Skip to main content

«Ἦτο, ἐν ὀλίγοις, μοναδικός»

«Ὁ δὲ πατὴρ Φλωρόφσκι, χωρὶς ἀμφιβολία, ἦτο θαυμαστὴς τοῦ ἔργου τοῦ πατρὸς Ρωμανίδη καὶ ἔτρεφε τὰ συναισθήματα τῆς πατρικῆς ἀγάπης καὶ ἐκτιμήσεως ἀπέναντί του. Ὁ πατὴρ Φλωρόφσκι τὸν θεωροῦσε διάδοχό του εἰς τὸ ἔργο τῆς ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς συγχρόνου καὶ μέχρι τότε δυτικιζούσης ὀρθοδόξου θεολογίας.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσι τῆς θεολογίας μας ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τῶν ἑτεροδόξων, αὐτὸ ποὺ ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα ὁ πατὴρ Φλωρόφσκι ἦτο ἡ ἔντονη προσπάθεια τοῦ πατρὸς Ρωμανίδη νὰ τονίση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ διανοητικὴ ἄσκησις ἢ γνῶσις, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἶναι ἕνα βίωμα ποῦ ἐπιδρᾶ στὸ βαθύτερο μέρος τοῦ εἶναι μας, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ, βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον πρὸς τὴν θέωσιν. Ἡ θεολογία αὐτή, ἑπομένως, δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ τοὐναντίον, εἶναι μία ζωὴ καὶ ἐμπειρία ὁλόκληρη, ἡ ὁποία ἔχει ἀρχή, ἀλλά, χάριν Θεοῦ, δὲν ἔχει τέλος.

«Πρόσεχε, υἱέ μου», μοῦ ἔλεγε ὁ πατὴρ Φλωρόφσκι, «αὐτὰ ποὺ σοῦ διδάσκει ὁ πατὴρ Ἰωάννης ὄχι μόνον θὰ σώσουν τὴν ψυχή σου, ἀλλὰ θὰ σὲ κάνουν φάρο τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ ἕναν κόσμο ποὺ σπαράσσεται ἀπὸ τὴν ἀφομοίωσιν καὶ τὸν σχετισμόν. Ἡ ἀποστολή σου ὡς ἱερεὺς θὰ εἶναι νὰ διδάξης τὴν ἀλήθειαν ποὺ μένει στοὺς αἰῶνες, καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθειαν θὰ τὴν μάθης ἀπὸ τὸν πατέρα Ἰωάννην».

Ἐπὶ πλέον, ὁ πατὴρ Φλωρόφσκι ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πατὴρ Ρωμανίδης ἦτο ἄφοβος μαχητὴς ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτὸς μοῦ ἐξήγησε ὅτι δὲν ἐδίστασε νὰ παλέψη ὁ πατὴρ Ρωμανίδης μὲ τὰ τότε μεγαλύτερα ἀναστήματα τῆς θεολογίας τῆς ἐποχῆς του...

Ἦτο ριζοσπάστης, ἀλλὰ ὅλως ἀπροσδόκητα ἦτο συνάμα καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς ἀρχαίας καὶ γνησίας παραδόσεως καὶ ὄχι ἑνὸς νέου καὶ συγχρόνου θεολογικοῦ φρονήματος. Ἦτο, ἐν ὀλίγοις, μοναδικός».

(Πρωτοπρεσβύτερος Ἀνδρέας Δημότσης, εἰς Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου: «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικὸς θεολόγος...»)

«Τό ἔργο καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» - 13 Νοεμβρίου 2011, Ναύπακτος

«Τό ἔργο καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» - Δεκαετὲς Μνημόσυνο π. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, 13 Νοεμβρίου 2011, Ναύπακτος

«Τό ἔργο καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» - Δεκαετὲς Μνημόσυνο π. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, 13 Νοεμβρίου 2011, Πνευματικὸ Κέντρο Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου. 

Τήν Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011, πραγματοποιήθηκε στὴν Ναύπακτο ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ἀρχιερατικὸ Μνημόσυνο καὶ ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα γιὰ τὸν ἀείμνηστο διδάσκαλο καὶ καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως δέκα ἐτῶν (2001-2011) ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Ὁ π. Ἰωάννης, κατὰ τὰ τελευταία ἔτη τῆς ζωῆς του, ἦταν ἐγγεγραμμένος στὸν ἱερατικὸ κατάλογο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. 

Διαβᾶστε σχετικά:  Τεῦχος 184 - Νοέμβριος 2011

Δεῖτε τὰ video τῆς Ἡμερίδος: «Τό ἔργο καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη» 13 Νοεμβρίου 2011, Ναύπακτος

  • Ναυπάκτου Ἱερόθεος: Εἰσαγωγὴ στὴν Ἡμερίδα,
  • Εἰσήγηση π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: «Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, σημεῖον ἀντιλεγόμενον»
  • κ. Δέσπω Λιάλιου: «Θεολογικές προϋποθέσεις τῆς ἑρμηνευτικῆς στὸ ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη»
  • Εἰσήγηση κ. Ἀντωνίου Παπαδόπουλου: « Ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη»
  • Εἰσήγηση κ. Σταύρου Γιαγκάζογλου: «Ἡ σημασία τοῦ περὶ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἔργου τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιἀ τἠν Ἐκκλησία καὶ τὴν θεολογία».
  • Εἰσήγηση κ. Λάμπρου Σιάσου: «Ρωμανιδικά ἀλεξίπυρα καὶ ἀκαδημαϊκὲς φλογώσεις».
  • Εἰσήγηση π. Γεώργιου Δράγα: «Ἡ Πατερικὴ θεολογία ὡς βάση τῆς συγχρόνου Ὀρθοδόξου Ἐρμηνευτικῆς»

 

 

† Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης

Ὁ διδάσκαλος τῆς Ρωμηοσύνης, «Κορυφαῖος Δογματικός Θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»

† Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης Τὴν 1η Νοεμβρίου 2001 ἐκοιμήθη ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, Καθηγητὴς τῆς Θεολογίας, ὁ «διδάσκαλος τῆς Ρωμαίϊκης ὑποστάσεως τοῦ Γένους», ὁ «Κορυφαῖος Δογματικός Θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας» (Ναυπάκτου Ἱερόθεος).

Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2001, στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν. Συμμετεῖχαν οἱ Ἀρχιερεῖς: Τυρολόης Παντελεήμων, Ναυπάκτου Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκπροσώπησε τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστόδουλο, Ἱεραπύτνης Εὐγένιος καὶ πρώην Ἀτλάντας κ. Ἰωάννης, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός καὶ ἄλλοι Ἱερεῖς, ἡ οἰκογένειά του, ἡ ἀδελφή καὶ ὁ ἀνηψιός τοῦ ἐκλιπόντος, καὶ ἄλλοι μαθητές καὶ φίλοι του.

Τήν ἐξόδιο ἀκολουθία ἔψαλε ὁ χορός τοῦ Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως.

Σήμερα, 2 Νοεμβρίου 2020 ἡμέρα τῆς ἐπετείου τῆς κοιμήσεως τοῦ ἀειμνήστου π. Ἰωάννη, ἡ ἱστοσελίδα μας κάνει ἕνα μικρό ἀφιέρωμα, εἰς τιμήν καί μνήμην του.

Δημοσιεύονται:

–ὁ ἄμωμος, τά εὐλογητάρια, οἱ εὐχές καί ἡ ἀπόλυση τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας του (ἠχητικά)

Ἄμωμος Ἐξοδίου Ἀκολουθίας 1/3

Εὐλογητάρια Ἐξοδίου Ἀκολουθίας 2/3

Εὐχὲς Ἐξοδίου Ἀκολουθίας 3/3

Ὁμιλία Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου

– Ὁμιλία Πρωτοπρεσβύτερου καὶ Καθηγητοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

– Ὁμιλία Καθηγητοῦ κ. Λάμπρου Σιάσου

– Ὁμιλία Καθηγήτριας κ. Δέσπως Λιάλιου

– Ὁμιλία Καθηγητοῦ κ. Χριστινάκη

Παρουσίαση γιά τόν π. Ἰωάννη πού προβλήθηκε κατά τήν παρουσίαση τῆς «Ἐμπειρικῆς Δογματικῆς» (προβολή-ἦχος)

Thomas Shaw: Μιλώντας γιὰ τὸν Διάβολο

Ὁ π. Ἰωάννης κοιμήθηκε, ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ μιλᾶ: «Μύσας ὁ... Ἰωάννης τὸ στόμα, ἀφῆκεν ἡμῖν ἄλλο τάς βίβλους στόμα» (στίχοι στὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο). Ὁ λόγος του, λόγος σύγχρονος καὶ παραδοσιακός, διεισδυτικός καὶ διακριτικός, ὀξύς καὶ θεραπευτικός, πατερικός, θεολογικός, θὰ ἀκούγεται ἔντονα, ὅπου ἡ μικρά ζύμη θὰ ζυμώνη ὅλο τὸ φύραμα.

Ἀφιέρωμα στὸν π. Ίωάννη Σ. Ρωμανίδη: Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ἡ «Ἐμπειρικὴ Δογματική»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Θά ήθελα νά ευχαριστήσω εκ καρδίας τούς τρείς διακεκριμένους εισηγητάς τής σημερινής παρουσιάσεως τών δύο τόμων τής «Εμπειρικής Δογματικής, κατά τίς προφορικές παραδόσεις τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη», πού μέ τόν λόγο τους έκαναν ένα μνημόσυνο στόν μεγάλο αυτόν διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής θεολογίας τών Προφητών, Αποστόλων καί Πατέρων.

Νά μνημονεύσω τόν αγαπητό Πρωτοπρεσβύτερο καί Καθηγητή π. Γεώργιο Μεταλληνό, πού συντόνισε τήν σημερινή συνάντηση καί ομίλησε γιά τόν πεφιλημένο διδάσκαλο μέ καρδιακά αισθήματα, όπως καί τό κάνει επανειλημμένως. Ο ίδιος θεωρεί τιμή πού τόν αποκαλούν μαθητή τού π. Ιωάννου, άν καί δέν διετέλεσε ποτέ φοιτητής του. Νά ευχαριστήσω τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Στέφανο Αβραμίδη, μαθητή τού π. Ιωάννου στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, ο οποίος πολλάκις τόν ανέπαυσε καί τόν βοήθησε ποικιλοτρόπως καί στό γραφείο τού οποίου κατέφευγε πολλές φορές ο αείμνηστος π. Ιωάννης. Επίσης, νά ευχαριστήσω τόν καθηγητή κ. Λάμπρο Σιάσο, ο οποίος ήταν μαθητής του στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί επηρεάσθηκε από αυτόν.

Ἀφιέρωμα στὸν π. Ίωάννη Σ. Ρωμανίδη: Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ἡ «Ἐμπειρικὴ Δογματική»  Ευχαριστώ καί τούς τρείς, γιατί δέχθηκαν νά παρουσιάσουν τό δίτομο αυτό έργο, νά ομιλήσουν γιά τόν μακαριστό διδάσκαλο τής Ρωμηοσύνης καί τής ορθοδόξου θεολογίας καί νά πούν λόγο καρδιακό καί γιά τήν ελαχιστότητά μου. Εξομολογούμενος θά ήθελα νά πώ ότι, παρά τό ότι εξέδωσα πολλά βιβλία στήν ελληνική γλώσσα, εν τούτοις αρνήθηκα προτάσεις γιά δημόσια παρουσίαση γιά κάποιο από αυτά. Εξαίρεση γίνεται γιά τό δίτομο αυτό έργο τής «Εμπειρικής Δογματικής», γιατί θέλω νά προβληθή τό πρόσωπο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ιδίως εφέτος πού συμπληρώνεται δεκαετία από τήν κοίμησή του.

Θά ήθελα κλείνοντας τήν σημερινή εκδήλωση νά τονίσω τέσσερα «πώς», δηλαδή τέσσερα σημεία πού συνδέονται μέ τό πρόσωπο καί τό έργο τού μακαριστού Διδασκάλου τής ορθοδόξου Πνευματικότητας.

1. Πώς ανακάλυψα τόν π.Ιωάννη Ρωμανίδη

Η ανακάλυψη εκ μέρους μου τού π. Ιωάννου έγινε προοδευτικά. Τόν γνώρισα, όπως περίπου γνωρίζει κανείς κάποιον καλλιτέχνη, αφού πρώτα ακούει γι’ αυτόν, έπειτα θαυμάζει τά έργα του καί στήν συνέχεια συναντά καί τόν ίδιο προσωπικά.

Στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου σπούδαζα (1964-1968) καί στά επιλεγόμενα μαθήματα άκουσα γι’ αυτόν, γιά πρώτη φορά, πρίν έλθη στήν Ελλάδα. Στό επιλεγόμενο μάθημα τής Πατρολογίας, μέ τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου, έγινε κάποτε τό 1967 συζήτηση γιά ένα θεολογικό ζήτημα. Μερικοί μεταπτυχιακοί από τήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης Αμερικής αναφέρθησαν διεξοδικώς στόν άγιο Ιγνάτιο τόν Θεοφόρο καί μετά σέ άλλους Αποστολικούς Πατέρας τής Εκκλησίας. Τότε ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου είπε: «γνήσιοι μαθητές τού Ρωμανίδη». Τήν εποχή εκείνη ο π. Ιωάννης δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή Βοστώνης καί βέβαια ησχολείτο ιδιαιτέρως μέ τούς αγαπητούς του Αποστολικούς Πατέρας.

Στό τέλος τού τετάρτου έτους τών σπουδών μου ο καθηγητής Ιωάννης Καλογήρου, πού μάς δίδασκε κατά ανάθεση τό μάθημα τής Δογματικής, αφού η έδρα ήταν κενή, μάς ανήγγειλε, μέ μεγάλη χαρά ότι εξελέγη νέος Καθηγητής γιά τήν Δογματική, ένας μεγάλος θεολόγος από τήν Αμερική καί θά άρχιζε τά μαθήματα τήν επομένη χρονιά. Βέβαια, ακούγαμε γι’ αυτόν, γιά τήν συζήτηση πού προκάλεσε, πρίν λίγα χρόνια στήν Θεολογική Σχολή Αθηνών, η διδακτορική του διατριβή πού είχε υποβληθή. Όμως, έλαβα τό πτυχίο τής Θεολογικής Σχολής, χωρίς νά έχη αρχίσει τήν παράδοση τών μαθημάτων του καί έτσι δέν τόν γνώρισα τότε προσωπικά. Άκουγα γι’ αυτόν από τά πνευματικά μου παιδιά πού σπούδαζαν στό Πανεπιστήμιο τής Θεσσαλονίκης καί ομιλούσαν μέ ενθουσιασμό γι’ αυτόν. Μού έφερναν νά ακούσω διάφορες μαγνητοφωνημένες κασέτες καί τά πρώτα κείμενά του. Αγόρασα τό βιβλίο τής «Δογματικής» του καί άρχιζα νά τήν διαβάζω μέ ικανοποίηση καί ενθουσιασμό.

Αργότερα τόν γνώρισα προσωπικά στήν Αθήνα, μετά τήν αναγκαστική, πλήν όμως μέσα στό σχέδιο τού Θεού, μετακίνησή μου εκεί από τήν Εδεσσα, στό Γραφείο τού δικηγόρου κ. Αθανασίου Σακαρέλλου, τόν οποίον αγαπούσε πολύ, όπου παρέδιδε μαθήματα σέ έναν κύκλο είκοσι μέ τριάντα μαθητών, καί ήμουν ακροατής διαφόρων παραδόσεών του στόν Ιερό Ναό τής Αγίας Μαρίνης Ιλισίων. Θυμάμαι μιλούσε μέ σταθερό καί αυθεντικό τρόπο, χωρίς νά έχη μπροστά του σημειώσεις καί συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ιστορία. Στήν παράδοσή του είχε στόχο. Μέ τόν καιρό γνωρισθήκαμε καλύτερα, τόν επισκεπτόμουν στό σπίτι του, συμφάγαμε σέ διάφορα φιλικά σπίτια, πήγαμε μαζί στό Βανκούβερ τού Καναδά γιά νά παραδώσουμε μαθήματα γιά τρείς ημέρες σέ ειδικό σεμινάριο πού διοργάνωσε η Orthodox Church of America (OCA) καί είχαμε καθημερινή σχεδόν τηλεφωνική επικοινωνία. Τελικά, μού ζήτησε νά τόν προσλάβω στήν Ιερά Μητρόπολή μου ως Ιερέα, πράγμα πού έγινε μετά από απολυτήριο πού εξεδόθη από τήν Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, χωρίς βεβαίως νά εγγραφή στούς μισθολογικούς κατάλόγους. Τόν εκτιμούσα, τόν αγαπούσα καί τόν σεβόμουν γιά τήν θεολογία πού δίδασκε, αλλά κυρίως γιά τό ταπεινό καί ευγενικό του ύφος. Δικά μου πνευματικά παιδιά τόν βοηθούσαν σέ διάφορες εργασίες του, αφιερώνοντας πολύ χρόνο μαζί του, ακόμη καί τίς νυκτερινές ώρες.

2. Πώς εξετίμησα τά κείμενά του

Είχα τήν εξαιρετική ευλογία από τόν Θεό νά είμαι φοιτητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, μέσα στό κέντρο τής μελέτης τών έργων τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Έτσι, διάβαζα γιά τήν θεολογία τού μεγάλου αυτού αγιορείτου καί θεόπτου Πατρός, όπως επίσης διάβαζα καί τά έργα τών μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας, επισκεπτόμουν τό Άγιον Όρος καί είχα επικοινωνία μέ τούς ερημίτας πατέρας, τούς οποίους ρωτούσα γιά τήν ευχή καί γενικά γιά τήν πνευματική ζωή. Στήν Έδεσσα, ο αείμνηστος γέροντάς μου Μητροπολίτης Καλλίνικος μέ προέτρεψε νά μελετώ τά έργα τού αγίου Νικοδήμου τού αγιορείτου, ιδίως τό Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον καί τό Εορτοδρόμιον, καί τών άλλων φιλοκαλικών Πατέρων. Έπειτα, γνώρισα τόν γέροντα Σωφρόνιο από τόν οποίο ωφελήθηκα πολύ. Αργότερα διάβασα όλα τά εκδοθέντα κείμενα τού αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου.

Ευρισκόμενος μέσα σέ αυτήν τήν ατμόσφαιρα γνώρισα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί τά εκτίμησα δεόντως. Κατάλαβα τήν πνευματική τους συγγένεια μέ τά έργα τών Πατέρων τής Εκκλησίας. Στήν πραγματικότητα ο π. Ιωάννης συνδύαζε άριστα τήν ησυχία μέ τήν θεολογία, τήν άσκηση μέ τήν καθηγητική έδρα, τήν προσευχή μέ τήν θεολογική έκφραση.

Έτσι, μπορώ νά πώ ότι δέν διάβασα πρώτα τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί στήν συνέχεια ανέτρεξα στά έργα τών αγίων Πατέρων, αλλά πρώτα είχα μελετήσει τά έργα όλων τών γνωστών καί μεγάλων ησυχαστών Πατέρων καί στήν συνέχεια γνώρισα τά έργα τού μακαριστού καθηγητού. Ένοιωσα ότι είχε καταλάβει τό πνεύμα τών Πατέρων καί είχε συλλάβει τήν πεμπτουσία τής διδασκαλίας τους. Καταλάβαινα ότι εξέφραζε τήν διδασκαλία τών αγίων Πατέρων μέ έναν σύγχρονο τρόπο, χωρίς όμως νά τά αλλοιώνη, χωρίς νά είναι νεοπατερικός ή μεταπατερικός θεολόγος. Ο προφορικός λόγος του ήταν μιά ζωντανή αφομοιωμένη τροφή. Ο ίδιος είχε γνωρίσει τόν σχολαστικισμό καί τόν ηθικισμό τών δυτικών Χριστιανών στήν Αμερική, γνώρισε δέ καί τόν ησυχασμό σέ διαφόρους αγιορείτες καί ασκητές καί γι' αυτό ο λόγος του ήταν αυθεντικός, ορθόδοξος. Είναι χαρακτηριστικά τά όσα είπε σέ μιά ομιλία του:

«Εγώ, επειδή πέρασα τά στάδια τής σχολαστικής θεολογίας στήν δική μου ζωή, όταν ήλθα στήν Ελλάδα μού έκανε μεγάλη εντύπωση όταν έβλεπα τούς σημερινούς ορθοδόξους θεολόγους στό Πανεπιστήμιο τών Αθηνών νά ζητούν συγγνώμη από όλο τόν κόσμο, γιατί καί εμείς δέν είχαμε σχολαστική θεολογία, όπως έχουν οι δυτικοί καί σταματήσαμε στούς Πατέρες τής Εκκλησίας μέχρι τόν Δαμασκηνό καί τόν Ισίδωρο Σεβίλλης ή τόν Μέγα Φώτιο».

Έτσι, μελετώντας τά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη διέκρινα τόν καθαρό, ορθόδοξο, πατερικό λόγο, ο οποίος στήν πραγματικότητα απαντούσε σέ όλες τίς προκλήσεις τής δυτικής θεολογίας, αλλά καί τής δικής μας θεολογίας πού είχε επηρεασθή από τήν σχολαστική θεολογία, δηλαδή τόν σχολαστικισμό καί ηθικισμό. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, μέ τόν λόγο του καί τά γραπτά του, είχε έναν σημαντικό στόχο, παρουσίαζε τήν καθαρή διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, πού ήταν ησυχαστική καί θεωτική.

3. Πώς εργάσθηκα γιά νά ολοκληρώσω τό δίτομο έργο τής «εμπειρικής δογματικής»

Όσοι ασχολούνται μέ τό γράψιμο, πού καί αυτό είναι ένα χάρισμα τού Θεού καί μιά τέχνη, γνωρίζουν ότι δέν είναι εύκολο έργο. Τό έργο αυτό είναι στήν πραγματικότητα καλλιτεχνικό, όπως η ζωγραφική καί άλλες τέχνες, πού πολλές φορές κανείς δυσκολεύεται γιά νά συντονίση τήν σκέψη καί τόν σκοπό μέ τόν διατυπωμένο λόγο. Πολύ περισσότερο τό επιστημονικό έργο είναι δυσχερές, γιατί πρέπει κανείς νά συγκεντρώση πολύ υλικό καί θά πρέπει νά τό τιθασεύση καί στήν συνέχεια νά τό συρράψη μέ έναν βασικό σκοπό.

Αυτήν τήν δυσκολία τήν αισθάνθηκα κυρίως στήν συγγραφή αυτού τού έργου. Μέ κούρασε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο στήν σύνθεση καί τήν ολοκλήρωση. Βέβαια, μέ βοήθησαν πολλά πνευματικά μου παιδιά σέ διάφορες φάσεις τού έργου, τούς οποίους ευχαρίστησα στόν πρόλογο τού Α’ Τόμου, δηλαδή μέ βοήθησαν στήν συλλογή κασετών, στήν απομαγνητοφώνησή τους, στό πέρασμα τών απομαγνητοφωνήσεων στόν υπολογιστή, στήν ευρετηρίαση τών κειμένων. Στήν συνέχεια εγώ έπρεπε νά επιλέξω τά θεολογικά χωρία καί νά τά ξεχωρίσω μέσα από πληθώρα άλλων αναφορών. Καί κατ’ αυτόν τόν τρόπο συγκέντρωσα πάνω από δυό χιλιάδες μεγάλα ή μικρά χωρία από τίς απομαγνητοφωνημένες ομιλίες ή παραδόσεις του.

Γιά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν έναν χρόνο, μελετούσα γιά τό ποιά μορφή θά πάρη η επεξεργασία τού θέματος καί πώς θά παρουσιασθή η «εμπειρική δογματική». Όταν κατέληξα στό σχήμα πού έπρεπε νά λάβη, άρχισε η δυσχέρεια τού χωρισμού τού υλικού κατά μεγάλες ενότητες, κεφάλαια, υποκεφάλαια, υποδιαιρέσεις. Καί στήν συνέχεια ακολούθησε τό εξαιρετικά δύσκολο έργο νά συνδέσω καί νά συρράψω τά χωρία, καθώς επίσης νά γεμίσω τυχόν κενά μέσα από τήν σκέψη τού π. Ιωάννου, γιά νά μή αλλοιωθή ο λόγος του. Γιά τόν λόγο αυτόν ανέτρεξα καί διάβασα όλα τά γνωστά καί άγνωστα κείμενά του, γραμμένα κυρίως στήν αγγλική γλώσσα καί τά οποία δέν έχουν δημοσιευθή μεταφρασμένα στά ελληνικά. Είναι γνωστόν ότι ο π. Ιωάννης πέρασε τόν περισσότερο χρόνο τής ζωής του στήν έρευνα, παρά στό γράψιμο, αλλά καί τό μεγαλύτερο τμήμα τών επιστημονικών του ερευνών είναι γραμμένο στήν αγγλική γλώσσα καί είναι ακόμη αμετάφραστο.

Γιά τήν συγγραφή διαφόρων κειμένων μου, χρησιμοποιώ τρείς τρόπους, ήτοι τόν υπολογιστή, τήν υπαγόρευση καί τήν ιδιόχειρη γραφή. Τό έργο αυτό «Εμπειρική Δογματική», πού τελικά ολοκληρώθηκε σέ 850 περίπου σελίδες, γράφηκε ολόκληρο ιδιοχείρως, μέ μολύβι, γιατί μέ διευκόλυνε στήν σύνθεση τών δεκάδων καί εκατοντάδων αποσπασμάτων τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη πού είχα υπ' όψιν μου.

Πάντως, δέν γνωρίζω άν πέτυχα απόλυτα αυτήν τήν σύνδεση, πράγμα πού θά τό πούν οι αναγνώστες. Τό γεγονός είναι ότι επειδή ο π. Ιωάννης ομιλούσε μέ πυκνό λόγο καί τρόπο καί επανελάμβανε τίς ίδιες απόψεις, αφού συνήθως δέν είχε κατά τήν ομιλία του ένα σχεδιάγραμμα, καί οι ομιλίες πού είχα υπ’ όψη μου ήταν από διαφορετικούς χρόνους καί από διαφορετικά ακροατήρια, γι’ αυτό ήταν επόμενο νά δυσκολευθώ στήν οργάνωση καί τόν διαχωρισμό, κατά ενότητες, τού υλικού πού συγκέντρωσα. Επίσης, πρέπει νά υπογραμμίσω ότι κάθε τόμο τόν δούλευσα μέ διαφορετικό τρόπο, πού δέν είναι κατάλληλη η ώρα νά αναλύσω.

Αυτή ήταν η πρώτη καταγραφή. Στήν συνέχεια έπρεπε νά ξεκαθαρισθούν τά κεφάλαια ακόμη περισσότερο, νά ευρεθούν τά επαναλαμβανόμενα χωρία καί νά αποφασισθή ποιό θά παραμείνη καί ποιό θά απομακρυνθή. Διάβασα κάθε τόμο προσεκτικά οκτώ μέ δέκα φορές καί κάθε φορά έκανα τίς αναγκαίες διορθώσεις. Ακόμη καί τώρα πού τό διαβάζω δέν τό χορταίνω, αλλά καί βρήκα μερικά ορθογραφικά καί φραστικά λάθη, τά οποία θά διορθωθούν στήν δεύτερη έκδοση.

Επί πλέον, έδωσα αυτά τά κείμενα καί σέ διάφορα πνευματικά μου παιδιά, καθηγητές Πανεπιστημίων, Θεολόγους, Κληρικούς, μοναχούς, γιά νά διατυπώσουν τίς κρίσεις τους. Σέ πολλά σημεία οι παρατηρήσεις τους μέ βοήθησαν νά βελτιώσω τό κείμενο καί έτσι έλαβαν οι δύο Τόμοι τήν τελική τους μορφή. Επίσης καί κυριολεκτικά τήν τελευταία στιγμή, πρίν νά αρχίση η εκτύπωση, έκανα διορθώσεις. Τήν μεγαλύτερη βοήθεια μού προσέφερε ο Αρχιμ. Καλλίνικος Γεωργάτος, σέ όλες τίς φάσεις τής συγγραφής καί τής επεξεργασίας τού έργου.

Πάντως, παρά τό ότι τό έργο ήταν δυσχερές καί παρά τό ότι δέν υπήρχε κάποια παρόμοια δογματική γιά νά τήν έχω ως πρότυπο, οπότε τό έργο είναι κατ' εξοχήν πρωτότυπο, εν τούτοις τό έκανα μέ μεγάλη χαρά καί μπορώ νά προσθέσω μέ μεγάλη έμπνευση, αλλά καί προσευχή. Δέν αισθανόμουν καθόλου κόπωση καίτοι έγραφα ιδιοχείρως τίς νυκτερινές καί πρωϊνές ώρες. Ζούσα περίπου όπως ο καλλιτέχνης ο οποίος καί όταν βρίσκεται μέσα σέ πολυκοσμία δουλεύει εσωτερικά τό θέμα του καί βιάζεται νά επιστρέψη στό σπίτι του γιά νά συνεχίση τό έργο του καί νά αποτυπώση τήν έμπνευσή του. Καί μάλιστα πολλές φορές όταν εργάζεται πολλές ώρες απορροφάται τελείως από τό αντικείμενο πού συνθέτει ή επεργάζεται. Ένα από τά σημαντικότερα κείμενα τού Β’ τόμου, τό περί σταδίων τής πνευματικής τελειώσεως (κάθαρση, φωτισμός, θέωση) τό έγραψα κατά τήν διάρκεια τών Συνεδριάσεων τής Ιεραρχίας τού Οκτωβρίου 2009, γιά πολλές ημέρες καί όμως μέ είχε απορροφήσει τελείως τό θέμα τού βιβλίου, χωρίς νά παύσω νά συμμετέχω ενεργώς στίς Συνεδριάσεις της καί νά ενημερώνω τούς δημοσιογράφους ως εκπρόσωπος Τύπου τής Ιεράς Συνόδου.

Δοξάζω τόν Θεό γι’ αυτήν τήν δωρεά καί τήν έμπνευση πού μού έδωσε. Κάποιος μού είπε ότι, διαβάζοντας τό βιβλίο, αισθάνθηκε μιά αύρα προσευχής. Αυτό αισθανόμουν καί εγώ συνθέτοντας καί ενοποιώντας τόν ζωντανό προφορικό λόγο τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

4. Πώς αισθάνθηκα τόν π. Ιωάννη Ρωμανίδη, κυρίως όσο δούλευα μέ τά κείμενά του

Στούς προλόγους, τίς εισαγωγές καί τούς επιλόγους καί τών δύο τόμων έχω γράψει μερικά γιά τό θέμα αυτό καί ο αναγνώστης μπορεί νά ανατρέξη σέ αυτά. Εδώ κυρίως θά ήθελα νά τονίσω ότι αισθανόμουν ότι ο π. Ιωάννης είχε ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Συμπεριφερόταν, μιλούσε, επικοινωνούσε θεολογικά μέ τούς ανθρώπους, συμμετείχε στά Συνέδρια καί τούς διαλόγους ως ένας κατά Χριστόν σαλός. Είχε καταλήξει στήν αυθεντική θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων, τών Πατέρων, κατάλαβε τί αλλοιώσεις επέφερε η σχολαστική θεολογία καί η Φραγκολατινική παράδοση, καί ήταν απόλυτος στόν λόγο του καί στίς φράσεις του, σχεδόν «τσεκουράτος».

Μεγάλωσε στό Μανχάταν τής Νέας Υόρκης, σέ ένα όμως καππαδοκικό περιβάλλον, μέ προσευχή καί νηστεία. Τίς γυμνασιακές του σπουδές τίς έκανε σέ παπικό Γυμνάσιο φοίτησε στήν Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης έκανε ευρύτερες σπουδές στήν προτεσταντική Σχολή τού Γέιλ κατά καιρούς σπούδασε στό Πανεπιστήμιο Κολούμπια τής Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης, στήν Ρωσική Θεολογική Σχολή τού αγίου Σεργίου στό Παρίσι, στήν προτεσταντική Σχολή τού Μονάχου Γερμανίας καί μετά ήλθε στήν Αθήνα γιά τήν εκπόνηση τής διδακτορικής του διατριβής. Έπειτα, έκανε διδακτορικό στήν Σχολή Ιστορίας καί Φιλοσοφίας τής Θρησκείας τού Χάρβαρντ, δίδαξε στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης, στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή τού Λιβάνου.

Τό σημαντικό είναι ότι μετά από τέτοιες σπουδές τά εγκατέλειψε όλα, όσα είχε μάθει, κυριολεκτικά τά απαρνήθηκε, «τά έφτυσε», κατά τό κοινώς λεγόμενο, καί μιλούσε συνέχεια γιά τήν κάθαρση τής καρδιάς, τόν φωτισμό τού νού, τήν προσευχή, τήν θεωρία τού Θεού, δηλαδή μιλούσε γιά τήν εμπειρία καί τήν θεολογία τών ησυχαστών μοναχών καί τών Πατέρων, πού τήν θεωρούσε ως τήν βάση τής ορθοδόξου θεολογίας.

Αυτόν τόν θεολογικό λόγο, μαζί μέ τίς παρατηρήσεις του γιά τήν Ρωμηοσύνη καί τήν Φραγκοσύνη, τόν περνούσε σέ Συνέδρια, σέ διαλόγους, σέ μεγάλα ακροατήρια, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ακροατών του. Ένας αγιορείτης Ηγούμενος πού τόν είχε ακούσει νά ομιλή καί νά εισηγήται ένα θέμα σέ συνάντηση Θεολογικών Σχολών μού είπε ότι τόν αισθάνθηκε «ως ταύρον εν υαλοπωλείω». Αυτήν τήν νοοτροπία του καί τήν ισχυρά παρρησία του τήν χαρακτηρίζω ως ένα είδος κατά Χριστόν σαλότητος. Μιλούσε στόν 20ο αιώνα μέ τήν νοοτροπία τού 4ου αιώνος, μιλούσε ως ένας ερημίτης καί Πατέρας τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας, χωρίς νά υπολογίζη τίς αντιδράσεις τών ανθρώπων.

Στήν περίπτωσή του ισχύει αναλογικά ο λόγος τού αγίου Συμεών τού κατά Χριστόν σαλού, όταν πήρε απόφαση νά κατέβη στήν πόλη καί νά κτυπήση τήν υποκρισία καί τόν φαρισαϊσμό τών ανθρώπων. Τότε είπε στόν συνασκητή του: «Πίστευσον εγώ ου μένω, αλλ' εν τή δυνάμει τού Χριστού υπάγω εμπαίζων τώ κόσμω». Καί ο π. Ιωάννης ήταν ένας τέτοιος κατά Χριστόν σαλός πού ενέπαιζε τήν υποκρισία, τόν σχολαστικισμό καί τόν ευσεβισμό τών ανθρώπων τής Εκκλησίας, κυρίως τόν δυτικό χριστιανισμό πού ζούσαν στήν πράξη.

Θεωρώ σημαντική τήν σύμπτωση πού γίνεται η σημερινή παρουσίαση, ημέρα κατά τήν οποία εορτάζουν ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ένας ησυχαστής Πατέρας πού μιλούσε γιά τήν επάνοδο τού νού στήν καρδιά, καί ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο ατρόμητος αυτός ομολογητής τής πίστεως, στήν Σύνοδο τής Φερράρας-Φλωρεντίας. Καί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είχε στοιχεία καί από τούς δύο αυτούς αγίους, γι' αυτό ήταν διδάσκαλος τού ησυχασμού καί ομολογητής τής ορθοδόξου πίστεως, τόσο στήν Ελλάδα, όσο καί ακτός αυτής στήν Δύση καί τήν Ανατολή.

Τό θέμα είναι πώς έφθασε στό σημείο αυτό ο π. Ιωάννης. Στήν Αμερική κατάλαβε καλά ότι οι Ορθόδοξοι βρίσκονταν σέ μιά σύγχυση, πράγμα τό οποίο παρατηρεί κανείς καί σέ άλλους χώρους. Δηλαδή, όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς προτεστάντες χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα παπικά, καί όταν ήθελαν νά αντιμετωπίσουν τούς παπικούς χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα προτεσταντικά. Αυτό σημαίνει ότι δέν είχαν δικό τους ορθόδοξο λόγο. Αυτό παρατηρούσε κανείς παλαιότερα, ίσως καί τώρα, καί σέ μερικούς δικούς μας θεολογικούς κύκλους.

Έχοντας αυτό υπ’ όψη του ο π. Ιωάννης προσπάθησε νά βρή τόν αυθεντικό ορθόδοξο λόγο. Γι’ αυτό στράφηκε στό ευχολόγιο τής Εκκλησίας, τίς προσευχές, τίς ευχές καί τόν τρόπο τών Μυστηρίων, δηλαδή τό lex orandi τής Εκκλησίας, καθώς επίσης επιδόθηκε στήν ανάγνωση τών έργων τών Πατέρων τής Εκκλησίας, ήτοι τών Αποστολικών Πατέρων, τών μεγάλων Πατέρων τών Οικουμενικών Συνόδων καί τών λεγομένων Φιλοκαλικών, δηλαδή τό lex credendi τής Εκκλησίας, όπως λέγει καί ο Andrew Sopko στό εξαιρετικό βιβλίο του Ο προφήτης τής Ρωμαϊκής Ορθοδοξίας, η θεολογία τού Ιωάννου Ρωμανίδη. Γι’ αυτό ο λόγος του είναι ατόφια ορθόδοξος. Καί επειδή ο ίδιος ήταν ευφυής καί είχε έκτακτα διανοητικά χαρίσματα, τά διετύπωνε μέ πολύ ωραίο τρόπο. Η δέ έντονη καί βαθειά φωνή του, καθώς επίσης, η ηρεμία τού λόγου του, αλλά ενίοτε καί ο παλμός του, όταν καυτηρίαζε αιρετικές αποκλίσεις μερικών ορθοδόξων θεολόγων, ενθουσίαζε τούς ακροατές του καί μετέδιδε προσωπικά βιώματα καί έδινε έμπνευση.

Σέ μερικούς έχει σχηματισθή η εντύπωση ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν μονομανής καί επιθετικός εναντίον τών Φραγκολατίνων καί τού Αυγουστίνου, τόν οποίον εκείνοι εχρησιμοποίησαν γιά νά στηρίξουν τίς απόψεις τους. Πράγματι, αυτό φαίνεται από μιά πρόχειρη καί επιφανειακή ανάγνωση τών κειμένων τού π. Ιωάννη. Όμως, άν μελετήση κανείς στό βάθος τήν θεολογική του σκέψη, όπως καταγράφεται κυρίως στούς δύο τόμους τής «Εμπειρικής Δογματικής» καί σέ άλλα κείμενά του, θά διαπιστώση ότι τό όλο θεολογικό του έργο ήταν έργο ενότητας καί οδηγούσε πρός τήν ενότητα.

Ήδη έχω αρχίσει νά μελετώ αυτήν τήν πλευρά τού π. Ιωάννη καί επεξεργάζομαι τό θέμα τής ενότητας στό θεολογικό του έργο σέ τέσσερα κυρίως σημεία, ήτοι ενότητα μεταξύ Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης, στήν ενότητα μεταξύ εβραϊκής σκέψης καί ελληνικής νοοτροπίας, στήν ενότητα μεταξύ ελληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων τών πρώτων αιώνων τής Εκκλησίας καί στήν ενότητα μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας καί άλλων Χριστιανών. Μέσα από αυτήν τήν νοοτροπία έβλεπε τό διασπαστικό έργο τών αιρετικών καί τών Φράγκων, γι' αυτό καί καταφερόταν εναντίον τους. Στήν πραγματικότητα μέσα από αυτές τίς τέσσερεις πλευρές έβλεπε τήν επιστροφή τών Χριστιανών στήν ενότητα τής πίστεως καί τήν κοινωνία τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό όμως είναι ένα θέμα τό οποίο δέν είναι τής παρούσης ώρας.

Πρίν περατώσω τόν λόγο, θά ήθελα νά ευχαριστήσω τήν Ιερά Μονή Γενεθλίου τής Θεοτόκου - Πελαγίας, τήν Γερόντισσα Σιλουανή καί τίς μοναχές πού εξέδωσαν καί τούς δύο αυτούς τόμους, μέ πολύ μεγάλο ζήλο, αλλά νά ευχαριστήσω καί τόν Σεβ. Μητροπολίτη Θηβών καί Λεβαδείας κ. Γεώργιον, αγαπητό εν Χριστώ αδελφό, πού ευλογεί αυτήν τήν προσπάθεια, η οποία αποτελεί καί τό ιεραποστολικό έργο τής Ιεράς Μονής καί τό εργόχειρο τών μοναζουσών της. Επίσης, νά ευχαριστήσω θερμότατα τόν Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, ο οποίος ως Μητροπολίτης Θηβών καί Λεβαδείας προστάτευσε εμένα καί τό Μοναστήρι καί υπήρξε ο κύριος αίτιος όλου αυτού τού έργου, ακόμη καί τού εκδοτικού.

Οπωσδήποτε, θά ήθελα νά ευχαριστήσω καί όλους εσάς πού ήλθατε σήμερα στήν παρουσίαση αυτή, ιδιαιτέρως τούς τρείς εισηγητές, αλλά καί τόν κ. Αθανάσιο Σακαρέλλο, πού μού έδωσε τό περισσότερο υλικό (κασέτες), μέ τήν προτροπή νά αξιοποιήσω τήν διδασκαλία τού μεγάλου διδασκάλου τής Ορθοδόξου Παραδόσεως. Καί εύχομαι ο Θεός νά αναπαύση τήν ψυχή τού μακαριστού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, τού Θεολόγου καί «Προφήτου τής Ρωμηοσύνης» γιά τούς κόπους πού κατέβαλε γιά νά διδάξη τήν «εμπειρική δογματική» καί, φυσικά, μέ τήν υπόμνηση ότι έχουμε καθήκον νά φροντίζουμε γιά τό πώς τό δόγμα θά γίνη τροφή καί ζωή.

