρχιμανδρίτης ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Δαμασκηνό, ἀπό τόν ὁποῖο διορίσθηκε ἀμέσως Πρωτοσύγκελλος τὴς Ἱερᾶς Ἀρχιεπιοκοπῆς. 

«Ὀ νέος Πρωτοσύγκελλος, ἔγραφε τό περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἔχων ἀρίστην καὶ ἐπί μακράν σειράν ἐτῶν δοκιµασθεῖσαν ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει θεολογικήν κατάρτισιν, ἀκέραιος τὸν χαρακτῆρα καὶ σεµνός τό ἦθος ... οὐδεμίαν ἔχομεν ἀμφιβολίαν ὅτι θά δικαιώση τήν ἐκλογήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί θά βοηθήση αὐτόν, εἰς τό δυσχερές ἔργον, τό ὁποῖον ἐπωμίσθη ὑπό συνθήκας ἐξαιρετικάς καί διά τήν Ἐκκλησίαν καί διά τόν εὐσεβῆ Ἑλληνικόν λαόν». 

Στή θέση τοῦ Πρωτοσύγκελλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν παρέµεινε μέχρι τῆς 19ης Ὀκτωβρίου 1945, ὁπότε ἐξελέγη ποιµενάρχης τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας. Ἡ χειροτονία του εἰς Ἐπίσκοπον ἔγινε στίς 24 ᾿Οκτωβρίου 1945 στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν καί ἡ ἐνθρόνησίς του τήν 18ην Νοεμβρίου 1945 στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου. Ἵδρυσε θρησκευτικές ἀδελφότητες, οἰκοτροφεῖα, τόν σύλλογο ὁ «Ἀπόστολος Θωμᾶς» καί «Γενικόν καί Κοινωφελές Φιλόπτωχον Ταμεῖον». Ἐξέδιδε καί ἐκκλησιαστικό περιοδικό μέ τόν τίτλο «Ἀγάπη». 

Ἕνα ἔτος µετά τήν ἐνθρόνισή του καί κατά τήν περίοδο 1946-1949 ἡ Μητρόπολις Ναυπακτίας καί Εὐρυτανίας δέχθηκε σοβαρά πλήγματα λόγω τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Καί οἱ δύο ἐπαρχίες κατεστράφησαν σχεδόν ἐξ ὅλοκλήρου. «Τῆς τραγικῆς δέ τῶν κατοίκων αὐτῆς θέσεως συμμετέχων καί ὁ Ἀρχιερεύς τούτων, εἰργάζετο ὁτέ παρακαλῶν, ὁτέ διαμαρτυρόμενος εὐκαίρως ἀκαίρως ἵνα, ἡ, τῶν ἰσχυόντων, ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, διάθεσις, ἐκδηλωθῇ ἐναργεστέρα πρός ἀνακούφισιν ἐκ τῶν δεινῶν, ἅτινα µέ τήν πάροδον τοῦ χρόνου, αἰσθητῶς, ἐμειώθησαν». Κατέβαλε ἰδιαίτερες προσπάθειες γιά δηµιουργία πνευματικῶν κέντρων στήν Ναύπακτο καί στό Καρπενήσι, καθώς ἐπίσης καί γιά τήν ἀνοικοδόμηση τῆς παλαιφάτου Ἱερᾶς Μονῆς Προυσοῦ, ἡ ὁποία πυρπολήθηκε ἀπό τούς Γερμανούς. 

Ἀσθενῆς ἀπό πολλῶν μηνῶν εἰσῆλθε γιά νοσηλεία στήν κλινική τῶν Ἀθηνῶν «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος» καί στή συνέχεια στό Νοσοκομεῖο «Ὁ Εὐαγγελισμός» ὅπου µετά ἀπό συνεχῆ ἐπιδείνωση τῆς ὑγείας του, ἀπεβίωσε τίς πρωϊνὲς ὥρες τῆς 1ης Μαρτίου 1958. Ἄφησε µνήµη ταπεινοῦ, ἀσκητικοῦ καὶ ἀκτήμονος Ἱεράρχου. «Πρᾶος, γλυκύς, ἐνάρετος εἰς ὁλόκληρον τήν ζωή του ὑπῆρξε φωτεινόν παράδειγµα ἱεράρχου». 

'Ο Χριστόφορος ἀσχολήθηκε καί µέ τήν συγγραφή ἔργων, πραγματειῶν καὶ ἄρθρων, τά κυριώτερα τῶν ὁποίων εἶναι: 1) «Διά τήν κατηχουμένην νεολαίαν» (ὑποθήκη), 2) Ἱστορία τῆς ἐν τῇ Ναυπακτίᾳ Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἀμπελακιωτίσσης Θεοτόκου «Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος» (ἀδημοσίευτη), 3) Ἱστορική πραγματεία «περί τοῦ ἠθικοῦ καί θρησκευτικοῦ χαρακτήρος τῶν Ναυπακτίων ἀπό τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς» καί 4) Δύο Ἱερές Ἀκολουθίες καί δύο Παρακλητικοί Κανόνες. 

  • Προβολές: 1020