Θά τελειώσω μέ έναν λόγο τού Ρώσου θεολόγου Αλέξη Χομιακώφ (1804-1860), συγχρόνου τού μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη Φ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος έγραψε σέ μιά επιστολή του: «Υπάρχει ένας νόμος, τόν οποίον δέν θά βρήτε σέ ιστορικά συγγράμματα, αλλά ασφαλώς ισχύει στήν πραγματική ιστορία: ηγετικοί άνδρες δέν μπορούν νά γίνουν ηγήτορες τής δικής τους εποχής αυτοί ηγούνται μόνον εκείνων πού τούς ακολουθούν, διότι οι σύγχρονοί τους δέν είναι ακόμη έτοιμοι». Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας θεολόγος ηγέτης, πού άνοιξε δρόμους καί προοπτικές, επηρέασε οπωσδήποτε πολλούς θεολόγους τής εποχής του, άν καί η πλειονότητα δέν ήταν ακόμη έτοιμη νά τόν δεχθή, αλλά κυρίως θά επηρεάση τίς επόμενες γενιές καί θά δημιουργήση μιά άλλη αίσθηση τών θεολογικών καί εκκλησιαστικών πραγμάτων.–

Ἀφιέρωμα στὸν π. Ίωάννη Σ. Ρωμανίδη: Ὁ διδάσκαλός μου π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καὶ ὁ πνευματικός μου π. Γεώργιος Φλωρόφσκι, τοῦ π. Στεφάνου Ἀβραμίδη

τού Πρωτοπρ. π. Στεφάνου Αβραμίδη, Γραμματέως τής Συνοδικής Επιτροπής επί τών Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικών Σχέσεων

Μέ τήν αποψινή βιβλιοπαρουσίαση τού Αγίου Ναυπάκτου μάς δίνεται η ευκαιρία νά σκιαγραφήσουμε μιά φωτεινή καί εξέχουσα προσωπικότητα πού σημάδεψε τή σύγχρονη Θεολογική σκέψη. Ευχαριστώ τόν Σεβ. Αγιον Ναυπάκτου γιά τήν τιμή πού μού έκανε νά καταθέσω τίς απλές καί ταπεινές σκέψεις καί αναμνήσεις μου γιά τόν αείμνηστο π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

Ἀφιέρωμα στὸν π. Ίωάννη Σ. Ρωμανίδη, Λάμπρος Σιάσος, π. Γεώργιος Μεταλληνός, π. Στέφανος ἈβραμίδηςΗ γνωριμία μου μέ τόν π. Ιωάννη ανάγεται στό έτος 1959, όταν ως τριτοετής φοιτητής τής Θεολογικής Σχολής τού Τιμίου Σταυρού Βοστώνης τόν είχα γιά πρώτη φορά Καθηγητή στό Μάθημα τής Δογματικής.

Η προσωπικότητά του, αλλά καί ο τρόπος τής διδασκαλίας του είχαν τήν δύναμη νά σέ συνεπαίρνουν. Μιλούσε κατά τρόπο απλό καί κατανοητό, μάλιστα οι διαλέξεις του γίνονταν πότε στήν Ελληνική καί πότε στήν Αγγλική γλώσσα, τής οποίας ο παπα Γιάννης ήταν άριστος χειριστής.

Επιπλέον ο π. Ιωάννης ήταν όπως καί γώ Καραμανλής, Καππαδόκης στήν καταγωγή. Αλλά επίσης σάν καί μένα ήταν Ελληνο-αμερικανόπουλο, αφού, άν καί γεννημένος στήν Ελλάδα, σέ ηλικία μόλις 4 μηνών ήρθε στήν Αμερική όπου έζησε, μεγάλωσε καί σπούδασε. Έτσι, ήξερε τήν Αμερικανική νοοτροπία: πώς σκεπτόμασταν εμείς τά παιδιά τών ελλήνων μεταναστών, καί ποιές πενιχρές γνώσεις είχαμε γιά τήν Ορθοδοξία, γνώσεις πού είχαμε αποκομίσει από τά διάφορα διαφωτιστικά φυλλάδια πού κατά καιρούς εξέδιδε η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής.

Κύριο γνώρισμα τών φυλλαδίων αυτών ήταν η χρησιμοποίηση Ρ/Καθολικών επιχειρημάτων εναντίον τών Προτεσταντών καί αντιστοίχως Προτεσταντικών επιχειρημάτων εναντίον τών Ρ/Καθολικών, μέ αποτέλεσμα νά δίνεται η εντύπωση ότι εμείς οι Ορθόδοξοι δέν έχουμε μιά σαφή καί ενιαία θεολογική γραμμή, αλλά ότι βρισκόμαστε κάπου στή μέση τών δύο καί ότι η θεολογία μας ρυθμίζεται από τίς ακρότητες τών άλλων.

Πρίν γνωρίσουμε τόν π. Ιωάννη είχαμε τήν αίσθηση ότι δέν υπήρχε καμιά σχέση ανάμεσα σ' ό,τι έγραφαν αυτά τά εντός εισαγωγικών διαφωτιστικά φυλλάδια, μέ τήν ευσέβεια καί απλοϊκή πνευματικότητα τών γονιών μας, μέ τίς συνεχείς καί αυστηρές νηστείες τους, μέ τίς ατελείωτες προσευχές τους καί μέ τό νά μάς στέλνουν καθημερινά στά σπίτια φτωχών γειτόνων μέ πιάτα φαγητού. Καί μάλιστα αυτή η αίσθηση ενισχύονταν βλέποντας τούς Ρ/Καθολικούς, πού η Λειτουργία τους διαρκούσε μόλις μισή ώρα, πού νήστευαν μόνο τή Παρασκευή καί έτρωγαν τά πάντα εκτός από κρέας. Ακόμη καί ο ζωμός κρέατος επιτρεπόταν αρκεί νά είχε στραγγισθεί ώστε νά μήν υπάρχουν ίχνη κρέατος μέσα. Αντίθετα, σέ μάς οι γονείς μας γιά τις 50 σχεδόν ημέρες τής Μ. Τεσσαρακοστής καί τής Μ. Εβδομάδας ούτε λάδι δέν μάς έδιναν, εκτός από τό Σάββατο καί τήν Κυριακή.

Ο π. Ιωάννης όμως μάς άνοιξε τά μάτια καί καταλάβαμε, ότι αυτός ο ασκητικός τρόπος ζωής τών γονιών μας είχε σκοπό νά μάς διδάξει τήν αγάπη τήν ανιδιοτελή, τήν αγάπη, η οποία ου ζητεί τά εαυτής, καί ότι ο τρόπος αυτός τής ζωής βοηθούσε στό νά επιτύχουμε τήν κάθαρση τών παθών. Συνεπώς η ευσέβεια καί η ευλάβεια τών απλών μας γονιών ήταν στήν πράξη εφαρμοσμένη ορθόδοξη θεραπευτική αγωγή.

Ο π. Ιωάννης μάς έδωσε νά καταλάβουμε, ότι τά δόγματα τής Ορθοδοξίας εκφράζουν μέ τόν καλύτερο --ανθρωπίνως δυνατόν-- τρόπο, τήν αποκαλυπτική εμπειρία τών θεουμένων Πατέρων καί Αγίων τής Εκκλησίας. Τά δόγματα όμως είναι μόνον οδοδείκτες. Όταν ο καθένας, εφ' όσον ο Θεός τού τό χαρίσει, ζήσει τή δική του Πεντηκοστή, όταν δηλ. τό Πνεύμα τό Άγιο τόν οδηγήσει "εις πάσαν τήν αλήθειαν", τότε κατανοεί ότι η εμπειρία υπερέχει τού δόγματος καί ότι ο Θεός ούτε Τριάδα είναι, ούτε Μονάδα, αλλά επέκεινα καί τής Τριάδος καί τής Μονάδος.

Στά πρώτα του μαθήματα, μάς συνέστησε νά διαβάσουμε τή διατριβή του: Τό Προπατορικό Αμάρτημα, ως εισαγωγή στήν Πατερική Θεολογία τής αρχεγόνου Εκκλησίας καί -- άς μή σάς φανεί παράξενο-- μάς έβαλε νά μελετήσουμε όλα τά διάφορα φιλοσοφικά συστήματα --αρχαία καί σύγχρονα -- μέ έμφαση στά φιλοσοφικά συστήματα τού Πλάτωνα, τού Αριστοτέλη καί τού Πλωτίνου. Ο σκοπός του ήταν νά γνωρίσουμε τόν τρόπο σκέψεως τών Ελλήνων καί τή νοοτροπία πού επικρατούσε κατά τήν εποχή πού διατυπώθηκαν τά δόγματα.

Έτσι θά μπορούσαμε νά καταλάβουμε γιατί ορισμένοι αιρετικοί έπεσαν στήν αίρεση επιχειρώντας τήν εφαρμογή ορισμένων φιλοσοφικών κατηγορημάτων σκέψεως στά δόγματα τής Εκκλησίας.

Μετά, γιά νά μπορέσουμε νά καταλάβουμε τή σχολαστική θεολογία, έπρεπε νά γνωρίζουμε καλά τή φιλοσοφία τού Αριστοτέλη, αφού οι σχολαστικοί εφάρμοσαν σχεδόν ολόκληρο τό φιλοσοφικό σύστημα τού Αριστοτέλη στήν θεολογία τους, ταυτίζοντας τό Θεό μέ τό "πρώτον κινούν ακίνητον". Οι συνέπειες βεβαίως μάς είναι γνωστές: η διδασκαλία περί κτιστής χάριτος, η ταύτιση ουσίας καί ενεργείας κ. ά.

Στή συνέχεια μάς τόνιζε τή διαφορά μεταξύ τής Πατερικής διδασκαλίας περί δικαιώσεως καί δικαιοσύνης καί εκείνης τών Σχολαστικών. Γιά τούς Πατέρες δικαιοσύνη = ζωοποίησις. "Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχητε καί περισσόν έχητε", ενώ γιά τούς Σχολαστικούς η δικαιοσύνη ήταν μιά υπόθεση δικανική: η ικανοποίηση τής Θείας Δικαιοσύνης, τής οργής ενός σκλήρου καί αδέκαστου Θεού, ο οποίος απαιτούσε μιά άπειρη θυσία γιά τήν ικανοποίηση μιάς προσβολής κατά τής άπειρης Του δικαιοσύνης.

Σ' όλα αυτά έδινε έμφαση ο π. Ιωάννης διότι ήμασταν Ορθόδοξοι πού στήν Αμερική ζούσαμε μέσα σέ μιά λαοθάλασσα από Ρωμαιοκαθολικούς καί Προτεστάντες, ορισμένοι εκ τών οποίων ήταν επιθετικοί μέ σκοπό νά μάς προσηλυτίσουν στήν πλάνη τους, καί η διδασκαλία τού π. Ιωάννου γινόταν σχεδόν πάντοτε εν αντιδιαστολή πρός τά όσα πίστευαν οι γείτονές μας Λατίνοι καί Προτεστάντες.

Αλλ' επειδή τό θέμα μου δέν είναι η δογματική διδασκαλία τού π. Ιωάννη, πού άλλωστε τόσο όμορφα καί διεξοδικά αναπτύσσεται στούς δύο τόμους τού Αγίου Ναυπάκτου, άν καί είναι πολύ δύσκολο, νά χωρίσεις τόν άνθρωπο από αυτά πού πιστεύει καί διδάσκει, θά συνοψίσω καί θά περιορίσω τήν περιγραφή τών μαθημάτων του στά εξής:

Γιά νά μάς βοηθήσει νά διακρίνουμε τήν ορθόδοξη διδασκαλία από τή νόθο, μάς δίδασκε τίς εξής θεολογικές αρχές πού διέπουν τήν Πατερική, τήν Ορθόδοξη θεολογία:

1ον: η διάκριση μεταξύ κτιστού καί ακτίστου. Άκτιστος είναι μονάχα ο Θεός, καί άρα μόνον ο Θεός είναι φύσει αθάνατος. Όλα τά άλλα είναι κτιστά καί συνεπώς φύσει θνητά. Ακόμα καί η ψυχή, πού είναι μεν αθάνατη όχι όμως κατά φύσιν αλλά κατά χάριν.

2ον: τό εντελώς διάφορον μεταξύ ακτίστου καί κτιστού, κάτι πού αποκλείει τήν αγαπητή στούς δυτικούς θεολόγους analogia entis, καί

3ον: η διάκριση μεταξύ ουσίας καί ενεργείας.

Έπειτα διδαχθήκαμε τήν θεολογία τού Ιερού Αυγουστίνου, τό πώς αποκλίνει από τήν Ορθόδοξη Πατερική διδασκαλία καί πώς διαμόρφωσε τά διάφορα θεολογικά ρεύματα τής Δύσεως

Μετά ακολούθησε η διδασκαλία περί ασκητικής θεολογίας καί πορείας τού ανθρώπου από τήν κάθαρση μέχρι τή θέωση, μέ έμφαση τών όσων αναφέρουν στά συγγράμματα τους οι Άγιοι Συμεών ο Νέος Θεολόγος καί Γρηγόριος ο Παλαμάς, άλλά καί όσα βλέπουμε στή ζωή τών αγίων. Τέλος μάς δίδασκε περί Συνόδων καί γιά τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τής Ορθόδοξου Εκκλησίας.

Έχοντας τόν π. Ιωάννη Καθηγητή επί τέσσαρα συναπτά έτη - διότι η φοίτηση στή Θεολογική Σχολή Βοστώνης διαρκούσε επτά χρόνια - συνδεθήκαμε στενά.

Πρώτα απ' όλα η αγάπη μου γιά τό μαθημά του. Μετά η κοινή καταγωγή. Τρίτον ο κοινός πνευματικός Πατέρας. Ως γνωστόν, ο π. Ιωάννης είχε σάν Πνευματικόν Πατέρα, διδάσκαλο καί Μέντορα τόν π. Γεώργιο Φλορόφσκυ. Είχα καί γώ τήν ιδιαίτερη ευλογία νά έχω εξομολόγο τόν π. Γεώργιο, ο οποίος δέν ήταν μόνον διακεκριμένος Θεολόγος αλλά καί ένας άγιος κληρικός μέ πολύ ταπείνωση, κατανόηση (κατανόηση όχι καταξίωση) καί πρό παντός μέ πολλή αγάπη. Συχνά τόν π. Γεώργιο τόν επισκεπτόμουν είτε στήν Ρωσική Εκκλησία τής Αγίας Τριάδος στή Βοστώνη είτε στό σπίτι του κοντά στήν πλατεία Harvard, στό Cambridge.

Δυστυχώς δέν ευτύχησα νά έχω τόν π. Γεώργιο Καθηγητή στή Θεολογική Σχολή τής Βοστώνης, διότι κατά τά δύο πρώτα έτη τής φοιτήσεώς μου, ο π. Γεώργιος δίδασκε στίς ανώτερες τάξεις καί όταν τό έτος μου έφτασε σ' αυτές τίς τάξεις ο π. Γεώργιος είχε αναχωρήσει από τή Σχολή.

Παρά ταύτα, οσάκις μού δινόταν η ευκαιρία, μαζί μέ άλλους συμφοιτητές παρακολουθούσαμε τίς διαλέξεις του, όσες ήταν ανοικτές γιά τό κοινό.

Εκτός από τά πολλά πού αποκόμισα από τίς διαλέξεις καί τά συγγράμματά του, τά οποία διάβασα καί δύο καί τρείς καί αμέτρητες φορές (φυσικά στήν αγγλική γλώσσα), ακόμη περισσότερα αποκόμισα από τίς επισκέψεις μου στό Ναό τής Αγίας Τριάδος όπου λειτουργούσε. Αλήθεια, δέν ξέρω γιατί, αλλά όταν τόν έβλεπα νά λειτουργεί έτσι σκυφτός μέ ένα ολοφώτεινο πρόσωπο, μού θύμιζε τόν Αγ. Γρηγόριο τόν Θεολόγο Ιδίως δέ όταν τόν επισκεπτόμουν στό σπίτι του, εκτός από τήν εξομολόγησή μου, τού έθετα διάφορα ερωτήματα καί απορίες, στίς οποίες απαντούσε μέ πολλή αγάπη καί υπομονή. Καί πολλά απ' αυτά πού μού είπε τότε μέ συνοδεύουν μέχρι σήμερα καί προσπαθώ νά τά εφαρμόσω στήν ζωή μου. Είχε δέ καί μιά σεβάσμια καί καλοσυνάτη πρεσβυτέρα, τήν Μάτουσκα Ξένια, η οποία ήταν καί αγιογράφος, καί μάλιστα αρκετά καλή αγιογράφος. Αγιογραφούσε μέ τό παραδοσιακό ρωσικό τρόπο, κρατώντας ύπτια τήν εικόνα καί περνώντας αλλεπάληλες λαζούρες. Όταν μάλιστα μού έφεραν πρίν από ένα χρόνο σχεδόν μιά φωτογραφία τής Αγίας Ματρώνας τής Μόσχας, αμέσως θυμήθηκα τήν Μάτουσκα Ξένη. Μού φάνηκε ότι η ομοιότητα ήταν καταπληκτική.

Αλλά επιστρέφω στόν πατέρα Ιωάννη. Τέταρτο κοινό στοιχείο ήταν η σχέση μας μέ τήν Ι. Μονή Μεταμορφώσεως τής Βοστώνης.

Τό 1958 ήλθε στή Βοστώνη καί φιλοξενείτο στήν Σχολή ο Μοναχός Παντελεήμων Μητρόπουλος, ο οποίος παρ' όλο πού ήταν Αμερικανός είχε μεταβεί στό Αγ. Όρος όπου εκάρη Μοναχός στή Ρωσική Ι. Μονή τού Αγ. Παντελεήμονος αλλά καί αποτέλεσε μέλος τής συνοδείας τού Οσίου Ιωσήφ τού Σπηλαιώτου. Μετά από δύο χρόνια, μέ τήν ευλογία τού τότε Επισκόπου Βοστώνης Αθηναγόρου καί μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Θυατείρων καί Μ. Βρετανίας, ίδρυσε κοντά στή σχολή Ι. Μονή επ' ονόματι τής Θείας Μεταμορφώσεως. Τό Μοναστήρι έγινε πόλος έλξεως γιά πολλούς ιεροσπουδαστές, ανάμεσα στούς οποίους καί εγώ ο υποφαινόμενος. Κάθε Πέμπτη απόγευμα καί τίς Κυριακές μετά τή Θ. Λειτουργία επισκεπτόμουν τήν Μονή. Εκεί σέ ένα ξεχωριστό κελλί φιλοξενείτο η γερόντισσα Μητέρα τού π. Ιωάννου, η Γιάγια-Ρωμανίδη όπως τήν φωνάζαμε μέ πολλή αγάπη καί τρυφερότητα εμείς οι φοιτητές. Η Γερόντισσα Ευλαμπία ήταν προβεβηκυία στήν ηλικία. Μόλις με γνώρισε ερώτησε μέ βαριά Καραμανλίδικη προφορά: "Παιντί μου, εσύ ντέ φαίνεσαι σάν τούς άλλους, μήπως κατάγεσαι από τά μέρη μας;" Πράγματι τότε, καί μερικές φορές καί σήμερα ακόμη, όταν ξεχνιέμαι, μπερδεύω τό "σέ" μέ τό "σού" καί τό "με" μέ τό "μού". Από τότε γίναμε φίλοι καί μού διηγούνταν πολλά γιά τήν πατρίδα της, τίς συνήθειες καί τίς παραδόσεις. αλλά καί γία τά λίγα πού ήξερε γιά τά χωριά τών γονιών μου. Έτσι, στό Μοναστήρι βρίσκαμε συχνά καί τόν π. Ιωάννη πού ερχόταν νά επισκεφθεί τή μητέρα του. Σύν τώ χρόνω συνδεθήκα μέ τόν π. Ιωάννη μέ μιά στενή καί μακροχρόνια φιλία.

Τό τελευταίο έτος στή σχολή έπρεπε νά πάρω ορισμένες αποφάσεις γιά τό μέλλον μου. Σκέφτηκα νά συνεχίσω τίς Θεολογικές σπουδές στό Harvard, όπου ακόμη δίδασκε ο πνευματικός μου, ο π. Φλωρόφσκυ, καί μάλιστα μέ τήν βοήθειά του έλαβα πλήρη υποτροφία από τό Πανεπιστήμιο αυτό γιά νά συνεχίσω τίς σπουδές μου εκεί. Εν τώ μεταξύ όμως, μέ τήν ενθάρρυνση τού τότε σχολάρχη μας, αειμνήστου π. Νικόδημου Βαλλινδρά, τού μετέπειτα Μητροπολίτη Πατρών, ο οποίος πολύ ενθουσιάστηκε από τά σχέδια καί τήν αγιογραφία μου, έστειλα ορισμένα απ' αυτά στόν αείμνηστο καί μετέπειτα διδάσκαλό μου κ. Φώτη Κόντογλου, ο οποίος καί δέχθηκε νά έρθω καί νά σπουδάσω κοντά του. Καί επειδή ο Άγιος Αμερικής ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος κάθε λίγο καί λιγάκι μού έστελνε προξενιές γιά νά παντρευτώ καί νά ιερωθώ, ενώ εγώ δέν είχα ακόμη καταλήξει άν θά παντρευόμουν ή θα παρέμενα άγαμος, αποφάσισα νά φύγω από τή Βοστώνη. Έτσι ζήτησα υποτροφία από τήν Ι. Αρχιεπισκοπή Αμερικής καί ήρθα στήν Ελλάδα καί γιά δύο χρόνια σπούδασα κοντά στό κ. Φώτη καί τούς μαθητές του.

Όταν έμαθε ο π. Ιωάννης ότι θά ερχόμουν για σπουδές στήν Αθήνα, μέ εφοδίασε μέ συστατικό γράμμα πρός τόν κ. Φώτη καί κανόνισε νά φιλοξενηθώ στό σπίτι τού αείμνηστου εφοπλιστού Πανάγου Πατέρα, μέ τήν οικογένεια τού οποίου στενά συνδεόταν.

Στήν Ελλάδα γνώρισα τήν πρεσβυτέρα μου, νυμφεύθηκα, χειροτονήθηκα καί επέστρεψα στήν Αμερική, όπου υπηρέτησα ως εφημέριος γιά δύο χρόνια. Μετά, γιά λόγους οικογενειακούς, πρός τό τέλος τού 1966 γυρίσαμε στήν Ελλάδα.

Όταν λοιπόν τό 1968 ο π. Ιωάννης εξελέγη Καθηγητής στή Θεολογική Σχολή τής Θεσσαλονίκης είχα τήν τιμή νά τόν φιλοξενήσω στό σπίτι μου, μέχρις ότου επικυρωθεί ο διορισμός του. Βέβαια εκμεταλλεύτηκα τήν παρουσία του γιά νά τού θέσω πολλά καί διάφορα ζητήματα, στά οποία απαντούσε πολύ βαθυστόχαστα. Δέν χόρταινα νά συζητώ μαζί του μέχρι αργά, πέρα από τά μεσάνυχτα. Αλλά καί όταν απέκτησε δικό του σπίτι στό Καλαμάκι καί πηγαινοερχόταν στή Θεσσαλονίκη, τίς Κυριακές κατά κανόνα βρισκόταν στήν Αθήνα καί σπάνια απουσίαζε, τότε ερχόταν καί εκκλησιαζόνταν στόν Ναόν όπου εφημερεύω, στόν Αγ. Χαράλαμπο Ιλισίων, καί πάντοτε κοινωνούσε τών Αχράντων Μυστηρίων, ενίοτε δέ στίς μεγάλες εορτές συλλειτουργούσε μαζί μας. Μετά τή Λειτουργία σχέδον πάντοτε έπαιρνε καφέ μαζί μας καί μάς μίλαγε γιά διάφορα θέματα. Τό αποτέλεσμα ήταν νά τόν γνωρίζει καί νά τόν αγαπάει όλη η ενορία. Σχέδον ανελλιπώς τόν είχαμε κοντά μας καθε Κυριακή μέχρι τόν Νοέμβριο τού 2001, όταν εκοιμήθη εν Κυρίω.

Επιπλέον συχνά με επισκεπτόταν στό Γραφείο μου στήν Ιερά Σύνοδο, διότι ως Γραμματέας τής Συνοδικής Επιτροπής Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικών Σχέσεων είχαμε καί υπηρεσιακή συνεργασία, διότι ο π. Ιωάννης, διετέλεσε επί σειρά ετών όχι μόνον Μέλος τής Συνοδικής μας Επιτροπής αλλά καί εκπρόσωπος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος στήν Κεντρική Επιτροπή τού Π.Σ.Ε., στήν Επιτροπή "Πίστις καί Τάξις" τού αυτού Οργανισμού, καί στούς Θεολογικούς Διαλόγους μέ τούς Αγγλικανούς, μέ τούς Αντιχαλκηδονίους, μέ τούς Ρωμαιο-καθολικούς (στήν Τεχνική Προπαρασκευαστική Επιτροπή) καί μέ τούς Λουθηρανούς.

Όταν τήν 1η Νοεμβρίου τό 2001 έφυγε από κοντά μας γιά νά πάει κοντά στόν Χριστό πού τόσο αγάπησε καί υπηρέτησε, σ' όλους εμάς πού τόν ξέραμε καί τόν αγαπήσαμε καί πού μέ τήν προσωπικότητα καί διδασκαλία του μάς σημάδευσε ανεξίτηλα, άφησε ένα κενό μέσα μας, πού μέχρι τώρα ο χρόνος δέν μπόρεσε νά γιατρέψει. Άς είναι αιωνία η μνήμη του.-

Βιβλιοπαρουσίαση: «π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος τής Ορθοδόξου Εκκλησίας»

Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου

π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος τής Ορθοδόξου ΕκκλησίαςΜέσα στόν Φεβρουάριο θά κυκλοφορήση τό νέο βιβλίο τού Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου μέ τίτλο «π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος τής Ορθοδόξου Εκκλησίας» από τίς εκδόσεις τής Ιεράς Μονής Γενεθλίου τής Θεοτόκου – Πελαγίας.

Γιά τόν μακαριστό Πρωτοπρεσβύτερο καί Καθηγητή π. Ιωάννη Ρωμανίδη έχουν διατυπωθή πολλές θετικές καί μερικές αρνητικές απόψεις. Στίς θετικές, ότι είναι Προφήτης τής Ρωμηοσύνης, υποφήτης τής Ορθοδόξου Καθολικής Παραδόσεως, κορυφαίος διδάσκαλος τής δογματικής κλπ. Στίς αρνητικές γνώμες είναι ότι ομιλούσε αποσπασματικά γιά τήν ησυχαστική Παράδοση, ότι εισήγαγε μιά «ιδιόρρυθμη θεολογία», ότι όσοι φέρουν στήν επιφάνεια τό θεολογικό του έργο είναι «οπαδοί», ότι είναι εθνικιστής κλπ.

Γιά όλα αυτά θά δοθούν απαντήσεις στό νέο αυτό βιβλίο μέσα στίς πάνω από 500 σελίδες μεγάλου μεγέθους. Εκεί θά φανή ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης είναι ο πιό γνήσιος μαθητής τού π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, ο οποίος θεωρούσε ότι συνέχισε τό έργο του σέ μεγαλύτερο βαθμό, ότι η θεολογία πού εκφράζει δέν είναι δική του, αλλά η θεολογία τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων, δηλαδή η θεολογία τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.

Επίσης θά φανή ότι η μεταπατερική θεολογία κινείται έξω από τήν ζωή καί τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε στίς αποφάσεις τών Τοπικών καί Οικουμενικών Συνόδων, καί έξω από τίς ευχές τών Μυστηρίων καί τήν λατρεία τής Εκκλησίας, πού διατηρείται μέχρι τίς ημέρες μας.
Στήν συνέχεια παραθέτουμε τά περιεχόμενα τού βιβλίου, ώστε ο αναγνώστης νά λάβη μιά πρώτη γεύση τού σημαντικού αυτού βιβλίου.

Όποιος επιθυμεί μπορεί νά τό προμηθευθή ή νά τό παραγγείλη από τώρα από τήν ως άνω Ιερά Μονή Γενεθλίου τής Θεοτόκου – Πελαγίας (τηλ.: 2261035135 καί 6944504297 πρωϊνές ώρες, τηλ/πο (φάξ): 2261039201, ηλ. ταχ.: Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.) καί από τά θρησκευτικά βιβλιοπωλεία ή από τά Γραφεία τής Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου.

Πρόλογος

Εισαγωγή

Α' Η επικοινωνία μεταξύ τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη καί τού π. Γεωργίου Φλωρόφσκι

  1. Συνθετική ανάλυση επιστολών τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη στόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι 
    • Βιογραφικά στοιχεία τού π. Γεωργίου Φλωρόφσκι 
    • Έντονη καί ειλικρινής αλλη λογραφία 
    • Μαθητής, σύνοικος, καθοδηγητής καί συνάδελφός του 
    • Βιογραφικά στοιχεία τών δύο θεολογικών ανδρών 
    • Αυτοβιογραφικά στοιχεία από άλλες επιστολές γιά τήν φοίτησή του στό Harvard 
    • Αναφορά στίς μελέτες του ζ) Ενημέρωση γιά τήν θεολογική καί εκκλησιαστική κατάσταση 
    • Ενδιαφέρον γιά τήν Ορθοδοξία στήν Αμερική καί τήν πορεία τών θεολογικών διαλόγων 
    • Θεολόγοι πού αναφέρονται στίς επιστολές 
    • Η άποψη τού Φλωρόφσκι γιά τόν Ρωμανίδη 
    • Συμπεράσματα
  2. Επιστολές τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη στόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι

Β'  Τό θεολογικό έργο τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη

  1. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ως διδάσκαλος τής ορθοδόξου δογματικής 
    • Η πορεία καί εξέλιξη τής θεολογικής σκέψεώς του 
    • Η «άλλη δογματική» τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη 
    • Ο πυρήνας τής Εμπειρικής Δογματικής
  2. Ένας δημιουργικός θεολογικός διάλογος μέ αφορμή τήν διδακτορική του διατριβή 
    • Οι προϋποθέσεις τής θεολογίας τού π. Ιωάννου 
    • Τρία ενδιαφέροντα χειρόγραφα 
    • Δύο διαφορετικές θεολογικές παραδόσεις 
    • Αναφορά στό «Προπατορικό Αμάρτημα» 
    • Τά βασικά θέματα τού διαλόγου Τρεμπέλα-Ρωμανίδη 
    • Η προέκταση τής διατριβής 
    • Η μετέπειτα σχέση Τρεμπέλα Ρωμανίδη 
    • Συμπέρασμα
  3. Μεταδιδακτορικές μελέτες τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη 
    • «Ιουστίνος ο Μάρτυς καί τό Τέταρτο Ευαγγέλιο» 
    • «Η φιλοσοφία τών Πατέρων τής Εκκλησίας τού H.A. Wolfson» 
    • «Τά σημαντικότερα σημεία τής συζητήσεως επί τής Χριστολογίας τού Θεοδώρου Μοψουεστίας καί μερικές προτάσεις γιά νέα προσέγγιση» 
    • «Σχόλια επί τής παλαμικής διαμάχης καί σχετικά θέματα» (Μέρος Α') 
    • «Σχόλια επί τής παλαμικής διαμάχης καί σχετικά θέματα» (Μέρος Β') 
    • Συμπέρασμα
  4. «Ο Προφήτης τής Ρωμαϊκής Ορθοδοξίας», η θεολογία τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, κατά τόν Andrew Sopκo 
    • «Η ορθόδοξη παράδοση καί η αιχμαλωσία της» 
    • «Ένας διάλογος γιά τόν Θεό» 
    • «Θεοκεντρική ανθρωπολογία» 
    • «Η ενότητα τής Παλαιάς καί τής Καινής Διαθήκης» 
    • «Ρωμαϊκή θεολογία» 
    • «Πρός τό Μέλλον» 
    • «Ο Ρωμανίδης καί η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία»
  5. Τό ενοποιητικό έργο τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη 
    • Συνάντηση μεταξύ Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης 
    • Ενότητα μεταξύ τής εβραϊκής καί ελληνικής ορολογίας 
    • Ενότητα μεταξύ ελληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων 
    • Γιά τήν ενότητα μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας καί χριστιανικού κόσμου 
    • Συμπέρασμα
  6. Εργογραφία π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Γ'  Η αποτίμηση τής «Εμπειρικής Δογματικής»

  1. Δημόσια Παρουσίαση τής «Εμπειρικής Δογματικής» 
    • Η παρουσίαση τής «Εμπειρικής Δογματικής» στήν Αθήνα 
    • Εναρκτήρια Προσφώνηση Γερόντισσας Σιλουανής Μοναχής 
    • Έκφραση συγκίνησης καί εμπι-στοσύνης υπό τού Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών καί Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου 
    • Ο αδελφός μου Ιωάννης, χαιρετισμός κ. Παρθενίας Ρωμανίδη-Ott 
    • «Πρό καί μετά Ρωμανίδη Εποχή» υπό τού Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού 
    • Ο διδάσκαλός μου π. Ιωάννης Ρωμανίδης καί ο πνευματικός μου π. Γεώργιος Φλωρόφσκι υπό τού Πρωτ. π. Στεφάνου Αβραμίδη 
    • Οιμωγές καί αλάλητοι στεναγμοί ενός αγρυπνούντος Επισκόπου υπό τού κ. Λάμπρου Χρ. Σιάσου 
    • Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης καί η «Εμπειρική Δογματική» υπό τού Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Αγ. Βλασίου Ιεροθέου 
    • Συνέντευξη γιά τήν «Εμπειρική Δογματική»
  2. Βιβλιοπαρουσιάσεις
  3. Ευχαριστήριες – συγχαρητήριες επιστολές γιά τό βιβλίο «Εμπειρική Δογματική»
  4. Επιλεγόμενα

Βιβλιοπαρουσίαση: Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: "Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης"

ὁ "προφήτης τῆς Ρωμηοσύνης" προσωπογραφούμενος μέσα ἀπὸ ἄγνωστα ἢ λίγο γνωστὰ κείμενα.

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ

Πρωτ. π. Γεωργίου Μεταλληνού: “Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης ο "προφήτης της Ρωμηοσύνης" προσωπογραφούμενος μέσα από άγνωστα ή λίγο γνωστά κείμενα.”

Μια πολὺ ἐνδιαφέρουσα πλευρὰ τοῦ ἀειμνήστου π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καὶ τοῦ ἔργου του παρουσιάζεται ἀπὸ τὸ π. Γεώργιο Μεταλληνό, στὸ πρόσφατα ἐκδοθὲν βιβλίο του μὲ τίτλο: "Πρωτοπρεσβύτερος Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης" καὶ ὑπότιτλο: "ὁ "προφήτης τῆς Ρωμηοσύνης" προσωπογραφούμενος μέσα ἀπὸ ἄγνωστα ἢ λίγο γνωστὰ κείμενα" ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἁρμός. Πρόκειται γιὰ μιὰ συλλογὴ ἄρθρων, ποὺ προσφέρουν βιογραφικά του στοιχεῖα ἢ ἀπαντοῦν σὲ συκοφαντικὰ χαλκεύματα, συνοδευόμενα ἀπὸ μιὰ ἀποτίμηση τῆς θεολογικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς τοῦ προσφορᾶς, καὶ μιὰ ἀλληλογραφία τοῦ ἀειμνήστου π. Ἰωάννου μὲ φιλική του οἰκογένεια.

Μέσα στὰ προσωπικά του αὐτὰ γράμματα συναντοῦμε τὸν ἐπιστολογράφο π. Ἰωάννη καὶ παρακολουθοῦμε τὸ ἐκκλησιαστικὸ κλίμα τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος τὴν ἐποχή του.

Βλέπουμε τὸν εἰδικὸ ἐρευνητὴ μὲ τὴν ἀνύστακτη ἀγωνία του γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα καὶ τὴν ἀσταμάτητη ἐργασία. "Ὁ πάτερ μελετᾶ τὰ γερμανικὰ τώρα γιὰ νὰ ἠμπορεῖ νὰ δώσει τὶς ἐξετάσεις στὰ Γερμανικὰ καὶ Γαλλικὰ τὸν Νοέμβριο" σὲ ἡλικία 31 ἐτῶν. Ἔμαθε τὰ ἀρχαῖα γιὰ νὰ διαβάση τὰ πρότυπα κείμενα, σπούδασε τὰ ἀγγλικὰ σὲ Προτεστάντικο σχολεῖο καὶ Πανεπιστήμιο, προσβλέποντας στὴν "χιονοστιβάδα" ποὺ θὰ κάνη γνωστὴ τὴν ἄγνωστη μέθοδο τῆς Ἐκκλησίας παγκοσμίως. Τὴν μέθοδο αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὡς πολύτιμο ἀγαθὸ ἤθελε νὰ τὴν δὴ νὰ διαφημίζεται παγκοσμίως καὶ μὲ τὸν πρέποντα τρόπο.

"Τρία εἶναι τὰ στάδια τῆς τελειότητος: κάθαρσις, φωτισμός, θέωσις. Οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ δικοί μας ποὺ ἔχουν ἐπηρεασθεῖ ἀπ' αὐτούς, ἀντικατέστησαν τὴν κάθαρσιν μὲ τὴν ἠθική, τὸν φωτισμὸ μὲ τὴν ἀρχαία φιλοσοφία καὶ τὴν θέωσι τὴν μετέθεσαν γιὰ τὴν ἄλλη ζωή. Γι' αὐτό μας φαίνεται τώρα ἀκατανόητος ὁ λόγος του Ἁγ. Συμεῶν καὶ τῶν λοιπῶν Πατέρων".

Ἡ ἁπλότητά του, ἡ γνησιότητα στὶς ἐπιδιώξεις του, ἡ σαφήνειά του, ἡ καθαρότητα τοῦ χαρακτῆρα του φανερώνονται μέσα ἀπὸ τὶς γραμμὲς τῶν ἐπιστολῶν του. Δὲν ἦταν ὅμως μόνον ἐρευνητὴς πρωτοπόρος. Αὐτὰ ποὺ ἐρευνοῦσε καὶ δίδασκε τὰ βίωνε στὴν καθημερινή του ζωή:

"Μία καλὴ καὶ αὐστηρὰ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ εἰμπορεὶ νὰ δείξη τὸν δρόμον νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν Ἀμερικῇ... Θὰ ἔχωμεν τὸ τυπικὸν τοῦ Ἁγίου Ὅρους μὲ τὲς ἀγρυπνίες κτλ...

Ξεύρετε ἀσφαλῶς πόσο ζηλεύσαμεν διαβάζοντας τὰ περὶ ὁλονυχτίας στὸ σπίτι μὲ τέτοια παρέα...

Μάθαμεν ὅτι ἡ Εἰρήνη εἶναι βαρειὰ ἄρρωστη καὶ λυπηθήκαμεν πάρα πολύ. Τὴν προσευχὴν τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ κομποσχοίνι νὰ μὴ ἀφήση οὔτε στιγμήν. Εἶναι μεγάλο ὅπλο ἡ εὐχὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πάντοτε ἐπικρατεῖ μέσα στὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ τὴν θέλη καὶ νὰ μὴ ἔχει τὸ μιαλὸ σκόρπιο στὰ μάταια πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. "Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω"...

Ἐπειδὴ εἴμεθα κοσμικοῦ πνεύματος ἄνθρωποι, ἐλυπήθημεν πολύ, ὅταν μάθαμε ὅτι τὸ καλύτερό σας παιδὶ ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐχάρημεν πνευματικῶς, διότι ἐτελείωσαν τὰ βαρέα βάσανά της καὶ εὑρίσκεται μὲ τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν καὶ τοὺς Ἁγίους, ἀφοῦ ἔφυγε προετοιμασμένη καὶ διὰ πυρὸς ὑπερδοκιμασμένη, ὡς ἁρμόζει μόνον εἰς ἐκλεκτὸν παιδὶ τοῦ Θεοῦ...".

Ἕνα ἀξιοσημείωτο θέμα εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς οἰκογενειακῆς του ζωῆς ποὺ προσκομίζει ὁ ἀναγνώστης μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ γράμματα. Οὔτε ἴχνος παραπόνου καὶ πίκρας δὲν διακρίνεται στὰ γράμματά του γιὰ τὴν προσωπικὴ οἰκογενειακή του ζωή. Ἀγωνία, εὐγένεια, ἠρεμία, τρυφερότητα, εὐσπλαχνία καὶ πατρικὴ καλωσύνη.

Ἐπίσης, σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ παρατήρηση τοῦ π. Γεωργίου σὲ ὑποσημείωσή του, ὅπου σχολιάζει μιὰ φράση του π. Ἰωάννη γιὰ τὸν π. Γ. Φλωρόφσκυ: "Εἶναι ἐδῶ σαφὲς ὅτι ὁ π. Ἰωάννης ἔγινε μαθητής του π. Γ. Φλωρόφσκυ, ὅταν ἦταν ἤδη διδάκτωρ Θεολογίας (Ἀθηνῶν) καὶ καθηγητὴς στὴ Σχολὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Οἱ θεολογικὲς προϋποθέσεις του, λοιπόν, δὲν ὀφείλονται στὴ σχέση του μὲ τὸν π. Φλωρόφσκυ, ὅπως πιστεύεται καὶ λέγεται συνήθως".  Στὸ βιβλίο συμπεριλαμβάνεται καὶ μιὰ ἐργογραφία τῶν ἔργων τοῦ συγγραφέα π. Ἰωάννου Ρωμανίδη. Ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ τὰ δὴ ὅλα δημοσιευμένα στὸ διαδίκτυο, ἐλεύθερα σὲ ὅλους –κάτι ποὺ ἐν μέρει ἔγινε καὶ γίνεται. Τὰ ἔργα του ἐμφανίζονται σὲ πολλὲς σελίδες στὸ διαδίκτυο. Μεταφρασμένα σὲ ἀρκετὲς γλῶσσες.  Πρόκειται, λοιπόν, γιὰ ἕνα πολὺ ἐνδιαφέρον βιβλίο. Δὲν μποροῦσε νὰ γίνη διαφορετικά, ἀφοῦ ἐγγυῶνται γι' αὐτὸ καὶ ὁ συγγραφέας, π. Γεώργιος Μεταλληνός, καί, βεβαίως, ὁ προσωπογραφούμενος, ἀείμνηστος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.

Ὁ π. Γεώργιος ἀφιερώνει τὸ βιβλίο μὲ τὴν ἑξῆς φράση:

"Στὸν ἀλησμόνητο παπα-Γιάννη, τὸν πατερικὸ Καππαδόκη καὶ φωτιστῇ μας".

"...Ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ Ἅγιοι προσεύχονται διὰ τὴν σωτηρίαν μας καὶ δι' ὅ,τι συντελεῖ εἰς αὐτήν. Ὁ Θεὸς εἶναι καλὸς καὶ πάντοτε τὸ καλὸν ποιεῖ εἰς ἡμᾶς διὰ τὴν τελειοποίησιν τῆς ἀγάπης μας. Ἡ δοκιμασία θεωρεῖται ὡς κάτι τὸ κακὸν μόνον ἀπὸ συμφεροντολόγους, ποὺ ἔχουν ἀγαπήσει τὸν κόσμον καὶ ὑπηρετοῦν τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ. Εἰς αὐτοὺς ἀποκαλύπτεται ὀργὴ ἐξ ουρανοῦ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πραγματικὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, ἀντιμετωπίζει τὴν δοκιμασίαν μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀντὶ νὰ ἐλλατώνεται, αὐξάνεται καὶ ὅσον δοκιμάζεται, τόσον περισσότερα θερμαίνεται καὶ γίνεται φωτιὰ μέσα στὴν καρδίαν του, καὶ ἀφοῦ πλέον ἀνάψει ἡ καρδιὰ μὲ τὸ πῦρ τῆς θεότητος, ὁ διάβολος ἀποχωρεῖ μὴ ἔχων πλέον μέρος ἐν αὐτῇ καὶ ὁ ἄνθρωπος φῶς γίνεται καὶ λάμπει πλέον ὡσὰν τὸ φῶς καὶ φεύγει ἀπὸ μέσα του τὸ σκοτάδι. Δι' ὅσους ἀγαποῦν τὸν Θεὸν τὰ πάντα συνεργοῦν εἰς ἀγαθὸν καὶ πρὸ πάντων αἱ θλίψεις μας. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς, ὅταν δὲν καταλαβαίνωμεν ὅτι ὅ,τι γίνεται, γίνεται διὰ τὸ καλόν μας... Μέσα στὴν κάθε ἀναπνοὴ τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκεται ὁ Θεὸς παντοδύναμος, ἀλλὰ καὶ παντογνώστης γνωρίζων τὸ καλόν μας. Ἂς λέγομεν πάντοτε τὸ "γενηθήτω τὸ θέλημά σου", ἀλλὰ ἂς παρακαλοῦμεν τὴν μητέρα καὶ τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν Χριστὸν νὰ βάλη τὸ χέρι του.... Ὁ Θεὸς ὡς φίλους ἔχει τους βαστάζοντας τὸν σταυρόν, διότι ἡ ἀγάπη των ὑπερβαίνει τὴν κοσμικὴν ἀγάπην, ἥτις ὅλο ζητεῖ τα ἑαυτῆς..." (π. Ἰωάννης Ρωμανίδης).

Γ.Γ., Χ.Μ.

Ἑλληνική φιλοσοφία καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Μπορεῖτε νὰ ἀκούσετε ἐδῶ ἠχογραφημένη τὴν ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου κ. Ἱεροθέου.

Ὁμιλία τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου σέ Διεπιστημονικό Συνέδριο στήν Φιλοσοφική Σχολή Ἀθηνῶν πού διοργάνωσε ἡ Διεθνής Ἐπιστημονική Ἑταιρεία Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας καί ἡ Ἕνωση Ἑλλήνων Φυσικῶν. 

Εὐχαριστῶ γιά τήν πρόσκληση νά παραστῶ καί νά ὁμιλήσω στό παρόν Συνέδριο ἀνακοινώνοντας τό θέμα: «Ἑλληνική φιλοσοφία καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας».

Ἐπειδή τό θέμα αὐτό εἶναι πολυσύνθετο καί πολυεπίπεδο καί ὁ χρόνος τῆς ἀνακοινώσεως εἶναι στενώτατος, γι’ αὐτό θά τό περιορίσω. Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική θά κάνω μερικές ἀπαραίτητες διευκρινήσεις.

Εἰσαγωγικές διεκρινήσεις

Ἡ πρώτη διευκρίνηση εἶναι ὅτι θά γίνη ἀναφορά στούς Πατέρες πού ἔζησαν κατά τήν πρώτη περίοδο τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας, αὐτῆς πού ὀνομάσθηκε Βυζάντιο μετά τήν πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή τήν περίοδο ἐκείνη πού συναντῶνταν δύο μεγάλα θεολογικά καί πολιτιστικά ρεύματα, ἤτοι ἡ ἰουδαϊκή-χριστιανική παράδοση καί ἡ ἑλληνική σκέψη καί ὁπωσδήποτε ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση. Ἔτσι, ἔγινε μιά θαυμαστή σύνθεση μέ τήν ἔννοια ὅτι ἄλλο εἶναι τά ἄκτιστα ρήματα τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας καί ἄλλο εἶναι τά κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα πού εἶναι τῆς διατυπώσεως τῆς ἐμπειρίας, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.

Ἡ δεύτερη διευκρίνηση εἶναι ὅτι ἡ συνάντηση τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τήν ἑλληνική φιλοσοφία ἔγινε πρῶτα ἀπό μερικούς ἀνατολικούς φιλοσοφικούς θεολόγους, ὅπως τόν Παῦλο Σαμοσατέα, τόν Λουκιανό, τόν Ἄρειο καί ἄλλους μεταγενέστερους, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσαν μέ τούς Ἀριστοτελικούς φιλοσόφους πάνω σέ ὀντολογικά καί κοσμολογικά θέματα, ἐκφράζοντας ἔτσι τόν λεγόμενον ἀπό τόν Χάρνακ «ἐξελληνισμένο Χριστιανισμό», μέ ἀποτέλεσμα νά περιπέσουν σέ θεολογικές πλάνες. Ἀντίθετα, οἱ Πατέρες τοῦ 4ου αἰῶνος, γνωρίζοντας τήν φιλοσοφία τῆς ἐποχῆς τους, κυρίως τήν Πλατωνική, τήν Ἀριστοτελική καί τήν Νεοπλατωνική, γιά νά ἀπαντήσουν στούς φιλοσοφοῦντας Χριστιανούς θεολόγους, προσέλαβαν τήν φιλοσοφική ὁρολογία ὡς ἔνδυμα, τήν ὁποία ἀποφόρτισαν ἀπό τό νόημα πού εἶχε καί ἔδωσαν σέ αὐτήν ἄλλο νόημα, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπαρτισθῆ αὐτό πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ «ἐκχριστιανισμένος ἑλληνισμός». Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν λεγομένη συνάντηση Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ, θεολογίας καί φιλοσοφίας.

Καί ἡ τρίτη διευκρίνηση εἶναι ὅτι ἐπειδή τό θέμα πού θά σᾶς ἀνακοινώσω εἶναι μεγάλο, προκειμένου νά τό τιθασεύσω ὥστε νά γίνη μιά σύντομη ἀνακοίνωση, θά περιορίσω τόν λόγο στήν παρουσίαση τῶν βασικῶν θέσεων τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, πού προέρχονται κυρίως ἀπό προφορικές ὁμιλίες του στόν Πανεπιστημιακό χῶρο, ἰδιαιτέρως σέ μάθημα πρός τούς φοιτητές καί μεταπτυχιακούς. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό ὑλικό πού θά παρουσιασθῆ ἐδῶ εἶναι κατά βάση ἀνέκδοτο καί πρωτότυπο. Ἔτσι, θά καλυφθῆ ἡ ἔννοια τῆς ἀνακοίνωσης.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν πρωτίστως πρωτότυπος ἐρευνητής. Μεγάλωσε στήν Ἀμερική καί σπούδασε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, ἔπειτα στό Πανεπιστήμιο τοῦ Γέϊλ, στό Ρωσικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου στήν Νέα Ὑόρκη, ἕνα διάστημα παρακολούθησε μαθήματα καί στό Πανεπιστήμιο Κολούμπια τῆς Νέας Ὑόρκης, στήν συνέχεια ἐργάσθηκε ἐρευνητικά στό Ρωσικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι, ὅπου ἐκπόνησε τίς πρῶτες σημαντικές προδιδακτορικές μελέτες του, στό Μόναχο, στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅπου κατέθεσε πρωτότυπη διδακτορική διατριβή, ἡ ὁποία προκάλεσε θεολογικές ἀναταράξεις στό ὅλο κλῖμα τῆς θεολογίας στήν Ἑλλάδα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, στό Πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρντ, ὅπου ἐκπόνησε σημαντικές μεταδιδακτορικές ἐργασίες, κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ διάσημου Καθηγητοῦ τοῦ Χάρβαρντ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Μετέπειτα ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐξελέγη Καθηγητής στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης καί Καθηγητής στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, δίδαξε δέ καί στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή στό Βόρειο Λίβανο.

Ἐπειδή ἀσχολήθηκα πολύ μέ τό πρόσωπό του καί τό ἔργο του, γι’ αὐτό ἐπισημαίνω ἰδιαίτερα τό ἐρευνητικό του χάρισμα.

Στίς προδιδακτορικές του μελέτες ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων μετέφεραν τήν Χριστιανική διδασκαλία στόν ἐθνικό κόσμο, ὅπου ἐπικρατοῦσε ἡ ἑλληνική σκέψη. Στήν διδακτορική του διατριβή μελετώντας τό προπα-τορικό ἁμάρτημα ἀντιμετώπισε ἰδιαιτέρως τήν διαφορά μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων, κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Στίς μετέπειτα μεταδιδακτορικές μελέτες του ἀφιερώθηκε κυρίως στήν μελέτη τῆς σκέψεως τῶν Ἀπολογητῶν Πατέρων καί τήν ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας σέ αὐτούς, ὅπως καί τίς διαφορετικές προϋποθέσεις μεταξύ τους. Ἔτσι, οἱ μελέτες του πάνω στόν ἅγιο Ἰουστῖνο τόν Μάρτυρα καί φιλόσοφο, ἡ κριτική πού ἀσκεῖ στίς ἀπόψεις τοῦ Wolfson σέ σχέση μέ τήν διδασκαλία τοῦ Φίλωνος τοῦ Ἰουδαίου καί τῶν Πατέρων, ἡ ἀνάλυση τῶν ἀπόψεων τοῦ Θεοδώρου Μομψουεστίας, παρουσιάζουν τόν τρόπο σκέψεως τῶν πρώτων φιλοσοφούντων θεολόγων πάνω σέ Χριστολογικά θέματα. Ἀλλά καί ἡ μελέτη του γιά τήν σύγκρουση πού ἔγινε τόν 14ο αἰώνα μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ἐκφραζόταν μέ τίς ἀπόψεις τοῦ νεοπλατωνικοῦ Αὐγουστίνου Ἐπισκόπου Ἱππῶνος, τόν κατέστησαν σοβαρό μελετητή καί γνώστη τῆς σχέσεως καί τῆς διαφορᾶς μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν 14ο αἰώνα καί μετέπειτα.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔκανε σημαντική καί πρωτότυπη ἔρευνα στίς πηγές κατά τόν 3ο καί 4ο αἰώνα καί ἀπέκτησε καθαρή καί βασική σκέψη πάνω στήν συνάντηση μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως, τῆς ἰουδαϊκῆς παραδόσεως καί χριστιανικῆς ἀποκαλυπτικῆς ἐμπειρίας. Δέν ἀντέγραφε ἄλλους μελετητές, οὔτε ἔκανε ἐπιπόλαιες σκέψεις πάνω στά θέματα αὐτά οὔτε μετέφερε ἐρευνητικές ἐργασίες ἄλλων, ἀλλά ὅ,τι δίδασκε ἦταν προϊόν δικῆς του σοβαρῆς καί ἐξαντλητικῆς ἔρευνας. Ἔτσι, μπορεῖ νά προστεθῆ ὅτι τά ὅσα δίδασκε ἦταν πρωτότυπες κριτικές ἀπόψεις προερχόμενες ἀπό ἐξαντλητικές ἔρευνες στίς πηγές. Μέ αὐτές τίς σκέψεις στήν συνέχεια θά ἐκτεθοῦν τά συμπεράσματα τῶν προσωπικῶν του ἐρευνῶν στό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ.

Στήν συνέχεια θά τονισθοῦν τρία σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τήν διαφορά μεταξύ τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῆς κλασσικῆς φιλοσοφίας.

1. Φιλοσοφία καί θεολογία

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ 4ου αἰῶνος εἶχαν σπουδάσει τήν φιλοσοφία καί τήν γνώριζαν, ἀλλά δέν ἦταν φιλόσοφοι, οὔτε ἀνέπτυξαν ἕνα ἰδιαίτερο φιλοσοφικό σύστημα. Ἄλλωστε, σέ ὅλη τήν περίοδο τῆς Χριστιανικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (Βυζάντιο) διδασκόταν ἡ φιλοσοφία, ἀλλά ἔκαναν διάκριση ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ φιλοσοφία καί ἄλλο εἶναι ἡ θεολογία, ἀφοῦ διακρίνονταν ἀπό τήν διαφορετική μεθοδολογία τους. Οἱ Ρωμηοί δέν εἶχαν πέσει στόν μεγάλο πειρασμό τῆς δυτικῆς σχολαστικῆς θεολογίας, πού ταύτιζαν τήν φιλοσοφία μέ τήν θεολογία. Μάλιστα, ὅταν οἱ αἱρετικοί τοῦ 3ου καί 4ου αἰῶνος συνέδεαν τήν φιλοσοφία μέ τήν θεολογία, τότε οἱ Πατέρες ἦταν ἐπικριτικοί καί πρός τούς φιλοσοφοῦντας θεολόγους καί πρός τήν ἴδια τήν φιλοσοφία.

Ἀκόμη καί τόν 14ο αἰώνα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γνώριζε τήν ἀριστοτελική φιλοσοφία, χρησιμοποιοῦσε μερικές φορές τούς ὅρους της, ἀλλά διαφωνοῦσε στίς βασικές φιλοσοφικές ἀρχές. Γράφει κάπου: «Κἄν ἐξετάσῃς ἴδοις ἄν πάσας ἤ τάς πλείστας τῶν δεινῶν αἱρέσεων ἐντεῦθεν λαβούσας τάς ἀρχάς».

2. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀντιμεταφυσικοί

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἐγνώριζαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία, ἐν τούτοις δέν ἀποδέχονται τήν μεταφυσική τῆς φιλοσοφίας.

Θά ἀναφερθοῦν μερικά παραδείγματα, πού στηρίζουν αὐτήν τήν θέση.

Πρῶτον. Βασική ἀρχή τῆς μεταφυσικῆς εἶναι ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀντικείμενο τοῦ στοχασμοῦ. Ὁ φιλόσοφος Πλάτων ἰσχυριζόταν τό «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον», δηλαδή εἶναι δύσκολο νά στοχαστοῦμε τόν Θεό, ἀλλά ἀδύνατον νά τόν ἐκφράσουμε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Πλάτων δέν ἀπέκλειε τόν στοχασμό γιά τόν Θεό, ἀφοῦ αὐτός ὁ ἴδιος δημιούργησε τήν θεωρία τῶν ἰδεῶν, ἀλλά ἔλεγε ὅτι εἶναι δύσκολο αὐτό τό ἔργο γιά τόν καθένα.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν δεύτερο θεολογικό του λόγο, ἀφοῦ μνημονεύει αὐτήν τήν ἀρχή τοῦ Πλάτωνος, στήν συνέχεια ἀντιστρέφει τόν λόγο του. Γράφει ὅτι ὁ Πλάτων μέ τήν φράση «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον» ἤθελε νά πῆ ὅτι μπορεῖ κανείς νά στοχαστῆ ἄν καί εἶναι δύσκολο, ἀλλά εἶναι ἀδύνατο νά τό ἐκφράση. Ὅμως, στήν χριστιανική θεολογία ἰσχύει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ὁμιλήση κανείς γιά τόν Θεό, ἀλλά εἶναι ἀδυνατότερο νά στοχασθῆ γι' Αὐτόν.

Ὁπότε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀντιστρέφει τό ρητό τοῦ Πλάτωνος «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον» καί λέγει ὅτι τόν Θεόν «φράσαι μέν ἀδύνατον, νοῆσαι δέ ἀδυνατώτερον».

Στήν συνέχεια ἐξηγεῖ ὅτι αὐτό πού νοεῖται (ὁ Θεός) ἴσως ὁ λόγος θά μποροῦσε νά τό δηλώση, ἔστω καί μή μετρίως, ἀλλά ἀμυδρῶς, σέ ἐκεῖνο στόν ὁποῖο δέν ἔχουν καταστραφῆ τά αὐτιά του καί δέν εἶναι νωθρός στήν διάνοια. Ἀλλά τό νά περιλάβη κανείς ἕνα τέτοιο πράγμα στήν διάνοια εἶναι παντελῶς ἀδύνατο καί ἀκατόρθωτο ὄχι μόνον στούς ἀποβλακωμένους καί ὑλόφρονες, ἀλλά καί στούς πιό ὑψηλούς στήν σκέψη καί στούς φιλοθέους. Καθώς ἐπίσης εἶναι παντελῶς ἀδύνατο καί ἀκατόρθωτο καί σέ κάθε κτιστή φύση καί σέ ἐκείνους στούς ὁποίους ὁ ζόφος - τό σκοτάδι παρεμποδίζει στό παχύ αὐτό σαρκίο στήν κατανόηση τῆς ἀλήθειας.

Ἑπομένως, ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅτι τόν Θεόν «φράσαι μέν ἀδύνατον, νοῆσαι δέ ἀδυνατώτερον» ἀνατρέπει τήν φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνος πού ἐκφράζεται στήν φράση «Θεόν νοῆσαι μέν χαλεπόν, φράσαι δέ ἀδύνατον», καί ἔτσι καταρρίπτεται ἡ μεταφυσική πού προσπαθεῖ μέ τόν στοχασμό καί τήν φαντασία νά ἐννοήση τόν Θεό.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης θεωρεῖ ὅτι αὐτό τό χωρίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου εἶναι βασικότατο καί δείχνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δέν εἶναι μεταφυσική, γι’ αὐτό ἔλεγε ὅτι ὁ θεόπτης ὅταν φθάση στήν θέωση βλέπει καί ἀκούει ἄκτιστα ρήματα, καί στήν συνέχεια καταγράφει ὅσον εἶναι δυνατόν αὐτήν τήν ἄκτιστη ἐμπειρία μέ κτιστά ρήματα ("φράσαι") καί κτιστά νοήματα ("νοῆσαι") τί εἶναι ὁ Θεός.

Ἔτσι, τό χωρίο αὐτό τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μέ τό ὁποῖο διορθώνεται ὁ Πλάτων, δείχνει ὅτι ἡ Θεολογία δέν εἶναι μεταφυσική.

Δεύτερον. Ἄλλη βασική ἀρχή τῆς μεταφυσικῆς εἶναι ὅτι ὅλα τά περί Θεοῦ ἐρευνῶνται μέ τήν λογική, πού εἶναι τό εὐγενέστερο στοιχεῖο τῆς ψυχῆς ἡ ὁποία εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη, ἀνῆκε στόν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, κατά τόν Πλάτωνα.

Κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη «οἱ Πατέρες δέν δέχονται τούς κανόνες τῆς λογικῆς, ὅταν ἀσχολοῦνται μέ τά θεολογικά θέματα. Γιατί; Διότι οἱ κανόνες τῆς λογικῆς ἰσχύουν μόνον, ὅσο ἰσχύουν, γιά τά κτίσματα. Γιά τόν Θεό δέν ἰσχύουν οἱ κανόνες τῆς λογικῆς ἤ τῆς φιλοσοφίας.

Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοστῆ στόν Θεό. Καί ὅσοι νομίζουν ὅτι διά τῆς καθαρᾶς μαθηματικῆς μποροῦν νά βαδίζουν πρός τόν Θεό, γιά τούς Πατέρες εἶναι ἀφελέστατοι. Γιατί; Διότι ἁπλούστατα μεταξύ ἀκτίστου καί κτιστοῦ δέν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότητα. Αὐτά πού φαινομενικά ἰσχύουν γιά τά κτιστά, δέν ἰσχύουν γιά τά ἄκτιστα. Διότι δέν ὑπάρχουν κανόνες τῶν κτισμάτων πού ἐφαρμόζονται στό ἄκτιστο. Καί αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση».

Ἔτσι ἡ ψυχή δέν εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατη, δέν ἀνῆκε στόν ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀλλά εἶναι κτιστή καί κατά χάρη ἀθάνατη. Γι' αὐτό δέν κάνουμε διάκριση μεταξύ φύσει ἀθανάτου ψυχῆς καί φύσει θνητοῦ σώματος. Ἐπίσης δέν κάνουμε διάκριση μεταξύ ποιητικῆς καί παθητικῆς ψυχῆς, ὅπως ἔκανε ὁ Ἀριστοτέλης.

Τρίτον. Βασική ἀρχή τῆς γνώσεως στόν Ἀριστοτέλη εἶναι ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων, πού σημαίνει ὅτι «δέν μποροῦμε νά ἀποδώσουμε σέ αὐτό τό ἴδιο πράγμα ἀντιθέσεις. Δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως ἄσπρο καί μαῦρο, δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως μεγάλο καί μικρό, δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως λογικό καί παράλογο, δέν μπορεῖ νά εἶναι συγχρόνως ὑπαρκτό καί ἀνύπαρκτο». Αὐτός ὁ νόμος τῶν ἀντιθέσεων «εἶναι τό θεμέλιο τοῦ λογικοῦ συστήματος τοῦ Ἀριστοτέλη».

Κατά τούς Πατέρας, ὅμως, ὁ Θεός εἶναι ὄν καί μή ὄν, εἶναι γνωστός καί ἄγνωστος, καταληπτός καί ἀκατάληπτος, μεθεκτός καί ἀμέθεκτος, ὁρατός καί ἀόρατος, ἔχει οὐσία, ἡ ὁποία εἶναι ὑπερούσια. Καί αὐτό συμβαίνει γιατί οἱ θεούμενοι βλέπουν τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τήν οὐσία Του, ὁπότε βλέπουν ἀοράτως, μετέχουν ἀμεθέκτως, ἀκοῦνε τήν φωνή τοῦ Θεοῦ ἀνηκούστως κλπ.

Τέταρτον. Ἄλλη βασική ἀρχή τῆς γνώσεως τοῦ Ἀριστοτέλη εἶναι ὁ νόμος μεταξύ διαφορᾶς καί ὁμοιότητας. Παρατηρώντας τήν διαφορά καί τήν ὁμοιότητα μεταξύ δύο πραγμάτων, γίνεται ἡ περιγραφή καί παράγεται ἡ γνώση. Ὅμως, ὅταν φθάση κανείς στήν θέωση καί δῆ τόν Θεό «κάνει τήν διαφοροποίηση, ἀλλά δέν μπορεῖ νά κάνη τήν ὁμοιότητα». Δηλαδή, στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως «ὑπάρχει διαφοροποίηση», ἀλλά «δέν ὑπάρχει ὁμοιότητα».

Πέμπτον. Βασική ἀρχή τῆς μεταφυσικῆς τοῦ Πλάτωνος εἶναι ὅτι ὅλα τά ὄντα εἶναι ἀντίγραφα τῶν ἀρχετύπων πού εἶναι ἀμετάβλητα. Αὐτό ὅμως δέν ἰσχύει γιά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ὁ κόσμος δέν εἶναι ἀντίγραφο τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν, εἶναι θετικό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἀντιγραφή κάποιων ἀρχετύπων.

Πάντως, ἡ Ἐκκλησία ἔχει δική της γνωσιολογία, δηλαδή δικό της τρόπο καί δική της μέθοδο γνώσεως τοῦ Θεοῦ, πού δέν ἔχει σχέση μέ τήν μεταφυσική.
Στήν συνέχεια θά καταγραφοῦν οἱ ἀπόψεις μερικῶν καί σημαντικῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γιά τό θέμα τῆς φιλοσοφίας.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στόν πρῶτο θεολογικό του λόγο, ἀφοῦ προσδιορίζει ὅτι τό θεολογεῖν δέν εἶναι τοῦ καθενός, ἀλλά «τῶν ἐξητασμένων καί διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σῶμα κεκαθαρμένων ἤ καθαιρομένων τό μετριώτατον», στήν συνέχεια ζητᾶ ἀπό τούς ἀκροατές του νά ἀποβάλουν τίς ἀπόψεις τῶν φιλοσόφων γιά τόν Θεό. Γράφει: «Βάλλε μοι Πυθαγόρου τήν σιωπήν καί τούς κυάμους τούς ὀρφικούς καί τήν περί τό Αὐτός ἔφα καινοτέραν ἀλαζονείαν. βάλλε μοι Πλάτωνος τάς ἰδέας, καί τάς μετενσωματώσεις καί περιόδους τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, καί τάς ἀναμνήσεις, καί τούς οὐ καλούς διά τῶν καλῶν σωμάτων ἐπί ψυχήν ἔρωτας· Ἐπικούρου τήν ἀθεΐαν καί τάς ἀτόμους καί τήν ἀφιλόσοφον ἡδονήν· Ἀριστοτέλους τήν μικρολόγον πρόνοιαν καί τό ἔντεχνον καί τούς θνητούς περί ψυχῆς λόγους καί τό ἀνθρωπικόν τῶν δογμάτων· τῆς Στοᾶς τήν ὀφρῦν, τῶν Κυνῶν τό λίχνον τε καί ἀγοραῖον. βάλλε μοι τό κενόν, τό πλῆρες τῶν ληρημάτων, ὅσα περί θεῶν ἤ θυσιῶν, περί εἰδώλων, περί δαιμόνων ἀγαθῶν τε καί κακοποιῶν, ὅσα περί μαντείας, θεαγωγίας, ψυχαγωγίας, ἄστρων δυνάμεως, τερατεύονται».

Ἡ ἀναφορά αὐτή εἶναι σημαντική, γιατί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀρνεῖται ὁλόκληρη τήν ἀρχαία εἰδωλολατρεία, τόν μυστικισμό, τήν ἡδονοκρατία, τόν εὐδαιμονισμό καί γενικά τήν κλασσική μεταφυσική τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Ἀριστοτέλους καί τῶν Νεοπλατωνικῶν φιλοσόφων.

Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος σπούδασε τήν ἀρχαία ἑλληνική σοφία καί φιλοσοφία στήν Ἀθήνα, σέ κείμενό του ἀναφέρεται σέ αὐτήν. Γράφει: «Πονηρά δέ σχολή ἡ τῶν Ἀθηναίων, οἷς "εἰς οὐδέν ἄλλο εὐκαίρουν, ἤ λέγειν τι καί ἀκούειν καινότερον"· ἥν καί νῦν τινες μιμοῦνται τῇ τοῦ βίου σχολῇ πρός τήν ἀεί τινος καινοτέρου δόγματος εὕρεσιν ἀποχρώμενοι. Ἡ τοιαύτη σχολή φίλη ἐστίν ἀκαθάρτοις καί πονηροῖς πνεύμασιν». Ὁ ἴδιος σέ ἐπιστολή πού ἀπέστειλε στόν Εὐστάθιο τόν Σεβαστηνό ἀναφέρεται στά χρόνια πού ἐδαπάνησε στήν ματαιότητα καί ὅπως γράφει: «πᾶσαν σχεδόν τήν ἐμαυτοῦ νεότητα ἐναφανίσας τῇ ματαιοπονίᾳ, ἥν εἶχον προσδιατρίβων τῇ ἀναλήψει τῶν μαθημάτων τῆς παρά τοῦ Θεοῦ μωρανθείσης σοφίας». Ἔπειτα, «ὥσπερ ἐξ ὕπνου βαθέος διαναστάς», «ἀπέβλεψα μέν πρός τό θαυμαστόν φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου, κατεῖδον δέ τό ἄχρηστον τῆς σοφίας τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων, πολλά τήν ἐλεεινήν μου ζωήν ἀποκλαύσας ηὐχόμην δοθῆναι μοι χειραγωγίαν πρός τήν εἰσαγωγήν τῶν δογμάτων τῆς εὐσεβείας». Στήν συνέχεια, ὅπως γράφει, περιῆλθε τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν Αἴγυπτο, τήν Παλαιστίνη, τήν Συρία, τήν Μεσοποταμία ὅπου συνήντησε ἀσκητές πού ζοῦσαν τήν κατά Θεόν φιλοσοφία, ἤτοι τήν πραγματική θεολογία».

Εἶναι σημαντικά τά ὅσα γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, πού θεωρεῖται ὡς ὁ φιλοσοφικότερος τῶν Πατέρων, γιά τήν ἑλληνική φιλοσοφία: «Ἄγονος γάρ ὡς ἀληθῶς ἡ ἔξωθεν παίδευσις, ἀεί ὠδίνουσα καί μηδέποτε ζωογονοῦσα τῷ τόκῳ. Τίνα γάρ ἔδειξε καρπόν τῶν μακρῶν ὠδίνων ἡ φιλοσοφία, ἤ τίνα τοσούτων τε καί τοιούτων ἄξιον πόνων; Οὐ πάντες ὑπηνέμιοί τε καί ἀτελεσφόρητοι πρίν εἰς τό φῶς ἐλθεῖν τῆς θεογνωσίας ἀμβλίσκονται, δυνάμενοι ἴσως γενέσθαι ἄνθρωποι, εἰ μή διόλου τοῖς κόλποις τῆς ἀγόνου σοφίας ἐνεκαλύπτοντο;».

Στήν ἴδια προοπτική κινεῖται καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅταν γράφη: «Κατά τοῦτο πάντως ἡ τῶν Ἑλλήνων ἐμωράνθη σοφία, καθότι οὐκ ἐκ Θεοῦ· πᾶν δ’ ὅ μή θεόθεν, οὐκ ὄν· διά τοῦτο ἡ σοφία τῶν Ἑλλήνων ψευδώνυμος».

Οἱ Πατέρες δέν δέχθηκαν ποτέ τίς βασικές ἀρχές τῆς κλασσικῆς μεταφυσικῆς.

3. Διαφορά μεταξύ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου καί Νεοπλατωνισμοῦ

Μερικοί ἑτερόδοξοι ἀλλά καί δικοί μας ὀρθόδοξοι θεολόγοι διαβάζοντας τά κείμενα τῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰῶνος, ἀλλά καί τά κείμενα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου νομίζουν ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐπηρεάσθηκαν ἀπό τόν Νεοπλατωνισμό καί ἀλλοίωσαν τήν ἀρχέγονη Χριστιανική Παράδοση. Μιά τέτοια ἑρμηνεία διαστρεβλώνει καί κακοποιεῖ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅμως, παρά τήν λεκτική ὁμοιότητα μεταξύ τῶν Πατέρων καί τῶν Νεοπλα-τωνικῶν σέ μερικά σημεῖα, ἐν τούτοις ὑφίσταται μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Γι’ αὐτό δέν μπορεῖ κανείς νά κάνη λόγο ὅτι οἱ Πατέρες ἐπηρεάσθηκαν ἀπό τήν πλατωνική ἤ νεοπλατωνική φιλοσοφία καί ἀλλοίωσαν τήν Χριστιανική πίστη.

Θά τονισθοῦν μερικά σημεῖα πού δείχνουν τήν μεγάλη διαφορά στά νοήματα μεταξύ θεολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς φιλοσοφίας τῶν Νεοπλατωνικῶν, ὅπως φαίνεται στά συγγράμματα τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.

Πρώτη διαφορά ἀνευρίσκεται στήν στασιμότητα καί τήν αἰώνια κίνηση. Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης:
«Ὁ ἅγιος Διονύσιος πιστεύει στήν αἰώνια κίνηση, ὅτι ἡ τελειότητα εἶναι ἡ αἰώνια κίνηση. Τήν στασιμότητα τήν ἀποβάλλει. Πιστεύει στήν τελειότητα, πού ἀκόμα καί τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ καί οἱ Κυριότητες καί ὅλοι οἱ Ἄγγελοι, πάντα ἀπό δόξα σέ δόξα καί διαρκῶς εὑρίσκονται σέ διαρκῆ ἀνοδική πορεία, παρά τό γεγονός ὅτι εἶναι θεούμενοι καί βλέπουν τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιά τήν πλατωνική παράδοση ἡ τελείωση εἶναι ἡ ἀκινησία καί τό ἀμετάβλητο. Ὁπότε, ἔχουμε τό ἀμετάβλητο στούς Ἕλληνες φιλοσόφους, ὡς τό τέλος τῆς ἀνθρωπίνης τελειότητος. Ἐνῶ, στόν κατ’ ἐξοχήν ἑλληνίζοντα, δῆθεν, φιλόσοφο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουμε τήν ἀεικινησία, ὡς τό θεμέλιο τῆς θεώσεως».

Δεύτερη διαφορά παρατηρεῖται στό θέμα τοῦ ἔρωτος. Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης:
«Στούς Πλατωνικούς ὁ ἔρως εἶναι ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἔρωτα πρός τό ἀκίνητον κινοῦν κλπ. Καί εἶναι ἔνδειξη, ὅτι μᾶς λείπει κάτι καί γι’ αὐτό ἔχουμε ροπή πρός τόν ἄλλο, γιά νά συμπληρώσουμε τά ἐλλείποντα τά ἰδικά μας. Δηλαδή ἔχουμε τό φίλτρο μέσα μας, τό ὁποῖο εἶναι ὁ μαγνητισμός πρός τό ὕψιστο ἀγαθό κ.ο.κ. Ὁπότε, ἔρως εἶναι τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό. Ἐνῶ ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης συζητεῖ τήν διάκριση μεταξύ ἔρωτος καί ἀγάπης, καί λέει ὁ Διονύσιος ὅτι ἔρωτα καί ἀγάπη δέν μποροῦμε νά τά διαφοροποιήσουμε. Καί δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἀγάπη καί δέν ἔχει ἔρωτα γιά τόν ἄνθρωπο. Γιατί, φαίνεται, ὑπῆρχαν ὁρισμένοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι κάνανε διάκριση μεταξύ ἔρωτος καί ἀγάπης καί ἤθελαν νά ποῦν ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἀγάπη γιά τόν κόσμο, ὄχι ὅμως ἔρωτα, γιά νά μή φανῆ ὅτι ἔχει ὁ Θεός καμμία ἀδυναμία, ὅτι ἐξαρτᾶται ὁ Θεός ἀπό τόν κόσμο. Καί λέει, ὅτι ὄχι μόνο ὁ Θεός ἔχει ἀγάπη γιά τόν κόσμο, ἀλλά ὁ Θεός ἔχει ἔρωτα γιά τόν κόσμο. Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο ″μούντζωμα‶ πού μπορεῖ νά κάνη ἐναντίον τῶν νεοπλατωνικῶν».

Τρίτη διαφορά ἐντοπίζεται στό ὅτι ὁ Θεός δέν κινεῖ μόνον, ἀλλά εἶναι καί κινούμενος. Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης:
«Δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι μόνο ἀκίνητον κινοῦν, διότι ὁ Θεός εἶναι καί κινούμενος. Γι’ αὐτό, καί στήν σχολαστική παράδοση εἶναι αἵρεση ὅτι εἶναι καί κινούμενος ὁ Θεός. Λοιπόν, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καθιέρωσε, ἴσως εἶναι ὁ πρῶτος, ὅτι ὁ Θεός εἶναι καί κινούμενος. Μετά τόν Διονύσιο, ἐπικρατεῖ αὐτή ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Θεός εἶναι καί κινούμενος, δηλαδή Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός κλπ. Ὅταν κανείς λέη ὅτι τό ἀκίνητον κινοῦν κινούμενος εἶναι ὁ Θεός, μαζί μέ τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ὑπάρχει μεγαλύτερο μούντζωμα ἐναντίον τῆς φιλοσοφίας; Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι ἀδύνατον νά ὑπάρχη μεταφυσική. Εἶναι ἀδύνατη ἡ προσέγγιση μέ τήν μεταφυσική στό δόγμα περί Θεοῦ καί στά περί τελειότητος».

«Καί στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, βλέπουμε ἕναν Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται ὅτι πλατωνίζει καί νεοπλατωνίζει κ.ο.κ., νά μᾶς λέει καθαρά ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι μόνον ἀκίνητο κινοῦν, ἀλλά καί κινούμενος εἶναι ὁ Θεός, δηλαδή ὁ Θεός ὄχι μόνον κινεῖ ἀλλά κινεῖται. Αὐτά βέβαια τά γράφει ἐναντίον τῶν Νεοπλατωνικῶν καί τῶν Ἀριστοτελικῶν. Ὁπότε, εἶναι μία τρανή ἀπόδειξη ὅτι ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τόν Νεοπλατωνισμό, ἄν καί χρησιμοποιῆ τήν γλώσσα τῶν Νεοπλατωνικῶν. Αὐτή ἡ ἰδέα ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀκίνητο κινοῦν, ἀλλά καί κινούμενον, εἶναι αἵρεση γιά τούς Νεοπλατωνικούς καί τούς Ἀριστοτελικούς, διότι ποιός Ἀριστοτελικός μπορεῖ νά δεχθῆ ποτέ ὅτι τό ἀκίνητο κινοῦν εἶναι καί κινούμενο; Διότι τότε ἀφοῦ εἶναι κινούμενο δέν εἶναι ἀκίνητο. Εἶναι μιά ἀντίφαση. Εἶναι ἀντίφαση, ἀκίνητον κινούμενον, εἶναι καθαρά ἀντίφαση. Αὐτό σημαίνει καθαρά ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν φιλοσοφοῦν».

Ἀντιφάσεις, ὅπως λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι φῶς, σκότος. Γιατί; Δέν σημαίνει ὅτι στερεῖται τοῦ φωτός ὁ Θεός, ὁ Θεός ὑπερβαίνει τό φῶς. Ὁ Θεός εἶναι ἀκίνητο κινοῦν, εἶναι καί κινούμενος, πού σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχουν ἀνθρώπινα κατηγορήματα τά ὁποῖα μποροῦμε νά ἀποδώσουμε στόν Θεό, καθαρά δηλαδή, ἀλλά, αὐτό δέν προέρχεται ἀπό τήν φιλοσοφία, αὐτό προέρχεται ἀπό τήν ἐμπειρία. Ἀπό τήν ἐμπειρία προέρχεται. Γιατί; Διότι γνωρίζουν οἱ Πατέρες ὅτι χρησιμοποιοῦμε νοήματα γιά τόν Θεό, τά ὁποῖα ὅμως καταργοῦνται, ὅταν ἀντικρύζουμε τήν πραγματικότητα πού εἶναι ὁ Θεός».

Τέταρτη διαφορά σημειώνεται στό θέμα τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας. Ἔλεγε ὁ π. Ἰωάννης:
«Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι αὐτή ἡ θεολογία πού τήν ὀνομάζουμε ἀποφατική, εἶναι μιά φιλοσοφία ἐπηρεασμένη ἀπό τούς Νεοπλατωνικούς. Δέν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει ὁμοιότητα στήν ὁρολογία μεταξύ τῶν Νεοπλατωνικῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί οἱ Νεοπλατωνικοί ἔχουν κι αὐτοί μιά ἀποφατική θεολογία, ἀλλά, ἐδῶ ὑπάρχει μιά οὐσιαστική διαφορά. Στούς Νεοπλατωνικούς ἔχουμε τήν ἔκσταση, ἡ ὁποία εἶναι μιά ἐμπειρία πού γιά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δαιμονική.

Κατά τήν ἐμπειρία τῆς ἐκστάσεως τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἐξέρχεται ἀπό τά διαστήματα καί ἀπό τήν ἀλληλοδιαδοχική σκέψη, ὑπερβαίνει ἁπλῶς τόν χρόνο καί τά μεταβλητά καί ἑνώνεται μέ τό ἀμετάβλητο, μέσα σέ αὐτό τό σύστημα. Βέβαια, τό σῶμα εἶναι κάτι τό κακό ἤ ἀρνητικό ἤ τό ἕνα ἤ τό ἄλλο δηλαδή. Πάντως, τό σῶμα δέν μετέχει στήν ἐμπειρία τῆς ἐκστάσεως τῶν Νεοπλατωνικῶν. Ἡ ὅλη ἀποφατική θεολογία τῶν Νεοπλατωνικῶν εἶναι ἡ ἀφαίρεση ἀπό τήν ἀνθρώπινη σκέψη ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων, -κατ΄ αὐτούς ἐλαττωμάτων, ὄχι στήν πραγματικότητα ἐλαττώματα– ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων τῆς περιορισμένης ἀνθρώπινης σκέψης. Στήν πατερική διδασκαλία τό σῶμα δέν εἶναι κακό καί ἡ ἔκσταση δέν εἶναι ἡ ἀποδέσμευση τοῦ νοῦ ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἡ ἐπάνοδος τοῦ νοῦ στήν καρδιά.

Ὁπότε, ἡ ἀπαλλαγή ἀπό τά ἐλαττώματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀποφατικῆς θεολογίας τῶν Νεοπλατωνικῶν, εἶναι ἡ ὅλη προσπάθεια νά ἀπαλλαγοῦν, ὄχι ἀπό τά κτιστά, ἀλλά ἀπό τά μεταβλητά, διότι γιά τήν Νεοπλατωνική ἀρχή δέν ὑπάρχει ἡ ἀσκητική διάκριση μεταξύ δημιουργίας ἐκ τοῦ μηδενός καί ἀκτίστου. Τό βασικό κατηγόρημα τῆς Ἰουδαιοχριστιανικῆς σκέψης εἶναι ἡ σαφής διάκριση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Ὑπάρχουν τά ἄκτιστα καί τά κτιστά. Καί μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου δέν ὑπάρχει καμμία ὁμοιότητα. Αὐτό εἶναι βασικό δόγμα, ὄχι μόνον τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως, ἀλλά εἶναι καί τῆς ἑβραϊκῆς παραδόσεως μέχρι σήμερα».

Αὐτές τίς σημαντικές διαφορές μεταξύ τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας καί τοῦ νεοπλατωνισμοῦ πρέπει νά ἔχη κανείς ὑπ’ ὄψη του γιά νά κατανοήση τήν Πατερική παράδοση καί νά μή ἐξάγη ἐσφαλμένα συμπεράσματα.

Συμπέρασμα

Τό τελικό συμπέρασμα αὐτῆς τῆς σύντομης ἀνακοινώσεως εἶναι ὅτι ὑπάρχουν σημαντικές διαφορές στήν δομή τῆς σκέψεως μεταξύ τῶν φιλοσόφων πού ἐκφράζουν τήν κλασσική μεταφυσική, καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πού ἐκφράζουν τήν ἐμπειρική ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ στούς Προφήτας, τούς Ἀποστόλους καί σέ αὐτούς τούς ἴδιους.

Οἱ Πατέρες μελετοῦσαν τήν ἑλληνική φιλοσοφία, χρησιμοποιοῦσαν τήν ὁρολογία καί ὅ,τι καλό μποροῦσε νά γίνη ἀποδεκτό ἀπό αὐτήν, χωρίς ὅμως νά ἀλλοιωθῆ ἡ ἀποκαλυπτική ἐμπειρία, ἀλλά ἀντιδροῦσαν ὅταν οἱ φιλοσο-φοῦντες Χριστιανοί θεολόγοι ἀνεμείγνυαν τήν φιλοσοφία μέ τήν θεολογία.
Ἀντίθετα, οἱ φιλοσοφοῦντες θεολόγοι πού καταδικάστηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους ἐξέφραζαν τόν «ἐξελληνισμένο Χριστιανισμό», ἐνῶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν φορεῖς τοῦ «ἐκχριστιανισμένου ἑλληνισμοῦ».

Ἡ Γαλλική ἐπανάσταση καί ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Ἀναστασίου Ἀθ. Φιλιππίδη,

Bachelor of Arts, Yale University, Master of Arts, Georgetown University

Ἡ Γαλλική ἐπανάσταση καί ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Σέ πρόσφατο διεθνές θεολογικό συνέδριο στήν Ἀθήνα, ἕνας θεολόγος ἀκροατής ἀμφισβήτησε ἔντονα τήν ἀξιοπιστία τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ὡς ἱστορικοῦ, ἐπικρίνοντας εἰδικά τήν ἄποψή του γιά τή Γαλλική Ἐπανάσταση ὡς ἐξέγερση τῶν Ρωμαίων κατά τῶν Φράγκων. Ἤμουν παρών στήν συνεδρίαση ἐκείνη, ἀλλά ὁ χῶρος καί ἡ θεματολογία τοῦ συνεδρίου δέν ἐπέτρεπαν ἀναλυτική ἀπάντηση, τήν ὁποία θά προσπαθήσουμε νά δώσουμε σέ αὐτό τό σύντομο ἄρθρο.

Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἄποψη τοῦ Ρωμανίδη παραμένει «πέτρα σκανδάλου» γιά τούς ἀναγνῶστες του, καθώς δέν ταιριάζει μέ τίποτα ἀπό ὅσα ἔχουμε διδαχθῆ στίς συμβατικές ἀφηγήσεις τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Κι ὡστόσο, μιά ἁπλή φυλετική ἐξέταση τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας ὁδηγεῖ εὔκολα στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἄρχουσα τάξη τοῦ 18ου αἰώνα δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τούς ἀπογόνους τῶν κατακτητῶν Φράγκων, οἱ ὁποῖοι κατά τόν 5ο καί 6ο αἰώνα ὑπέταξαν τούς ντόπιους Γαλάτες καί Ρωμαίους (τούς «Γαλλο-Ρωμαίους» κατά Ρωμανίδη). Οἱ ὑποταγμένοι Γαλλο-Ρωμαῖοι μετατράπηκαν σέ δουλοπάροικους καί δέν ἀνέκτησαν ποτέ τήν ἐλευθερία τους, ἐνῶ οἱ νικητές Φράγκοι ἀποτέλεσαν τήν τάξη τῶν εὐγενῶν, ἡ ὁποία συνέχισε νά διατηρῆ τά ἐκ γενετῆς προνόμιά της μέχρι τή Γαλλική Ἐπανάσταση. Ἡ Ἐπανάσταση ἀνέτρεψε ἀκριβῶς αὐτήν τήν τάξη τῶν εὐγενῶν καί κατήργησε τά προνόμιά της.

Ἀλλά αὐτή ἡ παρατήρηση δέν ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ὅπως δέν ἔχουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον οἱ φυλετικές θεωρίες στήν Ἱστορία. Τό σημαντικό ἐρώτημα εἶναι: Μετά ἀπό 1200 χρόνια Φραγκικῆς κυριαρχίας εἶναι δυνατόν νά ὑπῆρχε ἀνάμνηση καί συνείδηση αὐτῆς τῆς διαφορᾶς στήν ἄρχουσα τάξη καί στόν ὑπόλοιπο λαό; Μόνον ἄν ὑπῆρχε αὐτή ἡ συνείδηση, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά ἐπανάσταση τῶν Γαλλο-Ρωμαίων ἐναντίον τῶν Φράγκων.

Γιά νά ἀνιχνεύσουμε τί πραγματικά πίστευαν καί ἔνοιωθαν οἱ Γάλλοι πρίν ἀπό τήν Γαλλική Ἐπανάσταση, πρέπει νά προσεγγίσουμε πηγές πού χρονολογοῦνται εἴτε πρίν εἴτε ἀμέσως μετά τήν Ἐπανάσταση καί διατηροῦν ἀκόμη τίς πεποιθήσεις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Δυστυχῶς ὁ Ρωμανίδης δέν παρουσίασε γραπτῶς τίς πηγές πάνω στίς ὁποῖες βάσισε τά συμπεράσματά του, ἄν καί εἶναι  φανερό στόν ἀναγνώστη ὅτι χρησιμοποίησε πολυάριθμα τεκμήρια. Ἔτσι, ὁ σημερινός ἐρευνητής εἶναι ὑποχρεωμένος νά προχωρήση σέ ἀνεξάρτητη ἔρευνα, προκειμένου νά φτάση σέ συμπεράσματα. Στό σημερινό ἄρθρο παρουσιάζουμε μερικά ἀπό τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἔρευνας.

1.  Ὁ M. Dietler, καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Γέϊλ, στήν ἐνδελεχῆ ἀνάλυση τῶν μεταμορφώσεων τῆς γαλλικῆς ταυτότητας, σημειώνει: «Οἱ εὐγενεῖς καί ἡ βασιλεία μονοπωλοῦσαν μέ κάθε τρόπο τήν Φραγκική ταυτότητα μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1789. Ἀνιχνεύοντας τίς ρίζες της καί τή γέννηση τοῦ ἔθνους στήν ἐποχή τῆς βασιλείας τοῦ Φράγκου βασιλιά τοῦ πέμπτου αἰώνα Clovis (Χλωδοβίκου), ἡ ἀριστοκρατία ἦταν σέ θέση νά ἐπιβεβαιώση τή νομιμότητα τῆς κυριαρχίας της μέσῳ τῆς ὑποτιθέμενης προέλευσής της ἀπό τό δικαίωμα τῶν κατακτητῶν ἐπί τῆς μάζας τῶν κοινῶν ὑπηκόων. Τό γεγονός ὅτι ὁ Clovis ἀσπάστηκε τόν Χριστιανισμό προσέφερε στή μοναρχία βολικές διασυνδέσεις μέ τήν ἐκκλησία καί τήν θεία ἐπικύρωση τῆς ἐξουσίας της. Αὐτή ἡ πολιτογράφηση τῶν ταξικῶν διακρίσεων μέσα ἀπό ἐπικλήσεις σέ διαφορές τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἔτεινε νά λάβη ἔντονα φυλετικό χαρακτήρα, ὅπως στά μεγάλης ἐπιρροῆς ἱστορικά συγγράμματα τοῦ Comte de Boulainvilliers (1727). Ἐπανειλημμένα ὑποστήριξε ὅτι ἡ Γαλλία ἀποτελεῖτο ἀπό δύο φυλές ἀνθρώπων: τούς εὐγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἦταν οἱ ἀπόγονοι τῶν Φράγκων, καί τήν Τρίτη Τάξη, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπό τούς Γαλλο-Ρωμαίους. Οἱ πρῶτοι ἦταν, λόγῳ τῆς κατάκτησης, "οἱ μόνοι ἄνθρωποι πού ἀναγνωρίζονται ὡς ἄρχοντες καί ἀφέντες". [….] Παρά τίς σπάνιες ἀντιρρήσεις τῶν σκεπτικιστῶν, ὅπως ὁ Βολταῖρος, ἡ ἱστορική καί φιλοσοφική βιβλιογραφία τῆς ἐποχῆς ἀντικατοπτρίζει μιά γενική ἀποδοχή ἀνάμεσα στούς διανοούμενους τῆς ἐθνικῆς κατασκευῆς τῆς [κοινωνικῆς] τάξης.

Αὐτή ἡ ἐπινοημένη ἐθνοτική/φυλετική διχοτόμηση, πού στήριζε ἰδεολογικά τήν ταξική δομή, ἀποτέλεσε ἕναν προφανῆ στόχο τῆς λαϊκῆς ἀντι-κινητοποίησης μέ τό ξέσπασμα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1789.»[1]

2. Τό ὅτι οἱ ἀπόψεις τοῦ Boulainvilliers ἐξέφραζαν τήν ἐθνική συνείδηση τῆς ἀριστοκρατίας δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς γνώμη τοῦ Dietler. Ἡ διάσημη Γερμανίδα φιλόσοφος Χάννα Ἄρεντ ἀσχολήθηκε ἐκτενῶς μέ τόν Boulainvilliers στό περίφημο βιβλίο της «Οἱ ἀπαρχές τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ». Ὅπως γράφει, σύμφωνα μέ αὐτόν, «ἡ ἱστορία τῆς Γαλλίας ἦταν ἡ ἱστορία δύο διαφορετικῶν ἐθνῶν ἀπό τά ὁποία τό ἕνα, Γερμανικῆς καταγωγῆς, εἶχε κατακτήσει τούς παλιότερους κατοίκους, τούς «Γαλάτες», εἶχε ἐπιβάλει τούς νόμους του ἐπί αὐτῶν, εἶχε πάρει τή γῆ τους, καί εἶχε ἐγκατασταθεῖ ὡς ἄρχουσα τάξη, εὐγενεῖς τῶν ὁποίων τά ὑπέρτατα δικαιώματα βασίζονταν στό "δίκαιο τῆς κατάκτησης" καί στήν "ἀνάγκη τῆς παντοτινῆς ὑπακοῆς στόν ἰσχυρότερο"»[2].

Ἡ Ἄρεντ σημειώνει ὅτι ὁ Boulainvilliers «ἦταν ἀντιπροσωπευτικός πολλῶν εὐγενῶν οἱ ὁποῖοι δέν θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους ὡς ἐκπρόσωπο τοῦ ἔθνους, ἀλλά ὡς μιά ξεχωριστή κυρίαρχη κάστα ἡ ὁποία ἴσως εἶχε περισσότερα κοινά μέ ἕναν ξένο λαό "ἴδιας κοινωνίας καί συνθηκῶν" παρά μέ τούς συμπατριῶτες της». Μάλιστα, «Λίγα χρόνια ἀργότερα οἱ Γάλλοι ἐξόριστοι πραγματικά προσπάθησαν νά σχηματίσουν μιά Διεθνῆτῶν ἀριστοκρατῶν ὥστε νά ἀπωθήσουν τήν ἐξέγερση αὐτῶν τούς ὁποίους θεωροῦσαν ἕναν ξένο ὑποδουλωμένο λαό». Παρόλο πού οἱ πρῶτες προσπάθειες ἀπέτυχαν (στό Βαλμύ τό 1792), «ἐξόριστοι ὅπως ὁ Charles Francois Dominique de Villiers, πού γύρω στό 1800 ἀντέτασσε τούς «Γαλλο-Ρωμαίους» στούς Γερμανικούς, ἤ ὅπως ὁ William Alter πού δέκα χρόνια ἀργότερα ὀνειρευόταν μιά ὁμοσπονδία ὅλων τῶν γερμανικῶν λαῶν, δέν παραδέχονταν τήν ἧττα. Πιθανόν δέν πέρασε ποτέ ἀπό τό μυαλό τους ὅτι ἦταν στήν πραγματικότητα προδότες, τόσο βαθειά πεπεισμένοι ἦταν ὅτι ἡ Γαλλική Ἐπανάσταση ἦταν ἕνας "πόλεμος μεταξύ ξένων λαῶν"».

3. Οἱ σύγχρονοι ἱστορικοί θεωροῦν δεδομένη τήν ἰδεολογία πού περιγράφει ὁ Boulainvilliers. Ἀναλύοντας τήν ἀναβίωση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τό Γαλατικό παρελθόν καί τά ἐξυμνητικά ἄρθρα γιά τόν βασιλιά Βερσιγκεντορίξ, ἡ Μ. Κρέπς μᾶς ὑπενθυμίζει: «Οἱ Γάλλοι δέν ἰσχυρίζονταν πάντα ὅτι οἱ Γαλάτες ἦταν προγονοί τους, καί μέχρι τόν 19ο αἰώνα οἱ Φράγκοι ἦταν οἱ πρόγονοι πού ἀναγνωρίζονταν ἀπό τή Γαλλική ἀριστοκρατία τοῦ Παλαιοῦ Καθεστῶτος, ἐνῶ τή γαλατική καταγωγή τήν διεκδικοῦσαν μόνον οἱ κοινοί θνητοί. Ὁ Jean-Louis Brunaux, στό ἐξαίρετο βιβλίο του γιά τήν ἀπομυθοποίηση τῶν Γαλατῶν μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πρίν ἀπό τήν ὕπαρξη τῶν δημόσιων σχολείων (στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1880) ἡ διδασκαλία τῆς ἱστορίας εἶχε ἀφεθεῖ κυρίως στούς κληρικούς οἱ ὁποῖοι συνέχιζαν νά θεωροῦν τούς Φράγκους ὡς τούς εὐγενεῖς προγόνους τους». [3]

4. Ἀντίστοιχα, ὅπως σημειώνει ὁ Edward James σέ πρόσφατη μελέτη του[4], τόν 17ο καί 18ο αἰώνα, ἡ γαλλική ἱστορία παρουσιαζόταν ὡς «ἡ ἱστορία τῶν βασιλέων, καί ἡ ἀδιάσπαστη συνέχεια τῆς γαλλικῆς βασιλείας ἄρχιζε μέ τούς Φράγκους. Ἄν οἱ Φράγκοι ἦταν ὑπεύθυνοι γιά κάθε τί ἔνδοξο καί εὐγενικό στόν γαλλικό λαό, τότε οἱ ἀπαθεῖς χωρικοί πρέπει νά κατάγονταν ἀπό τούς Γαλάτες. Μέ τήν Ἐπανάσταση σημειώθηκε μιά σημαντική ἀλλαγή: οἱ βασιλεῖς καί οἱ ἀριστοκράτες ἐξακολουθοῦσαν νά θεωροῦνται ἀπόγονοι τῶν Φράγκων, ἀλλά αὐτοί οἱ Φράγκοι ἦταν εἰσβολεῖς Γερμανοί, καί τό ἀληθινό πνεῦμα τῆς Γαλλίας βρισκόταν στήν Τρίτη Τάξη, ἡ ὁποία καταγόταν ἀπό τούς Γαλάτες. Ὁ Ἀββάς Σιεγιές [ὁ θεωρητικός καθοδηγητής τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης] στό περίφημο Τί εἶναι ἡ Τρίτη Τάξη; (1789) γελοιοποιοῦσε τήν ἰδέα ὅτι τό "δίκαιο τῆς κατάκτησης" ἔδινε ἐξουσία στή μοναρχία καί στούς εὐγενεῖς της, καί ρωτοῦσε σαρκαστικά:

«Γιατί ἡ Τρίτη Τάξη δέν στέλνει πίσω στά δάση τῆς Φραγκονίας ὅλες αὐτές τίς οἰκογένειες πού διατηροῦν τήν βλακώδη ἀξίωση ὅτι κατάγονται ἀπό τούς [Φράγκους] κατακτητές καί ὅτι συνεπῶς ἔχουν κληρονομήσει τά δικαιώματά τους τοῦ κατακτητῆ; Τό ἔθνος, ἔτσι πιό μικρό, θά μποροῦσε ἀμέσως νά παρηγορηθεῖ, νομίζω, ὅτι ἀπαρτίζεται μόνον ἀπό ὅσους κατάγονται ἀπό τούς Γαλάτες καί τούς Ρωμαίους. (Abbé Sieyès, Quest ce le Tiers-Etat?(Paris, 1789), σελ. 10–11).»

5. Αὐτά πού γνώριζαν οἱ Γάλλοι εὐγενεῖς καί ἡ Τρίτη Τάξη τά γνώριζαν ἐπίσης καί οἱ βασιλικές οἰκογένειες τῆς Εὐρώπης. Διασώζεται ἐπιστολή τῆς Αἰκατερίνης τῆς Μεγάλης, κατά τή διάρκεια τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, στήν ὁποία ἡ τσαρίνα γράφει: «Δέν βλέπετε τί γίνεται στή Γαλλία; Οἱ Γαλάτες διώχνουν τούς Φράγκους».[5] Συνεπῶς στίς μεγάλες Αὐλές τῆς Εὐρώπης ἦταν γνωστό τό τί συνέβαινε, ἔστω κι ἄν οἱ ἐπαναστάτες ἀποκαλοῦνται «Γαλάτες» ἀντί «Ρωμαῖοι»…

6. Μετά ἀπό αὐτά δέν προκαλεῖ ἔκπληξη ὅτι τό 1793 κυκλοφόρησε ἕνα ἀνώνυμο φυλλάδιο μέ τίτλο «Petition pour rendre a la France son veritable nom» («Αἴτημα γιά τήν ἀποκατάσταση τοῦ πραγματικοῦ ὀνόματος τῆς Γαλλίας») στό ὁποῖο ὁ συγγραφέας ἀπαιτοῦσε, ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας, ἡ χώρα νά ἀλλάξη τό ὄνομά της ἀπό France σέ Gaul.[6]

7. Ὅπως σημειώνει ὁ Dietler, μετά τήν ἐπικράτηση τῆς Ἐπανάστασης, ἡ περίοδος τῆς Ρωμαϊκῆς Δημοκρατίας ἀποτέλεσε πηγή ἔμπνευσης γιά μεγάλο μέρος τοῦ πολιτικοῦ λεξιλογίου τῆς ἐπαναστατικῆς κυβέρνησης. Τά μέλη τοῦ Διευθυντηρίου φοροῦσαν βαθυκόκκινες Ρωμαϊκές χλαμύδες ὅταν νομοθετοῦσαν, ἐνῶ στή συνέχεια καί ὁ Ναπολέων ἀξιοποίησε ρωμαϊκά σύμβολα, ὅπως τήν κατασκευή μνημειακῶν ἁψίδων θριάμβου, παρήγγειλε πορτρέτα τοῦ ἑαυτοῦ του πάνω σέ ἅρμα μέ δάφνινο στεφάνι, καί τό ἄγαλμά του μέ ρωμαϊκή ἐνδυμασία στήν κορυφή τῆς μνημειακῆς στήλης τῆς Place Vendome, τό ὁποῖο μιμεῖται τή στήλη τοῦ Τραϊανοῦ στή Ρώμη.[7]

8. Ἡ ταύτιση τῶν ἐπαναστατῶν μέ τούς Ρωμαίους ἦταν τόσο γνωστή στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα, ὥστε νά χρησιμοποιηθῆ ἀπό τόν Κάρλ Μάρξ ὡς παράδειγμα στό περίφημο ἔργο του «Ἡ 18η Μπρυμαίρ τοῦ Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (1852). Στήν πρώτη σελίδα τοῦ βιβλίου γράφει (ἐπικριτικά): «ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1789-1814 ντύθηκε διαδοχικά τή φορεσιά τῆς ρωμαϊκῆς δημοκρατίας καί τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας»[8].  Ὁ Μάρξ ἐννοοῦσε ὅτι στήν πρώτη φάση οἱ Γάλλοι στράφηκαν πρός τή δημοκρατία καί στή δεύτερη, μέ τόν Ναπολέοντα, στήν αὐτοκρατορία τῆς Ρώμης, ἀλλά δέν εἶχαν συνείδηση ὅτι ἔτσι ἐκπλήρωσαν «τό καθῆκον τῆς ἐποχῆς τους, νά λύσουν τά δεσμά καί νά ἐγκαθιδρύσουν τή σύγχρονη ἀστική κοινωνία». Γιά τούς σκοπούς τῆς μελέτης μας εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ Μάρξ δέν θεώρησε ἀπαραίτητο νά παρουσιάση ἀποδείξεις τῆς «ρωμαϊκῆς φορεσιᾶς» τῶν ἐπαναστατῶν, ἐφόσον αὐτό ἦταν ἕνα πασίγνωστο γεγονός.

9. Ἐκτός ἀπό τόν Ἀββά Σιεγιές καί ἄλλοι Γάλλοι διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς ἔχουν ἀφήσει τή μαρτυρία τους ἡ ὁποία ἐπιβεβαιώνει τόν Ρωμανίδη. Τό 1818 ὁ Augustin Thierry ἔγραφε: «Εἴμαστε δοῦλοι τῶν ὁποίων ἡ ἐλευθερία χρονολογεῖται ἀπό χθές καί ἡ μνήμη μας ἐδῶ καί πολύ καιρό μᾶς θύμιζε μόνον τίς οἰκογένειες καί τίς πράξεις τῶν ἀφεντικῶν μας. Δέν ἔχει τριάντα χρόνια ἀπό τότε πού συνειδητοποιήσαμε ὅτι οἱ πατέρες μας ἦταν τό ἔθνος»[9].

10. Τό 1820 ὁ Thierry ἄρχισε νά δημοσιεύη σειρά Ἐπιστολῶν γιά τήν ἱστορία τῆς Γαλλίας στό Courier Français. Στή δεύτερη Ἐπιστολή θρηνεῖ γιά τή στρέβλωση πού ἔχει προκύψει ἀπό τήν μεταχείριση τῆς ἱστορίας τῆς Γαλλίας σάν νά ἦταν ἡ ἴδια μέ τήν ἱστορία τῶν Φράγκων. Ἡ ἱστορία γράφεται σάν «νά ἤμασταν ὅλοι γιοί τῶν Σικάμβρων {Φράγκων} καί σάν κανείς ἀπό ἐμᾶς νά μήν καταγόταν ἀπό αὐτούς τούς ὁποίους οἱ Σίκαμβροι σφαγίασαν ἤ πούλησαν σέ σκλαβοπάζαρα ἤ πῆραν ὡς δουλοπάροικους γιά νά δουλεύουν στά κατακτημένα κτήματά τους». Ἐρωτᾶ τί θά σκεφτόταν κάποιος ἀπό τό Languedoc ἤ τήν Προβηγκία γιά μιά Φραγκοκεντρική ἱστορία: «Ὁ στρατός τῶν Φράγκων δέν πάτησε ποτέ τίς χῶρες τους παρά μόνο γιά νά τίς λεηλατήσει».[10]

Γιά τόν Thierry ἦταν τόσο φανερή ἡ ἐθνικοαπελευθερωτική διάσταση τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης ὥστε στίς Ἐπιστολές του καλοῦσε τούς ἀναγνῶστες νά συγκρίνουν τή γαλλική ἐμπειρία τῆς ὑποδούλωσης στούς Φράγκους μέ σύγχρονες ἐμπειρίες ἄλλων εὐρωπαϊκῶν λαῶν: «Τίποτε δέν διευκολύνει περισσότερο τήν κατανόηση τοῦ παρελθόντος ἀπό τήν σύγκριση μέ ἀνάλογες ἤ παρόμοιες καταστάσεις τοῦ παρόντος. Θυμηθεῖτε τήν Ἑλλάδα ὑπό τόν ζυγό τῶν Τούρκων. Φέρτε στόν νοῦ σας ὅ,τι ἔχετε διαβάσει ἤ ἀκούσει γιά τούς ραγιάδες καί τούς Φαναριῶτες, γιά τήν μεγάλη μάζα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθώς καί γιά τήν μειοψηφία στήν ὁποία οἱ Τοῦρκοι προσέφεραν τίτλους εὐγενείας καί ἀξιώματα, ἀναλογισθεῖτε γιά λίγο αὐτό τό θέαμα τῆς βάναυσης καταπίεσης, τῆς διαρκοῦς τρομοκρατίας, τῶν συνεχῶν προσπαθειῶν γιά νά ξεφύγει κανείς πάση θυσία καί μέ κάθε τρόπο ἀπό τήν μοίρα τῶν ἡττημένων, καί θά καταλάβετε τό νόημα πού ἔχουν οἱ λέξεις Ρωμαῖος γαιοκτήμονας, Ρωμαῖος ὑποτελής, Ρωμαῖος συνεργάτης τοῦ βασιλιά. Θα καταλάβετε πόσες ὄψεις εἶχε ἡ σκλαβιά τῶν Γαλατορωμαίων ἀπό τούς Βαρβάρους. Ὑπάρχει ὅμως κάτι περισσότερο. Παρά τίς διαφορές πού ὀφείλονται στήν χρονική ἀπόσταση καί ἐκεῖνες πού προκύπτουν λόγῳ τῆς διαφορετικῆς θρησκείας στήν μία περίπτωση [Ἕλληνες – Τοῦρκοι] καί τῆς κοινῆς λατρείας στήν ἄλλη [Γαλατορωμαῖοι – Φράγκοι] ὑπάρχουν ἐπίσης μεγάλες ὁμοιότητες ὄχι μόνον ὡς πρός τήν ἀντικειμενική κατάσταση τῶν ἡττημένων στήν ἀρχαία Γαλατία καί στήν σύγχρονη Ἑλλάδα ἀλλά καί ὅσον ἀφορᾶ τήν ψυχολογική στάση τους».

11. Τήν ἴδια χρονιά, τό 1820, σέ ἕνα προεκλογικό φυλλάδιο, «ὁ François Guizot, ἕνας κορυφαῖος φιλελεύθερος ἱστορικός τῆς περιόδου τῆς Παλινόρθωσης [καί ἀργότερα πρωθυπουργός τό 1847-48], ἔγραψε τήν σαφέστερη διακήρυξη τῆς φυλετικῆς ἑρμηνείας τῆς Γαλλικῆς ἱστορίας:

Ἡ Ἐπανάσταση ἦταν ἕνας πόλεμος, ἕνας ἀληθινός πόλεμος, ὅπως αὐτούς πού γνωρίζει ὁ κόσμος ἐναντίον ξένων λαῶν. Γιά περισσότερο ἀπό δεκατρεῖς αἰῶνες ἡ Γαλλία περιλάμβανε δύο λαούς, ἕναν λαό κατακτητῶν κι ἕναν λαό κατακτημένων. Γιά περισσότερο ἀπό δεκατρεῖς αἰῶνες, ὁ κατακτημένος λαός ἀγωνιζόταν νά ἀποτινάξει τό ζυγό τοῦ κατακτητῆ. Ἡ ἱστορία μας εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα. Στήν ἐποχή μας συνέβη μιά καθοριστική μάχη. Ὀνομαζόταν Ἐπανάσταση.»[11]

Πιστεύουμε ὅτι τά παραδείγματα πού ἀναφέρθηκαν ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἄποψη τοῦ Ρωμανίδη δέν εἶναι ἕνα αὐθαίρετο ἰδεολόγημα. Ἀντίθετα, ἀποτελεῖ μιά καταγραφή τῆς ἐπικρατούσας πραγματικότητας, ἡ ὁποία ἦταν γνωστή τόσο στούς Γάλλους τοῦ 18ου καί 19ου αἰώνα, ὅσο καί στούς σύγχρονους ἱστορικούς πού ἀσχολοῦνται μέ τήν ἐξέλιξη τῆς γαλλικῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Γιά ἄλλη μιά φορά, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης ὑπῆρξε ἕνας πολύ προσεκτικός ἱστορικός, ὁ ὁποῖος ἐρευνοῦσε ἐξαντλητικά τίς πηγές πρίν ἀνακοινώση τά συμπεράσματά του. Ἡ ἐπιπόλαιη ἀπόρριψή τους ἀντανακλᾶ μᾶλλον τό ἐπίπεδο τῶν ἐπικριτῶν του παρά τό ἐπίπεδο αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἐπιστήμονα….

Ὑποσημειώσεις

 

[1] Michael Dietler, «"Our Ancestors the Gauls": Archaeology, Ethnic Nationalism, and the Manipulation of Celtic Identity in Modern Europe», American Anthropologist,New Series, Vol. 96, No. 3 (Sep., 1994), σελ.587.

[2] Hanna Arendt, “The Origins of Totalitarianism”, 1958, σελ.162-164.

[3] Myriam Krepps, “French Identity, French Heroes: From Vercingétorix to Vatel” (2010).

[4] Edward James, “The Merovingians from the French Revolution to the Third Republic”, Early Medieval Europe,2012, σελ. 455.

[5] Edward James, «Τhe Franks», Blackwell, 1988, σελ.24.

[6] βλ. D. Bell, “The unbearable lightness of being French”, American Historical Review, 2001, σελ.1233.

[7] ὅπ.παρ. σελ. 587-588.

[8] σελ. 16 στήν ἑλληνική ἔκδοση, Θεμέλιο, 1986.

[9] Lionel Gossman, “The Privilege of Continuity: The Bourgeois as Mediator between Conquerors and Conquered”, History and Theory, Vol. 15, No. 4, Beiheft 15: Augustin Thierry and Liberal Historiography (Dec., 1976), σελ.21.

[10] Edward James, (2012), σ. 459.

[11] Edward James, (2012), σ. 456.

Ἡ Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα

Πρόλογος

Αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη χαρὰ ποῦ τὸ βιβλίο «Ἐμπειρικὴ Δογματικὴ» (Α' τόμος) μεταφράσθηκε καὶ κυκλοφορεῖ στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα. Καὶ ἡ χαρὰ αὐτὴ δικαιολογεῖται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης μεγάλωσε καὶ σπούδασε στὴν Ἀμερική, γνώρισε ὅλα τὰ θεολογικὰ ρεύματα ποῦ ἐπικρατοῦσαν στὸν Δυτικὸ χῶρο καὶ ἔδωσε ἀπαντήσεις σὲ αὐτὰ μέσα ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πατερικὴ παράδοση.

Empirical Dogmatics

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης σπούδασε σὲ Θεολογικὲς Σχολὲς τῆς Ἀμερικῆς (Holy Cross, Yale, Columbia, St. Vladimir, Harvard) ὑπῆρξε πιστὸς μαθητὴς τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, ἀλλὰ ἡ πορεία τους ἦταν διαφορετική, ἀφοῦ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ πορεύθηκε στὴν Δύση, ἐνῷ ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀπὸ τὴν Δύση ἔφθασε στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ ἐκφράζοντας τὸ γνήσιο πατερικό, ἐκκλησιαστικό, φιλοκαλικὸ πνεῦμα ποῦ ἀπαντοῦσε στὸν σχολαστικισμὸ καὶ ἠθικισμὸ τῆς Δύσεως. Εἶχαν ὅμως κοινὰ ἐνδιαφέροντα καὶ ἴδιο προσανατολισμό.

Διαβάζοντας κανεὶς τὴν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη διαπιστώνει ὅτι συνδέει στενὰ τὴν ἐμπειρία μὲ τὴν γνώση, τὴν θεωρία μὲ τὴν πράξη, τὸ Μοναστήρι μὲ τὴν Ἐνορία, τὴν καθηγητικὴ ἕδρα μὲ τὸ ἀσκητήριο, τὴν ζωὴ τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας στὴν σύγχρονη Ἐκκλησία ποῦ διέπεται ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων.

Ἡ μετάφραση τοῦ βιβλίου αὐτοῦ στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα θὰ χαροποιήση ἰδιαίτερα τὸν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἀφοῦ ἀγαποῦσε πολὺ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἐνδιαφερόταν γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδό της, ἤθελε οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἀμερικῆς νὰ ἐμποτισθοῦν ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων καὶ νὰ ἀντικρούσουν κακόδοξες ἑρμηνεῖες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ποῦ ἀναπτύχθηκαν κατὰ τὴν διάρκεια τῶν αἰώνων. Ὁ ἴδιος ἔγραφε: «αἰσθάνομαι μιὰ ὑποχρέωση ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία μας στὴν Ἀμερική».

Εὐχαριστῶ τὴν μοναχὴ Πελαγία ποῦ μετέφρασε τὸ παρὸν βιβλίο καὶ τὴν κ. Εὐθυμία Μαυρομιχάλη πο]y διάβασε τὸ κείμενο καὶ ἔκανε σημαντικὲς παρατηρήσεις. Ἐπίσης, εὐχαριστῶ τὴν Γερόντισσα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Σιλουανὴ μοναχὴ καὶ τὴν ἐν Χριστῷ συνοδείᾳ της ποῦ ἐξέδωσαν τὸ βιβλίο αὐτὸ στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα.

Οἱ ἀγγλόφωνοι Χριστιανοὶ ποῦ θὰ διαβάσουν τὸ βιβλίο αὐτὸ καὶ θὰ ὠφεληθοῦν, ἅς χαροῦν τὸν λόγο τοῦ δικοῦ τους ἀνθρώπου ποῦ ἔζησε καὶ μεγάλωσε στὴν Ἀμερικὴ καὶ πέρασε τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του σὲ αὐτὴν καὶ ἅς προσευχηθοῦν γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του.

Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰερόθεος

Ἡ θεολογική ἐπικοινωνία μεταξύ δύο κορυφαίων θεολόγων, τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι καί τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

 

Εἶχα μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό νά γνωρίσω, μεταξύ ἄλλων, τόν μεγάλο θεολόγο τοῦ 20οῦ αἰώνα π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Ἀπό πολλά χρόνια διάβαζα τά κείμενά του, ἀλλά τό χρονικό διάστημα 1987-1995 πού ὑπηρετοῦσα ὡς Ἱεροκήρυξ καί Διευθυντής Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν συνδέθηκα μαζί του, πού εἶχε ἤδη συντα­ξιοδοτηθῆ καί ἔμενε στήν Ἀθήνα, καί μιλούσαμε σχεδόν ἐπί καθη­μερινῆς βάσεως γιά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα.

Μάλιστα, τόν Μάϊο τοῦ 1995 μέ δική του πρόσκληση πῆγα μαζί του στό Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ, καί μόνον οἱ δυό μας κάναμε ἕνα τριήμερο Σεμινάριο σέ Ἀμερικανούς Ψυχοθεραπευτές, ἀναπτύσσοντας τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀναλύοντας ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θεραπεύει τόν ἄνθρωπο μέ τά Μυστήρια καί τήν ἀσκητική της παράδοση.

Στήν συνέχεια, ὅταν ἔγινα Μητροπολίτης Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου μοῦ ὑπέβαλε αἴτηση νά τόν προσλάβω στήν Ἱερά Μητρόπολή μου καί νά τόν ἐγγράψω στό Κληρικολόγιό της, χωρίς, βέβαια, μισθοδοσία, ἁπλῶς γιά νά ἔχη ἐκκλησιαστική ἀναφορά. Τότε ζήτησα ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Σπυρίδωνα τό Ἀπολυτήριό του ἀπό τήν Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς στήν ὁποία ἀνῆκε μέχρι τότε, ὁ ὁποῖος μοῦ τό ἀπέστειλε καί ἔκτοτε μέχρι τοῦ θανάτου του ἀνῆκε στήν Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου.

Αὐτό ἔγινε ἀφορμή νά ἀποκτήσουμε μεγαλύτερη ἐπικοινωνία καί νά εἰσδύσω ἀκόμη περισσότερο στήν διδασκαλία του.

Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι καί ὁ π. Ἰωάννης Ρωμα­νίδης εἶναι δύο μεγάλοι θεολόγοι τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Κανένας ἄλλος Ἕλληνας θεολόγος δέν εἶχε τέτοια μεγάλη ἐπικοινωνία μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι καί ἐπίδραση ἀπό αὐτόν ὅπως ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Αὐτό φαίνεται στίς ἐπιστολές τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη πού ἔχουν διασωθῆ. Ἀλλά καί σέ ἐπιστολή τοῦ π. Γεωργίου Φλω­ρόφσκι πού διασώζεται φαίνεται ἡ μεγάλη ἐκτίμηση πού εἶχε στόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τόν μαθητή του. Ἴσως ἦταν ὁ καλύτερος μαθητής του.

Αὐτό φαίνεται στίς ἐπιστολές τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη τίς ὁποῖες ἀνεζήτησα καί βρῆκα. Πρόκειται γιά 25 ἐπιστολές πού ἐστάλησαν ἀπό τόν Μάϊο τοῦ 1954 μέχρι τόν Αὔγουστο τοῦ 1966 καί  τίς δημοσίευσα στό βιβλίο μου μέ τίτλο «π. Ἰωάννης Ρωμα­νίδης, ἕνας κορυφαῖος δογ­ματικός θεολόγος τῆς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας».

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης προσέλαβε τά βασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ἀλλά καί προχώρησε πιό πέρα ἀπό τόν καθηγητή του καί «μέν­τορά» του, ὅπως τόν ἀποκαλοῦσε, κυρίως σέ τέσσερα θέματα: Πρῶτον, στήν διαφορά μεταξύ τῶν φιλοσοφούντων θεολόγων τοῦ 3ου καί 4ου αἰῶνος καί τῶν Πατέρων πού στηρίχθηκαν στήν ἐμπειρία τῶν Προ­φητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων∙ δεύτερον στήν ἱστορία πού προσδιόρισε τήν Ἀνατολική καί Δυτική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία∙ τρίτον, στήν «νεοπατερική σύνθεση», τονίζοντας τήν σπουδαιότητα τῆς διδα­σκαλίας τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Γρη­γορίου τοῦ Παλαμᾶ∙ καί τέταρτον, στήν βάση τῆς «Φιλοκαλίας» τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, στόν ἱερό ἡσυχασμό πού εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πού διαφο­ρο­ποιεῖται ἀπό τήν Φραγκολατινική παράδοση.

Στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ γίνεται μιά σύντομη ἀνά­λυση τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν μέ τίς ἑξῆς ὑποδιαιρέσεις: Ἔντονη  καί εἰλικρινής ἀλληλογραφία∙ Μαθητής, σύνοικος, καθοδηγητής καί συνάδελφός του∙ Βιογραφικά στοιχεῖα τῶν δύο θεολογικῶν ἀνδρῶν∙ Ἀναφορά στίς μελέτες του∙ Ἐνημέρωση γιά τήν θεολογική καί ἐκκλησιαστική κατά­στα­ση∙ Ἐνδιαφέρον γιά τήν Ὀρθοδοξία στήν Ἀμερική καί τήν πορεία τῶν θεολογικῶν διαλόγων∙ καί Συμπερά­σματα.

Ἡ θεολογική ἐπικοινωνία μεταξύ τῶν κορυφαίων αὐ­τῶν θεολόγων τοῦ 20οῦαἰῶνος εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέ­ρου­σα. Παρατίθεται μιά σύντομη ἀνάλυση.

Διαβάστε τήν ἀνάλυση ΕΔΩ

Ιωάννου Ρωμανίδου: Εφηρμοσμένη Ορθόδοξη Θεολογία

Πρωτοπρ. Ιωάννου Ρωμανίδου,

«Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας»

Εδώ, όμως, συναντώμεν το πλέον περίπλοκον και δύσκολον πρόβλημα της συγχρόνου Ορθοδόξου Θεολογίας. Οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι είναι διαβεβρωμένοι με πολιτιστικά συμπλέγματα κατωτερότητος δεν δύνανται να μάθουν την πατερικήν θεολογίαν. Τούτο διότι απαιτείται προς τούτο υποταγή εις τους Πατέρας, ως εις πνευματικούς, αφού η θεολογία αυτών είναι η παράδοσις πολεμικών μεθόδων κατά του διαβόλου προς επίτευξιν της τελειώσεως εν τη μετ' αλλήλων ενότητι εν Χριστώ. Η θεολογική αυτή μέθοδος δύναται να εκμαθηθή μόνον από τους χάριτι Θεού νικητάς και ευρισκομένους εν τη ενότητι ταύτη.

Εφ' όσον ο αιρετικός είναι εκείνος ο οποίος δεν κατέχει την μέθοδον ταύτην είναι αδύνατον να μάθη τις αυτήν απ' αυτόν. Και όταν ο καλούμενος Ορθόδοξος δεν κατέχει την μέθοδον ταύτην είναι αδύνατον να μάθη τις αυτήν ούτε απ' αυτόν.

Φαίνεται ότι όταν κατανοήσουν οι σημερινοί ορθόδοξοι Θεολόγοι, ότι η υψίστη μορφή της Θεολογίας είναι του εν θεωρία ευρισκομένου Θεολόγου, ήτις είναι η συνέχεια της Πεντηκοστής εν τη ιστορία, τότε δύνανται να λάβουν θέσεις δια την εξέτασιν της παραδόσεως ταύτης εις τα ιστορικά της πλαίσια δια να αξιολογήσουν ορθώς τας εφαρμογάς της Θεολογίας ταύτης εις τας σχέσεις της Εκκλησίας προς την κοινωνίαν και τον κόσμον γενικώς.

Το πλέον δυνατόν στοιχείον εις την ενώπιόν μας αντίληψιν ταύτην της Θεολογίας είναι ότι ο φορεύς αυτής ελευθερούται από την υποδούλωσιν εις το περιβάλλον του, όχι δια της εκ τούτου φυγής, αλλά δια της απελευθερώσεως του νοός από την επιρροήν και κυριαρχίαν της λογικής, των παθών, και του σώματος, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε ο κεχαριτωμένος νους μεταμορφώνει την λογικήν, τα πάθη και το περιβάλλον του.

Είναι αρκούντως φανερόν, ότι ο Χριστός προσηυχήθη δια την ένωσιν των αποστόλων και των οπαδών του εν τη θεωρία της δόξης του Πατρός εν Εαυτώ δι' Αγίου Πνεύματος «ίνα ο κόσμος πιστεύση» ότι ο Πατήρ απέστειλε τον Χριστόν.

Ο Κόσμος όμως δεν πιστεύει εξ αιτίας των Χριστιανών γενικώς, εφ' όσον ούτοι είναι ενίοτε ουχί καλύτεροι και ακόμη χειρότεροι από μέλη άλλων θρησκειών. Εξ αιτίας των τοιούτων Χριστιανών πολλοί αδυνατούν να λάβουν σοβαρώς υπ' όψιν τον Χριστιανισμόν, και όταν ακόμη δέχωνται τον Χριστόν ως μέγαν θρησκευτικόν αρχηγόν και ηθικόν διδάσκαλον.

Μόνον εξ αιτίας των Χριστιανών εις κατάστασιν φωτισμού και θεώσεως πιστεύει ο κόσμος, ότι ο Πατήρ απέστειλε τον Υιόν Αυτού. Δύναταί τις να εξετάση πως οι εν θεωρία όντες επηρεάζουν το περιβάλλον των δια της μελέτης της παραδόσεως της προσκυνήεως των αγίων και των εικόνων και των λειψάνων αυτών.

Κύριο ἄρθρο: Μνήμη π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Μνήμη π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Photo: Peter Williams/Photo Oikoumene

Σάν σήμερα πρίν 22 χρόνια, καί συγκεκριμένα τήν 1 Νοεμβρίου 2001, ἐκοιμήθη στήν Ἀθήνα, τήν ἡμέρα τῶν ἁγίων Ἀναργύρων μπροστά στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Κυριακῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς, ὁ κορυφαῖος Δογματικός θεολόγος καί ἱστορικός, ἀλλά καί ὁμολογητής τῆς πίστεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας π. Ἰωάννης Ρωμανίδης.

Πρός τό τέλος τῆς βιολογικῆς του ζωῆς, μέ αἴτησή του, ἐντάχθηκε στό Κληρικολόγιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, γι’ αὐτό καί ὡς Μητροπολίτης του ἀσχολήθηκα μέ ὅλη τήν διαδικασία τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας του, σέ συνεργασία μέ τόν Καθηγητή Πρωτ. π. Γεώργιο Μεταλληνό, ἐξ ἴσου ἐπιστήθιο φίλο του, καί ἄλλους Κληρικούς, στόν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν, ὅπου ὁμίλησαν ἐκπρόσωποι τῶν τεσσάρων Θεολογικῶν Τμημάτων τῶν δύο Θεολογικῶν Σχολῶν, Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης, καί ἐκπρόσωποι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔζησε τό πρῶτο μισό τῆς ζωῆς του στήν Ἀμερική, σπούδασε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, στά Πανεπιστήμια Γέϊλ καί Χάρβαρντ, στόν Ἅγιο Βλαδίμηρο Νέας Ὑόρκης, στό Ἰνστιτοῦτο Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι καί στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν. Τό δεύτερο μισό μέρος τῆς ζωῆς του ἔζησε μεταξύ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης καί τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Λιβάνου, καί συμμετεῖχε στούς Θεολογικούς διαλόγους μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ὁμολογιῶν, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Οἱ Θεολογικές του γνώσεις ἀπό τήν πλούσια ἐρευνητική του ἐργασία ἦταν μεγάλες, ἡ γνώση τῆς ἀγγλικῆς καί γαλλικῆς γλώσσης τοῦ ἦταν ἐπαρκής, ἀλλά καί οἱ τεράστιες ἱστορικές γνώσεις τόν βοήθησαν στό ἔργο του. Ἦταν ἕνας εὐφυής ἄνθρωπος καί γνώστης τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στίς σαφεῖς προϋποθέσεις τῆς θεολογίας τους, πού ἦταν ἡ μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

Ὡς ἕνα θεολογικό μνημόσυνο στήν μνήμη του θά δημοσιεύσω ἕνα κείμενο πού ἔγραψα πρόσφατα μέ τίτλο «Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὡς Καθηγητής τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης Ἀμερικῆς» τά ἔτη 1960-1961, καί 1961-1962, πού ἐνῶ τότε ἦταν ἡλικίας 33-34 ἐτῶν ἦταν ἕνας ὥριμος Δογματικός Θεολόγος.

Νά σημειωθῆ ὅτι ὑπῆρξε μαθητής τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ καί μάλιστα ὁ καλύτερός του μαθητής, πράγμα πού ἐπιμελῶς καί ἐνσυνειδήτως παραθεωροῦν ὅσοι ἀναφέρονται στόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, ὅπως καί ἔγινε πρόσφατα σέ Θεολογικό Συνέδριο, ἀλλά αὐτήν τήν περίοδο πού δίδασκε Δογματική στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης ἦταν συνάδελφος Καθηγητής μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφκυ καί ἔμεναν στήν ἴδια Πολυκατοικία στήν Βοστώνη.

Ἀκολουθεῖ τό κείμενο (pdf):

«Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὡς Καθηγητής τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης Ἀμερικῆς»

Κύριο ἄρθρο: π. Γεώργιος Φλωρόφσκι καί π. Ἰωάννης Ρωμανίδης

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

Μέ τήν εὐκαιρία τῶν 40 ἐτῶν ἀπό τήν κοίμηση τοῦ μεγάλου θεολόγου π. Γεωργίου Φλωρόφσκι θά διοργανωθοῦν διάφορα Συνέδρια καί θά ἀφιερωθοῦν ὁμιλίες γιά νά μελετηθῆ τό ἔργο του. Ἤδη γιά ἕνα τέτοιο Συνέδριο πού διοργανώνει ἡ Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων ἑτοιμάζω μιά εἰσήγηση, στήν ὁποία ἀποδεικνύω τήν μεγάλη σχέση μεταξύ τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι καί τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Μάλιστα, ὁ Φλωρόφσκι θεωροῦσε τόν Ρωμανίδη ὡς τόν ὀξυνούστερο τῶν μαθητῶν του.

Στό βιβλίο πού ἔγραψα στό παρελθόν μέ τίτλο «π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἕνας κορυφαῖος Δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας» (ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου – Πελαγίας, Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θηβῶν καί Λεβαδείας) δημοσίευσα εἴκοσι πέντε (25) ἐπιστολές τοῦ Ρωμανίδη στόν Φλωρόφσκι, πού ἀνακάλυψα καί τίς ἀνέλυσα γιά νά φανῆ αὐτή ἡ συνεχής σχέση καί ἐπικοινωνία μεταξύ τους.

Δυστυχῶς, δέν μπόρεσα νά ἀνεύρω τίς ἐπιστολές τοῦ Φλωρόφσκι πρός τόν Ρωμανίδη, πού θά ἦταν ἐνδιαφέρουσες, ἀλλά ἀπό τίς ἐπιστολές τοῦ Ρωμανίδη πού δημοσιεύω φαίνονται καί οἱ ἀπόψεις πού ὑποστήριζε ὁ Φλωρόφσκι.

Ὅποιος διαβάση τίς εἴκοσι πέντε (25) αὐτές ἐπιστολές καί τήν ἀνάλυση πού γίνεται θά βρῆ πολλά αὐτοβιογραφικά στοιχεῖα τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν ἀνδρῶν, τό περιβάλλον στό ὁποῖο ἔζησαν καί τίς ἀπόψεις τους γιά διάφορα θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήματα. Θά διαπιστώση τήν μεγάλη σχέση πού εἶχαν μεταξύ τους καί ὅτι ὁ Ρωμανίδης ἦταν ἀληθινός μαθητής του.

Ἐδῶ θά ἐκτεθῆ τό μεγαλύτερο μέρος τῶν συμπερασμάτων μου μετά τήν παράθεση τῶν ἐπιστολῶν καί τῆς ἀνάλυσής τους.

Γράφω, μεταξύ τῶν ἄλλων:

«Οἱ διασωθεῖσες ἐπιστολές τοῦ Ρωμανίδη πρός τόν Φλωρόφσκι εἶναι σημαντικές, γιατί παρουσιάζουν τήν σχέση καί τήν ἐπικοινωνία μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων θεολόγων τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Διαβάζοντας κανείς αὐτές τίς ἐπιστολές καταλαβαίνει ὅτι ὁ Ρωμανίδης ἦταν μαθητής τοῦ Φλωρόφσκι, αὐτός τόν καθοδήγησε στίς πρῶτες θεολογικές του μελέτες καί ἀναζητήσεις, ὁ δέ Ρωμανίδης τόν σεβόταν ὑπερβολικά καί τόν ἐνημέρωνε γιά τά πάντα. Καί αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί μέχρι τώρα ἀμφισβητεῖτο ἡ θεολογική σχέση τοῦ Ρωμανίδη μέ τόν Φλωρόφσκι. Καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι, ἐνῶ ἀπό μερικούς συγχρόνους θεολόγους ἐπαινεῖται τό θεολογικό ἔργο τοῦ Φλωρόφσκι, ἐν τούτοις ἀπό τούς ἴδιους περιφρονεῖται τό θεολογικό ἔργο τοῦ Ρωμανίδη.

Βέβαια, ὅταν τελικά διαβάση κανείς συγκριτικά τό θεολογικό ἔργο τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν, καταλαβαίνει ὅτι ἔχουν κοινά σημεῖα, γιατί ὁμιλοῦν γιά τήν ἀξία τῶν ἁγίων Πατέρων, γιά τήν σημασία τῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν διαχρονική σημασία τοῦ ἑλληνισμοῦ –στήν πραγματικότητα γιά τόν λεγόμενο ἐκχριστιανισμένο ἑλληνισμό– γιά τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως στήν δυτική παράδοση, γιά τήν ἀλλοίωση σέ μερικά σημεῖα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως ἀπό τήν ρωσική θεολογία, γιά τήν ἀξία τῆς Φιλοκαλίας κλπ. Ὅμως, ὁ Ρωμανίδης προχώρησε τό θέμα τονίζοντας τήν ἀξία τῆς ἐμπειρίας, ὅπως φαίνεται στήν ἡσυχαστική παράδοση, ἀλλά καί τήν ἑνότητα τῶν Ρωμαίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, γιατί θεωροῦσε ὅτι ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία εἶχε ἐξελληνισθῆ πρίν τόν ἐκχριστιανισμό της καί ὅτι οἱ πρῶτοι Πατέρες εἶχαν ἑνότητα πίστεως, πράγμα πού ἀλλοιώθηκε μέ τήν κάθοδο τῶν Φράγκων.

Πιό συγκεκριμένα, ὁ Φλωρόφσκι ἔδινε μεγάλη σημασία στούς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, προφανῶς γιά νά κρίνη τήν θεωρία τοῦ Ἀλέξη Χομιακώφ καί τῶν Ρώσων, ὅτι δηλαδή ἡ σχολαστική θεολογία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί ἡ ρωσική θεολογία ἀνώτερη καί ἀπό τίς δύο αὐτές θεολογίες. Ἐπίσης, ὁ Φλωρόφσκι ἔδινε μεγάλη βαρύτητα στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί ὑπογράμμιζε τήν ἀξία τοῦ βιβλίου τῆς Φιλοκαλίας. Ὁ Ρωμανίδης ἔχει καί τά τρία αὐτά σημεῖα στήν θεολογία του, ἀλλά προχώρησε τά θέματα βαθύτερα. Τόνισε τήν ἀξία τῶν Ρωμαίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά δείξη τό κακό πού προξένησαν στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας οἱ Φράγκοι θεολόγοι. Ἐπίσης, εἶδε τήν μεγάλη ἀξία τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τήν ἀξία τῆς Φιλοκαλίας, ἀναλύοντας περισσότερο τήν οὐσία τοῦ ἡσυχασμοῦ, πού συνίσταται στήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, ἔκανε λόγο γιά τήν ἡσυχία, τήν νοερά προσευχή καί τήν θεωρία-θέα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει ὅτι προχώρησε τίς θεολογικές θέσεις τοῦ Φλωρόφσκι ἀκόμη περισσότερο καί εἶδε τήν πρακτική διάσταση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως στήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν θέωση....

Ἡ οὐσία τοῦ θέματος εἶναι ὅτι οἱ ἐπιστολές αὐτές φανερώνουν τήν στενή ἐπικοινωνία δύο μεγάλων καί κορυφαίων θεολόγων τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι καί τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, καί οἱ ὁποῖοι μέ τό ἔργο τους βοήθησαν νά ἐλευθερωθῆ ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἀπό τήν βαβυλώνεια αἰχμαλωσία της στήν σχολαστική, ἠθικιστική καί ἰδεαλιστική νοοτροπία τῆς Δύσεως».

Νομίζω ὅτι ὅποιος ἀγνοεῖ τήν θεολογική σχέση μεταξύ τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι καί τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ἀγνοεῖ ταυτόχρονα ἕνα μεγάλο μέρος τῆς διδασκαλίας τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι.

Κύριο θέμα: Ἐκοιμήθη ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης - Ὁ διδάσκαλος τῆς Ρωμηοσύνης

Τὴν 1η Νοεμβρίου 2001, ἐκοιμήθη ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, Καθηγητὴς τῆς Θεολογίας, ὁ «διδάσκαλος τῆς Ρωμαίϊκης ὑποστάσεως τοῦ Γένους» (Ναυπάκτου Ἱερόθεος, «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία»), «ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους ὀρθοδόξους θεολόγους τοῦ 20οῦ αἰῶνος» (π. Γεώργιος Μεταλληνός).

Κύριο θέμα: Εκοιμήθη ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης - Ο διδάσκαλος της ΡωμηοσύνηςὉ π. Ἰωάννης ἐκοιμήθη στὴν Ἀθήνα σὲ ἠλικία 74 ἐτῶν, ὕστερα ἀπὸ καρδιακὸ ἐπεισόδιο, κατά τὴν διάρκεια τοῦ πρωϊνοῦ περιπάτου σὲ Ἐκκλησίες καὶ τὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, λίγο πρὶν εἰσέλθη στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Κυριακῆς τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν Τρίτη 6 Νοεμβρίου, στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν. Συμμετεῖχαν οἱ Ἀρχιερεῖς: Τυρολόης Παντελεήμων, Ναυπάκτου Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκπροσώπησε τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο κ. Χριστόδουλο, Ἱεραπύτνης Εὐγένιος καὶ πρώην Ἀτλάντας κ. Ἰωάννης, ὁ Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Πρωτοπρεσβύτερος π. Θωμᾶς Συνοδινός, ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός καὶ ἄλλοι Ἱερεῖς, ἡ οἰκογένειά του, ἡ ἀδελφή καὶ ὁ ἀνηψιός τοῦ ἐκλιπόντος, καὶ ἄλλοι μαθητές καὶ φίλοι του. Τήν ἐξόδιο ἀκολουθία ἔψαλε ὁ χορός τοῦ Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως.

Στήν μνήμη τοῦ ἀειμνήστου π. Ἰωάννη, ἡ Ἐφημερίδα μας κάνει ἕνα μικρό ἀφιέρωμα, ἀφήνοντας νὰ μιλήσουν γι’ αὐτὸν οἱ μαθητές του – Ἐπίσκοποι, Ἱερεῖς, Καθηγηταί Πανεπιστημίου, κ.ά. – καὶ νὰ ἀνοίξουν ἔτσι τὸν μεταθανάτιο κύκλο – και χορό – τῶν συζητήσεων γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ π. Ἰωάννη. Γιατί ὁ π. Ἰωάννης κοιμήθηκε, ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ μιλᾶ: «Μύσας ὁ... Ἰωάννης τὸ στόμα, ἀφήκεν ἠμῖν ἄλλο τάς βίβλους στόμα» (στίχοι στὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο). Ὁ λόγος του, λόγος σύγχρονος καὶ παραδοσιακός, διεισδυτικός καὶ διακριτικός, ὀξύς καὶ θεραπευτικός, πατερικός, θεολογικός, θὰ ἀκούγεται ἔντονα, ὅπου ἡ μικρά ζύμη θὰ ζυμώνη ὅλο τὸ φύραμα.

Αρχιμ. Κ.Ε.Γ.

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - Ἀπὸ τὴν σελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ecclesia.gr.

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου: Ἐπικήδειος λόγος

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: Ἐπικήδειος λόγος

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - «Ἕναν πουλίν, καλὸν πουλίν...»

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - Thomas Shaw: Μιλώντας γιὰ τὸν Διάβολο

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - Δ. Ἀθ. Λιάλιου: Ἐπικήδειος λόγος

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - Παναγιώτη Χριστινάκη: Ἐπικήδειος λόγος

Π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης (1927-2001) - Λόγος Χρωματικός εἰς τὸ ἐξόδιον τοῦ Πρεσβυτέρου Ἰωάννου Ρωμανίδη

Κύριο Θέμα: Πατερική καί Σχολαστική θεολογία καί τό περιβάλλον τους μέ βάση τίς προφορικές παραδόσεις τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Νέο βιβλίο τοῦ Μητροπολίου Ναυπάκτου

Ἡ εἰσαγωγή τοῦ βιβλίου

Διαβάζουμε τήν Ἁγία Γραφή -Παλαιά καί Καινή Διαθήκη- καί βλέπουμε τά σχετικά μέ τόν ἄσαρκο καί σεσαρκωμένο Λόγο, τήν ἐμφάνισή Του στούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους. Ἐπίσης, διαβάζουμε τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί βλέπουμε τήν ὀρθόδοξη θεολογία, τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καί πῶς συμμετέχουμε καί ἐμεῖς σέ αὐτήν τήν δόξα διά τῆς μετοχῆς στό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Σέ ὅλη τήν πατερική διδασκαλία, πού εἶναι συνέχεια τῆς προφητικῆς καί ἀποστολικῆς διδασκαλίας, φαίνεται καθαρά ἡ σταυροαναστάσιμη πορεία τοῦ Χριστιανοῦ, πῶς καί ὁ ἴδιος συμμετέχει στήν νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν διάβολο, τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.

Ὅμως, αὐτή ἡ προφητική, ἀποστολική καί πατερική θεολογία πού ἔχει κοινά στοιχεῖα, κοινή βάση, κοινό πυρήνα, ἔχει διαφοροποιηθῆ διά μέσου τῶν αἰώνων ἀπό μερικούς θεολόγους καί ἔχει ἑρμηνευθῆ κατά ἕναν διαφορετικό τρόπο. Στήν Δύση ἔχει ἀναπτυχθῆ μιά ἰδιαίτερη θεολογία πού ὀνομάσθηκε σχολαστική, ἐπειδή καλλιεργήθηκε στίς τότε Πανεπιστημιακές Σχολές μέ τήν χρησιμοποίηση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Ἐνῶ ἡ πατερική θεολογία ἔχει ὡς κέντρο της τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, διά τοῦ φωτισμένου νοῦ, ἡ σχολαστική θεολογία ἔχει ὡς κέντρο της τόν στοχασμό ἀπό τήν λογική καί τήν φαντασία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ὑπάρχει μιά σαφέστατη διαφορά μεταξύ πατερικῆς καί σχολαστικῆς θεολογίας.

Στό βιβλίο αὐτό γίνεται προσπάθεια νά καταγραφοῦν οἱ διαφορές μεταξύ αὐτῶν τῶν τύπων θεολογίας. Βέβαια, ἔχουν γραφῆ πολλές μελέτες ἀπό ἀκαδημαϊκούς διδασκάλους, ἀπό τίς ὁποῖες ἄλλες ἀναφέρονται στήν θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἄλλες στήν θεολογία τῶν σχολαστικῶν θεολόγων τῆς Δύσεως καί ἄλλες ἐπιχειροῦν συσχετίσεις καί διαφοροποιήσεις μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν θεολογιῶν. Ὅμως, στό βιβλίο αὐτό ἐπιχειρεῖται μία σύγκριση μεταξύ πατερικῆς καί σχολαστικῆς θεολογίας βάσει τῆς προφορικῆς διδασκαλίας τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μπορεῖ νά ὑπάρχουν μερικές ἐλλείψεις ἤ ὑπερτιμήσεις, ἀλλά ὄφειλα νά ἐκθέσω τήν ἄποψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καί νά τόν στηρίξω ἤ καί νά τόν συμπληρώσω μέ διάφορα ἄλλα κείμενα. Ἀσφαλῶς δέν καλύπτεται ὅλο τό εὖρος τῶν θεμάτων πού θίγονται στό βιβλίο αὐτό.

† Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀσχολήθηκε ἰδιαίτερα μέ τό θέμα τῆς πατερικῆς καί τῆς σχολαστικῆς θεολογίας. Ὅταν δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς Βοστώνης, Ἀμερικῆς, ἀσχολεῖτο σοβαρῶς μέ τά θέματα αὐτά, ὅπως φαίνεται σέ μιά ἐπιστολή πού ἀπέστειλε στόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι:

«Γιά τήν ὥρα συζητάω ἄν πρέπει νά συνεχίσω μέ τό θέμα "Ὁ Ἅγ. Αὐγουστῖνος καί ὁ Αὐγουστινιανισμός" γιά τίς ἐξετάσεις κορμοῦ ἤ νά τό ἀλλάξω στόν νέο-πλατωνισμό. Τό πρῶτο θά ἄξιζε τόν κόπο, ἀλλά τό δεύτερο θά εἶναι περιορισμένο χρονολογικά καί πιό σημαντικό γιά τήν πατερική ἀνατολική παράδοση, ἰδιαίτερα τήν ἱστορική περίοδο πού μέ ἀφορᾶ γιά τήν εἰδικότητα καί τήν διατριβή. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά φέτος στήν Σχολή διδάσκω ἕνα μάθημα "Ἱστορία τῆς Δυτικῆς Θεολογίας" ἀπό τόν Αὐγουστῖνο στόν Ὄκαμ τό πρῶτο τετράμηνο καί στήν συνέχεια γιά τήν διαμάχη τοῦ Jansenism τό δεύτερο τετράμηνο. Ἔτσι θά κάνω προσεκτική μελέτη προετοιμαζόμενος γιά τίς διαλέξεις μου».

Ὅταν ἐξετάση κανείς τό θέμα ἐξωτερικά, μπορεῖ νά σχηματίση τήν ἄποψη ὅτι ὁ τίτλος τοῦ παρόντος βιβλίου Πατερική καί Σχολαστική θεολογία δέν καλύπτει ὅλο τό περιεχόμενό του. Ὅμως, ἡ προσεκτική μελέτη θά καταδείξη ὅτι ὁ πυρήνας τοῦ παρόντος βιβλίου εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ πατερικῆς καί σχολαστικῆς θεολογίας. Τά ἄλλα κεφάλαια πού περιλαμβάνονται στό βιβλίο αὐτό, ὅπως τά σχετικά μέ τήν ἑλληνική φιλοσοφία, τήν ρωσική θεολογία καί τήν νεοελληνική θεολογία εἶναι ἐξαρτώμενα ἀπό τόν βασικό πυρήνα τοῦ βιβλίου. Καί αὐτό γιατί ἡ σχολαστική θεολογία ἔχει ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία, ἡ ρωσική θεολογία προσπάθησε νά ἀποδεσμευθῆ ἀπό τήν σχολαστική θεολογία καί παρουσιάσθηκε ὡς ὑπέρβασή της, ἀλλά διαφοροποιήθηκε καί ἀπό τήν πατερική θεολογία, καί ἡ νεοελληνική θεολογία ἔχει ἐπηρεασθῆ καί ἀπό τήν σχολαστική καί ἀπό τήν ρωσική θεολογία.

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, τό θέμα εἶναι σοβαρότατο. Πολλοί Κληρικοί, μοναχοί καί θεολόγοι στήν ἐποχή μας εἶναι προβληματισμένοι ἀπό τήν σύγχρονη οἰκουμενιστική κίνηση, πολλοί γνωρίζουν τήν πατερική διδασκαλία, ἀλλά συνήθως ἀγνοοῦν τόν ἐπηρεασμό πού δέχθηκε ἡ σύγχρονη θεολογία ἀπό τήν σχολαστική καί τήν ρωσική θεολογία, πού σέ βασικά σημεῖα διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν γνήσια πατερική παράδοση, ὅπως ἐκφράσθηκε διά μέσου τῶν αἰώνων. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης σέ μιά ἐπιστολή του πρός τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι παρατηρεῖ:

«Ἡ θεολογική κατάσταση στήν Ἑλλάδα εἶναι μιά μείζων καταστροφή. Οἱ μόνοι σωστοί Ὀρθόδοξοι πού συνάντησα ἦταν λίγοι μοναχοί στό Ἅγιον Ὄρος, πού ἀπεχθάνονται τόν Ἀνδροῦτσο καί τόν Τρεμπέλα καί τά Πανεπιστήμια, γενικά, καί ὄντως σκέφτονται μέ πατερικούς ὅρους. Αὐτό τό κάνουν ἀκόμη καί οἱ πιό ἀδαεῖς μοναχοί. Τό μόνο μειονέκτημά τους εἶναι ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀποκομμένοι ἀπό τίς σύγχρονες μορφές τῆς δυτικῆς θεολογίας»

Βέβαια, ἀπό τό ἔτος 1958 πού γράφηκε ἡ ἐπιστολή αὐτή ἔχουν ἀλλάξει σέ μερικά σημεῖα οἱ θεολογικές σπουδές στήν Ἑλλάδα, ἀλλά χρειάζονται πολλές προσπάθειες γιά νά ἐπανέλθη ἡ γνήσια πατερική θεολογία. Τό κυριότερο εἶναι ὅτι πρέπει νά γίνουν ἐργώδεις προσπάθειες γιά νά φανῆ ἡ διαφοροποίηση τῆς σχολαστικῆς καί ρωσικῆς θεολογίας ἀπό τήν αὐθεντική πατερική παράδοση.

Σέ αὐτήν τήν κατεύθυνση κινεῖται καί τό παρόν βιβλίο, πού ἔχει ὡς ἀναφορά τήν προφορική διδασκαλία τοῦ συγχρόνου κορυφαίου δογματικοῦ θεολόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, καί εἶναι συνέχεια τῶν ἄλλων βιβλίων πού ἐξέδωσα, ἤτοι Ἐμπειρική Δογματική (Α΄ καί Β΄ τόμος) καί π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό διασώζεται στήν μνήμη μας ἡ ρωμαλέα καί δυνατή θεολογία τοῦ κορυφαίου αὐτοῦ θεολόγου τῆς σύγχρονης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Τό βιβλίο αὐτό ἀναλύει τήν πατερική καί σχολαστική-δυτική θεολογία. Ἡ πρώτη (Πατερική θεολογία) στηρίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Προφῆτες, Ἀποστόλους καί Πατέρες, ἡ δεύτερη (σχολαστική-δυτική θεολογία) στηρίζεται στήν φιλοσοφία ὡς προσπάθεια κατανόησης τοῦ Θεοῦ διά τῆς λογικῆς. Ἡ πρώτη θέτει τίς προϋποθέσεις τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση, ἡ δεύτερη θέτει ὡς προϋποθέσεις τήν ἀναλογία τοῦ ὄντος (analogia entis) καί τήν ἀναλογία τῆς πίστεως (analogia fidei). Ἡ πρώτη ἔχει ὡς ἱστορικό ὑπόβαθρο τόν χῶρο τῆς ἑνωμένης Χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας (Ρωμηοσύνη), ἡ δεύτερη ἐκφράζεται στήν Δύση, ὅπως διαμορφώθηκε ἀπό τούς Φράγκους (Φραγκοσύνη). Εἶναι ὄντως δύο διαφορετικές θεολογικές παραδόσεις. Αὐτό, σέ γενικές γραμμές, παρουσιάζεται στό παρόν βιβλίο.

Τά κείμενα τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη πού παρατίθενται στό βιβλίο αὐτό, ἐπειδή προέρχονται ἀπό προφορικές παραδόσεις πού ἀπομαγνητοφωνήθηκαν, δέν ἔχουν παραπομπές. Ὑπάρχουν, ὅμως, στό προσωπικό μου ἀρχεῖο.

Διαβάζοντας τό βιβλίο αὐτό καταλαβαίνουμε τήν μεγάλη προσφορά τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τήν μεγάλη ἀξία τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ἀλλά ἀντιλαμβανόμαστε καί τήν ἀπόκλιση τῆς δυτικῆς θεολογίας ἀπό τήν προφητική, ἀποστολική καί πατερική θεολογία. Ἐπιπλέον, στήν σύγχρονη ἐποχή τῶν διαλόγων, τό βιβλίο αὐτό προσφέρεται νά βοηθήση στόν διάλογο μεταξύ τῶν διαφόρων τύπων θεολογιῶν.

Ἡ ἄποψη πού ἐπικρατεῖ στούς περισσοτέρους συγχρόνους θεολόγους ὅτι ἡ πατερική θεολογία τελείωσε τόν ὄγδοο (8ο) αἰώνα, ὅτι ἡ σχολαστική θεολογία ὑπερέβη τήν πατερική θεολογία καί ὅτι ἡ ρωσική θεολογία ξεπέρασε καί τήν πατερική καί τήν σχολαστική θεολογία εἶναι νάρκη στά θεμέλια τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας καί τελικά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Μέ αὐτήν τήν προοπτική γράφηκε καί δημοσιεύεται τό παρόν βιβλίο καί ἐπικαλοῦμαι τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν κατανόηση τῶν ἀναγνωστῶν. Στόν Θεό ἀνήκει ἡ τιμή καί δόξα, ἀλλά καί στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀνήκει ὁ ἔπαινος καί ἡ ἐν Κυρίῳ καύχηση.

† Ὁ Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱερόθεος

 

 Περιεχόμενα

Πρόλογος

Εἰσαγωγή

 

Α΄ Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί ἡ δυτική θεολογία

  1. Οἱ ἐπιδράσεις πού δέχθηκε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης στήν διδασκαλία του
  2. Π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί ὁ ἐμπειρικός ἡσυχασμός
  3. Ἀπό τήν σχολαστική καί προτεσταντική θεολογία στήν πατερική θεολογία
  4. Ἡ κριτική τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη στήν βιβλική κριτική
  5. Τελικά συμπεράσματα

 

Β΄ Μεταφυσική φιλοσοφία

  1. Ὁρισμός καί ἀρχές τῆς φιλοσοφίας
  2. Ἡ κλασσική μεταφυσική
α) Ὁ Πλάτων β) Ὁ Ἀριστοτέλης γ) Οἱ Νεοπλατωνικοί
  1. Ἡ φιλοσοφική θεολογία τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν

 

Γ΄ Πατερική θεολογία

  1. «Ἑρμηνευτικά κλειδιά»
α) Τριαδολογία
β) Χριστολογία
γ) Ἐκκλησιολογία
δ) Ἐσχατολογία
  1. Πατέρες καί φιλοσοφία
α) Οἱ Πατέρες γνῶστες τῆς φιλοσοφίας
β) Οἱ Πατέρες δέν ἦταν φιλόσοφοι
γ) Βυζάντιο καί φιλοσοφία
δ) Μιά ἐσφαλμένη ἄποψη γιά τήν πατερική παράδοση
ε) Οἱ Πατέρες ἐναντίον τῆς φιλοσοφίας-μεταφυσικῆς
  1. Πατέρες καί Νεοπλατωνισμός
α) Νεοπλατωνισμός
β) Διαφορά Πατέρων καί Νεοπλατωνικῶν
  1. Ἡ ἁγιοπνευματική ἐμπειρία ὡς βάση τῆς πατερικῆς θεολογίας
α) Ἐμπειρική ὁρολογία
β) Ἐμπειρική μεθοδολογία
γ) Ἐμπειρική γνωσιολογία
δ) Πεπλανημένη ἐμπειρία

 

Δ΄ Σχολαστική θεολογία

  1. Ὁ ὅρος σχολαστική θεολογία
  2. Σχολαστικοί θεολόγοι
  3. Οἱ βάσεις τῆς σχολαστικῆς θεολογίας
α) Ἐπίσκοπος Ἱππῶνος Αὐγουστῖνος
I. Γενικές παρατηρήσεις στήν διδασκαλία τοῦ Αὐγουστίνου
II. Bασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ Αὐγουστίνου
β) Ἡ παρερμηνεία τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου στήν Δύση
γ) Πλατωνική καί ἀριστοτελική φιλοσοφία στούς σχολαστικούς
δ) «Τά καθόλου» καί «τά καθ’ ἕκαστον»
ε) Ἀναλογία τοῦ ὄντος καί ἀναλογία τῆς πίστεως
στ) Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης
  1. Ἀντιδράσεις στόν σχολαστικισμό καί ἐπιδράσεις του
α) Ὀρθόδοξες ἀντιδράσεις
I. Διάλογος ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ καί Βαρλαάμ
ΙΙ. Συνάντηση τοῦ σχολαστικοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη μέ τόν Κάλλιστο Ἀγγελικούδη
β) Δυτικές ἀντιδράσεις στόν σχολαστικισμό καί ἐπιδράσεις ἀπό αὐτόν
        I. Νομιναλισμός
        II. Ἀναγέννηση
        III. Μεταρρύθμιση
        IV. Διαφωτισμός
        V. Γερμανικός ἰδεαλισμός
        VI. Ὑπαρξισμός

 

Ε΄ Ρωσική θεολογία

  1. Ὀρθόδοξες καί δυτικές ἐπιδράσεις στήν ρωσική Ἐκκλησία καί θεολογία
  2. Ὀρθόδοξες καί δυτικές ἐπιδράσεις στόν μοναχισμό
  3. Σλαυόφιλη θεολογία καί ἀπόψεις τοῦ Ἀλέξη Χομιακώφ
  4. Σύγχρονη ρωσική θεολογία
α) Τό θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι
β) Ἡ θεωρία τῆς ὑπέρβασης τῆς πατερικῆς παραδόσεως
γ) Τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, κατά τόν Λόσκυ
δ) Ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία, κατά τόν Ἀφανάσιεφ

 

ΣΤ΄ Νεοελληνική θεολογία

  1. Ὀρθόδοξος ἡσυχασμός καί δυτικές ἐπιρροές στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή τόν 14οαἰώνα
  2. Ἡ θεολογία στήν Τουρκοκρατία
α) Ὀρθόδοξος ἡσυχασμός καί δυτικές ἐπιδράσεις στούς ὑπόδουλους Ρωμηούς
β) Θεολογικές ἀντιστάσεις
Ι. Ἡ διατήρηση τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως
II. Ἡ διατήρηση τοῦ μοναχισμοῦ καί τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς
III. Ἡ προσφορά τῶν Νεομαρτύρων
  1. Ἐπιδράσεις τῆς δυτικῆς παράδοσης μέ τήν συγκρότηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους
α) Παπική καί προτεσταντική προπαγάνδα
β) Ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς, «πατέρας τοῦ Νεοελληνισμοῦ»
I. Τό πραξικοπηματικό Αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
II. Οἱ Θεολογικές Σχολές
III. Ἡ θρησκευτική ζωή

 

Ζ΄ Ρωμηοσύνη – Φραγκοσύνη

  1. Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία
  2. «Ἡ Ἁγία Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία τοῦ Γερμανικοῦ Ἔθνους»
α) Βαρβαρικές ἐπιδρομές - κατακτήσεις
β) Φεουδαρχικό σύστημα
γ) Ἀντιδράσεις-ἐπαναστάσεις τῶν Ρωμαίων
δ) Σχέδιο πλήρους ἀνεξαρτητοποιήσεως τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας
ε) Ἱστορική πλαστογραφία καί προπαγάνδα
  1. Γαλλική καί Ἑλληνική ἐπανάσταση
  2. Ἡ συγκρότηση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους
  3. Ἡ σύγχρονη Εὐρώπη

 

Ἐπιλεγόμενα

Μνήμη π. Ἰωάννου Ρωμανίδη

Σήμερα 1 Νοεμβρίου 2021 συμπληρώνονται εἴκοσι ἔτη ἀπό τήν κοίμηση τοῦ διακεκριμένου καθηγητοῦ καί διδασκάλου π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, πού συνέβη τήν 1η Νοεμβρίου 2001 στήν Ἀθήνα.

Μνήμη π. Ἰωάννου ΡωμανίδηἩ γνωριμία μαζί του στήν ἀρχή ἔγινε μέσα ἀπό προφορικές διδασκαλίες του καί τά κείμενά του τῆς δεκαετίας τοῦ '70 καί ἔπειτα, ἀπό τό 1987 μέχρι τήν κοίμησή του, εἶχα στενή ἐπικοινωνία μαζί του. Μετά τήν συνταξιοδότησή του ἀπό τό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης ἔμεινε στήν Ἀθήνα, σχεδόν μόνος του, καί εἴχαμε συχνή προσωπική καί τηλεφωνική ἐπικοινωνία, ἐπειδή τότε ὑπηρετοῦσα ὡς Ἱεροκήρυξ καί διευθυντής Νεότητος τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν.

Μάλιστα, τό ἔτος 1995, μέ πρότασή του, μαζί διδάξαμε σέ Σεμινάριο στόν Καναδᾶ, παρουσιάζοντας τήν θεραπευτική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ Κληρικούς πού προέρχονταν ἀπ' ὅλες τίς κανονικές δικαιοδοσίες τῆς Ἀμερικῆς. Ἐπί τρεῖς ἡμέρες οἱ δυό μας παραδώσαμε μαθήματα ὀρθοδόξου θεολογίας. Τό ἴδιο ἔγινε καί τό ἔτος 1997, πλησίον τῆς Ἀτλάντα, μέ τήν ἐπιπρόσθετη παρουσία καί τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.

Γνώρισα τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ἀφοῦ εἶχα διαβάσει τά ἔργα πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν ἡσυχαστῶν Πατέρων τῆς Φιλοκαλίας, καί διέκρινα ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐξέφραζε τήν διδασκαλία τους. Δηλαδή, ἡ διδασκαλία του ἦταν ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ταυτότητα ἐμπειριῶν μεταξύ τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Πάντοτε αἰσθανόμουν τήν εὔνοια τοῦ Θεοῦ πού τόν γνώρισα καί συνδέθηκα στενά μαζί του μέχρι τήν κοίμησή του.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης στό τέλος τῆς ζωῆς του, καί συγκεκριμένα τό ἔτος 1997, μέ αἴτησή του, ἐνεγράφη στόν κατάλογο τῶν Κληρικῶν τῆς Μητροπόλεώς μας, χωρίς νά λαμβάνη μισθό. Μέχρι τότε ἦταν ἐγγεγραμμένος ὡς Κληρικός στήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς. Ζήτησα τό ἀπολυτήριό του ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς καί τόν ἐνέγραψα στήν Μητρόπολή μου.

Ἔκτοτε, δημοσίευσα πολλά κείμενα καί μέχρι τώρα τέσσερεις τόμους, παρουσιάζοντας τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, καθώς ἐπίσης στήν Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου τό ἔτος 2011 διοργανώσαμε καί θεολογικό Συνέδριο πρός τιμή του μέ τήν συμμετοχή πολλῶν θεολόγων Καθηγητῶν, τά Πρακτικά τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν ἀπό τήν Μητρόπολή μας.

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως 20ετίας ἀπό τήν κοίμησή του, δημοσιεύω ἕνα σύντομο κείμενο γιά τόν κορυφαῖο αὐτό δογματικό θεολόγο τῆς ἐποχῆς μας, τό ὁποῖο συμπεριλήφθηκε στήν «Μεγάλη Ὀρθόδοξη Χριστιανική Ἐγκυκλοπαίδεια», τόμος 12ος.

Ρωμανίδης Ἰωάννης, Πρωτοπρεσβύτερος

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν μαθητής καί συνάδελφος τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, Πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, Κληρικός τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς καί τελευταῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τοῦ 20οῦ αἰῶνος, καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης καί ἄλλων Θεολογικῶν Σχολῶν, συγγραφεύς πρωτότυπων κειμένων πού ἄσκησαν μεγάλη ἐπίδραση στά θεολογικά γράμματα, τήν ἐκκλησιαστική καί μοναχική ζωή, τήν ἱστορία τῆς Ρωμηοσύνης, καί ἔγινε γνωστός σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο.

Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι τόν χαρακτήρισε ὡς τόν «ὀξυνούστερον» τῶν μαθητῶν του καί σέ ἐπιστολή του, ἀφοῦ κρίνει τούς συγχρόνους του θεολόγους, γράφει γιά τόν Ρωμανίδη:

«Γενικῶς ὁμιλοῦντες, εἶναι λίγες οἱ θεολογικές δυνάμεις πού ὑπάρχουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα. Ἐναποθέτω τίς ἐλπίδες μου στόν μαθητή μου, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, πού συνέγραψε πρίν ἀπό τρία-τέσσερα χρόνια ὑπέροχη διδακτορική διατριβή γιά τό προπατορικό ἁμάρτημα, σπουδή στούς δύο πρώτους αἰῶνες (Ἑλληνικά, στήν Ἀθήνα) καί τώρα ἐργάζεται κοντά μου γιά διδακτορικό στήν φιλοσοφία στό Harvard.

Σέ αὐτόν, ἀντιθέτως, (σημ.: σέ ἀντίθεση μέ τούς Γάλλους καί τούς Ἄγγλους Ὀρθοδόξους θεολόγους) ὑπάρχει μᾶλλον ἡ τάση πρός τήν πλευρά τῆς «ἀπομονώσεως» - ἀποστροφή ἀπό τήν Δύση σέ ὅλα καί ἀπομόνωση στήν Βυζαντινή Παράδοση, ἀλήθεια, παραμένοντας στό ἐπίπεδο τῆς γνήσιας θεολογικῆς κουλτούρας καί τῆς βαθιᾶς ἐκκλησιαστικότητας».

1. Βιογραφικά στοιχεῖα

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γεννήθηκε στόν Πειραιά στίς 2-3-1927 ἀπό γονεῖς Καππαδόκες πρόσφυγες, τόν Σάββα καί τήν Εὐλαμπία, βαπτίσθηκε ὀρθόδοξος στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ρώσσου στό Νέο Προκόπιο Εὐβοίας, καί ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ Ρώσσου αὐτοῦ ἁγίου, πολύ ἀγαπητοῦ στήν Καππαδοκία. Μετανάστευσε μέ τούς γονεῖς του στήν Ἀμερική στίς 15 Μαΐου τοῦ ἰδίου ἔτους, σέ ἡλικία μόλις 72 ἡμερῶν. Μεγάλωσε στήν Νέα Ὑόρκη, στό Μανχάτταν, στήν 46η ὁδό, μεταξύ τῆς 2ης καί 3ης Λεωφόρου.

Τήν στοιχειώδη ἐκπαίδευση ἔλαβε στό Δημοτικό Σχολεῖο τῆς περιοχῆς πού ἔμενε, καί τίς Γυμνασιακές σπουδές ἔκανε κατ’ ἀρχάς στό Γυμνάσιο Seward Rark καί ἔπειτα στό παπικό Γυμνάσιο Cardinal Hayes. Στήν συνέχεια κατά τά ἔτη 1944-1949 σπούδασε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης καί τά ἔτη 1949-1953 σπούδασε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Yale. Ἐνδιαμέσως παρακολούθησε θεολογικά μαθήματα στό Πανεπιστήμιο τοῦ Columbia τῆς Νέας Ὑόρκης, ὅπου γνώρισε τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, ὁ ὁποῖος ὁμιλοῦσε ἐκεῖ στούς φοιτητές. Τό ἔτος 1953 σπούδασε γιά ἕνα ἑξάμηνο στό Ρωσικό Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου τῆς Νέας Ὑόρκης.

Στίς ἀρχές τοῦ 1954 βρέθηκε στό Ρωσικό Θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι, ὅπου ἑτοίμασε τίς τέσσερεις πρῶτες μελέτες του μέ τίτλους: «Τό προπατορικό ἁμάρτημα κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο», «Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας», «Ὁ ἄνθρωπος καί ἡ ἀληθής ζωή του κατά τό ἑλληνορθόδοξον βιβλίον τῶν Ἀκολουθιῶν», καί «Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία κατά τόν Ἀλέξη Χομιακώφ». Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1954 ἕως τήν ἄνοιξη τοῦ 1955 ἦταν στό Μόναχο τῆς Γερμανίας.

Ἀπό τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1955 ἕως τό 1957 παρέμεινε στήν Ἀθήνα, ὅπου ἑτοίμαζε τήν διδακτορική του διατριβή μέ τίτλο: «Τό προπατορικό ἁμάρτημα», καί τήν ὑπέβαλε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τό 1957. Τό θέμα τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς καί οἱ θέσεις τοῦ π. Ἰωάννου προκάλεσαν ἔντονη συζήτηση, προφορική καί γραπτή, ἀλλά καί μεγάλη ἔνταση μεταξύ τῶν καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, καί συνετέλεσε τά μέγιστα στήν στροφή τῆς ἑλληνικῆς θεολογίας ἀπό τόν σχολαστικισμό στήν πατερική θεολογία. Τελικῶς, ἐνεκρίθη ἀπό τούς καθηγητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τόν Ἰούνιο τοῦ 1957 καί τήν ὑποστήριξε τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἰδίου ἔτους.

Τό 1957, μετά τήν διατριβή του, ἐπέστρεψε στήν Ἀμερική καί ἐνεγράφη κατ’ ἀρχάς στό Τμῆμα Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Harvard καί στήν συνέχεια στό τμῆμα τοῦ Harvard Graduate School of Arts and Scienses (τμῆμα Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν τῶν Ἐλευθέρων Τεχνῶν καί τῶν Θετικῶν Ἐπιστημῶν τοῦ Χάρβαντ). Τό διάστημα αὐτό ἀσχολήθηκε πολύ σοβαρά μέ τήν θεολογική καί ἱστορική ἔρευνα καί δημοσίευσε σημαντικά κείμενα, κάτω ἀπό τήν καθοδήγηση τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι.

Εἶχε ἤδη χειροτονηθῆ Διάκονος καί Πρεσβύτερος τό 1951, ἐνῶ σπούδαζε στό Yale, ἀπό τόν βοηθό Ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Ἰεζεκιήλ, πού εἶχε ἕδρα τήν Βοστώνη, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Αὐστραλίας, καί ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος σέ διάφορες Ἐνορίες τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς ἤτοι: στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Waterbury στό Κονέκτικατ (1951-1954), στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Νέας Ὑόρκης (1954), στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Arlington, Conn. (1959-1965), καί στόν Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στό Haveraill τῆς Μασσαχουσέττης (1965- 1968).
Το διάστημα μεταξύ 1958-1965 δίδαξε στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης καί ὑπῆρξε διευθυντής τοῦ ἐπιστημονικοῦ περιοδικοῦ τῆς Σχολῆς The Greek Orthodox Theological Review.

Κατά τό χρονικό διάστημα πού ἦταν στήν Ἀμερική ὑπῆρξε ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς σέ διεθνῆ καί παναμερικανικά Συνέδρια οἰκουμενικῆς ἤ ἀκαδημαϊκῆς φύσεως, ὑπῆρξε μέλος τῆς ὀρθοδόξου ἀντιπροσωπείας στό Δ΄ Παγκόσμιο Συνέδριο Πίστεως καί Τάξεως στό Μόντρεαλ Καναδᾶ καί μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας παρατηρητῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο (1959-1965). Ἐπίσης, ἀντιπροσώπευσε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέ ἀνεπίσημες συνομιλίες μέ τούς ἀντιχαλκηδονίους θεολόγους στό Aarhus τῆς Δανίας τόν Αὔγουστο τοῦ 1964. Ὑπῆρξε μέλος τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς γιά τούς διαλόγους μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί τούς Ἀγγλικανούς στήν Ἀμερική. Ἀντιπροσώπευσε τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν, στό Ἐθνικό Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Ἀμερική κ.ἀ.

Τήν 12η Ἰουνίου 1968 ἐξελέγη μόνιμος τακτικός καθηγητής στήν ἕδρα τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τελικά, ὁ διορισμός του ἔγινε τό ἔτος 1970, ὁπότε καί ἄρχισε τίς Πανεπιστημιακές του παραδόσεις μέχρι τό ἔτος 1984, ὅταν καί συνταξιοδοτήθηκε. Ἀπό τό ἔτος 1970 κατά διαστήματα καί μετά τήν συνταξιοδότησή του δίδασκε ὡς ἐπισκέπτης καθηγητής στήν Μπελεμέντειο Θεολογική Σχολή «Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός» τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στόν Βόρειο Λίβανο. Ἐκεῖ ἀνέδειξε μιά γενιά Ἀραβοφώνων Θεολόγων καί Κληρικῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τόν νῦν Πατριάρχη Ἀντιοχείας κ. Ἰωάννη.

Ὅταν ἦλθε στήν Ἑλλάδα καί δίδασκε στήν Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, ἦταν μέλος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν θεμάτων, ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Γενική Ἐπιτροπή τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, στήν Ἐπιτροπή «Πίστις καί Τάξις» τοῦ ἰδίου Ὀργανισμοῦ καί ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στόν θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ἀγγλικανούς, τούς Ἀντιχαλκηδονίους, Ρωμαιοκαθολικούς (στήν τεχνική Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή) καί μέ τούς Λουθηρανούς. Ὁμιλοῦσε ἄριστα τρεῖς γλῶσσες, ἤτοι τήν ἑλληνική, τήν ἀγγλική καί τήν γαλλική, ἐνῶ εἶχε γνώσεις καί τῆς γερμανικῆς γλώσσης. Διέθετε πολλά χαρίσματα καί, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἦταν πιλότος σέ πολλούς τύπους ἀεροσκαφῶν.

Κοιμήθηκε στήν Ἀθήνα τήν 1η Νοεμβρίου τοῦ 2001 ἔξω ἀπό τόν Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τῆς ὁδοῦ Σταδίου καί ἡ κηδεία του ἔγινε στόν Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν, τήν 6η Νοεμβρίου. Στήν ἐξόδιο ἀκολουθία παρέστησαν Ἐπίσκοποι, καθηγητές, θεολόγοι, συγγενεῖς καί φίλοι του. Ἀντιπροσωπεύθηκαν καί τά τέσσερα τμήματα τῶν δύο Θεολογικῶν Σχολῶν, Ἀθηνῶν καί Θεσσαλονίκης, καί οἱ ἐκπρόσωποί τους καθηγητές (Πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, Παναγιώτης Χριστινάκης, Δέσπω Λιάλιου καί Λάμπρος Σιάσος), ἐκφώνησαν προσήκοντας λόγους, στούς ὁποίους παρουσίασαν τό θεολογικό του ἔργο καί τήν σημασία τῆς θεολογίας του γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν ἐπιστήμη.

2. Ὀρθόδοξη ἀπάντηση στήν σχολαστική καί προτεσταντική θεολογία

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὅταν βρισκόταν στήν Ἀμερική, σπούδασε τόν σχολαστικισμό τοῦ Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη καί στήν συνέχεια ἔμαθε τήν βιβλική κριτική μέθοδο τῶν Προτεσταντῶν. Διέγνωσε εὐφυῶς ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ἀμερικῆς γιά νά ἀπαντήσουν στούς Παπικούς χρησιμοποιοῦσαν τά ἐπιχειρήματα τῶν Προτεσταντῶν καί γιά νά ἀπαντήσουν στούς Προτεστάντες χρησιμοποιοῦσαν τά ἐπιχειρήματα τῶν Παπικῶν, ὡσάν νά στεροῦνταν δικῶν τους ὀρθοδόξων ἐπιχειρημάτων. Αὐτό τόν ἔκανε νά ἀπορρίψη τόν σχολαστικισμό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν καί τήν βιβλική κριτική μέθοδο τῶν Προτεσταντῶν καί νά προχωρήση στήν μελέτη τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων καί ἔπειτα στήν μελέτη τῶν Πατέρων τοῦ 4ου αἰῶνος καί τῶν μεταγενεστέρων Μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τοῦ Μεγάλου Φωτίου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν Φιλοκαλικῶν Πατέρων τοῦ 18ου αἰῶνος.

Γιά νά κατανοήση κανείς τήν διδασκαλία του πρέπει νά ἔχη ὑπ’ ὄψη του ὅτι μέ ὅσα ἔλεγε καί ἔγραφε ἀπαντοῦσε στήν σχολαστική καί προτεσταντική θεολογία, τίς ὁποῖες γνώριζε πολύ καλά, μέσα ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Θά τονισθοῦν μερικά χαρακτηριστικά σημεῖα ὡς πρός τό θέμα αὐτό.

Στό analogia entis (ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τήν φιλοσοφία καί τήν μεταφυσική) καί στό analogia fidei (ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπό τήν πίστη καί τίς λέξεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς) τῶν Παπικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν ἀντέταξε τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς θεουμένους, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στήν θέωση καί τόν δοξασμό.

Στό vita activa (ἀκτιβιστικός τρόπος ζωῆς, κοινωνική δράση) τῶν Παπικῶν καί Προτεσταντῶν καί στό vita contemplativa (νεοπλατωνική ἔκσταση, στοχασμός) τῶν Παπικῶν ἀντέταξε τόν ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, ὅπως τόν ἔζησαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀντέταξε καί τήν ἐκκλησιαστική ζωή, στήν ὁποία ἑνώνονται τά Μυστήρια καί ἡ ἄσκηση καί ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται στήν βίωση τῆς ἀποκαλύψεως. Ὁ ὀρθόδοξος ἡσυχασμός εἶναι ἡ ὀρθόδοξη μεθοδολογία γιά τήν ἀπόκτηση τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ, σέ συνδυασμό μέ τήν ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή.

Στό sola scriptura (μόνον ἡ Ἁγία Γραφή) τῶν Προτεσταντῶν καί στίς δύο πηγές τῆς Πίστεως (Γραφή καί Παράδοση) τῶν Παπικῶν ὑπογράμμιζε τό sola Pentecoste (μόνον ἡ Πεντηκοστή), πού σημαίνει ὅτι ἡ πηγή τῆς πίστεως εἶναι ἡ Πεντηκοστή πού εἶναι ὁ ὑψηλότερος βαθμός τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα, οἱ θεούμενοι καί δοξασθέντες ἅγιοι πού φθάνουν στά ἄρρητα-ἄκτιστα ρήματα καταγράφουν αὐτήν τήν ἐμπειρία μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονίσματα στήν Ἁγία Γραφή, στά ἔργα τους καί στίς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι τό sola sctiptura πρέπει νά συνδεθῆ μέ τό sola Pentecoste.

Στήν διχοτόμηση μεταξύ τοῦ lex credendi (νόμος πίστεως) καί τοῦ lex orandi (νόμος τῆς προσευχῆς), πού ἔγινε σέ κρίσιμες ἱστορικές ἐποχές στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, κατά ἐπιρροή τῆς δυτικῆς θεολογίας, ἀντέταξε τήν ἑνότητα μεταξύ τῶν δύο, ἀφοῦ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, πού δόθηκε στούς θεουμένους, καταγράφηκε στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καί στίς ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καί στήν διδασκαλία τῶν θεουμένων ἁγίων.

Στήν διάσπαση μεταξύ theologia Crusis (θεολογία τοῦ Σταυροῦ) καί theologia Gloriae (θεολογία τῆς δόξης), πού παρατηρεῖται στήν Δύση, στόν Παπισμό καί τόν Προτεσταντισμό, ἀλλά κατά ἐπιρροή καί σέ ὀρθοδόξους θεολόγους, ἀντέταξε τήν ἑνότητα μεταξύ τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ μυστηρίου τῆς δόξης. Δέν ἀμφισβητεῖ τόν πασχάλιο χαρακτήρα τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς θείας Κοινωνίας, ἀλλά τόν συνδέει στενά μέ τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, πού συνίσταται στήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τόν δοξασμό, ὅπως τό βλέπουμε στήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο τόνιζε πολύ συχνά τίς προϋποθέσεις μετοχῆς στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά τά παραθεωρῆ. Καί αὐτό τό ἔκανε ἐπειδή παρατήρησε ὅτι πολλοί συμμετέχουν στά Μυστήρια κατά τρόπο μηχανικό καί εὐσεβιστικό.

Ὁ Daniel Payne γράφει γιά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη:

«Εἶναι σημαντικό νά καταγραφοῦν οἱ ἐπιρροές στήν θεολογία τοῦ Ρωμανίδη. Πρώτη καί κυριότερη αὐτή τοῦ Γεωργίου Φλωρόφσκι. Ὅπως ἔχω ἤδη σημειώσει, ὁ Ρωμανίδης θεωροῦσε ὅτι ὁ Φλωρόφσκι ἦταν αὐτός πού "τοῦ δίδαξε νά σκέφτεται ὡς Ὀρθόδοξος". Ὁ Φλωρόφσκι εἰσήγαγε τόν Ρωμανίδη στήν ἔννοια τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Ρωμανίδης ἀναπτύσσει αὐτήν τήν ἔννοια στίς ἀπόψεις του περί Ρωμαϊκότητας, κάνοντας ὡστόσο μιά ἀλλαγή στήν σκέψη τοῦ Φλωρόφσκι».
«Ὁ Φλωρόφσκι ἦταν ἐπίσης, κατά πᾶσα πιθανότητα, ὁ πρῶτος πού εἰσήγαγε τόν Ρωμανίδη στήν νηπτική θεολογική παράδοση, ἰδιαίτερα στό ἔργο τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ».
«Σχετικά μέ τήν ἀσκητική παράδοση, τίθεται τό ἐρώτημα ἀπό ποῦ ἔμαθε ὁ Ρωμανίδης τόν ἡσυχασμό. Γνώριζε νά χρησιμοποιῆ τό κομποσχοίνι καί τήν Εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, πρίν ἔρθει στήν Ἑλλάδα. Τά ἔμαθε ἀπό τόν Φλωρόφσκι; Ἴσως, ἀλλά ὁ Φλωρόφσκι δέν εἶναι γνωστός ὡς ἡσυχαστής. Ἀπό τόν Μέγιεντορφ; Εἶναι καί αὐτό δυνατόν, ἀλλά μᾶλλον ἀπίθανο. Φαίνεται ὅτι τό ἔμαθε ἀπό τήν μητέρα του Εὐλαμπία. Ἦταν μιά πολύ εὐσεβής γυναίκα, πού ἔγινε μοναχή μετά τόν θάνατο τοῦ ἄντρα της στό Μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως στήν Βοστώνη. Τελικά ἡ Εὐλαμπία ἔγινε γερόντισσα (σημ.: μοναχή) στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στήν Θεσσαλονίκη. Ἀπό ὅ,τι φαίνεται, εἶχε μεγάλη ἐπίδραση στήν πνευματικότητα τοῦ Ρωμανίδη (Βλ. Λάμπρος Φωτόπουλος, «Ἡ γερόντισα Εὐλαμπία Ρωμανίδη» Ἐφημέριος, Ἰούνιος 2003, 11-14). Ἔμαθε τήν πνευματικότητα τοῦ ἡσυχασμοῦ ἀπό τήν μητέρα του καί τήν θεολογία ἀπό τούς καθηγητές του».

Ἀπό ἄλλες ἐπιστολές του πού δημοσιεύθηκαν φαίνεται σαφῶς ὅτι εἶχε σχέσεις καί ἐπικοινωνία μέ ἁγιορεῖτες πατέρες, εἶχε δέ δεχθῆ ἰσχυρή ἐπίδραση ἀπό τόν Γέροντα Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή, διά μέσου τῶν μαθητῶν του.

3. Τό θεολογικό ἔργο του

Συνολική καί ὁλοκληρωμένη παρουσίαση τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ἔγινε ἀπό τόν Andrew Sopko στό βιβλίο του μέ τίτλο: Prophet of Roman Orthodoxy, The Theology of John Romanides («Ὁ προφήτης τῆς Ρωμαϊκῆς ὀρθοδοξίας, ἡ θεολογία τοῦ Ἰωάννου Ρωμανίδου»). Νομίζω ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά ἀσκῆ κριτική στήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ἄν δέν ἔχη διαβάσει προσεκτικά τό βιβλίο τοῦ Andrew Sopko. Τά ἑπτά κεφάλαια τοῦ βιβλίου αὐτοῦ καταγράφουν μέ θαυμάσιο ἐπαγωγικό καί ἐπιστημονικό τρόπο ὅλη τήν θεολογική καί ἱστορική σκέψη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θεολόγου τοῦ 20οῦ αἰῶνος, μέ τήν δική του συγκατάθεση καί ἐποπτεία, πού δείχνει τήν συμφωνία του μέ τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ.

Τό πρῶτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση καί ἡ αἰχμαλωσία της» ἀναφέρεται στήν ὀρθόδοξη παράδοση καί τίς ψευδομορφώσεις πού εἰσῆλθαν, κατά καιρούς, στήν Ἐκκλησία καί τίς Θεολογικές Σχολές καί αὐτό τό κλίμα συνάντησε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὅταν ἦλθε στήν Ἑλλάδα. Τό ἀντιμετώπισε στήν ἐκπόνηση τῆς διατριβῆς του καί ἀργότερα μέ τήν ἡσυχαστική του διδασκαλία. Διέκρινε ἀπό τήν ἀρχή αὐτήν τήν ἀλλοίωση καί ἄρχισε μέ τά κείμενα καί τόν λόγο του νά τήν διορθώνη, πρῶτα στό lex credendi καί ἔπειτα στό lex orandi.

Τό δεύτερο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἕνας διάλογος γιά τόν Θεό», παρουσιάζει τόν διάλογο πού εἶχε ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης μέ τόν καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα ὅταν κατατέθηκε ἡ διατριβή του στήν Θεολογική Σχολή τῶν Ἀθηνῶν γιά τό προπατορικό ἁμάρτημα.

Τά σημεῖα πού σχολιάζονται ἀπό αὐτόν τόν διάλογο εἶναι: «ὁ Θεός ὡς actus purus», «ἡ ἐνέργεια ἐναντίον τῆς οὐσίας», «ὁ Θεός ὡς νοῦς», καί ἡ σχολαστική ἀρχή τοῦ «analogia entis» καί τοῦ «analogia fifidei». Ἡ ἀλληλογραφία του μέ τόν Παναγιώτη Τρεμπέλα, μέ σχόλια καί παρατηρήσεις δημοσιεύθηκαν σέ βιβλίο ἀπό τόν π. Γεώργιο Μεταλληνό.

Τό τρίτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Θεοκεντρική ἀνθρωπολογία» παρουσιάζει τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, κατά τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, καταγράφοντας τήν σχέση μεταξύ σώματος, ψυχῆς καί πνεύματος, περιγράφοντας τόν Ἀδάμ πρό καί μετά τήν πτώση, ἀναλύοντας τήν σημασία τῆς δικαιοσύνης καί τῆς δικαίωσης, τήν μεγάλη ἀξία τοῦ Νέου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, πού ἐνηνθρώπησε γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καί τήν θεολογία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ἔγινε ἡ πηγή ὅλων τῶν καθαρτικῶν, φωτιστικῶν καί θεοποιῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.

Τό τέταρτο κεφάλαιο, μέ τίτλο «Ἡ ἑνότητα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης», ἐρευνᾶ τήν διδασκαλία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη γιά τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς ἁγίους πού μετέχουν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, μέ τήν διαφορά ὅτι στήν Καινή Διαθήκη καταργήθηκε ὁ θάνατος. Στό κεφάλαιο αὐτό ἀναλύονται οἱ ἐπί μέρους ἑνότητες, ὅπως: ἡ Ἀποκάλυψη, ἡ Γραφή καί ἡ κριτική, ὁ Κύριος τῆς δόξης, ὁ δοξασμός στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ δοξασμός στήν Καινή Διαθήκη καί ἡ διαδοχή στήν Μετα-Ἀποστολική Ἐκκλησία.

Τό πέμπτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ρωμαϊκή θεολογία» περιγράφει τό πῶς στό Ρωμαϊκό Κράτος διαφυλάχθηκε ἡ καρδιά τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς ἀποκαλύψεως, πού εἶναι ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση. Στήν προοπτική αὐτή μελετῶνται οἱ Τοπικές καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ Ἀμβροσίου καί τοῦ Αὐγουστίνου, ἡ φραγκολατινική Παράδοση, οἱ Παλαμικές διαμάχες, καί τά σχετικά μέ τήν τρίτη Ρώμη, μιά θεωρία πού ἐπιδιώκει νά ὑποσκελίση τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τήν Ὀρθοδοξία τῶν Ρωμηῶν Πατέρων.

Τό ἕκτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Πρός τό μέλλον» ἐκθέτει τίς προκλήσεις πού θά δεχθῆ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατά τήν τρίτη χιλιετία πού προέρχονται ἀπό τόν οἰκουμενισμό, τά ἀνθρώπινα δικαιώματα, καί τίς ἀνακαλύψεις τῆς ἐπιστήμης.

Τέλος, τό ἕβδομο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ὁ Ρωμανίδης καί ἡ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία» τονίζει τούς τρεῖς βασικούς κινδύνους πού δέχεται ἡ σύγχρονη Ὀρθοδοξία, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, καί αὐτοί εἶναι ἡ θεολογία τοῦ προσώπου, ἡ εὐχαριστιακή ἐκκλησιολογία, καί ἡ διάσπαση μεταξύ τῆς θεολογίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς θεολογίας τῆς δόξης στά Μυστήρια, τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τήν θεολογία.

Τό βιβλίο τοῦ Andrew Sopko παρουσιάζει τό «πανόραμα» ὅλης τῆς θεολογίας πού ἐκφράσθηκε ἀπό τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τίς ἀλλοιώσεις καί τίς ψευδομορφώσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στόν νόμο τῆς πίστεως (lex credendi) καί στόν νόμο τῆς προσευχῆς (lex orandi), καί, βεβαίως, παρουσιάζει ὅλο τό καταπληκτικό καί μεγαλειῶδες θεολογικό καί ἱστορικό ἔργο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐρευνητοῦ καί θεολόγου.

Γενικά, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἐξέφραζε τήν θεολογία τῶν θεουμένων ἁγίων, ἤτοι τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ἡ ὁποία στήν βάση της εἶναι ἁπλή.

Ξεκινοῦσε ἀπό τήν θέση ὅτι οἱ θεούμενοι μετέχουν στήν καθαρτική, φωτιστική καί, κυρίως, στήν θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, βλέπουν μέσα στό θεῖο Φῶς τόν ἄσαρκο Λόγο στήν Παλαιά Διαθήκη καί τόν σεσαρκωμένο Λόγο στήν Καινή Διαθήκη καί αὐτό τούς κάνει νά διδάσκουν ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός εἶναι τρία Φῶτα, πού ἔχουν κοινή οὐσία καί ἐνέργεια, καί μέ αὐτήν τήν ἐμπειρία ἀντιμετώπιζαν τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν φιλοσοφικά· ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά μετέχη αὐτοῦ τοῦ Φωτός καί ἔτσι ζοῦσαν μέσα στόν Παράδεισο· ὅτι ἡ πτώση τῶν Πρωτοπλάστων εἶναι στέρηση τοῦ θείου Φωτός, ὁπότε σκοτίσθηκε ὁ νοῦς τους· ὅτι ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἔκανε τό σῶμα, πού προσέλαβε ἀπό τήν Παναγία, πηγή τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ καί φανέρωσε αὐτό τό Φῶς στούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή (Βάπτισμα, Χρίσμα, θεία Κοινωνία) μετέχουν τοῦ Φωτός, ὅταν ἔχουν τίς κατάλληλες προϋποθέσεις· ὅτι κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄνθρωποι θά δοῦν τόν Θεόν εἴτε ὡς φῶς εἴτε ὡς πῦρ, ἀνάλογα μέ τήν πνευματική τους κατάσταση· ὅτι ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση ὑπάρχουν ἐξ ἐπόψεως τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι ἐξ ἐπόψεως τοῦ Θεοῦ.

Ἰδιαίτερα τόνιζε αὐτό τό τελευταῖο σημεῖο, ὡς τήν κατ’ ἐξοχήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων, ὥστε, ὅταν συναντήσουν τόν Θεό κατά τήν Δευτέρα Του Παρουσία, νά Τόν δοῦν ὡς φῶς καί ὄχι ὡς πῦρ, καί ὁ Θεός νά γίνη γι’ αὐτούς Παράδεισος καί ὄχι Κόλαση.

Συνεπῶς, ὁ κορυφαῖος αὐτός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔδινε μεγάλη σημασία στίς προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, στήν ὀρθόδοξη μεθοδολογία γιά τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ νηπτική καί ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τήν ἐξέφρασαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες, τά Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ Πατέρες τῆς Φιλοκαλίας. Πρόκειται γιά τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση.

Ὅμως, τά περί βαθμίδων τῆς πνευματικῆς ἀνόδου στόν Θεό, πού εἶναι ἡ μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, πού διδάσκεται ἀπό ὅλους τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τά διαχώριζε σαφέστατα ἀπό τόν νεοπλατωνισμό. Ἔτσι, δέν εἶναι δυνατόν αὐτή ἡ διάκριση νά ἀποδοθῆ στόν ὠριγενισμό καί τόν νεοπλατωνισμό. Ἄλλωστε, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καίτοι υἱοθέτησαν τούς ὅρους αὐτούς, ὅπως καί ἄλλους στήν Τριαδολογία καί τήν Χριστολογία, ἤτοι φύση, οὐσία, πρόσωπο, ὑπόσταση κλπ. ἔδωσαν ὀρθόδοξο περιεχόμενο. Συνεπῶς, καίτοι χρησιμοποιεῖται ἴδια ὁρολογία μέ τούς νεοπλατωνικούς, ἐν τούτοις ὑπάρχει χαώδης διαφορά μεταξύ τοῦ νεοπλατωνισμοῦ καί τοῦ ἡσυχασμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων Πατέρων.

Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι τά περί καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως, τά ὁποῖα προσέλαβε ἀπό τήν κοινή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, δέν τά θεωρεῖ ὡς στάδια ἀνεξάρτητα μεταξύ τους, ἀλλά ὡς ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν καθαρίζη τόν ἄνθρωπο, λέγεται καθαρτική, ὅταν τόν φωτίζη λέγεται φωτιστική καί ὅταν τόν θεώνη λέγεται θεοπτική. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά ἠθικές καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων.
Ἀκόμη, ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης συνέδεε τά περί καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεσή τους. Ἄλλωστε, αὐτό τό βλέπουμε σαφέστατα στίς εὐχές ὅλων τῶν Μυστηρίων καί τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀφοῦ ἡ μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἄλλους φωτίζει, ἄλλους θεώνει καί ἄλλους κατακρίνει. Ὁ ὑπερτονισμός, κατά καιρούς, τῆς καθαρτικῆς καί φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ γινόταν, γιατί εἶχε λησμονηθῆ ἤ παραθεωρηθῆ αὐτή ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση.

4. Ἐντυπώσεις μαθητῶν καί ἀναγνωστῶν του

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὑπῆρξε συναρπαστικός καί σαγηνευτικός διδάσκαλος καί προσείλκυε πολλούς φοιτητές ἀπό ὅλες τίς Πανεπιστημιακές Σχολές στά μαθήματά του. Τά ἀμφιθέατρα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης γέμιζαν ἀσφυκτικά ἀπό φοιτητές πού ἤθελαν νά ἀκούσουν τόν ρωμαλέο καί ὀρθόδοξο λόγο του, διατυπωμένο μέ αὐθεντικότητα καί πειστικότητα. Συνέδεε τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, τήν δογματική μέ τό ἡσυχαστήριο, τό δόγμα μέ τήν πνευματική ἐμπειρία, τήν ρωμηοσύνη μέ τήν οἰκουμενικότητα.

Ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός παρουσιάζοντας τό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἀναφέρεται στήν σπουδαιότητά του καί καταγράφονται ἕξι βασικά σημεῖα.

α) Ἔδωσε προτεραιτότητα στήν ἐμπειρική θεολόγηση, ὅπως τό ἔκαναν οἱ θεούμενοι Προφῆτες, Ἀπόστολοι καί Πατέρες, παραμερίζοντας τόν σχολαστικισμό (μεταφυσική). β) Συνέδεσε τήν Πανεπιστημιακή θεολογία μέ τήν λατρεία, τήν φιλοκαλική παράδοση, τόν ἡσυχασμό, τήν ἄσκηση, ἀλλά καί μέ τόν ποιμαντικό χαρακτήρα τῆς θεολογήσεως, πού ἐντοπίζεται στήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση. γ) Υἱοθέτησε στήν θεολογική του μέθοδο τόν σύνδεσμο μεταξύ τοῦ δόγματος καί τῆς ἱστορίας, καί μέ αὐτό ὁλοκλήρωσε τήν προσπάθεια τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι. δ) Διαπίστωσε τήν διαφορά μεταξύ τοῦ Φράγκικου καί Ρωμαίϊκου πολιτισμοῦ μέ τήν μελέτη τῆς Ρωμαιοσύνης καί τῆς Φραγκοσύνης. Μέ τήν ἄριστη γνώση τῶν πηγῶν χρησιμοποίησε τά ρωμαίϊκα κλειδιά γιά τήν κατανόηση τῆς ἱστορίας μας, παραμερίζοντας τά δυτικοευρωπαϊκά κλειδιά ἑρμηνείας τῆς ἱστορίας. ε) Μελέτησε μέ πληρότητα τήν ἱστορική χρήση τῶν ἐθνικῶν μας ὀνομάτων (Ἕλλην, Ρωμαῖος, Γραικός, «Βυζαντινός ») καί προσδιόρισε τό περιεχόμενό τους στήν ἱστορική σημαντική καί στήν ἐμπλοκή τους στίς πολιτικοδιπλωματικές καί πολιτιστικές ἀντιπαραθέσεις τοῦ Φραγκικογερμανικοῦ κόσμου μέ τήν «καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. στ) Εἶδε, μέσα ἀπό αὐτήν τήν γνώση, καί τόν Ἑλληνισμό ἔξω ἀπό κάθε ἐθνικισμό, καί μάλιστα στά ὅρια τῆς οἰκουμενικότητας καί ἑνότητας μεταξύ Ρωμαιοσύνης καί Ὀρθοδοξίας.

Οἱ μαθητές του ἐνθυμοῦνται τόν ζηλωτή διδάσκαλο, τόν αὐθεντικό κήρυκα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, τόν «Προφήτη τῆς Ρωμηοσύνης».

Ὅσοι τόν γνώριζαν ἀπό τίς πανεπιστημιακές παραδόσεις, τά Διεθνῆ Συνέδρια καί τούς διαλόγους, ἀλλά καί ἀπό τά βιβλία του ἐκφράζονται μέ ἐνθουσιασμό γιά τό πρόσωπό του καί τό ἔργο του. Σταχυολογῶ μερικές σημαντικές κρίσεις γι’ αὐτόν:

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος γράφει: «Ἡ Δογματική διδασκαλία τοῦ ἀειμνήστου π. Ἰωάννου Ρωμανίδου ἔταμε νέας καί ἐν ταυτῷ παραδοσιακάς-πατερικάς ὁδούς εἰς τήν σύγχρονον Ὀρθόδοξον θεολογίαν… Τέκνον ὑπάρχων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἤντλει πνευματικούς χυμούς ἀπό τάς ὑγιεῖς ρίζας τῆς σεβασμίας καί ἁγιοτόκου Καππαδοκίας ἐξ ἧς κατήγετο καί ἠδυνήθη νά διακρίνῃ καί νά διακηρύξῃ τήν ἀλήθειαν ὅτι ἡ ἀληθής Θεολογία δέν εἶναι οὔτε ἠθικισμός οὔτε σχολαστικισμός ἀκαδημαϊκός, ἀλλ’ ἐμπειρία καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως». Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Θεόφιλος γράφει: Ἡ θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου εἶναι «καρπός ἐμπνεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί ἱερέα εὐλαβῆ, πιστόν διάκονον τοῦ θυσιαστηρίου, σοφόν διδάσκαλον καί ἐμβριθῆ μελετητήν τῆς Ρωμαιορθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος γράφει ὅτι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης «συνέβαλε ἀποφασιστικά ἀπό τήν δική του πλευρά στήν ἀνάδειξη τῆς αἰχμαλωσίας τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας, στήν διάσωση καί ἀνάδειξη βασικῶν θεολογικῶν ἀληθειῶν, τό ἔργο τοῦ ὁποίου γίνεται ἀναπνοή τῆς Ἐκκλησίας».

Πολλοί Κληρικοί, μοναχοί, καθηγητές καί ἀναγνῶστες ὁμίλησαν γι’ αὐτόν πολύ ἐπαινετικά καί εἶπαν: «Νέος Μωϋσῆς τῆς θεολογίας»· «ὁ ἐξ Ἀμερικῆς Ρωμηός διδάσκαλος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς»· «ὁ σύγχρονος αὐτός γίγαντας τῆς θεολογίας »· «ὁ μέγιστος τῆς θεολογίας ὑποφήτης»· «ἀληθής θεολόγος »· «μοναδικός καί ἀνεπανάληπτος»· «ὁ λόγος του ἦταν διεγερτικός καί ἔντονα σπινθηροβόλος» κ.ο.κ.

Βέβαια, ὁ λόγος του ὡς ἀφυπνιστικός καί προκλητικός, δημιουργοῦσε ἀντιδράσεις ἀπό ἀνθρώπους πού ἐξέφραζαν μιά ἄλλη θεολογία ξένη ἀπό τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων. Καί ὁ καππαδοκικός χαρακτήρας τοῦ π. Ἰωάννου συνέτεινε σέ αὐτήν τήν ἀντίδραση. Καί μερικά λάθη, πού καί ἐκεῖνος διέπραξε, ἔδειξαν ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι τέλειος.

5. Ἐργογραφία

Ἡ ζωή τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη χωρίζεται σέ δύο περιόδους, ἤτοι τά πρῶτα 42 χρόνια στήν Ἀμερική –μέ τά διαστήματα πού βρισκόταν στήν Εὐρώπη γιά τίς σπουδές του– καί στά μετέπειτα 32 χρόνια στήν Ἑλλάδα μέχρι τήν κοίμησή του. Ἐνδιαμέσως ταξίδευσε σέ ὅλον τόν κόσμο, γιά νά συμμετάσχη σέ Διεθνῆ Ἐπιστημονικά Συνέδρια, σέ διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ ἄλλες Ὁμολογίες, γιά ὁμιλίες καί γιά παράδοση μαθημάτων σέ Πανεπιστήμια, Θεολογικές Σχολές καί σέ Ἐκκλησιαστικά Συνέδρια.

Ἔτσι, τά κείμενά του εἶναι γραμμένα στήν ἀγγλική καί τήν ἑλληνική γλώσσα, ὁπότε ὅσοι δέν ἔχουν πρόσβαση στίς γλῶσσες αὐτές δέν μποροῦν νά δοῦν συνολικά τήν θεολογική καί ἱστορική του σκέψη, καί γι’ αὐτό τόν γνωρίζουν ἀποσπασματικά. Εἶναι ἑπόμενο ὅτι τό ἔργο του εἶναι κατά ἕνα μεγάλο μέρος ἄγνωστο στούς πολλούς καί ἐγκατεσπαρμένο.

Στήν συνέχεια, θά καταγραφοῦν τά βασικά ἔργα του πού τόν καθιέρωσαν ὡς τόν κορυφαῖο δογματικό θεολόγο τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ἀλλά ἡ πλήρης ἐργογραφία του παρατίθεται στό βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, σελ. 403-427.

«Original Sin According to Saint Paul». «Man and His True Life According to the Greek Orthodox Service Books». «Orthodox Ecclesiology According to Alexis Khomiakov». «The Ecclesiology of St. Ignatius of Antioch». «Justin Martyr and the Fourth Gospel». «H. A. Wolfson’s Philosophy of the Church Fathers». «Highlights in the Debate over Theodore of Mopsuestia’s Christology and Some Suggestions For a Fresh Approach». «Notes on the Palamite Controversy and Related Topics». «Notes on the Palamite Controversy and Related Topics» ΙΙ. «Saint Cyril’s One Physis or Hypostasis of God the Logos Incarnate and Chalcedon». «Τό Προπατορικόν Ἁμάρτημα». Φοιτητικαί Σημειώσεις Δογματικῆς, κατά τάς παραδόσεις τοῦ καθηγητοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου, ἐπιμέλεια Ἰ.Β. Κογκούλη. «Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη». «Κριτικός Ἔλεγχος τῶν Ἐφαρμογῶν τῆς Θεολογίας». «Φράγκοι, Ρωμαῖοι, Φεουδαλισμός καί Δόγμα. Ἀλληλεπίδραση Θεολογίας καί Κοινωνίας». «Ἰησοῦς Χριστός-Ἡ Ζωή τοῦ κόσμου». «Εἰσαγωγή εἰς τήν Θεολογίαν καί πνευματικότητα τῆς Ρωμαιοσύνης ἔναντι τῆς φραγκοσύνης», στό ἔργο «Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Γρηγορίου Παλαμᾶ Ἔργα. 1. Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. Τριάς Α΄». «Ἐκκλησιαστικαί Σύνοδοι καί Πολιτισμός». «Ἡ θρησκεία εἶναι Νευροβιολογική ἀσθένεια, ἡ δέ Ὀρθοδοξία ἡ θεραπεία της» κ.ἄ.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀποκάθαρε τήν ὀρθόδοξη θεολογία ἀπό τίς δυτικές προσμίξεις καί τήν παρουσίασε στήν αὐθεντική της ἔκφραση, ὅπως τήν ἔζησαν καί τήν ἐξέφρασαν οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες. Ἔδειξε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἐκφράζεται μέσα ἀπό ἰατρικούς ὅρους, δηλαδή μέ τήν θεραπεία τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά φθάση νά δῆ τόν Θεό ὡς Φῶς καί ὄχι ὡς πῦρ, ἀλλά καί μέσα ἀπό τήν πολεμική ὁρολογία, γιατί στόν βαθμό πού πολεμᾶ κανείς τόν διάβολο, μετέχει τῆς δόξης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἄκτιστη δόξα τῆς θεότητος στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Λόγου.

Εἶναι ὄντως «Προφήτης τῆς Ρωμηοσύνης» μέ τήν οἰκουμενική διάσταση τοῦ ὅρου, εἶναι σύγχρονος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἤ τοὐλάχιστον μαθητής τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί γι’ αὐτό ἔχει ἀπόλυτο δίκαιο ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος καθηγητής καί πολύ ἀγαπητός στόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, πού ἔγραψε: «χωρίς νά παραθεωρῶ τή συμβολή ἄλλων μεγάλων θεολόγων μας, ἐτόλμησα νά κάμω λόγο γιά ἐποχή "πρό" καί ἐποχή "μετά" τόν π. Ρωμανίδη».

Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ἑτεροδόξους, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Τό ὅλο θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη δέν ἦταν ἰδεολογικό καί ἐθνικιστικό, ἀλλά, κυρίως, θεολογικό, πνευματικό, ἐκκλησιαστικό καί ἑνοποιητικό στούς τέσσερες τομεῖς, ἤτοι στήν ἑνότητα μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, μεταξύ ἑβραϊκῆς καί ἑλληνικῆς σκέψεως, μεταξύ ἑλληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, καί μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἄλλων Ὁμολογιῶν. Συνέδεε τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα ἀπό τήν δική τους ἐμπειρία καί διδασκαλία κατήρτισε τά βασικά στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν εὐφυΐα του καί τά πολλά διανοητικά του χαρίσματα, ὅπως καί μέ τήν συνάντησή του μέ μεγάλους ἡσυχαστές, διαμόρφωσε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία σέ μιά σημαντική προοπτική ἑνότητας. 

Ἡ καλή χρήση τῆς ἑλληνικῆς, ἀγγλικῆς καί γαλλικῆς γλώσσας τόν ἔφεραν στά σπουδαιότερα κέντρα διαλόγου, ἤτοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Παπικούς, τούς Προτεστάντες, τούς Ἀντιχαλκηδονίους - Μονοφυσίτες, τούς Ἑβραίους καί τούς Μουσουλμάνους. Αὐτό τόν ἔκανε νά τεκμηριώση ἀκόμη περισσότερο τίς ἀπόψεις πού εἶχε σχηματίσει μέ τίς μελέτες πού προηγήθηκαν. 

Ἑπομένως, τό θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ἦταν ἔργο ἑνότητος καί ὄχι διασπάσεως, ἔργο οὐσίας καί ὄχι περιφέρειας, ἔργο ἀγάπης καί ὄχι μίσους, ἦταν ὄντως θεολογικό, προφητικό, ἀποστολικό καί πατερικό ἔργο στήν ἐποχή μας. Καί γι’ αὐτό ἀξίζει ὄχι ἁπλῶς νά μελετηθῆ, ἀλλά νά συγκεντρωθῆ, νά μεταφρασθῆ καί νά ἐκδοθῆ σέ πολλούς τόμους. Συγχρόνως, τό γραπτό του ἔργο πρέπει νά μελετηθῆ σέ συνδυασμό μέ τόν προφορικό του λόγο, γιατί στά γραπτά του πολλές φορές ἦταν δύσκολος, ἐνῶ ἦταν εὐκολοκατανόητος στήν προφορική του διδασκαλία, διά τῆς ὁποίας μετέδιδε ἔμπνευση γιά προσευχή καί ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία. Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθῆ, «Προφήτης τῆς Ρωμαϊκῆς Ὀρθοδοξίας», δηλαδή Προφήτης τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας στήν ἐποχή μας.

Εἶχε γνώση τῶν Χριστιανικῶν ρευμάτων

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐπιστημονικῆς του θεολογικῆς ἔρευνας, παρουσίας καί δράσεως συμμετεῖχε σέ διαφόρους χριστιανικούς καί διαθρησκειακούς διαλόγους καί γνώριζε ὅλη τήν πορεία τους. Συγχρόνως, ἐπειδή εἶχε στέρεη θεολογική βάση καί ὀρθόδοξες προϋποθέσεις, ἀλλά καί γνώση τῶν χριστιανικῶν ρευμάτων πού ἐπικρατοῦσαν στήν Δύση, ἔκανε σημαντικές παρατηρήσεις καί βοήθησε μέ τόν τρόπο του τούς διαλόγους αὐτούς. Ἦταν ἀπό τούς ὀλίγους θεολόγους πού γνώριζε πολύ καλά τήν νοοτροπία τῶν ἑτεροδόξων καί στόχευε στήν καρδιά τῶν θεολογικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική ἔβλεπε τόν διάλογο μεταξύ τῶν Χριστιανῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν καί ἐπεδίωκε ὄχι ἁπλῶς μιά συμφωνία ἐξωτερική, ἀλλά τήν οὐσιαστική ἑνότητα. Γιά τόν σκοπό αὐτό τόνιζε μερικά ἐνδιαφέροντα σημεῖα, πάνω στά ὁποῖα πρέπει νά στηρίζεται ὁ διάλογος. 

Ὑπάρχει ἕνα σημαντικό κείμενό του πού δημοσιεύθηκε τό ἔτος 1981 καί ἔχει τίτλο Ὁ θεολόγος στήν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν οἰκουμενικό διάλογο, καί στό ὁποῖο διαφαίνεται ἡ ὅλη ἐμπειρία του ἀπό τήν πολύχρονη συμμετοχή του στούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους καί ἀλλοθρήσκους, τούς Ἑβραίους. Πρόκειται γιά διάλεξη πού ἔδωσε πρός τιμήν τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, ὁ ὁποῖος ἐξίσου ἀσχολήθηκε μέ τούς διαλόγους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς ἑτεροδόξους.

Οἱ ἀπόψεις τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι γιά τό Π.Σ.Ε.

Στήν διάλεξη αὐτή φαίνεται καί ἡ σχέση τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι. Ἀρχίζοντας τήν διάλεξή του γράφει:
«Εἶναι πράγματι μεγάλη τιμή γιά μένα νά εἶμαι προσκαλεσμένος ὡς πρῶτος ὁμιλητής σ’ αὐτήν τήν νέα ἐτήσια διάλεξη πρός τιμή τοῦ πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκι, τοῦ μεγαλύτερου ὀρθοδόξου πατερικοῦ θεολόγου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ καί πνευματικοῦ ὁδηγοῦ καί ἐμπνευστοῦ τῶν περισσοτέρων ἀπό μᾶς ἐδῶ, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα». 

Σέ ἄλλο σημεῖο τῆς διαλέξεώς του παρουσιάζει ἀφ’ ἑνός μέν τήν σχέση πού εἶχε ὁ ἴδιος μέ τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ἀγωνία τοῦ π. Γεωργίου γιά τήν ἀλλαγή πού συνέβαινε στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν. Γράφει:
«Κατά τήν μακρόχρονη διάρκεια τοῦ στενοῦ δεσμοῦ μας ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι –αἰωνία του ἡ μνήμη– συχνά συζητοῦσε τό θέμα τοῦ Π.Σ.Ε. Ἄν καί οἱ συζητήσεις μας ἦσαν ἐνδεικτικές, ἦταν φανερό ὅτι ἀπέδιδε ἐλάχιστη σπουδαιότητα στήν ὀργανωτική δομή τοῦ Π.Σ.Ε. Ὅμως, εἶχε ἀντιληφθῆ τό δικαίωμα τοῦ Π.Σ.Ε. νά ἀσκῆ ἐξουσία ἀνεξάρτητα ἀπό τή γνώμη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Παραπονιόταν ὅτι παραμεριζόταν πρός χάρη ἄλλων ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονταν περισσότερο στίς ἀπαιτήσεις τοῦ Π.Σ.Ε. Ὁ π. Γεώργιος συνεχῶς παραπονιόταν ὅτι τό Π.Σ.Ε. ὑφίστατο μιάν ἀλλαγή, τήν ὁποία ἀπέδιδε στήν ἱδρυματοποίησή του καί στό ὅτι στεγαζόταν στό νέο του κεντρικό κτίριο στή Γενεύη. Τό ὅτι τό Π.Σ.Ε. ἔχει ἀλλάξει, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι τό προσφιλές θέμα ὁρισμένων καθηγητῶν μέχρι σήμερα».

Στήν εἰσαγωγή τῆς διαλέξεως ἐκθέτει τίς προϋποθέσεις βάσει τῶν ὁποίων ὁ θεολόγος μπορεῖ νά συμμετάσχη στούς διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους. Ἡ μία προϋπόθεση εἶναι ὅτι πρέπει νά ἐμπνέεται ἀπό τήν πατερική διδασκαλία ὅτι « ὁ Πνευματικός Πατέρας καί ὁ θεολόγος εἶναι ἕνα καί τό αὐτό πράγμα» στήν θεολογική αὐτήν θέση περικλείεται ὅλη ἡ πατερική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἡσυχασμό καί τήν μέθεξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄλλη προϋπόθεση εἶναι ὅτι ὁ θεολόγος πού συμμετέχει στούς διαλόγους πρέπει νά ἔχη ἐπίγνωση ὅτι «εἶναι μέρος μιᾶς θεολογικῆς καί πνευματικῆς Παραδόσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κύρια εὐθύνη τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδων τῶν Ἐπισκόπων». Δίνεται μεγάλη βαρύτητα στήν «συνοδική διαγνώμη», ὅπως καθορίζεται ἀπό τούς θεουμένους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους. Ὁ θεολόγος πού συμμετέχει στούς διαλόγους δέν πρέπει νά αὐτονομῆται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, τήν Ἐκκλησία καί τήν παράδοσή της. «Ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός καθ’ ἑαυτόν, εἶναι ὁ φύλαξ καί κατ’ ἐξοχήν διδάσκαλος τῆς Παραδόσεως, πού, ὅταν οἱ καταστάσεις τό ἀπαιτοῦν, μπορεῖ νά ἀναθέση τή διδασκαλία καί τίς πνευματικές εὐθύνες στούς πρεσβυτέρους, διακόνους, μοναχούς καί λαϊκούς ἀκόμα». Ἔτσι, ὅ,τι ἰσχύει γιά τούς θεολόγους καί τήν θεολογία μέσα στήν Ἐκκλησία «ἰσχύει καί γιά τούς θεολόγους καί ὅταν εὑρίσκωνται σέ διάλογο μέ ἄλλες ἐκκλησίες ἤ ὁμάδες ἐκκλησιῶν». 

Μετά τίς βασικές αὐτές προϋποθέσεις γιά τόν διάλογο μέ τούς ἑτεροδόξους παρουσιάζει μέ συνοπτικό τρόπο πῶς ἦταν τά πράγματα ἐκείνη τήν ἐποχή (ἔτος 1981) σέ ὅλους αὐτούς τούς διαλόγους. Γιά τό Π.Σ.Ε. ἀναφέρει τήν ἀνησυχία τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι: «Ὁ π. Φλωρόφσκι εἶχε ἄμεση γνώση τῶν προβλημάτων αὐτῶν καί τοῦ σκοποῦτων καί ἦταν ἰδιαίτερα ἀνήσυχος γιά τήν πορεία πιθανῶν ἐξελίξεων, πού ἐμφανίζονταν στόν ὁρίζοντα». Οἱ διάλογοι μέ τούς Λατίνους, τούς Ἀγγλικανούς καί τούς Λουθηρανούς θά ἄρχιζαν πάλι ὕστερα ἀπό τήν διακοπή τους, λόγῳ διαφόρων προβλημάτων. Γιά τόν διάλογο μέ τούς Παλαιοκαθολικούς λέγει ὅτι «εἶχε ξεκινήσει σέ σύντομο ρυθμό, ἀλλ’ οἱ ἀρχικές μεγάλες προσδοκίες φαίνεται νά ἔχουν κάπως ἐξασθενήσει». «Ὁ ἀνεπίσημος διάλογος μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους (Μονοφυσίτες) εἶχε ξεκινήσει σέ στέρεη βάση, ἀλλά ἀποπροσανατολίσθηκε, ὅταν τό Π.Σ.Ε. ἄρχισε νά ἀναμιγνύεται μέ τίς ἐσωτερικές ὑποθέσεις τοῦ διαλόγου, τόν ὁποῖο μετέτρεψε σέ δικό του ἔργο, πού ὑπηρετεῖ τούς δικούς του σκοπούς». Οἱ δύο συζητήσεις πού διοργάνωσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἑβραίων «ἀποδείχθηκαν πολύ ἐνδιαφέρουσες καί εἶχαν εὐχάριστες θεολογικές ἐκπλήξεις γι’ αὐτούς πού δέν εἶχαν προηγουμένως ἐξοικειωθῆ ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον». Ἐπισημαίνει δέ ὅτι «ἐκτός ἀπό τίς γνωστές διαφορές μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί Ἰουδαϊσμοῦ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει μιά στενότερη ὁμοιότητα μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἰουδαϊσμοῦ, παρά μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί ἐκείνων τῶν "ἐκκλησιῶν", πού προέρχονται ἀπό τή μεσαιωνική Εὐρώπη Φράγκων (Γαλλία), Βησιγότθων (Ἰσπανία), Λομπαρδῶν (Ἰταλία) καί Νορμανδῶν (Ἀγγλία), δηλαδή τῶν κατακτητῶν τῆς Δυτικῆς Ρωμηοσύνης».

Προβλήματα στούς Διαλόγους 

Στήν συνέχεια ἀναπτύσσει διεξοδικότερα τά προβλήματα πού ἀναφύονται στούς διαλόγους σέ βάρος τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως καί διακρίνει κανείς τήν μεγάλη πείρα τήν ὁποία εἶχε ἀποκτήσει ὁ ἴδιος καί στόν τομέα αὐτό, τήν στέρεη θεολογική βάση μέ τήν ὁποία παρακολουθοῦσε τούς διαλόγους καί συμμετεῖχε σέ αὐτούς, τήν ἀγωνία του γιά τήν ἐξέλιξή τους σέ βάρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τίς ὀρθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις μέ τίς ὁποῖες θεωροῦσε ὅτι ἔπρεπε νά συμμετέχη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στούς διαλόγους αὐτούς. 

Στό τέλος τῆς διαλέξεως αὐτῆς καταγράφει ἕνα σημαντικό συμπέρασμα:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι στήν οἰκουμενική κίνηση καί στό διάλογο φανερά πρόκειται νά διέλθουν μιά περίοδο, κατά τήν ὁποίαν ἡ ἀποφασιστικότητά τους νά ὑποστηρίξουν ἀποκλειστικότητα γιά τήν Παράδοσή των θά δοκιμασθῆ σοβαρά, εἰδικά στό θέμα τῆς μυστηριακῆς ἐπικοινωνίας, ὅπου Ἀγγλικανοί, Προτεστάντες καί Λατινο-Καθολικοί ἔχουν ἀποτελεσματικά ἀπομονώσει τούς Ὀρθοδόξους».

Προϋποθέσεις Διαλόγων καί ὀρθόδοξη στρατηγική

Ἐπίσης, ἐπισημαίνει ὅτι στούς διαλόγους αὐτούς πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὑπάρξη μιά στρατηγική, πού ἐφαρμόζεται σέ πολλές περιπτώσεις τοῦ ἀνθρωπίνου βίου μας, πού σημαίνει ὅτι πρέπει νά καταστρωθῆ ἕνα σχέδιο τοῦ ὁποίου ἡ προσεκτική ἐκτέλεση νά γίνη πρός ὄφελος τῶν διαλεγομένων.

Παρατηρεῖ δέ εὔστοχα:
«Ὁρισμένες φορές βλέπει κανείς σημεῖα στρατηγικῆς στίς πράξεις τῶν ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό διάλογο. Σ’ ἄλλες περιπτώσεις ὅμως, ἡ ἐντύπωση εἶναι τέτοια, ὄχι μόνο ἐλλείψεως στρατηγικῆς, ἀλλ’ ἀκόμα καί ἁπλῆς πολιτικῆς, ἐκτός φυσικά ἀπό τήν συνήθη ἐπανάληψη τῶν πατροπαραδότων φράσεων». 

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν γνώστης τῶν θεολογικῶν διαλόγων μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν ἄλλων Ὁμολογιῶν, δέν τούς ἀπέκλειε, ἀλλά ἤθελε νά γίνωνται μέ τίς ἀπαραίτητες ὀρθόδοξες προϋποθέσεις καί μέσα σέ ἐκκλησιαστικά πατερικά πλαίσια. Ὁ ἴδιος γνώριζε πολύ καλά τήν νοοτροπία τῶν Παπικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν, εἶχε ἐντοπίσει τά ἀδύνατα καί ἀνορθόδοξα σημεῖα τῆς θεολογίας τους, γνώριζε πολύ καλά τήν ἐμπειρική θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέ αὐτά τά στοιχεῖα χάρασσε τήν στρατηγική του, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, πολλές φορές δέν γινόταν κατανοητή καί ἀποδεκτή καί ἀπό τούς ἄλλους ὀρθοδόξους θεολόγους, πράγμα πού ἦταν τό βασικό του παράπονο. Μεταξύ τῶν σημείων τῆς στρατηγικῆς ἐντόπιζε καί τά ἀκόλουθα:

Ὁ Ἄσαρκος Λόγος στήν Παλαιά Διαθήκη

Τό πρῶτο ἀπό αὐτά εἶναι ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως ἤδη προαναφέρθηκε, ἐμφανιζόταν ὁ Κύριος τῆς Δόξης, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος καί ὁ Ὁποῖος, στό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐνσαρκώθηκε, προσέλαβε τήν σάρκα γιά νά νικήση τόν θάνατο, τόν διάβολο καί τήν ἁμαρτία. Στήν Παλαιά Διαθήκη δέν ἐμφανιζόταν ὁ Θεός μέ κτιστά γινόμενα καί ἀπογινόμενα σημεῖα, ἀλλά φανέρωνε τήν ἄκτιστη δόξα Του, τήν ὁποία ἐξέφραζαν οἱ Προφῆτες μέ κτιστά εἰκονίσματα. Μέ τήν διδασκαλία αὐτή ἐξουδετερωνόταν ὅλη ἡ φιλοσοφική ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού κάνουν οἱ ἑτερόδοξοι.

Θεολογία Σταυροῦ καί θεολογία Δόξας

Τό δεύτερο σημεῖο εἶναι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῆς θεολογίας τοῦ Σταυροῦ καί τῆς θεολογίας τῆς δόξας τῆς Ἀναστάσεως, δηλαδή ἔκανε λόγο γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Θεωροῦσε ἐσφαλμένη τήν ἄποψη ὅτι ὁ δυτικός Χριστιανισμός στηρίζεται στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως. Θεωροῦσε αὐτήν τήν διδασκαλία ἐσφαλμένη, γιατί ἡ θεολογία τοῦ Σταυροῦ συνδέεται ἀναπόσπαστα μέ τήν θεολογία τῆς δόξης, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «τόν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν» (Α΄ Κορ. β΄, 8). 

Μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἑνότητα ὁμιλοῦσε καί γιά τήν ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας, πού συνδέεται μέ τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τόν δοξασμό. Ἡ μέθεξη τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἐκφράζει τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό κέντρο τῶν Μυστηρίων, ἀλλά καί τῆς ἀσκήσεως. Ἡ πασχάλεια ἐμπειρία δέν ἐντοπίζεται μόνον στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί στόν Σταυρό, οὔτε μόνον στά Μυστήρια, ἀλλά καί στήν ἀσκητική-θεραπευτική ζωή. Στήν πραγματικότητα μέσα ἀπό τήν μέθεξη τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ Χριστιανός μετέχει στήν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου. Ἡ θεολογία, πού ἀναφέρεται σέ αὐτήν τήν νίκη, εἶναι θεολογία τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποτελεῖ τεκμήριο γνησιότητας. Γι’ αὐτό ὁ π. Ἰωάννης τόνιζε τήν ἀξία τῶν Συναξαρίων καί τῶν ἀσκητικῶν βιβλίων πού περιγράφουν τόν ἀγώνα τῶν μοναχῶν ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τήν ὑπέρβαση τοῦ φόβου τοῦ θανάτου, ἀφοῦ μέ τόν τρόπο αὐτό μετέχει κανείς πραγματικά μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θεωρητική διδασκαλία γιά τά θεολογικά ζητήματα καταλήγει σέ ἕναν ἰδιότυπο ὀρθόδοξο σχολαστικισμό.

Πίστη ἐξ ἀκοῆς καί πίστη ἐκ θεωρίας

Τό τρίτο σημεῖο, ὡς συνάρτηση τῶν προηγουμένων, εἶναι καί τό θέμα τῆς πίστεως, πού τό ἐντόπιζε στήν πίστη ἐξ ἀκοῆς καί στήν πίστη ἐκ θεωρίας. Ἡ πίστη ἐκ θεωρίας συνίσταται στήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά καί τήν θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, πράγμα τό ὁποῖο συνιστᾶ καί τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ πίστη ἐξ ἀκοῆς εἶναι ἡ ὑπακοή σέ αὐτούς πού ἔχουν τήν πίστη ἐκ θεωρίας, προκειμένου νά ἀποκτήση ὁ κατηχούμενος αὐτήν τήν ἐμπειρία. Ὁπότε, ἡ θεολογία περί τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεραπευτηρίου, ἐντοπίζεται σέ αὐτό τό θέμα, τό ὁποῖο καί ἀποτέλεσε τόν πυρήνα τῆς ὅλης διδασκαλίας του.

Analogia entis καί analogia fidei

Τό τέταρτο βασικό σημεῖο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ἔβλεπε τήν ἑνότητα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ analogia entis καί τοῦ analogia fidei, δηλαδή ἡ ἀπόρριψη καί καταδίκη τῆς ἀπόψεως ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μέ τήν φιλοσοφία- μεταφυσική καί τήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δίνεται στούς θεουμένους Προφῆτες, Ἀποστόλους καί Πατέρες, πού φθάνουν στόν δοξασμό, καί ὁ ὕψιστος βαθμός τῆς ἀποκαλύψεως εἶναι ἡ Πεντηκοστή. Ἔπειτα, ἡ ἀποκάλυψη αὐτῆς τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ὅσο εἶναι δυνατόν, καταγράφεται γιά νά γίνη ὁδηγός στούς ἀνθρώπους, πού θέλουν νά φθάσουν στόν δοξασμό.

Θεματολογία τῶν Διαλόγων

Τό πέμπτο βασικό σημεῖο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ἔβλεπε τούς διαλόγους μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν, κυρίως, τῶν Παπικῶν καί τῶν Προτεσταντῶν, πού θά μποροῦσε νά ἐπέλθη μιά ἑνότητα, ἦταν τά θεολογικά ζητήματα. Δηλαδή, δέν ἔβλεπε τούς διαλόγους μέσα ἀπό πολιτικές σκοπιμότητες οὔτε τήν λεγομένη «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» μέσα ἀπό συναισθηματισμούς καί ἐξωτερικές ἐνέργειες, ἀλλά μέ τήν ἑνότητα τῆς πίστεως, ὅπως ἐκφράσθηκε ἀπό τούς Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Στό πλαίσιο αὐτό ἐνέτασσε τήν θεολογία περί τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀντιμετωπισθῆ ἡ αἵρεση τοῦ actus purus• τό προπατορικό ἁμάρτημα καί τόν θάνατο ὡς ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, καί ὄχι ὡς κληρονομική ἐνοχή• τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά νά νικηθῆ ὁ θάνατος, ὁ διάβολος καί ἡ ἁμαρτία καί ὄχι ὡς ἱκανοποίηση τῆς θείας δικαιοσύνης• καί τήν ζωή τοῦ Χριστιανοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τά Μυστήρια καί τήν ἡσυχαστική παράδοση ὡς νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου, τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας καί ὄχι ὡς μιᾶς κοινωνικῆς καί πολιτιστικῆς ζωῆς.

Συμπέρασμα

Μέσα ἀπό αὐτά τά βασικά σημεῖα ἔβλεπε τήν ἑνότητα μεταξύ Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί ἄλλων Ὁμολογιῶν, ἀκόμη καί τῶν μή Χαλκηδονίων. Αὐτήν τήν ἑνότητα ἔβλεπε καί μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων στήν θεολογία, καί στήν ἐκκλησιαστική πρακτική. 

Ἡ ὅλη ἀντιμετώπιση τῶν ἑτεροδόξων ἀπό τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη ἦταν θεολογική, ἐκκλησιαστική καί ὄχι ἠθικολογική καί ἀποσπασματική. Γνώριζε τά ἀδύνατα σημεῖα τόσο τῶν Φραγκολατίνων ὅσο καί τῶν Προτεσταντῶν, καθώς ἐπίσης γνώριζε καί τήν ὅλη αὐθεντική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί γι’ αὐτό ἔκανε στοχευμένες κινήσεις, πράγμα πού δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν οἱ ἄλλοι συνομιλητές του, κυρίως οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι. Ἔτσι, πρέπει νά ἑρμηνευθοῦν οἱ δυσκολίες πού συναντοῦσε σέ αὐτούς τούς διαλόγους, κυρίως ἀπό ὀρθοδόξους θεολόγους πού εἶχαν δεχθῆ δυτικές ἐπιρροές καί ἀντιδροῦσαν. Βεβαίως, ὡς ἄνθρωπος ἔκανε καί ἐκεῖνος μερικά λάθη στίς ἐκτιμήσεις του καί στόν τρόπο τοῦ διαλόγου, ἀλλά κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τήν ἀγάπη του στήν Ἐκκλησία καί τήν παράδοσή της, ὅπως καί τίς ἀγαθές προθέσεις του. Μέσα ἀπό τίς προϋποθέσεις πού προαναφέρθηκαν ἔβλεπε τούς διαλόγους γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. 

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, γιατί πίστευε ὅτι ἡ θεολογία μεταμόρφωσε τήν ἱστορία, ὅπως καί διάφορες ἱστορικές ἰδιαιτερότητες δημιούργησαν προβλήματα μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέσα ἀπό αὐτό τό πρίσμα ἔβλεπε τήν ἀλλοτρίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, τίς λεγόμενες «ψευδομορφώσεις», πού δημιουργήθηκαν μέσα στήν θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί προσπαθοῦσε νά κάνη διάγνωση καί στήν συνέχεια νά προβῆ στήν θεραπεία τους. Καί αὐτά δέν τά ἔβλεπε ἁπλῶς ἐρασιτεχνικά, ἀλλά τά γνώρισε μέ τήν προσωπική του πείρα, ἀλλά καί τήν ἐπιστημονική του ἔρευνα. Ἔζησε στά μεγαλύτερα ἐρευνητικά κέντρα τοῦ Ὀρθοδόξου καί Χριστιανικοῦ κόσμου, σπούδασε τήν ἐπιστήμη τῆς θεολογίας, ἀλλά καί τήν ἱστορία, καί ὡς ἐρευνητής ἀντλοῦσε ἐπιχειρήματα ἀπό τά ξεχασμένα βιβλία στίς Βιβλιοθῆκες.

Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ὡς διδάσκαλος καί συνάδελφος τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου

(Εἰσήγηση στό Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο πού διοργάνωσε ἡ Πανελλήνια Ἕνωση Θεολόγων, τήν Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019, στό Ξενοδοχεῖο Τιτάνια, Ἀθήνα)

Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ὡς διδάσκαλος καί συνάδελφος τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη

Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ἦταν ἕνας κορυφαῖος θεολόγος τοῦ 20οῦαἰῶνος, πού ἀπεκλήθη «πατέρας» τῆς θεολογίας τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ. Ἔχω μελετήσει σχεδόν ὅλα τά κείμενά του (στήν συνέχεια Φλωρόφσκι), τά ὁποῖα ἔχουν μεταφρασθῆ στήν ἑλληνική γλώσσα, καθώς ἐπίσης γνωρίζω ἐπαρκῶς καί τήν σκέψη τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη (στήν συνέχεια Ρωμανίδη), ἑνός ἐπίσης κορυφαίου δογματολόγου τοῦ 20οῦαἰῶνος, ὅπως φαίνεται στά κείμενα πού ἔχουν δημοσιευθῆ στήν ἀγγλική καί ἑλληνική γλώσσα, τίς προφορικές παρα­δόσεις του καί τίς πολύωρες συζητήσεις μας σέ θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα. Αὐτό μοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά γνωρίζω τά κοινά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τους, ἀλλά καί τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους.

Πάντοτε μέ προκαλοῦσαν θετικά οἱ μεγάλοι θεολόγοι καί πνευ­ματικοί πατέρες, καί βεβαίως ἔχω ἐκπλαγῆ ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θεολογοῦσαν καί ἐπικοινωνοῦσαν μεταξύ τους οἱ δύο μεγάλοι αὐτοί θεολόγοι τῆς ἐποχῆς μας, δηλαδή ὁ  Φλωρόφσκι καί ὁ Ρωμανίδης. Οἱ σχέσεις τους πέρασαν ἀπό διάφορες φάσεις, ἤτοι σχέση δασκάλου καί μαθητοῦ, σχέση συναδέλφων καθηγητῶν, καί κατέληξε στό ὅτι ὁ πρώην μαθητής προχώρησε καί σέ ἄλλες περιοχές τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλη­σιαστικῆς ζωῆς καί ἐπεξέτεινε τίς ἀπόψεις τοῦ πρώην διδασκάλου του.

Στήν εἰσήγηση αὐτή θά ἀρκεσθῶ στό νά παρουσιάσω τίς ἀπόψεις τοῦ Φλωρόφσκι γιά τόν Ρωμανίδη καί μέσα ἀπό τόν Ρωμανίδη, ἀλλά καί τήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῶν ἀπόψεων του Φλωρόφσκι ἀπό τόν Ρωμανίδη πού ἦταν μαθητής του.

1. Ὁ Ρωμανίδης ἦταν ὁ «ὀξυνούστερος» μαθητής τοῦ Φλωρόφσκι

Ὁ Φλωρόφσκι ἦταν δάσκαλος μέ ὅλη τήν σημασία τῆς λέξεως. Εἶχε μελετήσει ἐπιμελῶς τούς Πατέρας τοῦ 4ου αἰῶνος καί προχώρησε στούς μετα­γενέστερους Πατέρας, ἀπέκτησε βαθειά γνώση τῆς πατερικῆς διδασκαλίας καί μετέφερε τό πνεῦμα τῶν Πατέρων στήν ἐποχή μας, χωρίς νά τό ἀλλοιώση.

Ὁ Ρωμανίδης συνάντησε τόν Φλωρόφσκι μετά τήν ἀπο­φοίτησή του ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, καί μάλιστα κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν του στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γέιλ καί τοῦ Κολούμπια. Στήν συνέχεια ἄκουε τίς παραδόσεις του στό Θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου στήν Νέα Ὑόρκη, καί μέ τήν παρότρυνσή του πῆγε γιά σπουδές στό Παρίσι, τήν Γερμανία, τήν Ἀθήνα, ὅπου ἐκπόνησε τήν θεολογική του διατριβή. Ἔπειτα, ἦταν ἐρευνητής στό Χάρβαρντ κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ Φλωρόφσκι καί συναδέλφου του στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Ρωμανίδης σέ διάλεξή του πού ἔδωσε πρός τιμήν τοῦ Φλωρόσφσκι, μετά τήν κοίμησή του, εἶπε:

«Εἶναι πράγματι μεγάλη τιμή γιά μένα νά εἶμαι προσκαλεσμένος ὡς πρῶτος ὁμιλητής σ’ αὐτήν τήν νέα ἐτήσια διάλεξη πρός τιμή τοῦ πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκι, τοῦ μεγαλύτερου ὀρθοδόξου πατερικοῦ θεολόγου τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ καί πνευματικοῦ ὁδηγοῦ καί ἐμπνευστοῦ τῶν περισσοτέρων ἀπό μᾶς ἐδῶ, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα»  (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου,π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος δογματικός θεολόγος τῆς ὀρθοδόξου καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) ἔκδοση Α΄ 2012, σελ. 395).

Διασώζονται μερικά κείμενα στά ὁποῖα φαίνεται ἡ ἄποψη τοῦ Φλωρό­φσκι γιά τόν Ρωμανίδη, τά ὁποῖα θά παρουσιάσω συνοπτικῶς στήν συνέχεια.

Γιά μιά ἀπό τίς πρῶτες μελέτες τοῦ Ρωμανίδη στήν ἀγγλική γλώσσα μέ τίτλο «Ἡ Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία κατά τόν Ἀλέξη Χομιακώφ», γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ρωμανίδης: «Ἄρεσε στόν Φλωρόφσκι αὐτό τό ἄρθρο τόσο πολύ, ὥστε τό διένειμε σέ συναδέλφους καί φοιτητές του στό Πανεπιστήμιο τοῦ Harvard», ὅταν ἦταν ἐκεῖ καθηγητής (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 404).

Ἀλλά ἐκεῖ πού φαίνεται καθαρότατα ἡ ἄποψη τοῦ Φλω­ρόφσκι γιά τόν Ρωμανίδη εἶναι σέ μιά ἐπιστολή πού ἀπέστειλε στόν π. Στανισλάβ, στίς 17 Δεκεμβρίου 1960. Στήν ἐπιστολή αὐτή ὁ Φλωρόφσκι, προφανῶς ἀπαντώντας σέ σχετικά ἐρωτήματα τοῦ π. Στανισλάβ, κρίνει διαφόρους θεολόγους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί ἐξυμνεῖ πάνω ἀπό ὅλους τόν Ρωμανίδη. Τήν παραθέτω ὁλόκληρη:

«Ἀγαπητέ πάτερ Στανισλάβ,

Ἀπό καρδίας καὶ ἀμοιβαίως σᾶς συγχαίρω γιά τὴν ἐρχόμενη ἑορτή καὶ εὔχομαι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸ Νέον Ἔτος.

Μὲ χαροποιήσατε ἰδιαίτερα μὲ τὸ γράμμα Σας· γιὰ πολύ καιρό δὲν γράψατε καὶ δὲν ἤξερα τὶ νὰ σκεφτῶ.

Τὴν συλλογή τῶν τεσσάρων συγγραφέων δὲν ἔχω δῆ ἀκόμη, ἀλλά δὲν ἐμπιστεύομαι τὸν Ἀφανάσιεφ· αὐτός ἐν γένει εἶναι μᾶλλον "παλαιομοδίτικος φιλελεύθερος" καὶ δὲν αἰσθάνεται τὰ θεολογικά προβλήματα. Συνάμα εἶναι ἰδιαίτερου γένους "κληρικόφρων", στὸ στὺλ τοῦ Ρωσσικοῦ κοσμικοῦ κλήρου τοῦ προεπαναστατικοῦ καιροῦ. Ἄν καὶ διδάσκη κανονικό δίκαιο στὸ Ἰνστιτοῦτο τῶν Παρισίων, τὴν κανονική πραγματικότητα (ἤ ὀρθότερο τὴν πραγματικότητα τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας) οὔτε βλέπει, οὔτε ἀναγνωρίζει.

Ὁ Meyendorff εἶναι ἐντελῶς ἄλλου τύπου καὶ χαρακτῆρος. Τὸ βιβλίο του εἶναι καλό, ἄν καὶ προσωπικά δὲν συμφωνῶ ἐντελῶς, περισσότερο στὸ ἱστορικό μέρος. Γράφτηκε γιὰ τὸ εὐρὺ κοινό καὶ εἶναι πολὺ ἀτελές κατὰ τόπους, ἰδιαίτερα στὸ περί τῆς "διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας" (ὁ ρόλος τοῦ Μ. Καρόλου καὶ τὰ περὶ Καρόλου εἶναι ὀρθά, ἀλλά ὅλο τὸ θέμα κρίνεται ἀνεπιτυχῶς). Ἡ μελέτη τῆς σύγχρονης καταστάσεως τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔγινε μὲ ἐπιδεξιότητα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ π. Meyendorff δὲν εἶναι μοντερνιστής. Τὰ δύο βιβλία του γιὰ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ εἶναι πολύ καλά. Καὶ αὐτὸς εἶναι γνήσιος διανοούμενος, καλῆς σχολῆς. Εἶναι τώρα στὴν Νέα Ὑόρκη καὶ τὸ μισό καιρό τὸν διέρχεται στὴν Οὐάσιγκτον, στὸ Βυζαντινολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Dumbarton Oaks.

Δὲν πρόλαβα νά διαβάσω τὰ βιβλία τοῦ Εὐδοκίμωφ· πολὺ μὲ ἀπώθησε τὸ προηγούμενο βιβλίο του, ἐντελῶς φανταστικό καὶ συγκεχυμένο, " Ἡ γυναίκα καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου" ποὺ ἐν τῷ μεταξὺ ἐξέδωσε τὸ Casterman (!). Ὁ Εὐδοκίμωφ συνεχίζει τὴν παράδοση τοῦ π. Σεργίου Μπουλκάκωφ καὶ παρὰ τίς ἁγιοπατερικές παραπομπές δὲν ἀκολουθεῖ τὸ πνεῦμα τῶν ἁγίων Πατέρων.

Μήπως λαμβάνετε τὸ ὀρθόδοξο περιοδικό τῶν Παρισίων Contacts; Τὸ ἐκδίδει ὁμάδα Γάλλων ὀρθοδόξων καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια ἔγινε σοβαρό καὶ ἐνδιαφέρον· ἰδιαίτερα τὰ ἄρθρα τοῦ Λόσκυ, Βλαδιμήρου Νικολάγιεβιτς, καὶ τοῦ Olivier Clιment (προσέξτε ἐπίσης τὸν "κήρυκα" τῆς ἐξαρχίας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Μόσχας στό Παρίσι, ποὺ πρέπει νὰ βρίσκεται στὴν βιβλιοθήκη Σας). ὉOlivier Clιment προσῆλθε στὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλά προσωπικά δὲν τὸν γνωρίζω καὶ τὸ γαλλικὸ βιβλίο του γιὰ τὸ μυστήριο τῆς ἱστορίας δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ. Εἶναι νέο τὸ φαινόμενο στὸν καιρό μας –ἡ προσέλευση στὴν ὀρθοδοξία σειρᾶς διανοουμένων, Γάλλων καὶ Ἄγγλων– οἱ ὁποῖοι γράφουν γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἀγωνίζονται νὰ ἐκφράσουν τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὄχι πάντοτε ἐπιτυχῶς. Βλέπε γιὰ παράδειγμα τὸν Ph.Sherard, "Ἡ Ἑλληνική Ἀνατολὴ καὶ ἡ Λατινική Δύση, μελέτη στὴ Χριστιανική Παράδοση", Oxford University Press, 1959. Τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν Ἄθωνα ἀντιθέτως εἶναι πολύ καλό.

Γενικῶς ὁμιλοῦντες, εἶναι λίγες οἱ θεολογικές δυνάμεις ποὺ ὑπάρχουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα. Ἐναποθέτω τὶς ἐλπίδες μου στὸν μαθητή μου, π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, ποὺ συνέγραψε πρὶν ἀπό τρία-τέσσερα χρόνια ὑπέροχη διδακτορικὴ διατριβὴ γιὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, σπουδὴ στούς δύο πρώτους αἰῶνες (Ἑλληνικά, στὴν Ἀθήνα) καὶ τώρα ἐργάζεται κοντὰ μου γιὰ διδακτορικὸ στὴν φιλοσοφία στὸ Harvard.

Σὲ αὐτόν, ἀντιθέτως, (σημ. ἐκδότου. Σέ ἀντίθεση μέ τούς Γάλλους καί τούς Ἄγγλους Ὀρθοδόξους θεολόγους πού ἔκρινε) ὑπάρχει μᾶλλον ἡ τάση πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς "ἀπομονώσεως" - ἀποστροφή ἀπὸ τὴν Δύση σὲ ὅλα καὶ ἀπομόνωση στὴν Βυζαντινή Παράδοση, ἀλήθεια, ὅμως παραμένοντας στὸ ἐπίπεδο τῆς γνήσιας Θεολογικῆς κουλτούρας καὶ τῆς βαθιᾶς ἐκκλησιαστικότητας» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 88-89).

Αὐτή ἡ κρίση τοῦ Φλωρόφσκι εἶναι ἕνας ὕμνος γιά τόν Ρωμανίδη.

Μιά ἄλλη κρίση τοῦ Φλωρόφσκι γιά τόν Ρωμανίδη προέρ­χεται ἀπό ἕναν μαθητή καί τῶν δύο, τόν π. Ἀνδρέα Δημότση, ὅταν σπούδαζε θεολογία στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καί καταγράφεται σέ ἐπιστολή πού μοῦ ἀπέστειλε (21-9-2011).

Γράφει, μεταξύ τῶν ἄλλων:

Ὁ Ρωμανίδης «ἐθαύμαζε τά συγγράμματα τοῦ πατρός Φλωρόφσκι καί μοῦ ἔλεγε ὅτι ἄναψαν τήν φλόγα τῆς ἀγάπης καί ἐκτιμήσεως γιά τό ὁριστικό ἔργο τῶν ἀρχαίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τά θεμέλια τῆς πίστεως γιά τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ὁ πατήρ Ρωμανίδης ἰσχυρίζετο ὅτι ἡ μέχρι τότε θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶχε πολύ ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν θεολογίαν τῆς Δύσεως, ἰδιαιτέρως τήν σχολαστικήν θεολογίαν. Ἡ ἐπιρροή αὐτή προῆλθε κατά τήν γνώμην του ἀπό τό γεγονός ὅτι πολλοί καθηγηταί τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας εἶχαν μελετήσει εἰς τάς Σχολάς καί τά Πανεπιστήμια τῆς Δύσεως καί ἐκεῖ ἐδέχθηκαν τήν ἐπίδρασιν ἑτεροδόξου φρονήματος. Ὁ πατήρ Ρωμανίδης μοῦ ἔλεγε ὅτι ὁ πατήρ Φλωρόφσκι, ἦτο πρωτοπόρος εἰς τήν προσπάθειαν νά ἀνάψη ἐκ νέου τό ἐνδιαφέρον καί τήν προσοχή τῶν νεωτέρων ὀρθοδόξων θεολόγων εἰς τάς πραγματικάς πηγάς τῆς σωστῆς ὀρθοδόξου θεολογίας πού ηὑρίσκοντο εἰς τά συγγράμματα τῶν πατέρων καί ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τά βιώματα τῶν ἁγίων της. Ὁ πατήρ Ρωμανίδης πολλάκις μοῦ ἔλεγε μάλιστα ὅτι τό ἔργο του ἦτο νά συνεχίση καί νά φέρη σέ ἀποπεράτωσι αὐτό τό ὁποῖο ὁ πατήρ Φλωρόφσκι εἶχε ἀρχίσει. Ὁ πατήρ Ρωμανίδης μάλιστα πολλάκις ἐζητοῦσε τήν γνώμην τοῦ γέροντος ἐπί θεμάτων, καί ἀμφιβάλλω ἄν ποτέ διαφωνήσανε ἐπί ἑνός θέματος» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 91-92).

Ἀλλά καί ὁ Φλωρόφσκι τοῦ ἔλεγε γιά τόν Ρωμανίδη:

«Ὁ δέ πατήρ Φλωρόφσκι, χωρίς ἀμφιβολία, ἦτο θαυμαστής τοῦ ἔργου τοῦ πατρός Ρωμανίδη καί ἔτρεφε τά συναισθήματα τῆς πατρικῆς ἀγάπης καί ἐκτιμήσεως ἀπέναντί του. Ὁ πατήρ Φλωρόφσκι τόν θεωροῦσε διάδοχό του εἰς τό ἔργο τῆς ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς συγχρόνου καί μέχρι τότε δυτικιζούσης ὀρθοδόξου θεολογίας. Ἐκτός ἀπό τήν ἀπελευθέρωσι τῆς θεολογίας μας ἀπό τάς ἐπιδράσεις τῶν ἑτεροδόξων, αὐτό πού ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα ὁ πατήρ Φλωρόφσκι ἦτο ἡ ἔντονη προσπάθεια τοῦ πατρός Ρωμανίδη νά τονίση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία δέν εἶναι ἁπλῶς μιά διανοητική ἄσκησις ἤ γνῶσις, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἶναι ἕνα βίωμα πού ἐπιδρᾶ στό βαθύτερο μέρος τοῦ εἶναι μας, καί μᾶς ὁδηγεῖ, βαθμηδόν καί κατ’ ὀλίγον πρός τήν θέωσιν. Ἡ θεολογία αὐτή, ἑπομένως, δέν εἶναι μία ἁπλή ἐπιστήμη, ἀλλά τοὐναντίον, εἶναι μία ζωή καί ἐμπειρία ὁλόκληρη, ἡ ὁποία ἔχει ἀρχή, ἀλλά, χάριν Θεοῦ, δέν ἔχει τέλος. «Πρόσεχε, υἱέ μου», μοῦ ἔλεγε ὁ πατήρ Φλωρόφσκι, «αὐτά πού σοῦ διδάσκει ὁ πατήρ Ἰωάννης ὄχι μόνον θά σώσουν τήν ψυχή σου, ἀλλά θά σέ κάνουν φάρο τῆς Ὀρθοδοξίας σέ ἕναν κόσμο πού σπαράσσεται ἀπό τήν ἀφομοίωσιν καί τόν σχετισμόν. Ἡ ἀποστολή σου ὡς ἱερεύς θά εἶναι νά διδάξης τήν ἀλήθειαν πού μένει στούς αἰῶνες, καί αὐτή τήν ἀλήθειαν θά τήν μάθης ἀπό τόν πατέρα Ἰωάννην».

Ἐπί πλέον, ὁ πατήρ Φλωρόφσκι ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα τό γεγονός ὅτι ὁ πατήρ Ρωμανίδης ἦτο ἄφοβος μαχητής ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτός μοῦ ἐξήγησε ὅτι δέν ἐδίστασε νά παλέψη ὁ πατήρ Ρωμανίδης μέ τά τότε μεγαλύτερα ἀναστήματα τῆς θεολογίας τῆς ἐποχῆς του, ὅπως τόν Παναγιώτην Τρεμπέλαν καί ἄλλους. Ἐδέχθηκε τίς φοβερές ἀπειλές καί πιέσεις των καί παρέμεινε ἀμετακίνητος εἰς τήν ὑπεράσπισιν τῆς πίστεως. Ἦτο ριζοσπάστης, ἀλλά ὅλως ἀπροσδόκητα ἦτο συνάμα καί ὑπερασπιστής τῆς ἀρχαίας καί γνησίας παραδόσεως καί ὄχι ἑνός νέου καί συγχρόνου θεολογικοῦ φρονήματος. Ἦτο ἐν ὀλίγοις, μοναδικός» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 92-93).

Μάλιστα, ὁ ἴδιος πού τούς εἶχε καθηγητές τούς ἀποκαλεῖ ὡς «τούς δύο κορυφαίους ἄνδρες πού ἦταν ἴσως οἱ μεγαλύτεροι θεολόγοι τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 93).

Μιά ἄλλη μαρτυρία προέρχεται ἀπό τόν π. Γεώργιο Δράγα, καθηγητή  τῆς Θεολογικῆς Σχο­λῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ  Βοστώνης, πού ἦταν μαθητής τοῦ Φλωρόφσκι καί γνωστός τοῦ Ρωμανίδη, ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι ἡ «σχέση τους ἦταν σχέση ἀγαστή καί πατερική». «Ὁ πρῶτος (Ρωμανίδης) ἔβλεπε τό δεύτερο (Φλω­ρόφσκι) ὡς ἀκαδημαϊκό καί πνευματικό μέντορα, καί ὁ δεύτερος (Φλωρόφσκι) ἀπέβλεπε στόν πρῶτο (Ρωμανίδη) ὡς τόν συνεχιστή τῆς θεολο­γικῆς πορείας πού ἔτεμε ἐκεῖνος, δηλαδή τήν "νεο­πατερική σύνθεση", ἡ ὁποία σηματοδοτοῦσε τόν τρόπο τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς ὀρθόδοξης ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας ἀπό τά δίχτυα τῆς "ψευδομόρφωσης" πού εἶχε ὑποστῆ λόγῳ τῆς ἀνά­μειξής της μέ ἑτερόδοξα σχήματα καί στοιχεῖα» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 95). Ἡ γνωριμία δέ πού εἶχε ὁ π. Γεώργιος Δράγας μέ τούς δύο, ὅπως γράφει, «ἐπιβεβαίωσε στήν ἀντίληψή μου τήν πνευματική θεολογική συγγένεια τῶν δύο τούτων ἀνδρῶν» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 96).

Μιά ἄλλη μαρτυρία προέρχεται ἀπό τόν Πρωτοπρεσβύτερο π. Στέφανο Ἀβραμίδη, πού γνώρισε καί τούς δύο ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης. Σέ ὁμιλία του μέ τίτλο «Ὁ διδάσκαλός μου π. Ἰωάννης Ρωμανίδης καί ὁ πνευματικός μου π. Γεώργιος Φλωρόφσκι», μεταξύ ἄλλων γράφει: «Ὡς γνωστόν, ὁ π. Ἰωάννης εἶχε σάν Πνευματικό Πατέρα, διδάσκαλο καί μέντορα τόν π. Γεώργιο Φλωρόφσκι».

2. Μερικές ἀπόψεις τοῦ Φλωρόφσκι, ὅπως διασώζονται σέ ἐπιστολές τοῦ Ρωμανίδη

’Ερευνώντας νά βρῶ ἀρχειακό ὑλικό, ὅταν συνέτασα τήν θεολογική βιογραφία τοῦ Ρωμανίδη, βρῆκα στό Πανεπιστήμιο τοῦ Πρίνστον ἐπιστολές πού ἀπέστειλε ὁ Ρωμανίδης στόν Φλωρόφσκι καί παρέμεναν στό ἀρχεῖο τοῦ δευτέρου. Πρόκειται γιά 25 ἰδιόχειρες ἐπιστολές τοῦ Ρωμανίδη στόν Φλωρόφσκι, χωρίς, ὅμως, νά ὑπάρχουν καί οἱ ἀπαντήσεις τοῦ Φλωρόφσκι πρός τόν Ρωμανίδη, οἱ ὁποῖες θά ἦταν ἀρκετά ἐνδαφέρουσες (βλ. ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 37-157).

Στίς ἐπιστολές αὐτές τοῦ Ρωμανίδη ὑπάρχουν ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα γιά τήν ἐπικοι­νωνία καί τήν σχέση μεταξύ τους, ἀλλά καί τίς ἀπόψεις τοῦ Φλωρόφσκι γιά διάφορα θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά θέματα. Ἀναλύοντας, μάλιστα, τίς ἐπιστολές αὐτές δημιούργησα μιά ἰδιαίτερη ἑνότητα μέ τίτλο «μαθητής, σύνοικος, καθοδηγητής καί συνάδελφός του», στήν ὁποία ἑνότητα φαίνεται ἀνάγλυφα αὐτή ἡ στενή σχέση μεταξύ καθηγητοῦ καί μαθητοῦ, ἀλλά καί ἱκανῶν συνομιλητῶν. Σέ ὅλες τίς ἐπιστολές φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Ρωμανίδης τόν ἐνημερώνει γιά ὅλα τά θέματα, τοῦ μεταφέρει πληροφορίες, τοῦ γράφει τίς ἀπόψεις του γιά θεολογικά ζητήματα καί ζητᾶ τίς δικές του. Σπάνια συναντᾶ κανείς μιά τέτοια γραπτή ἐπικοινωνία μεταξύ μαθητοῦ καί καθηγητοῦ, ἀλλά καί γενικά μεταξύ δύο θεολόγων.

Στίς ἐπιστολές αὐτές ὑπάρχουν μερικές εἰδικότερες ἀναφορές πού δείχνουν τίς σκέψεις τοῦ Φλωρόφσκι, τίς ὁποῖες συζητοῦσε μέ τόν Ρωμανίδη.

Σέ ἐπιστολή του μέ ἡμερομηνία 18 Ἰουλίου 1954 φαίνεται ὅτι ὁ Φλωρόφσκι σκεπτόταν γιά τό πῶς θά ἐκφρασθῆ ἑνωμένη ἡ Ὀρθόδοξη θεολο­γία.

«Εἶναι πολὺ ἐνθαρρυντικὲς ὅλες οἱ σκέψεις σας γιὰ τὴν Ἑνωμένη Ὀρθοδοξία στὸ γράμμα σας. Τοὐλάχιστον ἔχουν ἀρχίσει νὰ διαδίδωνται αὐτὲς οἱ σκέψεις. Ἐλπίζω νὰ λυθοῦν σταδιακὰ τὰ προβλήματά σας μὲ τὶς ἑλληνικὲς ὑπεκφυγές. Ἡ ἰδέα ἑνὸς ὀρθόδοξου κολλεγίου ἀνθρωπιστικῶν σπουδῶν ἀκούγεται ὑπέροχη, ἀλλὰ ὄχι ἀρκετὰ προχωρημένη γιὰ νὰ ἀνταποκριθῆ στὶς ἄμεσες ἀνάγκες μας» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 106).

Σέ ἐπιστολή του μέ ἡμερομηνία 8 Αὐγούστου 1957 ὁ Ρωμανίδης συμφωνεῖ μέ τίς ἀπόψεις τοῦ Φλωρόφσκι γιά τήν κατάσταση στήν ὁποία βρίσκεται ἡ σύγχρονη θεολογική κατάσταση. Γράφει:

«Αὐτὰ ποὺ λέτε γιὰ τὴν σύγχρονη θεολογικὴ κατάσταση εἶναι πολὺ ἀληθινά. Εἰδικὰ στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑφίσταται θεολογία ἐκ πεποιθήσεως. Ὑπάρχει μόνο θεολογία τῆς ἀγορᾶς. Ἡ θεολογία ἀποτελεῖ ἁπλῶς μέσον γιὰ ὑψηλότερο μισθό, γιὰ νὰ γίνη κάποιος δάσκαλος, καθηγητὴς Πανεπιστημίου ἢ Ἐπίσκοπος. Αὐτοὶ ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν θεολογία ἐκ πεποιθήσεως δὲν εἶναι οὔτε μιὰ χούφτα» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 114).

Σέ ἐπιστολή του μέ ἡμερομηνία 25 Μαρτίου 1958, ὁ Ρωμανίδης συμφω­νεῖ μέ τόν Φλωρόφσκι γιά τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στό Θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ Ἁγίου Σεργίου στό Παρίσι καί γενικά γιά τίς ἐπικρίσεις του γιά τήν σύγχρονη θεολογία. Γράφει ὁ Ρωμανίδης:

«Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἀηδιασμένος ἀπὸ τὴν σύγχρονη θεολογία. Ἡ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα εἶναι κρίσιμη καὶ πολὺ χειρότερη στὴν Χάλκη. Τὰ σχόλιά σας γιὰ τὸ Παρίσι εἶναι ἀπροσδόκητα παρόμοια μὲ τὴν δική μου γενικὴ ἐντύπωση. Ὅταν ἔδινα τὶς ἐξετάσεις μου στὴν ρωσική φιλοσοφία ἐνώπιον τοῦ καθηγητικοῦ σώματος, ἔμαθα πολλὰ πράγματα. Τὸ εἰδικότερο θέμα μου ἦταν ὁ Ἀλέξης Χομιακώφ καὶ ἡ θέση μου ἦταν ὅτι δὲν ὑπάρχει μοντέρνα ὀρθόδοξη καὶ ρωσο-ὀρθόδοξη φιλοσοφία εἴτε κοινωνικὴ εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι μιὰ ἀπαίτηση στὴν συνολικὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ, συνεπῶς, ἕνα πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μισὸς Ὀρθόδοξος καὶ μισὸς φιλόσοφος ταυτόχρονα. Οἱ καθηγητὲς Zankorski καὶ Kartashoff ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἔκαναν τὶς περισσότερες ἐρωτήσεις καὶ συνέχιζαν τὴν συζήτηση. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὑποστήριζαν μιὰ ἰδιαιτερότητα τῆς ρωσικῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ὅτι δηλαδή ἀποτελεῖ πρόοδο σὲ σχέση μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία καὶ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ αὐτήν. Ἐπιχειρηματολόγησα ἐναντίον τῆς θέσης τους καὶ τελικὰ τὸ ἐπιχείρημά τους περιορίστηκε στὴν ἰδέα τῆς «sobornost», τῆς «συντροφικότητας» {togetherness} γιὰ τὴν ὁποία ἰσχυρίσθηκαν ὅτι ἦταν καθαρὰ ρωσική. Ἀπάντησα λέγοντας ὅτι σὲ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ μοναστήρια ὁ κεντρικὸς ναὸς πάντα ὀνομάζεται καθολικόν, ὅρος ποὺ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθῆ ὡς universal. Μετὰ ἀπὸ τέτοια συζήτηση ἐξεπλάγην ποὺ οἱ καθηγητὲς ψήφισαν βαθμὸ Α΄ στὴν ἐξέταση» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 123-124).

Ἀλλά τό ἴδιο συνάντησε καί στήν Ἐλλάδα. Μαθημένος ὁ Ρωμανίδης ἀπό ὅσα διδάχθηκε ἀπό τόν Φλωρόφσκι  ὅλα τά ἔβλεπε παράξενα, γι’ αὐτό γράφει στήν ἴδια ἐπιστολή (25-3-1958):

«Ἡ θεολογικὴ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα εἶναι μιὰ μείζων καταστροφή. Οἱ μόνοι σωστοί Ὀρθόδοξοι ποὺ συνάντησα ἦταν λίγοι μοναχοὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος ποὺ ἀπεχθάνονται... τὰ Πανεπιστήμια, γενικὰ, καὶ ὄντως σκέφτονται μὲ πατερικοὺς ὅρους. Αὐτὸ τὸ κάνουν ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ ἀδαεῖς μοναχοί. Τὸ μόνο μειονέκτημά τους εἶναι ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀποκομμένοι ἀπὸ τὶς σύγχρονες μορφὲς τῆς δυτικῆς θεολογίας. Ἂν πρόκειται νὰ ἔλθη ποτὲ μιὰ θεολογικὴ ἀναγέννηση στὴν Ἑλλάδα θὰ προέλθη ἀπὸ τὶς μοναστικὲς κοινότητες» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 124).

Στήν ἴδια ἐπιστολή του ἀναφέρεται στήν ἄποψη τοῦ Φλωρόφσκι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἑρμηνεύεται Χριστολογικά καί ὄχι Τριαδολογικά, ὅπως δυστυχῶς κάνουν πολλοί θεολόγοι καί στήν ἐποχή μας. Γράφει:

«Ἡ περιγραφή πού κάνετε τῆς ἐπιθυμίας κάποιων νὰ χρησιμοποιοῦν μιὰ Τριαδικὴ διατύπωση ἀντὶ γιὰ τὴν τρέχουσα Χριστολογικὴ εἶναι χαρακτηριστικὴ τῆς μυωπίας τῶν συγχρόνων Ἑλλήνων πολυμαθῶν» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 125).

Σέ ἐπιστολή του μέ ἡμερομηνία 7 Ἀπριλίου 1958 ἀναφέρεται στήν βασική διδασκαλία τοῦ Φλωρόφσκι γιά τήν ἐπιστροφή μας στήν διδασκαλία τῶν Πατέρων. Γράφει:

«Σήμερα στὴν Ἑλλάδα ὁ Ἀνδροῦτσος ἐπικρίνεται ἀνοιχτὰ καὶ ἀποκηρύσσεται ἀπὸ πολλοὺς πρώην θαυμαστές. Πιστεύω ὅτι ἔχετε πάρα πολλὰ ποὺ θὰ μπορούσατε νὰ συνεισφέρετε στὴν ἐπιστροφὴ τῆς Ἑλλάδας στοὺς Πατέρες, διότι στὴν Ἑλλάδα θεωρεῖσθε ἀδιαμφισβήτητα ὡς ὁ κορυφαῖος θεολόγος μας καὶ ἡ γνώμη σας γίνεται πάντοτε σεβαστή. Βλέπετε, πολλοὶ Ἕλληνες θεολόγοι ἀντιλαμβάνονται ἐπιτέλους ὅτι ἡ ρίζα τῶν προβλημάτων μας εἶναι πραγματικὰ ἡ κακὴ θεολογία» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 126).

Σέ ἐπιστολή του μέ ἡμερομηνία 21 Αὐγούστου 1959 ὁ Ρωμανίδης ἀπαντᾶ σέ ἐπιστολή τοῦ Φλωρόφσκι ὅτι θά τόν τιμήση ἡ Θεολογική Σχολή Θεσσαλο­νίκης ὡς ἐπίτιμο διδάκτορα, συγχρόνως τοῦ ἐξέφραζε τίς δυσκολίες πού συναντοῦσε. Τοῦ γράφει ὁ Ρωμανίδης:

«Προσωπικὰ αἰσθάνομαι ἔντονα ὅτι θὰ πρέπει νὰ κάνετε ὑπομονὴ καὶ νὰ ἀνεχθῆτε τὴν κατάσταση, διότι εἶμαι σίγουρος ὅτι οἱ πολλοὶ Κληρικοὶ καὶ ἡ νεολαία, ποὺ προσβλέπουν σὲ ἐσᾶς γιὰ καθοδήγηση καὶ ὡς σύμβολο, θὰ ὠφεληθοῦν περισσότερο ἂν διατηρήσετε τὶς ἐπαφές σας μὲ τοὺς Ἕλληνες. Τώρα ποὺ θὰ λάβετε τὸ πρῶτο σας ὀρθόδοξο διδακτορικὸ καὶ μάλιστα ἑλληνικό, αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀποτελῆ ἐπαρκῆ ἀπόδειξη γιὰ ἐσᾶς γιὰ τὸ πόσο πολύ σᾶς ἐκτιμοῦν οἱ Ἕλληνες. Μὲ συγχωρεῖτε ποὺ ἀκούγομαι σὰν νὰ δίνω συμβουλές, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι τὰ πράγματα θὰ ἀλλάξουν σταδιακὰ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καὶ στὸ τέλος θὰ εἴμαστε εὐχαριστημένοι ποὺ ἤσασταν ὑπομονετικός» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 147).

Στήν ἐνότητα αὐτή θά παραθέσω καί τήν ἄποψη τοῦ Φλωρόφσκι  γιά τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως διασώζεται ἀπό τόν Ρωμανίδη.

Ὁ Φλωρόφσκι συμμετεῖχε στήν Ἐπιτροπή «Πίστη καί Τάξη» πού εἶχαν δημιουργήσει οἱ Προτεστάντες, ἡ ὁποία ἀργότερα ἐντάχθηκε στό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅταν ἱδρύθηκε τό 1948. Συνέχιζε δέ νά συμμετέχη ὡς ὀρθόδοξος θεολόγος στήν Ἐπιτροπή «Πίστη καί Τάξη» καί στίς Γενικές Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν  Ἐκκλησιῶν. Κυρίως ἀπέβη ἡ κυρίαρχη μορφή ἀπό πλευρᾶς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας στήν Β΄ Συνέλευση τοῦ Παγκοσμίου Συμβου­λίου τῶν Ἐκκλησιῶν, στό Ἔβανσον, τό 1954, ἀφοῦ αὐτός ἐπελέγη νά ὁμιλήση ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἀντιπροσωπεία. Γράφει ὁ βιογράφος του Andrew Blane: Ὁ Φλωρόφσκι «ἀναδείχθηκε μετά τή Συνέλευση στό Ἔβανστον σέ μιά ἀληθινά διεθνῆ ἐκκλησιαστική μορφή» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 50-51).

Διασώζονται δύο κείμενα τοῦ Ρωμανίδη, στά ὁποῖα ἀποτυπώνεται  ἡ μετέπειτα ἄποψη τοῦ Φλωρόφσκι γιά τό πῶς ἐξελίχθηκε τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν.

Τό ἕνα κείμενο προέρχεται ἀπό μιά διάλεξη πού ἔδωσε ὁ Ρω­μα­νίδης στό Θεολογικό Ἰνστιτοῦτο τοῦ ἁγίου Βλαδιμήρου πρός τιμή τοῦ Φλωρόφσκι. Λέγει:

«Κατά τήν μακρόχρονη διάρκεια τοῦ στενοῦ δεσμοῦ μας ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι –αἰωνία του ἡ μνήμη– συχνά συζητοῦσε τό θέμα τοῦ Π.Σ.Ε. Ἄν καί οἱ συζητήσεις μας ἦσαν ἐνδεικτικές, ἦταν φανερό  ὅτι ἀπέδιδε ἐλάχιστη σπουδαιότητα στήν ὀργανωτική δομή  τοῦ Π.Σ.Ε. Ὅμως, εἶχε ἀντιληφθῆ τό δικαίωμα τοῦ Π.Σ.Ε. νά ἀσκῆ  ἐξουσία ἀνεξάρτητα ἀπό τή γνώμη τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.  Παραπονιόταν ὅτι παραμεριζόταν πρός χάρη ἄλλων ὀρθοδόξων,οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονταν περισσότερο στίς ἀπαιτήσεις τοῦ Π.Σ.Ε. Ὁ π. Γεώργιος συνεχῶς παραπονιόταν ὅτι τό Π.Σ.Ε. ὑφίστατο μιάν  ἀλλαγή, τήν ὁποία ἀπέδιδε στήν ἱδρυματοποίησή του καί στό ὅτι στεγαζόταν στό νέο του κεντρικό κτίριο στή Γενεύη. Τό ὅτι τό Π.Σ.Ε. ἔχει ἀλλάξει, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι τό προσφιλές θέμα ὁρισμένων καθηγητῶν μέχρι σήμερα» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 395).

Τό ἄλλο κείμενο διασώζεται ἀπό τόν π. Γεώργιο Μεταλληνό. Πρόκειται γιά ἕνα γραπτό σημείωμα τοῦ Ρωμανίδη πού ἀπέστειλε σέ ἐκεῖνον, ὅπως καί σέ ἄλλους τήν 27 Ἰανουαρίου 2000, λίγο πρίν τήν κοίμησή του, στήν ἀγγλική γλώσσα, στό ὁποῖο φαίνεται ἡ τελική γνώμη τοῦ Φλωρόφσκι γιά τήν Οἰκουμενική Κίνηση καί τό Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν. Γράφει ὁ Ρωμανίδης, σέ μετάφραση:

«Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκι ἦταν ὁ κύριος Ὀρθόδοξος ἐκπρόσωπος στό Πίστη καί Τάξη πρίν αὐτό γίνει τμῆμα τοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν τό 1948. Βεβαίως ἡ προσέγγισή του στό Διάλογο μέ τούς Προτεστάντες καί τούς Ἀγγλικανούς ἦταν πάντοτε ἡ ἀνάγκη γιά στροφή στήν Ἁγία Γραφή, ὅπως τήν ἑρμήνευσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τόσο πρίν ὅσο καί κατά τή διάρκεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖοι ἦταν καί εἶναι μέχρι σήμερα τό θεμέλιο τῆς ζωντανῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὡστόσο, στήν πραγματικότητα, οἱ Προτεστάντες καί οἱ Ἀγγλικανοί δέν πείστηκαν ποτέ. Ὁ Φλωρόφσκυ παρερμήνευσε τήν εὐγένειά τους ὡς ἀληθινή δέσμευση νά μελετήσουν τούς Πατέρες ὡς κλειδί γιά τήν ἕνωση. Ἔπειτα ἐμφανίστηκε ὁ Νίκος Νησιώτης ὡς συμμαθητής Προτεσταντῶν σέ τάξεις πού μελετοῦσαν τό λεγόμενο ὑπαρξισμό τοῦ Κάρλ Μπάρτ καί τοῦ Ἐμιλ Μπροῦνερ. Μερικοί ἀπό αὐτούς ἔγιναν ἡγέτες στό ΠΣΕ καί εἶχαν πειστεῖ ὅτι ὁ Νησιώτης, καί ὄχι ὁ Φλωρόφσκι, ἀποτελεῖ τό κλειδί γιά τήν προσέγγιση ἀνάμεσα στίς Προτεσταντικές καί στήν Ὀρθόδοξη παράδοση, καί αὐτή μποροῦσε ἴσως νά ὁδηγήσει ἀκόμη καί στήν ἕνωση γιά τήν ὁποία εἶχε ἰδρυθεῖ τό ΠΣΕ»(Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2003, σελ. 127).

3. Ἐπέκταση τοῦ ἔργου τοῦ Φλωρόφσκι

Ὁ Ρωμανίδης ἦταν, ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος ὁ Φλωρόφσκι, «ὁ ὀξυνούστερος» μαθητής του, ὁ ὁποῖος ἀφομοίωσε πλήρως τήν διδασκαλία τοῦ διδα­σκάλου του, καί γι’ αὐτό προχώρησε καί πιό πέρα, ἀφοῦ σέ μερικά σημεῖα ἔκανε αὐτό πού θά μποροῦσε νά κάνη ὁ Φλωρόφσκι, ὁ ὁποῖος τά εἶχε ἐντοπίσει.

Θά τονίσω μερικά σημεῖα στά ὁποῖα φαίνεται πῶς ὁ Ρωμα­νίδης ἐπεξέτεινε τήν σκέψη καί τό ἔργο τοῦ Φλωρόφσκι.

Ὅταν διαβάζουμε τά κείμενα πού μᾶς ἄφησε ὡς θεολογική κληρονομιά ὁ Φλωρόφσκι παρατηροῦμε ὅτι, μεταξύ τῶν ἄλλων, εἶχε ἐπισημάνει τρία βασικά σημεῖα. Τό πρῶτον ὅτι συνέδεε στενά τήν θεολογία μέ τήν ἱστορία, δέν μπορεῖ, δηλαδή, νά δῆ κανείς τήν θεολογία ἔξω ἀπό τήν ἱστορική πραγματικότητα. Τό δεύτερον σημεῖο εἶναι ὅτι τόνιζε τήν ἐπιστροφή στούς Πατέρας, καί μέ αὐτό ἔκρινε τήν σχολαστική καί ρωσική θεολογία, καί ἔβλεπε τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» στήν ἐπιστροφή στούς Πατέρας τῆς πρώτης χιλιετίας καί κυρίως στήν διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπό τούς Πατέρας τῆςἘκκλησίας. Τό τρίτο σημεῖο εἶναι ὅτι ἔκανε ἰσχυρή κριτική στήν ρωσική θεολογία πού συνδέθηκε μέ τήν φιλοσοφία καί ἀποδεσμεύθηκε ἀπό τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Τό κείμενό του «Οἱ δρόμοι τῆς ρωσικῆς θεολογίας» καί ἡ ἀντίκρουση τῆς θεωρίας τῆς «σοφιολογίας» τοῦ Μπουλγκάκωφ εἶναι ἐνδεικτικά. Καί τό τέταρτο σημεῖο εἶναι ὅτι ἔκανε λόγο γιά τήν «νεοπατερική σύνθεση», ὅτι, δηλαδή, πρέπει νά δοῦμε ὅλη αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική πατερική κληρονομιά μέσα ἀπό τούς Πατέρας τῆς δεύτερης χιλιετίας, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τήν Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν.

Ὁ Ρωμανίδης στηρίχθηκε πάνω σέ αὐτές τίς βάσεις καί προχώρησε πιό πέρα.

Πρῶτον, ἡ σύνδεση μεταξύ θεολογίας καί ἱστορίας ἀπέβη βασικό σημεῖο τῆς ἐργασίας του, ἀφοῦ ἀνέπτυσσε ἱστορικά θέματα, ὅπως τό περιεχόμενο τῆς Ρωμηοσύνης, πού εἶναι τό ἱστορικό ὑπόβαθρο τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας. Τά σχετικά μέ τήν Ρωμανία-Ρωμηοσύνη τά τεκμηρίωσε ὁ ἴδιος μέ τήν βιβλιογραφία καί τίς παραπομπές στό βιβλίο του «Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη» (Ἰωάννης Ρωμανίδης, Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη, ἐκδόσεις Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη, ἔκδ. β' 1982). Ἐπίσης τά γραφόμενά του ἐπιβεβαιώθηκαν ἀπό μεταγενέστερες μελέτες τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ (Ἐνδεικτικά βιβλία του: π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνικότητα, Ἐκδ. Μήνυμα, β΄ ἔκδοση ἐπαυξημένη, Ἀθήνα 1992 καί π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, Ἱστορικά καί Θεολογικά τοῦ Ρωμαίϊκου Ἑλληνισμοῦ, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2015), τοῦ Ἀναστασίου Φιλιππίδη (Ἀναστασίου Φιλιππίδη, Ρωμηοσύνη ἤ Βαρβαρότητα, Οἱ ἱστορικές ρίζες τῆς μακραίωνης σύγκρουσης Ἑλληνισμοῦ καί Δύσης, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, γ΄ ἔκδοση 2007, καί Ἀναστασίου Φιλιππίδη, Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης ὡς ἱστορικός, εἰς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, τό ἔργο καί ἡ διδασκαλία του, Πρακτικά Ἡμερίδος καί Θεολογικές-Ἱστορικές Μελέτες, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) 2014) καί Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου κ.ἄ. (Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Γέννημα καί θρέμμα Ρωμηοί, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας) ἔκδοση β΄, 2000, καί Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Παλαιά καί Νέα Ρώμη, Ὀρθόδοξη καί Δυτική Παράδοση, Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας), ἔκδοση β', 2016).  

Ἀκόμη, τόν ὁδήγησε νά ἀναπτύξη τήν θεωρία γιά τά ἄκτιστα ρήματα καί τά κτιστά ρήματα καί νοήματα, δηλαδή πῶς ἡ θεοπτία πού γίνεται μέ ἄρρητα ρήματα μεταφέρεται μέ ὅρους πού συναντᾶμε στήν κτιστή ἱστορική πραγματικότητα.

Δεύτερον, εἶδε τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλη­σιῶν» ὄχι μόνον στήν ἐπιστροφή στούς Προφῆτες, Ἀπο­στόλους καί Πατέρας, ἀλλά καί στήν καταδίκη τῆς Φραγκο­λατινικῆς θεολογίας, δηλαδή τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, πού εἰσήχθη μέ τόν Καρλο­μάγνο, ὁ ὁποῖος διαφοροποιήθηκε ἀπό τήν Ρωμανία.

Τρίτον, εἶδε τήν ρωσική ἀπόκλιση τῆς ρωσικῆς θεολογίας ἀπό τήν πατερική θεολογία καί ἄσκησε αὐστηρή κριτική στήν λανθασμένη ἑρμηνεία τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἔγινε ἀπό ρώσους θεολόγους, ἀλλά καί στήν λεγόμενη ρωσική εὐσέβεια. Καί τέταρτον, τήν «νεοπατερική σύνθεση» τήν εἶδε μέσα ἀπό τόν ὀρθόδοξο ἡσυχασμό, τήν φιλοκαλική παράδοση, ὡς κάθαρση, φωτισμό καί θέωση, μέσα καί ἀπό τούς νέους ἡσυχαστές Πατέρες.

Ἔτσι, ὁ Ρωμανίδης ὄχι μόνον ἀφομοίωσε δημιουργικά καί ἐπεξέτεινε ἀκόμη περισσότερο τίς θεολογικές θέσεις τοῦ Φλωρόφσκι, ἀλλά τίς ἔκανε πιό λαμπερές, ἀφοῦ τίς πέρασε μέσα ἀπό τήν ἡσυχαστική-φιλοκαλική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία εἶχε ἐντοπίσει ὁ Φλωρόφσκι.

Γιά νά περατώσω αὐτήν τήν εἰσήγηση θά ἤθελα νά παρα­θέσω δύο ἀποσπάσματα ἀπό τίς ἐπιστολές πού ἀπέστειλε ὁ Ρωμα­νίδης στόν Φλωροφσκι.

Τό πρῶτο ἀπόσπασμα προέρχεται ἀπό ἐπιστολή πού ὁ Ρωμανίδης ἀπέστειλε στόν Φλωρόφσκι τήν 14η Ἀπριλίου 1966, ὅταν ἔμαθε ὅτι θά ἀποχωροῦσε ἀπό τό Χάρβαρντ.

«Τελειώνω τὴν διδακτορική μου διατριβὴ στὸ Harvard, ἀλλὰ δὲν σκοπεύω νὰ τὴν ὑποβάλω γιὰ κάποιο πτυχίο. Θὰ τὴν δημοσιεύσω ὅσο τό δυνατόν πιὸ γρήγορα μὲ τὶς ἁρμόζουσες εὐχαριστίες σὲ ἐσᾶς ὡς σύμβουλο-καθηγητή. Εἶναι σημαντικὸ τώρα νὰ συνεχίσω τὴν σταδιοδρομία μου ἀρκούμενος στὸ ὀρθόδοξο διδακτορικό μου. Οἱ ἀνόητοι στόν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἀλλοῦ πρέπει νὰ μάθουν ὅτι δὲν χρειάζεται ἀγγλο-σαξονικὸ διδακτορικὸ γιὰ νὰ εἶναι κάποιος ὀρθόδοξος θεολόγος» (Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἕνας κορυφαῖος..., ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 152).

Τό δεύτερο ἀπόσπασμα προέρχεται ἀπό ἐπιστολή του στόν Φλωρόφσκι τήν 11 Μαΐου 1958. Γράφει:

«Δυστυχῶς ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι ἔχουμε χάσει ἐντελῶς τὸ νόημα  τῆς διάκρισης μεταξὺ αἵρεσης καὶ Ὀρθοδοξίας, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχουμε διαζεύξει τὴν θεολογία ἀπὸ τὴν εὐσέβεια καὶ προσπαθοῦμε νὰ γίνουμε εὐσεβεῖς χωρὶς τὴν καθοδήγηση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος, καὶ ἔτσι ἔχει καταστῆ ἐφικτὸ ἄνθρωποι μὲ ἀσυνείδητες αἱρετικὲς προϋποθέσεις νὰ ὁρίζουν τὸ ὑπόδειγμα τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἰδιαίτερα σὲ αὐτὴ τὴν χώρα. Σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση ἀντιμετωπίζει κάποιος τόσα πολλὰ προβλήματα.  Πρέπει νὰ γυρίση τὴν πλάτη καὶ νὰ ἐπιτρέψη στοὺς πλαστογράφους τοῦ  ὀρθοδόξου πνεύματος νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους  φθείροντας τὶς παραδόσεις μας ἢ νὰ πολεμήση μέχρι τὸ τέλος. Φυσικὰ καὶ πρέπει νὰ πολεμήση, ἀλλὰ πῶς καὶ μὲ τὴν βοήθεια ποιοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Κυρίου; 

Οἱ Ὀρθόδοξοι σήμερα δὲν εἶναι ἱκανοποιημένοι μὲ τὰ μέσα τῆς  σωτηρίας ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος καὶ προσπαθοῦν νὰ ἐφεύρουν καινούριους καὶ πιὸ βολικοὺς τρόπους. Ἀντὶ νὰ ἀποδέχωνται αὐτὸ ποὺ ἔχει κάνει γι’ αὐτοὺς ὁ Κύριος, λένε στὸν Θεὸ τί θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει, καὶ μάλιστα προσπαθοῦν νὰ κάνουν τὴν δουλειὰ τοῦ Θεοῦ μὲ πολὺ καλύτερο τρόπο, ἔτσι νομίζουν, ἀπὸ ὅ,τι θὰἔκανε ὁ Θεός» (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 130-131).

Ὁ Ρωμανίδης ἦταν πράγματι ἕνας ἄξιος μαθητής τοῦ μεγάλου Φλωρόφσκι πού συνέχισε τό ἔργο του, γι’ αὐτό καί αὐτός ἔγινε μεγάλος καί ἄξιος θεολόγος. Αὐτό τό ἀπέδειξε καί στήν πράξη, γιατί ὅταν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπέλυσαν ἀπό καθηγητή τόν Φλωρόφσκι, τότε ὁ Ρωμανίδης διαμαρτυρόμενος παραιτήθηκε καί ὁ ἴδιος ἀπό τήν θέση τοῦ καθηγητοῦ, πράγμα πού τοῦ κόστισε ἀκόμη καί οἰκονομικά (Ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 152). Ὁ ἴδιος σέ μιά ἐπιστολή του γράφει: «Ἀπό τήν ἀρχή-ἀρχή τῆς σταδιοδρομίας μου ἔχω ταυτισθῆ μέ τόν Φλωρόφσκι» (π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 127).

Τελικά, ἔχουν καί οἱ δύο μιά ἀντίστροφη πορεία μέ τήν ἰδία ἀντίδραση. Ὁ Φλωρόφσκι ξεκίνησε ἀπό τήν Ἀνατολή, ἀπό τήν Ὀδησσό, μέ βάση τήν θεολογία πού γνώρισε στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καί ἀντέδρασε στήν ρωσική θεολογία πού συνάντησε στό Παρίσι, καθώς ἐπίσης προσπάθησε νά μεταφέρη τήν Ὀρθό­δοξη θεολογία στήν Δύση. Ἀντίθετα, ὁ Ρωμανίδης ξεκίνησε ἀπό τήν Δύση-Ἀμερική μέ τίς γερές θεολογικές σπουδές πού ἔκανε καί τήν ἡσυχα­στική παράδοση τῆς μητέρας του καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἰδικότερα τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστῆ, γιά νά μεταβῆ στό Παρίσι καί τήν Ἑλλάδα καί νά ἀντιδράση στήν δυτική θεολογία πού συνάντησε ἐδῶ στήν Ἀνατολή.

Ἦταν πράγματι δύο Ὀρθόδοξοι μεγάλοι καί παγκόσμιοι θεολόγοι, πού ἐξέφρασαν τήν ἀληθινή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.–